Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 206/2020
Σύσταση μόνιμης διαιτησίας στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις:
- α) των άρθρων 131 και 132 του ν. 4194/2013 «Κώδικας
Δικηγόρων» (Α΄ 208),
- β) του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα που κυρώθηκε με
το π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
Την από 20-9-2018 γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί συστάσεως μόνιμης διαιτησίας στο Σύλλογο.
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού και
Τις υπ’ αρ. 132/2019 και 154/2020 γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Σύσταση Μόνιμης Διαιτησίας - Αντικείμενο - Κανονιστικό πλαίσιο
Άρθρο 1
Συνιστάται στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Δ.Σ.Α.) μόνιμη διαιτησία με αντικείμενο την επίλυση διαφορών με περιουσιακό αντικείμενο, συμβατικών ή μη, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος και συμπληρωματικά από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σε περίπτωση εσωτερικής διαιτησίας και τις διατάξεις του ν. 2735/1999 (Α΄ 167) σε περίπτωση διεθνούς διαιτησίας με έδρα στην Ελλάδα. Διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές που υπάγονται στην παρ. 3 του άρθρου 614 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Διαιτητική Συμφωνία
Άρθρο 2
Ο τύπος και το ελάχιστο περιεχόμενο της διαιτητικής συμφωνίας διέπονται από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον πρόκειται περί εσωτερικής διαιτησίας και από τις οικείες διατάξεις του ν. 2735/1999, εφόσον πρόκειται περί διεθνούς διαιτησίας με έδρα στην Ελλάδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Οργάνωση Διαιτησίας, Γραφείο Διαιτησίας, Γραμματεία Διαιτησίας, Καταρτισμός Καταλόγου Διαιτητών
Άρθρο 3
Επιτροπή Διαιτησίας
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α. συγκροτεί εκ των μελών του Επιτροπή Διαιτησίας με θητεία πέντε ετών. Η Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τρία (3) έως πέντε (5) μέλη με ισάριθμα αναπληρωματικά, περιλαμβάνει διακεκριμένους και έμπειρους νομικούς με ειδίκευση στο θεσμό της Διαιτησίας. Η Επιτροπή Διαιτησίας προεδρεύεται από το μέλος που ορίζεται κατόπιν ψηφοφορίας από τα λοιπά τακτικά μέλη της Επιτροπής και είναι αρμόδια να επιλαμβάνεται όλων των θεμάτων της διαιτησίας σύμφωνα με το παρόν.
Πριν από τη σύσταση της Επιτροπής Διαιτησίας ή σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης της για οποιονδήποτε λόγο, τις αρμοδιότητες αυτής ασκεί ο Πρόεδρος του Δ.Σ.Α. ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.
Άρθρο 4
Γραφείο Διαιτησίας - Γραμματεία
Στον Δ.Σ.Α. συγκροτείται Γραφείο Διαιτησίας με αντικείμενο την εξυπηρέτηση του έργου των διαιτησιών κατά το παρόν, Επικεφαλής του οποίου ορίζεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. Ο Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας του Δ.Σ.Α. συμμετέχει στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Διαιτησίας χωρίς δικαίωμα ψήφου και έχει ως αρμοδιότητες, τον λειτουργικό συντονισμό των εργασιών της Γραμματείας Διαιτησίας, τον έλεγχο προς την Επιτροπή Διαιτησίας για τα θέματα που ορίζουν η παρ. 3 του άρθρου 4 του παρόντος, οι παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 6, οι παρ. 1 και 4 του άρθρου 7, την υποβολή εισηγήσεων προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α. για τη λειτουργική και ποιοτική βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και την τυχόν επέκταση αυτών, καθώς και την υποβολή ετήσιας Έκθεσης προς ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. σχετικά με τη λειτουργία της μόνιμης διαιτησίας του Δ.Σ.Α. Η Έκθεση υποβάλλεται προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α. έως την 31η Μαρτίου του επόμενου έτους από αυτό στο οποίο αφορά. Η θέση του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας είναι άμισθη.
Για την εξυπηρέτηση του Γραφείου Διαιτησίας, της Επιτροπής Διαιτησίας και εν γένει του έργου των διαιτητών, συγκροτείται Γραμματεία Διαιτησίας υπαγόμενη στο Γραφείο Διαιτησίας. Τα μέλη της Γραμματείας Διαιτησίας είναι δύο, επιλέγονται μεταξύ των υπαλλήλων του Δ.Σ.Α. από τον Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας και, θα πρέπει, κατ΄ ελάχιστον, να είναι απόφοιτοι νομικής σχολής της ημεδαπής ή νομίμως αναγνωρισμένης νομικής σχολής της αλλοδαπής και να έχουν άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας.
Η Γραμματεία τηρεί Βιβλία στα οποία καταχωρίζονται (α) οι αποφάσεις και πράξεις της Επιτροπής Διαιτησίας, (β) τα δικόγραφα των διαδίκων μερών, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κατατίθενται υποχρεωτικά στη Γραμματεία Διαιτησίας, (γ) οι διαιτητικές αποφάσεις που θα εκδίδονται κατ΄ εφαρμογή του παρόντος και τα πρακτικά του διαιτητικού δικαστηρίου.
Η Γραμματεία Διαιτησίας τηρεί επίσης Αρχείο, στο οποίο φυλάσσονται σε πρωτότυπο όλες οι κατά την προηγούμενη παράγραφο καταχωρούμενες πράξεις, αποφάσεις, δικόγραφα και διαιτητικές αποφάσεις.
Άρθρο 5
Κατάλογος Διαιτητών
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., μετά από εισήγηση της Επιτροπής Διαιτησίας, συντάσσει ενιαίο Κατάλογο Διαιτητών από μέλη του, ο οποίος αναρτάται στην ιστοσελίδα του Δ.Σ.Α. Στην ιστοσελίδα του Δ.Σ.Α. αναρτώνται επίσης τα βιογραφικά στοιχεία των επιλεγέντων μελών, καθώς και ο αριθμός των διορισμών τους ως διαιτητών.
Προϋπόθεση εγγραφής στον οικείο κατάλογο είναι σωρευτικά: (α) η προηγούμενη άσκηση δικηγορίας για δεκαπέντε (15) έτη, (β) η αποδεδειγμένη γνώση ή πρακτική εμπειρία στο γνωστικό αντικείμενο της διαιτησίας, και, (γα) η αποδεδειγμένη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου ως Διαιτητή ή Επιδιαιτητή σε μία τουλάχιστον διαιτησία, η οποία έχει ολοκληρωθεί με έκδοση διαιτητικής απόφασης ή (γβ) η αποδεδειγμένη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου ως πληρεξουσίου δικηγόρου διαδίκου σε τουλάχιστον πέντε (5) διαιτησίες, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον διεθνής.
Για την εγγραφή στον οικείο κατάλογο απαιτείται αίτηση του ενδιαφερομένου προς το Γραφείο Διαιτησίας, με την οποία συνυποβάλλονται τα δικαιολογητικά που πιστοποιούν τη συνδρομή στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου. Η αίτηση και τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά προωθούνται αμελλητί από τον Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας προς την Επιτροπή Διαιτησίας.
Ο Κατάλογος Διαιτητών επικαιροποιείται ανά έτος με ευθύνη της Επιτροπής Διαιτησίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
Συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου
Άρθρο 6
Το διαιτητικό δικαστήριο συγκροτείται από έναν ή τρεις διαιτητές.
Εάν ο αριθμός των διαιτητών δεν ορίζεται ήδη στη διαιτητική συμφωνία, αποφασίζει σχετικά η Επιτροπή Διαι τησίας λαμβάνοντας υπόψη της το οικονομικό αντικείμενο και την πολυπλοκότητα, νομική και πραγματική, της διαφοράς, καθώς επίσης και τις απόψεις των διαδίκων μερών. Η οικεία απόφαση λαμβάνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης της απάντησης στη διαιτητική προσφυγή και γνωστοποιείται στα μέρη.
Εάν η Επιτροπή Διαιτησίας αποφασίσει τη συγκρότηση μονομελούς διαιτητικού δικαστηρίου, με την ίδια απόφαση καλεί τα διάδικα μέρη να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του μοναδικού διαιτητή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της. Εάν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ο μοναδικός διαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών του άρθρου 5, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας.
Εάν η Επιτροπή Διαιτησίας αποφασίσει τη συγκρότηση τριμελούς διαιτητικού δικαστηρίου, με την ίδια απόφαση καλεί κάθε διάδικο μέρος να ορίσει διαιτητή της επιλογής του μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της. Εάν κάποιο μέρος παραλείψει τον εμπρόθεσμο ορισμό διαιτητή, αυτός ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας. Οι διαιτητές που ορίζονται κατά τον τρόπο αυτό συμφωνούν από κοινού στο πρόσωπο του επιδιαιτητή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ο επιδιαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών μεταξύ εκείνων που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον εικοσαετή άσκηση δικηγορίας, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας.
Εάν κατά τη διαιτητική συμφωνία το διαιτητικό δικαστήριο είναι τριμελές αλλά δεν ορίζονται οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής, ο προσφεύγων στη διαιτησία ορίζει διαιτητή της επιλογής του με το δικόγραφο της διαιτητικής προσφυγής. Ο καθ’ ού η διαιτητική προσφυγή ορίζει διαιτητή της επιλογής του με το δικόγραφο της απάντησης στη διαιτητική προσφυγή. Εάν κάποιο από τα διάδικα μέρη παραλείψει τον ορισμό διαιτητή, καλείται από την σχετική προθεσμία, ο διαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας. Οι διαιτητές που ορίζονται κατά τον τρόπο αυτό συμφωνούν από κοινού στο πρόσωπο του επιδιαιτητή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ο επιδιαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών μεταξύ εκείνων που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον εικοσαετή άσκηση δικηγορίας, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας.
Εάν κατά τη διαιτητική συμφωνία το διαιτητικό δικαστήριο είναι τριμελές αλλά δεν ορίζεται ο επιδιαιτητής, οι ορισθέντες διαιτητές συμφωνούν από κοινού στο πρόσωπο του επιδιαιτητή μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από τη από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης της απάντησης στη διαιτητική προσφυγή. Εάν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ο επιδιαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας μέσα σε προθεσμία 15 ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών μεταξύ εκείνων που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον εικοσαετή άσκηση δικηγορίας, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας.
Εάν κατά τη διαιτητική συμφωνία το διαιτητικό δικαστήριο είναι μονομελές και δεν ορίζεται ο μοναδικός διαιτητής, η Επιτροπή Διαιτησίας καλεί τα μέρη να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης, η οποία αποστέλλεται αμελλητί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης της απάντησης στη διαιτητική προσφυγή. Εάν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ο μοναδικός διαιτητής ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών και επιλέγεται από τον Κατάλογο Διαιτητών, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας.
Η επιλογή του προσώπου του διαιτητή ή του επιδιαιτητή από τον Κατάλογο Διαιτητών χωρεί κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας, από την Επιτροπή Διαιτησίας με μοναδικό κριτήριο τη σειρά εγγραφής σε αυτόν, με την επιφύλαξη της συμπλήρωσης τουλάχιστον εικοσαετούς άσκησης δικηγορίας στην περίπτωση των επιδιαιτητών. Διαιτητής ή επιδιαιτητής διορίζεται το πρόσωπο εκείνο, το οποίο στον Κατάλογο Διαιτητών βρίσκεται κατά τον χρόνο που ανακύπτει ζήτημα διορισμού, αμέσως μετά τον τελευταίο διορισθέντα ή εκείνον που δεν αποδέχθηκε τον διορισμό του.
Άρθρο 7
Εκείνος ο οποίος ορίζεται διαιτητής ή επιδιαιτητής από την Επιτροπή Διαιτησίας οφείλει να δηλώσει προς το Γραφείο Διαιτησίας μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τον διορισμό του εάν τον αποδέχεται καθώς και, επί αποδοχής, κάθε στοιχείο, το οποίο μπορεί να γεννήσει δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Η δήλωση προωθείται αμελλητί από τον Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας προς την Επιτροπή Διαιτησίας και τα μέρη. Σε περίπτωση άρνησης αποδοχής του διορισμού, η Επιτροπή Διαιτησίας προβαίνει σε διορισμό έτερου διαιτητή ή επιδιαιτητή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την γνωστοποίηση της άρνησης του αρχικώς ορισθέντος διαιτητή, κατόπιν εισήγησης του Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας. Η ίδια υποχρέωση δήλωσης ανεξαρτησίας και αμεροληψίας βαρύνει και τους διαιτητές ή τον επιδιαιτητή που ορίζονται από τα μέρη ή από τους διαιτητές που ορίζουν τα μέρη.
Εκείνος ο οποίος ορίζεται διαιτητής ή επιδιαιτητής από την Επιτροπή Διαιτησίας δύναται να αρνηθεί τον διορισμό του και χωρίς σπουδαίο λόγο με μοναδική έννομη συνέπεια την απώλεια της σειράς διορισμού του. Η επανειλημμένη και αδικαιολόγητη άρνηση διορισμών αποτελεί λόγο διαγραφής από τον Κατάλογο Διαιτητών. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, ο Επικεφαλής του Γραφείου Διαιτησίας ενημερώνει την Επιτροπή Διαιτησίας, η οποία δύναται να εισηγηθεί προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α. την διαγραφή του διαιτητή από τον Κατάλογο Διαιτητών.
Ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής, από τη στιγμή που ορίζεται από την Επιτροπή Διαιτησίας και καθ΄ όλη τη διαιτητική διαδικασία, οφείλει να δηλώνει άμεσα στην Επιτροπή Διαιτησίας και στα μέρη οποιοδήποτε νέο στοιχείο, το οποίο μπορεί να γεννήσει δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του. Η ίδια υποχρέωση υφίσταται και για τους διαιτητές ή τον επιδιαιτητή που ορίζονται από τα μέρη.
Η πραγματική ή νομική αδυναμία άσκησης καθηκόντων, η εξαίρεση, η ανάκληση καθώς και η παραίτηση των διαιτητών και του επιδιαιτητή διέπονται συμπληρωματικά από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον πρόκειται περί εσωτερικής, και του ν. 2735/1999, εφόσον πρόκειται περί διεθνούς διαιτησίας με έδρα στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις των άρθρων 878 (μη ορισμός διαιτητή ή επιδιαιτητή από τον διάδικο ή επιδιαιτητή ή θάνατος αυτού ή μη αποδοχή), της παρ. 2 του άρθρου 880 (άρνηση εκπληρώσεως καθηκόντων διαιτητή ή επιδιαιτητή μετά την αποδοχή του διορισμού) και 884 (καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας/ στην έκδοση οριστικής απόφασης) του ΚΠολΔ αποφαίνεται η Επιτροπή Διαιτησίας. Όταν για οποιονδήποτε λόγο παύει η εξουσία διαιτητή ή επιδιαιτητή, ορίζεται αντικαταστάτης σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τον ορισμό του διαιτητή ή επιδιαιτητή που αντικαθίσταται. Ελλείψει συμφωνίας των μερών, το διαιτητικό δικαστήριο υπό τη νέα του σύνθεση αποφασίζει ομόφωνα ως προς το αν η διαιτησία θα συνεχιστεί από το σημείο κατά το οποίο διεκόπη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
Διαδικασία
Άρθρο 8
Διαδικαστική αυτονομία των μερών Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος, τα μέρη με συμφωνία τους καθορίζουν ελεύθερα τη διαι δικαστήριο.
Άρθρο 9
Ίση μεταχείριση - Εκατέρωθεν ακρόαση Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους προφορικώς ή εγγράφως κατά την κρίση των διαιτητών και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους.
Άρθρο 10
Η διαιτητική προσφυγή
Η διαιτητική προσφυγή κατατίθεται στη Γραμματεία Διαιτησίας και επιδίδεται στον αντίδικο. Οι ουσιαστικές και δικονομικές συνέπειες που εξαρτά ο νόμος από την άσκηση της διαιτητικής προσφυγής επέρχονται με την επίδοσή της. Από την επίδοση της υπολογίζεται επίσης η προθεσμία κατάθεσης της απάντησης από τον καθού η προσφυγή. Για την κατάθεση της διαιτητικής προσφυγής συντάσσεται στο τέλος αυτής έκθεση, που υπογράφεται από τον προσφεύγοντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και τον Γραμματέα που την παραλαμβάνει.
Η διαιτητική προσφυγή περιέχει (α) ονοματεπώνυμο και διεύθυνση κατοικίας των διαδίκων φυσικών προσώπων και τη νομική μορφή, επωνυμία και έδρα των διαδίκων νομικών προσώπων, (β) ονοματεπώνυμο και διεύθυνση εργασίας των πληρεξούσιων δικηγόρων του προσφεύγοντος, (γ) διεύθυνση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του προσφεύγοντος και του πληρεξούσιου δικηγόρου του, (δ) συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν το βιοτικό συμβάν, από το οποίο απορρέει η διαφορά, (ε) συγκεκριμένο αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, (στ) ορισμό διαιτητή ή τις απόψεις του προσφεύγοντος για τον αριθμό των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 6, (ζ) τη διαιτητική συμφωνία. Με τη διαιτητική προσφυγή ο προσφεύγων δύναται να προσκομίσει και αποδεικτικά έγγραφα. Μαζί με τη διαιτητική προσφυγή υποβάλλεται αντίγραφο της διαιτητικής συμφωνίας.
Άρθρο 11
Η απάντηση στη διαιτητική προσφυγή
Ο καθ’ ού η διαιτητική προσφυγή έχει προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, προκειμένου να καταθέσει την απάντησή του στη Γραμματεία. Εάν με την απάντηση ασκηθεί αντίθετη διαιτητική προσφυγή, το οικείο δικόγραφο θα πρέπει να επιδίδεται επίσης στον αντίδικο εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας. Εφαρμόζεται εν προκειμένω η ρύθμιση του εδαφίου β΄ της παρ. 1 του άρθρου 10. Για την κατάθεση της απάντησης στη διαιτητική προσφυγή συντάσσεται στο τέλος αυτής έκθεση που υπογράφεται από τον προσφεύγοντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και τον Γραμματέα που την παραλαμβάνει.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.