Νόμοι — ΦΕΚ A' 207/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 207 8 Οκτωβρίου 2008
Κύρωση της Συμφωνίας Αεροπορικών Μεταφορών μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης του Βασιλείου του Μπαχρέιν.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
3631 Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία Αεροπορικών Μεταφορών μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης του Βασιλείου του Μπαχρέιν, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2006, το κείμενο της οποίας στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, έχει ως εξής:
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟV ΜΠΑΧΡΕΙΝ ΠΡΟΟΙΜΙΟ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΧΡΕΙΝ Αποτελούσες Μέρη της Σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944’ Επιθυμούσες εξίσου τη σύναψη Συμφωνίας με σκοπό την εγκατάσταση και λειτουργία τακτικών αεροπορικών δρομολογίων μεταξύ και πέραν των αντιστοίχων εδαφών τους. Συμφώνησαν τα ακόλουθα:
Άρθρο 1
Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, εκτός εάν το κείμενο προβλέπει διαφορετικά: α. Ο όρος «Αεροπορικές Αρχές» σημαίνει, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και κάθε πρόσωπο ή όργανο εξουσιοδοτημένο να ασκεί τις αρμοδιότητες οι οποίες προς το παρόν ασκούνται από την ως άνω Αρχή ή συναφείς αρμοδιότητες και, στην περίπτωση της Κυβέρνησης του Βασιλείου του Μπαχρέιν το Υπουργείο Μεταφορών εκπροσωπούμενο’ από τις Υποθέσεις Πολιτικής Αεροπορίας και κάθε πρόσωπο ή όργανο εξουσιοδοτημένο να ασκεί τις αρμοδιότητες οι οποίες προς το παρόν ασκούνται από την ως άνω Υπηρεσία ή συναφείς αρμοδιότητες. β. Ο όρος «η Σύμβαση» σημαίνει τη Σύμβαση για Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944 και περιλαμβάνει: (ι) οποιαδήποτε τροποποίηση επί αυτής ετέθη σε ισχύ σύμφωνα με το Άρθρο 94 (α) αυτής και η οποία έχει κυρωθεί και από τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη και (ιι) οποιοδήποτε Παράρτημα ή οποιεσδήποτε τροποποιήσεις επί αυτού οι οποίες υιοθετήθηκαν σύμφωνα με το Άρθρο 90 της Σύμβασης, εφόσον μια τέτοια τροποποίηση ή Παράρτημα είναι σε δεδομένη στιγμή σε ισχύ για τα Συμβαλλόμενα Μέρη. γ. Ο όρος «Συμφωνία» σημαίνει την παρούσα Συμφωνία, το συνημμένο σε αυτήν Παράρτημα και οποιαδήποτε Πρωτόκολλα ή συναφή έγγραφα τα οποία τροποποιούν τη Συμφωνία αυτή ή το Παράρτημα. δ. Ο όρος «διορισμένη αεροπορική Εταιρεία» σημαίνει, μια αεροπορική Εταιρεία που έχει διοριστεί και εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας. ε. Ο όρος «συμφωνημένα δρομολόγια» σημαίνει τα τακτικά αεροπορικά δρομολόγια στις διαδρομές, οι οποίες καθορίζονται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, για τη μεταφορά επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό. στ. Ο όρος «χωρητικότης» σε σχέση με αεροσκάφος, σημαίνει τη διαθέσιμη δυνατότητα χωρητικότητας του αεροσκάφους σε μία διαδρομή ή τμήμα μιας διαδρομής και ο όρος «χωρητικότης» σε σχέση με «ένα συμφωνημένο δρομολόγιο» σημαίνει τη χωρητικότητα του αεροσκάφους που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση τέτοιων δρομολογίων, πολλαπλασιαζόμενη επί τη συχνότητα των δρομολογίων του αεροσκάφους σε δεδομένη περίοδο και σε μία διαδρομή ή τμήμα μίας διαδρομής. ζ. Ο όρος «επικράτεια» σε σχέση με ένα Κράτος έχει την έννοια του Άρθρου 2 της Σύμβασης. η. Οι όροι «αεροπορικό δρομολόγιο», «διεθνές αεροπορικό δρομολόγιο», «αεροπορική Εταιρεία» και «στάθμευση για μη εμπορικούς σκοπούς», έχουν την έννοια η οποία τους αποδίδεται αντίστοιχα στο Άρθρο 96 της Σύμβασης. θ. Ο όρος «τιμολόγιο» σημαίνει το πληρωτέο ποσό για τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών και φορτίου, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους τα ποσά αυτά εφαρμόζονται, συμπεριλαμβανομένων των τιμών και όρων για πρακτόρευση και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες οι οποίες εκτελούνται από το μεταφορέα, σχετικά με την αεροπορική μεταφορά, εξαιρουμένων των αμοιβών και όρων για τη μεταφορά ταχυδρομείου. ι. Ο όρος «τέλος χρήσεως» σημαίνει το τέλος που επιβάλλεται σε αεροπορικές Εταιρείες από την αρμοδία αρχή ή του οποίου επιτρέπεται από αυτήν η επιβολή για την παροχή αερολιμενικών, αεροναυτιλιακών ή αεροπορικής ασφάλειας εγκαταστάσεων ή διευκολύνσεων συμπεριλαμβανομένων και συναφών υπηρεσιών και διευκολύνσεων, για τα αεροσκάφη, τα πληρώματα τους, τους επιβάτες και το φορτίο. Εννοείται ότι οι τίτλοι οι οποίοι δίδονται στα Άρθρα της παρούσας Συμφωνίας δεν περιορίζουν ή διευρύνουν με κανένα τρόπο τις έννοιες οποιωνδήποτε διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 2
Παροχή δικαιωμάτων
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει στο άλλο −Συμβαλλόμενο Μέρος τα δικαιώματα τα οποία καθορίζονται στην παρούσα Συμφωνία, για την εκτέλεση τακτικών διεθνών αεροπορικών δρομολογίων από την διορισμένη αεροπορική Εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους ως ακολούθως: α. Να υπερίπταται, χωρίς προσγείωση, της επικράτειας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. β. Να σταθμεύει για λόγους μη εμπορικούς στην ως άνω επικράτεια και γ. Να σταθμεύει στην ως άνω επικράτεια σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής ή διαδρομών που καθορίζονται στον Πίνακα Διαδρομών ο οποίος επισυνάπτεται στην παρούσα Συμφωνία, με σκοπό την επιβίβαση και αποβίβαση διεθνούς κίνησης επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό.
Ουδεμία επίκληση των διατάξεων της παραγράφου (1) μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει στην αεροπορική Εταιρεία του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους το δικαίωμα να επιβιβάζει στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους επιβάτες, φορτίο ή ταχυδρομείο προς μεταφορά με αμοιβή ή μίσθωση και προοριζόμενο για άλλο σημείο στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 3
Διορισμός και Εξουσιοδοτήσεις
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να διορίζει και να πληροφορεί, μέσω της διπλωματικής οδού το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, μία ή περισσότερες αεροπορικές Εταιρείες για την εκτέλεση των συμφωνημένων δρομολογίων στις καθορισμένες διαδρομές, καθώς και να αποσύρει ή να τροποποιεί τους διορισμούς αυτούς.
Μετά τη λήψη τέτοιου διορισμού ως και αιτήματος από τη διορισμένη αεροπορική Εταιρεία κατά τον τύπο και τρόπο που καθορίζεται για τη χορήγηση εξουσιοδότησης λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του άλλου κατά τα ως άνω διορισμένη αεροπορική Εταιρεία, υπό την προϋπόθεση ότι:
- α) στην περίπτωση μιας αεροπορικής Εταιρείας που
διορίζεται από την Ελληνική Δημοκρατία:
- ι) αυτή είναι εγκατεστημένη στην επικράτεια της Ελληνικής Δημοκρατίας υπό» την Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της έχει χορηγηθεί Αδεια Εκμετάλλευσης σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό δίκαιο, και
- ιι) ουσιαστικός ρυθμιστικός έλεγχος αυτής της αεροπορικής Εταιρείας ασκείται και τηρείται από το Κράτος
Μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που είναι υπεύθυνο για την έκδοση του Πιστοποιητικού Αερομεταφορέα αυτής και η οικεία αεροπορική αρχή διευκρινίζεται σαφώς κατά τον διορισμό.
- β) στην περίπτωση μιας αεροπορικής Εταιρείας που
διορίζεται από το Βασίλειο του Μπαχρέιν:
- ι) αυτή είναι εγκατεστημένη στην επικράτεια του Βασιλείου του Μπαχρέιν και της έχει χορηγηθεί άδεια
σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο του Βασιλείου του Μπαχρέιν και
- ιι) το Βασίλειο του Μπαχρέιν έχει και διατηρεί τον ουσιαστικό ρυθμιστικό έλεγχο της Εταιρείας αυτής, και
- γ) η διορισμένη αεροπορική Εταιρεία είναι ικανή να
πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται από τους νόμους και κανονισμούς που συνήθως εφαρμόζονται − σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης − ως προς την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών δρομολογίων από το Μέρος που λαμβάνει το διορισμό.
Μετά την λήψη της εξουσιοδότησης λειτουργίας της παραγράφου 2, μια διορισμένη αεροπορική Εταιρεία μπορεί να αρχίσει οποτεδήποτε την εκτέλεση των συμφωνημένων δρομολογίων για τα οποία έχει διορισθεί, υπό την προϋπόθεση ότι η αεροπορική Εταιρεία συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες διατάξεις αυτής της Συμφωνίας.
Άρθρο 4
Ανάκληση και Αναστολή
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εξουσιοδότηση λειτουργίας ή να αναστέλει την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία ορίζονται στο Άρθρο 2 αυτής της Συμφωνίας, από τη διορισμένη αεροπορική Εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους ή να επιβάλει όρους οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, όπου:
- α) στην περίπτωση μιας αεροπορικής Εταιρείας που
διορίζεται από την Ελληνική Δημοκρατία:
- ι) αυτή δεν είναι εγκατεστημένη στην επικράτεια της
Ελληνικής Δημοκρατίας υπό την Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και δεν της έχει χορηγηθεί Άδεια Εκμετάλλευσης σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό δίκαιο, ή
- ιι) ουσιαστικός ρυθμιστικός έλεγχος αυτής της αεροπορικής Εταιρείας δεν ασκείται ή δεν τηρείται από το
Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που είναι υπεύθυνο για την έκδοση του Πιστοποιητικού Αερομεταφορέα αυτής και η οικεία αεροπορική αρχή δεν διευκρινίζεται σαφώς κατά τον διορισμό,
- β) στην περίπτωση μιας αεροπορικής Εταιρείας που
διορίζεται από το Βασίλειο του Μπαχρέιν:
- ι) αυτή δεν είναι εγκατεστημένη στην επικράτεια του
Βασιλείου του Μπαχρέιν και δεν της έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο του Βασιλείου του Μπαχρέιν, ή
- ιι) το Βασίλειο του Μπαχρέιν δεν διατηρεί τον ουσιαστικό ρυθμιστικό έλεγχο της Εταιρείας αυτής, ή
- γ) η αεροπορική αυτή Εταιρεία δεν δύναται να αποδείξει ότι είναι ικανή να πληροί τις προϋποθέσεις, οι οποίες
προβλέπονται από τους νόμους και τους κανονισμούς που συνήθως και ευλόγως εφαρμόζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση από το Μέρος που λαμβάνει τον διορισμό, σχετικά με την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών δρομολογίων, ή
- δ) η αεροπορική αυτή Εταιρεία αδυνατεί να συμμορφωθεί με τους νόμους και/ή κανονισμούς του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο εκχωρεί τα εν λόγω δικαιώματα, ή
- ε) η αεροπορική Εταιρεία δεν λειτουργεί σύμφωνα
με τους όρους, οι οποίοι καθορίζονται στην παρούσα Συμφωνία.
Εκτός από την περίπτωση που η άμεση ανάκληση ή αναστολή ή επιβολή των όρων, οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1 του Άρθρου αυτού, είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη περαιτέρω παραβιάσεων των νόμων και/ή των κανονισμών, η άσκηση του δικαιώματος αυτού θα ασκείται μόνο μετά από διαβουλεύσεις με το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με το Άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 5
Εφαρμογή νόμων και κανονισμών
Οι νόμοι, κανονισμοί και διαδικασίες του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σχετικά με την είσοδο, παραμονή ή αναχώρηση από την επικράτεια του αεροσκαφών τα οποία ασχολούνται με τη διεθνή «αεροναυτιλία ή σχετικά με τη λειτουργία και πλοήγηση των αεροσκαφών αυτών, θα τηρούνται από τη διορισμένη αεροπορική Εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κατά την είσοδο, παραμονή και αναχώρηση από την εν λόγω επικράτεια.
Οι νόμοι και κανονισμοί του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σχετικά με την είσοδο, ελευθεροκοινωνία, παραμονή ή διέλευση, αποδημία ή μετανάστευση, διαβατήρια, τελωνεία και τα μέτρα υγειονομικής προστασίας, θα τηρούνται από την διορισμένη αεροπορική Εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και από ή για λογαριασμό των πληρωμάτων του, των επιβατών, του φορτίου και του ταχυδρομείου κατά τη διέλευση, την είσοδο, την παραμονή και την αναχώρηση από την επικράτεια κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους.
Επιβάτες, αποσκευές και φορτίο απευθείας διερχόμενα από την επικράτεια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και μη απομακρυνόμενα από το χώρο του αεροδρομίου, ο οποίος χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, θα υπόκεινται μόνο σε απλοποιημένο έλεγχο. Αποσκευές και φορτίο σε απευθείας διέλευση θα απαλλάσσονται από τελωνειακούς δασμούς και άλλους συναφείς φόρους.
Κατά την εφαρμογή της Συμφωνίας τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα λαμβάνουν υπόψη τις απαιτήσεις της υφιστάμενης τους νομοθεσίας καθώς και τις υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας έναντι του εφαρμοστέου Ευρωπαϊκού Κοινοτικού δικαίου αναφορικά με τις αεροπορικές δραστηριότητες.
Άρθρο 6
Αναγνώριση Πτυχίων και Αδειών
Πιστοποιητικά πλοϊμότητας, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος και παραμένουν σε ισχύ, θα αναγνωρίζονται ως έγκυρα από το άλλο Συμβαλλόμενο πόθεση ότι οι απαιτήσεις βάσει των οποίων εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν έγκυρα τα πιστοποιητικά και οι άδειες, είναι ισότιμα ή ανώτερα των ελάχιστων προτύπων τα οποία έχουν τεθεί ή πρόκειται να τεθούν σε ισχύ σύμφωνα με τη Σύμβαση. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί εν τούτοις το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει, με σκοπό πτήσεις υπεράνω του εδάφους του, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που χορηγήθηκαν σε υπηκόους του ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα γι’ αυτούς από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος ή από οποιοδήποτε άλλο Κράτος.
Εάν τα προνόμια ή οι όροι των αδειών ή πιστοποιητικών που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο (1) και τα οποία εκδίδονται από τις Αεροπορικές Αρχές του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή διορισμένη αεροπορική Εταιρεία ή αναφορικά με αεροσκάφος το οποίο εκτελεί τα συμφωνημένα δρομολόγια στις καθορισμένες διαδρομές, επιτρέπουν διαφοροποίηση από τα πρότυπα τα οποία καθιερώνονται από τη Σύμβαση και εφόσον η διαφοροποίηση αυτή έχει καταχωρισθεί στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας, οι Αεροπορικές Αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να ζητήσουν διαβουλεύσεις σύμφωνα με το Άρθρο 15 αυτής της Συμφωνίας, με τις Αεροπορικές Αρχές του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, με σκοπό να πεισθούν ότι, η αμφισβητούμενη πρακτική είναι αποδεκτή από αυτές. Αποτυχία επίτευξης ικανοποιητικής συμφωνίας θα συνιστά λόγο για την εφαρμογή του Άρθρου 4 αυτής της Συμφωνίας.
Άρθρο 7
Ασφάλεια πτήσεων
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να ζητήσει, σε οποιοδήποτε χρόνο, διαβουλεύσεις, σχετικά με πρότυπα ασφάλειας που τηρούνται ως προς μία Εταιρεία που διορίζεται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος επί οιουδήποτε τομέα σχετικού με τα πληρώματα, τα αεροσκάφη ή τη λειτουργία τους. Οι διαβουλεύσεις αυτές θα λαμβάνουν χώρα εντός 30 ημερών από την υποβολή του υπόψη αιτήματος.
Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος διαπιστώνει ότι τα πρότυπα ασφάλειας στους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο Ι τα οποία είναι τουλάχιστον ισότιμα με τα ελάχιστα πρότυπα που ισχύουν κατά τον χρόνο αυτό σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, δεν τηρούνται ούτε εφαρμόζονται αποτελεσματικά ως προς αεροπορικές Εταιρείες που διορίζονται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος θα γνωστοποιεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος τις διαπιστώσεις αυτές και τα μέτρα που θεωρούνται αναγκαία προκειμένου να συμμορφώνεται με τα Πρότυπα του ΔΟΠΑ, το δε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα προβαίνει στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες. Μη ανάληψη από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος των κατάλληλων ενεργειών εντός 15 ημερών ή εντός μεγαλύτερου διαστήματος που τυχόν συμφωνηθεί, θα συνιστά λόγο για την εφαρμογή του Άρθρου 4 της Συμφωνίας αυτής.
Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 33 της Σύμβασης του Σικάγου, συμφωνείται ότι οποιοδήποτε αεροσκάφος χρησιμοποιείται από ή για λογαριασμό της αεροπορικής Εταιρείας ή των αεροπορικών Εταιρειών ενός Συμβαλλόμενου Μέρους στα δρομολόγια προς ή από την επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, μπορεί, κατά το χρόνο παραμονής του στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποστεί έλεγχο από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, μέσα και γύρω από το αεροσκάφος, προκειμένου να ελεγχθεί τόσο η ισχύς των αεροναυτιλιακών εγγράφων και αυτών του πληρώματος καθώς και η εμφανής κατάσταση του αεροσκάφους και του εξοπλισμού του (καλούμενο στο παρόν Άρθρο «επιθεώρηση πίστας»), υπό τον όρο ότι τούτο δεν θα οδηγήσει σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Σε περίπτωση που μια τέτοια επιθεώρηση πίστας ή σειρά τέτοιων επιθεωρήσεων δημιουργήσουν:
- α) σοβαρές επιφυλάξεις ότι ένα αεροσκάφος ή η λειτουργία ενός αεροσκάφους δεν συμμορφώνονται με τα
ελάχιστα εκάστοτε ισχύοντα πρότυπα σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου ή
- β) σοβαρές υπόνοιες έλλειψης αποτελεσματικής τήρησης και εφαρμογής των εκάστοτε ισχυόντων προτύπων
ασφαλείας σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, το Συμβαλλόμενο Μέρος που διεξάγει την επιθεώρηση δύναται να συμπεράνει, για τους σκοπούς του Άρθρου 33 της Σύμβασης του Σικάγου, ότι οι απαιτήσεις βάσει των οποίων εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα τα πιστοποιητικά ή οι άδειες που αφορούν το υπόψη αεροσκάφος ή το πλήρωμα αυτού του αεροσκάφους ή ότι οι απαιτήσεις υπό τις οποίες το υπόψη αεροσκάφος λειτουργεί, δεν είναι ισότιμα ή ανώτερα των ελάχιστων προτύπων που έχουν τεθεί σε ισχύ σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου.
Σε περίπτωση κατά την οποία η πρόσβαση με σκοπό τη διεξαγωγή επιθεώρησης πίστας επί αεροσκάφους αεροπορικής Εταιρείας ή αεροπορικών Εταιρειών του ενός Συμβαλλομένου Μέρους σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου 3, δεν επιτρέπεται από τον αντιπρόσωπο της αεροπορικής Εταιρείας ή των Εταιρειών αυτών, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να συμπεράνει ότι οι σοβαρές επιφυλάξεις που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο 4 ανακύπτουν και να συνάγει τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει αμέσως την εξουσιοδότηση λειτουργίας αεροπορικής Εταιρείας ή αεροπορικών Εταιρειών του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, σε περίπτωση που το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος, είτε ως αποτέλεσμα μιας επιθεώρησης πίστας, σειράς επιθεωρήσεων πίστας, άρνησης πρόσβασης για την διεξαγωγή επιθεώρησης πίστας, διαβουλεύσεων ή είτε εξ άλλης αιτίας, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λήψη άμεσων μέτρων κρίνεται απαραίτητη για την ασφαλή λειτουργία της Εταιρείας.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.