Νόμοι — ΦΕΚ A' 206/2019

Type Νόμος
Publication 2019-12-16
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

Πρόγραμμα παροχής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.

Με τον παρόντα νόμο καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 10.10.2019 C (2019) 7309 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αφορά στο πρόγραμμα παροχής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, με σκοπό τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους, με την ονομασία «ΗΡΑΚΛΗΣ».

2.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται σε τιτλοποιήσεις απαιτήσεων, ως ορίζονται στο άρθρο 2, οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157), από πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, με κύρια εγκατάσταση στην Ελληνική Επικράτεια.

Άρθρο 2

Ορισμοί Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ισχύουν οι εξής ορισμοί: 1) Ως «τιτλοποίηση απαιτήσεων» νοείται η μεταβίβαση απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων σε προσωρινή ή οριστική καθυστέρηση ή ρύθμιση, από δάνεια ή πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ιδρύματα εξαιρουμένων των «εγγυημένων απαιτήσεων», σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση ομολογιών. Η τιτλοποίηση απαιτήσεων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157), καθώς και με τις διατάξεις του παρόντος. 2) Ως «μεταβιβάζων» νοείται το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (EE L 176). 3) Ως «αποκτών» ή «εκδότης ομολογιών» νοείται το νομικό πρόσωπο του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. 4) Ως «καθαρή λογιστική αξία» («Net Book Value») νοείται η ονομαστική αξία των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, απομειούμενη κατά το ποσό των προβλέψεων και τυχόν λοιπών προσαρμογών, που έχουν διενεργηθεί για τις απαιτήσεις αυτές από το πιστωτικό ίδρυμα/ μεταβιβάζοντα, όπως το ποσό αυτό προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος/ μεταβιβάζοντος κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των απαιτήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 9 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 στο πλαίσιο της τιτλοποίησης απαιτήσεων. 5) Ως «διαχειριστής απαιτήσεων» νοείται η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) ή πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), πλην του μεταβιβάζοντος. 6) Ως «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικής αξιολόγησης» ή «ΕΟΠΑ» νοείται ο οργανισμός κατά την έννοια του στοιχείου 98 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (EE L 176). 7) Ως «ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας» (senior notes) νοούνται οι ομολογίες που εκδίδονται από τον αποκτώντα στo πλαίσιο της τιτλοποίησης απαιτήσεων και οι οποίες εξοφλούνται κατά προτεραιότητα σε σχέση με όποιους άλλους τίτλους ομολογιών εκδώσει ο αποκτών στο πλαίσιο της ίδιας τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους των συμβατικών εγγράφων της τιτλοποίησης και τις διατάξεις του παρόντος νόμου. τις ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας της ίδιας τιτλοποίησης, αλλά κατά προτεραιότητα των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους των συμβατικών εγγράφων της σύμβασης τιτλοποίησης και τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 9) Ως «ομολογίες χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας» (junior notes) νοούνται οι ομολογίες που εκδίδονται από τον αποκτώντα στο πλαίσιο της τιτλοποίησης απαιτήσεων και οι οποίες εξοφλούνται μετά την πλήρη, κατά τόκους και κεφάλαιο, αποπληρωμή των ομολογιών υψηλής και μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους των συμβατικών εγγράφων της τιτλοποίησης και τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 10) Ως «εγγυημένες απαιτήσεις» νοούνται οι απαιτήσεις δανείων, τα οποία (δάνεια) κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος εγγύησης που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, είναι εγγυημένα από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 (Α΄ 143), της παραγράφου 7 του άρθρου 33 του ν. 3697/2008 (Α΄ 194), του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 (Α΄ 122), των α.ν. 747/1945 (Α΄ 309) και α.ν. 9/1967 (Α΄ 75) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 400/1976 (Α΄ 203), του άρθρου 8 του ν. 1266/1982 (Α΄ 81), καθώς και του ν. 4549/2018 (Α΄ 105). 11) Ως «καθαρές εισπράξεις» νοείται το σύνολο των εισπράξεων από τη διαχείριση των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων αφαιρουμένων των εξόδων της τιτλοποίησης. 12) Ως «έξοδα της τιτλοποίησης» νοούνται οι αμοιβές και τα έξοδα των εμπλεκομένων στην τιτλοποίηση απαιτήσεων προσώπων [όπως ενδεικτικά του εκπροσώπου των ομολογιούχων, του διαχειριστή πληρωμών (paying agent, κ.ά.] όπως προβλέπονται στα έγγραφα της τιτλοποίησης, εξαιρουμένων των αμοιβών του διαχειριστή. 13) Ως «ανεξάρτητος διαχειριστής» νοείται ο διαχειριστής της παραγράφου 5, ο οποίος σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 10 δεν ελέγχεται από τον μεταβιβάζοντα.

Άρθρο 3

Διάρθρωση τιτλοποίησης

1.

Η εγγύηση που προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος παρέχεται σε τιτλοποιήσεις απαιτήσεων, οι οποίες πληρούν υποχρεωτικά όλους τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος.

2.

α) Η κτήση από τον αποκτώντα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων χρηματοδοτείται με την έκδοση ομολογιών, οι οποίες διακρίνονται σε δύο τουλάχιστον κατηγορίες εξοφλητικής προτεραιότητας, υψηλής και χαμηλής, ενώ είναι δυνατή η έκδοση και ομολογιών μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας. Οι ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας κατατάσσονται με προτεραιότητα έναντι αμφοτέρων των λοιπών κατηγοριών, και οι τυχόν ομολογίες μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας κατατάσσονται με προτεραιότητα έναντι των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Η εξόφληση του κεφαλαίου των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας πραγματοποιείται μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση των ομολογιών υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας.

αποκτώντα για την πώληση και μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν δύναται να υπερβαίνει τη συνολική καθαρή λογιστική αξία αυτών.

εξαμηνιαία ή ετήσια.

αποκτών δύναται να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια ή πιστώσεις, συμβάσεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μορφή σύμβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157).

και δεκτικές εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε τόπους διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 24 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14).

3.

Στα συμβατικά έγγραφα της τιτλοποίησης απαιτήσεων προβλέπεται ότι τα ποσά που εισπράττει ο αποκτών από την εξόφληση και διαχείριση των αποκτηθεισών απαιτήσεων, καθώς και από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων και τις λοιπές συμβάσεις της προηγούμενης παραγράφου, άγονται, κατόπιν αφαίρεσης των εξόδων της τιτλοποίησης απαιτήσεων, σε εξόφληση των υποχρεώσεων του αποκτώντος, σύμφωνα με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:

σύμβαση διαχείρισης των απαιτήσεων, εφόσον η εξόφληση αυτών δεν έχει αναβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4.

συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2.

παρόντος νόμου επί των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

από τις τυχόν συμβάσεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2.

γ΄, απαιτήσεις από τις τυχόν συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2.

την παράγραφο 4 ή συμβατικά.

προτεραιότητας για την εξόφληση κεφαλαίου. ολοσχερούς εξόφλησης του κεφαλαίου ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

τυχόν τόκων, κατόπιν ολοσχερούς εξόφλησης του κεφαλαίου ομολογιών μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας.

4.

Στα συμβατικά έγγραφα της τιτλοποίησης απαιτήσεων περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εξόφληση μέρους των απαιτήσεων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 και το σύνολο των απαιτήσεων της περίπτωσης η΄ της παραγράφου 3, αναβάλλεται υποχρεωτικά σε περίπτωση κατά την οποία το σύνολο των πραγματοποιηθεισών καθαρών εισπράξεων από την έναρξη της διαχείρισης των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων υπολείπεται του προϋπολογισθέντος ποσού καθαρών εισπράξεων, με βάση το επιχειρηματικό σχέδιο του διαχειριστή, το οποίο ελήφθη υπόψη κατά την πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ειδικότερα: α) Εφόσον κατά την ημερομηνία καταβολής της αμοιβής του διαχειριστή, όπως αυτή προσδιορίζεται στη σύμβαση διαχείρισης, το σύνολο των πραγματοποιηθεισών καθαρών εισπράξεων από την έναρξη της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου υπολείπεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), ή μεγαλύτερο, των προϋπολογισθεισών καθαρών εισπράξεων, όπως αυτές προσδιορίζονται στο επιχειρηματικό σχέδιο του διαχειριστή και τη σύμβαση διαχείρισης που έχουν υποβληθεί στον εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης (ΕΟΠΑ) και ελήφθησαν υπόψη για την πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας του άρθρου 11 του παρόντος, αναβάλλεται η καταβολή τουλάχιστον του είκοσι τοις εκατό (20%) της αμοιβής του διαχειριστή. Η καταβολή του ως άνω ποσοστού υπολειπόμενου ποσού αμοιβής πραγματοποιείται είτε κατά την ημερομηνία ολοσχερούς εξόφλησης του κεφαλαίου των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας είτε κατά την ημερομηνία κατά την οποία αποκαθίσταται ολοσχερώς η σχέση μεταξύ πραγματοποιηθεισών και προϋπολογισθεισών καθαρών εισπράξεων. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 12, αναβάλλεται η καταβολή της αμοιβής του διαχειριστή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

των ομολογιών μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας, το σύνολο των πραγματοποιηθεισών καθαρών εισπράξεων από την έναρξη της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου υπολείπεται κατά είκοσι τοις εκατό (20%) ή περισσότερο των προϋπολογισθεισών καθαρών εισπράξεων, όπως αυτές προσδιορίζονται στο επιχειρηματικό σχέδιο του διαχειριστή και τη σύμβαση διαχείρισης που έχουν υποβληθεί στον ΕΟΠΑ, και ελήφθησαν υπόψη για την πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας του άρθρου 11, αναβάλλεται η καταβολή τουλάχιστον του είκοσι τοις εκατό (20%) του τόκου. Η αναβληθείσα καταβολή εξοφλείται είτε κατά την ημερομηνία ολοσχερούς εξόφλησης του κεφαλαίου των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας είτε κατά την επόμενη καθορισμένη ημερομηνία καταβολής τόκων των ομολογιών μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας, και εφόσον έχει αποκατασταθεί ολοσχερώς η σχέση μεταξύ πραγματοποιηθεισών και προϋπολογισθεισών καθαρών εισπράξεων. Συμβατικά δύναται να προβλέπονται ποσοστά χαμηλότερης απόκλισης από τα οριζόμενα στις ανωτέρω α΄ και β΄ περιπτώσεις. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος της εγγύησης.

5.

Για τη διάρθρωση της δομής της τιτλοποίησης απαιτήσεων, καθώς επίσης για την πιστοληπτική αξιολόγησή της από τον ΕΟΠΑ, λαμβάνονται υπόψη κατ’ ελάχιστον οι ακόλουθες παράμετροι:

αντιστάθμισης,

εκδοθέντες τίτλους,

τις διατάξεις του παρόντος,

επιχειρηματική δραστηριότητα των εμπλεκομένων στη δομή της τιτλοποίησης απαιτήσεων,

Άρθρο 4

Επενδυτικοί περιορισμοί Το Ελληνικό Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οι φορείς που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), όπως ισχύει, συμπεριλαμβανομένων και εταιριών που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο, δεν δύναται να αποκτούν με επαχθή αιτία ομολογίες χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ή μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας, οι οποίες εκδίδονται στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση ή έχει χορηγηθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 5

Διαχείριση των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων

1.

Η διαχείριση των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε διαχειριστή, ο οποίος κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ της εγγύησης δεν ελέγχεται από τον μεταβιβάζοντα κατά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 10 (ανεξάρτητος διαχειριστής).

2.

Για τον ορισμό τυχόν νέου διαχειριστή, μετά την πώληση των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων της τιτλοποίησης, απαιτείται βεβαίωση του ΕΟΠΑ ότι η αντικατάσταση του διαχειριστή δεν επιφέρει υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας του άρθρου 11.

1.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να παρέχει εγγύηση (η «πράξη παροχής εγγύησης»), μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του ν. 4549/2018 (Α΄ 105), όπως ισχύει, προς τους ομολογιούχους υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας και υπέρ του αποκτώντος, για τιτλοποιημένες απαιτήσεις του παρόντος νόμου. Η εγγύηση τίθεται σε ισχύ με την υπογραφή, μετά την προσκόμιση των δικαιολογητικών της παραγράφου 2 του άρθρου 10, της σύμβασης εγγύησης σύμφωνα με το υπόδειγμα του Παραρτήματος Γ΄, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου (η «σύμβαση εγγύησης»). Το ανώτατο συνολικό ποσό της δυνάμενης να χορηγηθεί εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου ανέρχεται σε δώδεκα δισεκατομμύρια (12.000.000.000) ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν σχετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ως άνω ποσό δύναται να αυξάνεται.

2.

Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου συνίσταται στην ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής των υποχρεώσεων του αποκτώντος για την ολοσχερή εξόφληση απαιτήσεων από ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων για όλη τη διάρκεια των τίτλων. Η εξόφληση των απαιτήσεων διενεργείται κατά τόκους ή/και κεφάλαιο, αναλόγως της δομής και των συμβατικών όρων κάθε ομολογίας υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

3.

Το αίτημα για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υποβάλλεται αποκλειστικά εντός χρονικής περιόδου δεκαοκτώ (18) μηνών από την 10η.10.2019, ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης C (2019) 7309 Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επί του προγράμματος παροχής εγγυήσεων του παρόντος νόμου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν σχετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να παρατείνεται η περίοδος παροχής εγγύησης, καθώς επίσης να τροποποιούνται για το μέλλον οι όροι παροχής αυτής.

4.

Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου είναι ρητή, ανέκκλητη, ανεπιφύλακτη και σε πρώτη ζήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 213, 214 και 215 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, ως εάν το Ελληνικό Δημόσιο ήταν πρωτοφειλέτης, διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της από 10.10.2019 C (2019) 7309 απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και του πρωτογενούς, παραγώγου και επικουρικού ενωσιακού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων.

5.

Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου χορηγείται έως την καθορισμένη λήξη των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ή την πλήρη εξόφλησή τους.

6.

Στην απόφαση της παραγράφου 1 αναφέρεται το ακριβές ποσό της εγγύησης, ο χρόνος διάρκειάς της, η καταβλητέα στο Ελληνικό Δημόσιο προμήθεια ασφαλείας και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εγγύηση παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 15.

Άρθρο 7

Καθορισμός και καταβολή προμήθειας ασφαλείας

1.

Επιβάλλεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, προμήθεια ασφαλείας. Η προμήθεια ασφαλείας καταβάλλεται από την ημερομηνία παροχής της εγγύησης και καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος αυτής, υπολογιζόμενη επί του εκάστοτε ανεξόφλητου εγγυημένου υπολοίπου ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Η προμήθεια ασφαλείας υπολογίζεται και καταβάλλεται στην αρχή κάθε εκτοκιστικής περιόδου.

2.

Το ύψος της προμήθειας καθορίζεται με την πράξη παροχής της εγγύησης σύμφωνα με το Παράρτημα Β΄ του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Ενότητα 3.2 της από 10.10.2019 C (2019) 7309 απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Άρθρο 8

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.