Νόμοι — ΦΕΚ A' 208/2013
Η Δικηγορική Εταιρεία δύναται να ιδρύει υποκαταστήματα στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα και στο εξωτερικό σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ε.Ε. και της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους υποδοχής. Προϋπόθεση για τη σύννομη λειτουργία του υποκαταστήματος είναι ο διορισμός υπεύθυνου εκπροσώπου για το υποκατάστημα της Εταιρείας, ο οποίος δύναται να είναι είτε Εταίρος της Εταιρείας είτε συνεργάτης της δικηγόρος που συνδέεται με την Εταιρεία με σταθερή σχέση. Η απόφαση της Δικηγορικής Εταιρείας για ίδρυση υποκαταστήματος γνωστοποιείται εντός δέκα (10) ημερών στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας και του Υποκαταστήματος και καταχωρείται στα βιβλία εταιρειών αυτών των Δικηγορικών Συλλόγων.
Η Δικηγορική Εταιρεία δύναται να απασχολεί δικηγόρους μη Εταίρους και με σχέση αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 48 του Κώδικα. Ασκούμενοι δικηγόροι μπορούν να ασκούνται σε Δικηγορικές Εταιρείες και να κάνουν παραστάσεις στα δικαστήρια με οποιονδήποτε από τους Εταίρους ή τους συνεργάτες της Δικηγορικής Εταιρείας. Κάθε Εταιρεία μπορεί να έχει τόσους ασκούμενους δικηγόρους όσους ατομικά έχουν δικαίωμα οι Εταίροι της, σύμφωνα με τον Κώδικα.
Η Δικηγορική Εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την εγγραφή της στο Μητρώο Εταιρειών του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της ή από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 50.
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, σε περίπτωση θανάτου, δικαστικής συμπαράστασης, παραίτησης ή παύσης από το λειτούργημα κάποιου από τους Εταίρους, εάν οι Εταίροι που απομένουν είναι τουλάχιστον δύο (2), η Εταιρεία συνεχίζεται μεταξύ τους.
Η εταιρική επωνυμία, στην οποία περιέχεται ο τίτλος «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», περιλαμβάνει υποχρεωτικά κατά το στάδιο της ίδρυσής της τα ονοματεπώνυμα ή μόνο τα επώνυμα ενός ή περισσοτέρων Εταίρων. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο Καταστατικό, η επωνυμία της εταιρείας διατηρείται και μετά την αποχώρηση ή το θάνατο εκείνου του Εταίρου, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στην επωνυμία. Σε περίπτωση που ο Εταίρος, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στην εταιρική επωνυμία, τελεί σε αναστολή από τη δικηγορία, θα πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστολής, κάτω από την εταιρική επωνυμία να αναγράφεται ευκρινώς το όνομα του υπό αναστολή Εταίρου με τη σημείωση ότι τελεί σε αναστολή.
Άρθρο 50
Καταστατικό Δικηγορικής Εταιρείας και διαδικασία έγκρισής του
Για τη σύσταση της Δικηγορικής Εταιρείας απαιτείται έγγραφο (Καταστατικό), το οποίο υπογράφεται από όλους τους ιδρυτές Εταίρους. Το Καταστατικό περιλαμβάνει τουλάχιστον: α) το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα της Εταιρείας, β) τα ονόματα και τις διευθύνσεις των Εταίρων, γ) τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των Εταίρων, δ) τον αριθμό των μεριδίων εκάστου εταίρου και τη μέθοδο διανομής των καθαρών κερδών, ε) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων, στ) τον τρόπο διοίκησης της Εταιρείας, οψηφία για τη λήψη αποφάσεων από τους Εταίρους,
- θ) τους λόγους λύσης της Εταιρείας και την εκκαθάρισή
της μετά τη λύση.
Το Καταστατικό της Εταιρείας, καθώς και οι τροποποιήσεις αυτού υποβάλλονται για έγκριση στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας. Αν το Καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, για την τροποποίησή του απαιτείται απόφαση των Εταίρων που εκπροσωπούν τα 3/4 των εταιρικών μεριδίων.
Η έγκριση του Καταστατικού και κάθε τροποποίησή του γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της Εταιρείας, το οποίο ελέγχει αν οι διατάξεις του Καταστατικού συνάδουν με τις διατάξεις του νόμου.
Αν παρέλθει άπρακτο διάστημα ενός (1) μηνός από την υποβολή του, προς έγκριση, Καταστατικού ή της τροποποίησής του, θεωρείται ότι η έγκριση έχει παρασχεθεί.
Η απόφαση που δεν εγκρίνει το Καταστατικό της Εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου, με την οποία εγκρίνεται ή τροποποιείται το Καταστατικό ή λύεται η Εταιρεία εγγράφεται στα βιβλία εταιρειών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και δημοσιεύεται στο περιοδικό που εκδίδει ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος και σε περίπτωση που δεν εκδίδει τέτοιο, στο Νομικό Βήμα.
Στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας και στους Δικηγορικούς Συλλόγους, που υπάγονται τυχόν υποκαταστήματα της Εταιρείας, τηρείται φάκελος, τον οποίο η Εταιρεία υποχρεούται να ενημερώνει μέσα σε 15 ημέρες από κάθε μεταβολή που αφορά στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείρισή της, τη μεταβολή των μερίδων, την είσοδο ή αποχώρηση Εταίρων, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά στην ταυτότητα ή στην επωνυμία της Εταιρείας.
Οι Εταιρείες υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο πρακτικών των αποφάσεων της Συνέλευσης των εταίρων και των πράξεων των διαχειριστών, καθώς και τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από το νόμο.
Άρθρο 51
Είσοδος, έξοδος και αποβολή εταίρου
Η είσοδος νέων Εταίρων επιτρέπεται πάντοτε με απόφαση των Εταίρων με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται στο Καταστατικό.
Η αποχώρηση Εταίρου επιτρέπεται εφόσον προηγηθεί έγγραφη, προ εξαμήνου, γνωστοποίησή του στην Εταιρεία. Το Καταστατικό μπορεί να ορίζει διαφορετική προθεσμία.
Η αποβολή Εταίρου επιτρέπεται, μόνο για σπουδαίο λόγο, με απόφαση των Εταίρων και με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται στο Καταστατικό. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων, η αδυναμία ή η πρόδηλη ανεπάρκεια για την εκτέλεσή τους, καθώς και κάθε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα όπως αυτό προβλέπεται στο νόμο και στους Κώδικες Δεοντολογίας και μπορεί να πλήξει το κύρος και τη φήμη της Εταιρείας.
Η είσοδος, η αποχώρηση, καθώς και η αποβολή εταίρου συνιστούν τροποποιήσεις του Καταστατικού και συνεπάγονται υποχρεωτικά την ανακατανομή των εταιρικών μεριδίων και των ποσοστών συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημίες των Εταίρων κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης που συγκαλείται για το σκοπό αυτόν.
Άρθρο 52
Εισφορές – Εταιρική Περιουσία – Εταιρικές Μερίδες
Οι Εταίροι εισφέρουν υποχρεωτικά στην Εταιρεία την εργασία τους. Συμπληρωματικά επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Εταιρείας η εισφορά σε χρήμα ή σε κινητά πράγματα και η χρήση κινητών και ακινήτων πραγμάτων. Επιτρέπεται επίσης η κτήση κυριότητας ακινήτου από την Εταιρεία για την επαγγελματική της εγκατάσταση και μόνον. Η αποτίμηση των εισφορών, καθώς και οι τυχόν απολείψεις και επιστροφές οποιωνδήποτε ποσών στους Εταίρους, λόγω αποχώρησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αποφασίζονται από τους Εταίρους της Δικηγορικής Εταιρείας.
Οι εισφορές των Εταίρων και κάθε τι άλλο, που αποκτάται με οποιονδήποτε τρόπο στο όνομα ή για λογαριασμό της Εταιρείας, ανήκει στην Εταιρεία.
Τα μερίδια κάθε Εταίρου ορίζονται ελεύθερα από τη Γενική Συνέλευση σε εκατοστιαία ποσοστά και δεν συνδέονται με την εισφορά του Εταίρου.
Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λαμβάνεται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο Καταστατικό με την απαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφία, τα μερίδια ανακατανέμονται είτε με την είσοδο ή αποχώρηση Εταίρου είτε με την αποβολή αυτού για σπουδαίο λόγο, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Αν δεν ορίζεται σχετικά στο Καταστατικό, απαιτείται απόφαση των Εταίρων που εκπροσωπούν τα 3/4 των μεριδίων. Η μεταβολή των μεριδίων για οποιονδήποτε λόγο συνιστά τροποποίηση του Καταστατικού.
Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Εταίρων μπορεί να προβλεφθεί ότι αμοιβές από συμμετοχή σε Διοικητικά Συμβούλια ή από έμμισθη εντολή μπορούν να εισπραχθούν από τον Εταίρο απευθείας εφόσον η είσπραξη αυτή δεν γίνεται από την Εταιρεία αλλά ατομικά από τον Εταίρο.
Άρθρο 53
Διοίκηση, Διαχείριση και εκπροσώπηση της Εταιρείας
Ανώτατο όργανο της εταιρείας είναι η Γενική Συνέλευση των Εταίρων.
Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης λαμβάνονται με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται για κάθε θέμα στο Καταστατικό της Εταιρείας. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον δύο (2) Εταίρων. Για τη λήψη της απόφασης απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον πάνω από το μισό του συνόλου των μεριδίων.
Οι Εταίροι καλούνται εγγράφως από τον διαχειριστή της Εταιρείας ή από το 1/3 του αριθμού των Εταίρων με πρόσκληση στην οποία αναγράφονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης. Διαφορετικά η απόφαση είναι άκυρη. Στην προθεσμία Στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις και προθεσμία και παρίστανται όλοι οι Εταίροι, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση είτε για τη σύγκληση και συζήτηση είτε για τη λήψη απόφασης, η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει και λαμβάνει έγκυρα απόφαση επί των θεμάτων που συζητήθηκαν.
Η Εταιρεία διοικείται από έναν ή περισσότερους διαχειριστές. Διαχειριστής ή διαχειριστές πρέπει να είναι Εταίρος ή Εταίροι. Οι διαχειριστές ορίζονται από το Καταστατικό ή εκλέγονται, ή επιλέγονται, ανακαλούνται ή παύονται από τη Γενική Συνέλευση των Εταίρων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Καταστατικό.
Οι διαχειριστές διοικούν, διαχειρίζονται και εκπροσωπούν την Εταιρεία δικαστικά και εξώδικα από κοινού ή μεμονωμένα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο Καταστατικό και στην απόφαση εκλογής ή επιλογής τους.
Οι διαχειριστές δεν δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της Εταιρείας, εκτός αν στο Καταστατικό και στην απόφαση εκλογής ή επιλογής τους ορίζεται διαφορετικά.
Δικαιοπραξίες ή ενέργειες που επιχείρησε ο διαχειριστής, στο πλαίσιο των νομίμων, καταστατικών και συμβατικών αρμοδιοτήτων του, δεσμεύουν την Εταιρεία.
Ο διαχειριστής ευθύνεται απέναντι στην Εταιρεία και τους άλλους Εταίρους για κάθε ζημία που προκάλεσε με τις ενέργειες ή παραλείψεις του σε αυτούς από δική του υπαιτιότητα. Περισσότεροι του ενός διαχειριστές ευθύνονται αλληλέγγυα και σε ολόκληρο.
Ο διαχειριστής έχει υποχρέωση στο τέλος εκάστου διαχειριστικού έτους και το αργότερο εντός τριμήνου να λογοδοτήσει γραπτά στους λοιπούς Εταίρους.
Η Εταιρεία οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημία που ο διαχειριστής της ανυπαίτια υπέστη, κατά την άσκηση της διοίκησης και τη διαχείριση της Εταιρείας.
Ο διαχειριστής μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε με απόφαση των Εταίρων που λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των μεριδίων. Εάν ο διαχειριστής έχει διοριστεί απευθείας από το Καταστατικό και για ορισμένο χρόνο, η αντικατάστασή του ή ο διορισμός και άλλου ή άλλων διαχειριστών επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση ή η αδυναμία ή η ανεπάρκεια στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η ανάκληση για σπουδαίο λόγο απαιτεί πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5 του συνολικού αριθμού των μεριδίων.
Άρθρο 54
Δικαιώματα − Διανομή εσόδων − Ευθύνη των Εταίρων Διαφορές μεταξύ των Εταίρων − Σχέσεις με εντολείς
Κάθε Εταίρος έχει δικαίωμα να πληροφορείται αυτοπροσώπως για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα σχετικά με τη διαχείριση. Αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη.
Η ετήσια διανομή καθαρών εσόδων γίνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου, όπως ορίζεται στο Καταστατικό.
Οι Εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της Εταιρείας με βάση τα ποσοστά των μεριδίων τους. Το Καταστατικό δύναται να προβλέπει διαφορετική μέθοδο διανομής των κερδών, καθώς και την καταβολή εκτάκτων αμοιβών για τους Εταίρους, που θα επιδεικνύουν ιδιαίτερη δραστηριότητα, ζήλο, απόδοση και συνεργασία. Κατά τα ποσά αυτά μειώνονται ανάλογα τα έσοδα των λοιπών Εταίρων.
Ο Εταίρος που δεν είναι διαχειριστής, ευθύνεται έναντι των λοιπών Εταίρων και της Εταιρείας μόνο για την επιμέλεια που επιδεικνύει στις δικές του υποθέσεις, όπως αυτή οριοθετείται, ερμηνεύεται και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 746 του Αστικού Κώδικα.
Η Εταιρεία ευθύνεται έναντι τρίτων, κατά τις διατάξεις για την ευθύνη των δικηγόρων, για πράξεις ή παραλείψεις των Εταίρων ή συνεργατών δικηγόρων, εφόσον αυτές έγιναν κατά τη διαχείριση ή την αντιπροσώπευση της Εταιρείας. Ο υπαίτιος για την πράξη ή παράλειψη Εταίρος ευθύνεται σε ολόκληρο.
Η Εταιρεία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου Εταίρου κατά το ποσό που η Εταιρεία θα ικανοποιήσει τον τρίτο. Στην περίπτωση που η Εταιρεία έχει ασφαλιστεί για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου εταίρου έχει η Εταιρεία μόνο για το ποσό που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική Εταιρεία και την ασφαλιστική αποζημίωση.
Κάθε διαφορά που προκύπτει από την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου ή του Καταστατικού της Εταιρείας είτε μεταξύ των Εταίρων είτε μεταξύ αυτών και της Εταιρείας, επιλύεται από τη Διαιτησία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου μετά από προσφυγή εκείνου ή εκείνων που έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών (3) μηνών από τη γέννηση της διαφοράς. Οι διαιτητές ορίζονται για τρία (3) χρόνια από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Συνεχίζουν πάντως την άσκηση των καθηκόντων τους για όσες υποθέσεις έχουν αναλάβει κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Άρθρο 55
Σχέσεις Εταιρείας προς τρίτους
Οι έγγραφες εντολές των εντολέων−πελατών λογίζεται ότι παρέχονται προς την Εταιρεία ακόμα και αν αυτές απευθύνονται προς Εταίρο ή συνεργάτη της Εταιρείας.
Η Εταιρεία δεν επιτρέπεται να δέχεται εντολές υπεράσπισης ή εκπροσώπησης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα με αντικρουόμενα, μεταξύ τους, συμφέροντα.
Οι αμοιβές για δικαστικές ή εξώδικες υπηρεσίες που παρέχονται από τους δικηγόρους της Εταιρείας και η μέθοδος υπολογισμού τους συμφωνούνται από τον διαχειριστή της Εταιρείας ή από πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτόν.
Άρθρο 56
Διάρκεια − Λύση και εκκαθάριση
Η Εταιρεία μπορεί να έχει αόριστη διάρκεια ή η διάρκειά της να είναι ορισμένου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η αρχική διάρκεια να ορισθεί βραχύτερη των πέντε (5) ετών. Το Καταστατικό μπορεί να προβλέπει τον τρόπο μεταβολής της διάρκειας της Εταιρείας από ορισμένη σε αόριστη και από αόριστη σε ορισμένη, καθώς και την παράταση ή τη σύντμηση της διάρκειας της Εταιρείας.
Εφόσον δεν παραταθεί η διάρκεια της Εταιρείας ή αποφασισθεί η πρόωρη λύση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού, η Εταιρεία λύεται και τίθεται υπό εκκαθάριση. Η λύση και εκκαθάριση διενεργείται και τη σχετική απόφαση των Εταίρων, με την οποία και ορίζεται ένας ή περισσότεροι εκκαθαριστές. Η Εταιρεία εξακολουθεί να έχει νομική προσωπικότητα μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής.
Εκκρεμείς υποθέσεις εντολέων−πελατών παραδίδονται στους εκκαθαριστές, οι οποίοι αποφασίζουν για την ανάθεση του περαιτέρω χειρισμού τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Άρθρο 57
Δικαίωμα σε αμοιβή − Ανάλογη προκαταβολή
Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.
Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας. Η εργασία του δικηγόρου προς τον εντολέα του ολοκληρώνεται μόνο με την πραγματική είσπραξη της αμοιβής του.
Άρθρο 58
Αμοιβή δικηγόρου
Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του.
Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού.
Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα:
- α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο
84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις.
- β) Προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την
παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α΄ 24) ή κάθε άλλο σχετικό νόμο ή κατά το διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή κατά το διορισμό δικηγόρου για συνδικίες πτωχεύσεων κ.λπ. ή κατά τον αυτεπάγγελτο διορισμό δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις.
- γ) Υπολογίζονται οι εισφορές−κρατήσεις τις οποίες
υποχρεούνται να προκαταβάλουν οι δικηγόροι στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παράστασή τους ενώπιον των δικαστηρίων ή δικαστικών συμβουλίων, κάθε είδους αρχών (ανακριτικών, εισαγγελικών, διοικητικών κ.λπ.), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 61 παράγραφος 1 του Κώδικα.
Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.
Άρθρο 59
Χρονοχρέωση − Αμοιβή ανάλογη με το χρόνο απασχόλησης
Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.
Ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον πελάτη του την ωριαία αμοιβή του.
Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα.
Άρθρο 60
Εργολαβικό δίκης
Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Σε συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της δίκης, η αμοιβή εισπράττεται είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει προνόμιο μόνο στο προϊόν της δίκης. Δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, κάθε εκχώρηση του προϊόντος της δίκης που δικαιούται ο δικηγόρος.
Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο.
Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), ως ισχύει. Για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικούς οργανισμούς το πιο πάνω έγγραφο γνωστοποιείται στον νόμιμο εκπρόσωπό τους και στην αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία του νομικού προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η παρακράτηση και απόδοση της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται από το αρμόδιο για πληρωμή της απαίτησης όργανο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, για το αν η υπόθεση έχει θετική έκβαση σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του εντολέα ή του δικηγόρου, το Συμβούλιο του Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος.
Άρθρο 61
Προκαταβολή εισφορών − κρατήσεων
Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές που προορίζονται για:
- αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον
τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ),
- γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε
Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας − Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α΄ 109), όπου ισχύει.
Οι εισφορές αυτές είναι πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου, όπως καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Τα ποσά αυτά αναπροσαρμόζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τα ποσά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται ιδίως σε περίπτωση αύξησης των αμοιβών του Παραρτήματος Ι ή όταν έχει προηγηθεί σχετική αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα των φορέων υπέρ των οποίων γίνονται οι εισφορές. Με την ίδια διαδικασία μπορούν να προβλέπονται νέες εισφορές υπέρ ταμείων ή λογαριασμών αλληλοβοήθειας και ενίσχυσης δικηγόρων, καθώς και το ύψος των αντίστοιχων ποσών ανά δικαστική εξώδικη ενέργεια.
Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α΄ 24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παράγραφος 2 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Ελληνικό Δημόσιο σε στενή έννοια. Η συνδρομή των περιπτώσεων β΄ και γ΄ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.
Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων, δικαστών και για κάθε στάδιο της δίκης οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. που προέβη σε αυτήν, άλλως η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση.
Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται. Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας.
Άρθρο 62
Διανεμητικοί λογαριασμοί
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που σχηματίζεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του και επικυρώνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου, συστήνονται ειδικοί διανεμητικοί λογαριασμοί. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθήνας και Θεσσαλονίκης, απαιτείται μόνο ο σχηματισμός ειδικής πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Οι πόροι των λογαριασμών προέρχονται από την υποχρεωτική καταβολή εισφορών των δικηγόρων για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές τους (ενδεικτικά για παραστάσεις στα δικαστήρια, συμβόλαια, απαλλοτριώσεις, συνδικίες κ.λπ.). Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα ποσά των εισφορών ανά διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, ο τρόπος συγκέντρωσης των καταβαλλόμενων ποσών από το Δικηγορικό Σύλλογο, τα κριτήρια συμμετοχής των δικηγόρων στους διανεμητικούς λογαριασμούς και η διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του λογαριασμού.
Από την υποχρέωση καταβολής των πιο πάνω εισφορών προς το Δικηγορικό Σύλλογο, απαλλάσσονται οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν συμβαλλόμενους που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα.
Οι πιο πάνω αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 63
Καθορισμός αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης
Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:
- α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ.
- β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ.
- γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000
ευρώ.
- δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ.
- ε) 0,3% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ.
- στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ.
- ζ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται από το ποσό των 12.00.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ.
- η) 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής
ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.001 ευρώ. Στις αγωγές από συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή και λοιπούς πιστωτικούς τίτλους, που συζητούνται κατά την προβλεπόμενη στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, το πιο πάνω ποσοστό μειώνεται στο μισό. ii. Εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, όπως αναγνωριστικές, νομής, κυριότητος, δουλειών, διανομής, ακυρότητας, διάλυσης εταιρείας η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής. iii. Εάν το αίτημα της αγωγής είναι η επιδίκαση περιοδικών παροχών ή προσόδων απροσδιορίστου χρόνου, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με βάση το δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής ή προσόδου.
Εάν το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το Παράρτημα Ι του Κώδικα. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, οι αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, επανακαθορίζονται ανά τριετία. Το προεδρικό διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Ο δικηγόρος διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του μικρότερη αμοιβή από την οριζόμενη στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου,
Άρθρο 64
Αμοιβή στη σώρευση αγωγών
Εάν περισσότερες αγωγές ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή που σωρεύεται με βάση την αξία του αντικειμένου της.
Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δικόγραφο της αίτησης στρέφεται κατά περισσοτέρων ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Άρθρο 65
Αμοιβή για ανταγωγή, παρέμβαση, ανακοπή Με την αγωγή εξομοιώνεται η ανταγωγή και η κύρια παρέμβαση, είτε ασκούνται με χωριστό δικόγραφο είτε με τις προτάσεις, καθώς και οι ανακοπές πλην αυτών του άρθρου 66 του Κώδικα.
Άρθρο 66
Αμοιβή για ανακοίνωση δίκης και για ανακοπή Για τη σύνταξη ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, ανακοπής κατά επιταγής, τριτανακοπής, ανακοπής κατά δήλωσης σε κατάσχεση, ανακοπής κατά συντηρητικού μέτρου, παρατηρήσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου ως προς τη σύνταξη του πίνακα, ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, η αμοιβή ορίζεται στο μισό της αμοιβής όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 65 του Κώδικα.
Άρθρο 67
Αμοιβή για παρεμπίπτουσα αγωγή που αφορά σε τόκους κ.λπ. Για τη σύνταξη παρεμπιπτουσών αγωγών, που αφορούν σε ανατοκισμό τόκων, σε πρόσθετη αποζημίωση ή σε καρπούς και τόκους συμπληρωματικούς ή μεταγενεστέρους, η αμοιβή ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 63 του Κώδικα.
Άρθρο 68
Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση
Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.
Για τη σύνταξη προτάσεων σε κάθε επόμενη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον των ίδιων δικαστηρίων, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι ίση με την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
Για τη σύνταξη προτάσεων σε παρεμπίπτουσες αγωγές, όταν αυτές συνεκδικάζονται με την κύρια αγωγή, ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα αμοιβής.
Άρθρο 69
Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου
Για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Για καθεμία από τις επόμενες συζητήσεις η αμοιβή των δικηγόρων και των δύο διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Κώδικα.
Ως πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θεωρείται η πρώτη συζήτηση για καθεμία έφεση που ασκήθηκε στην ίδια υπόθεση.
Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του εφετείου που δικάζει ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κώδικα με βάση το αντικείμενο της διαφοράς.
Άρθρο 70
Αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, για αγωγή λογοδοσίας και αίτηση διαιτησίας
Για τη σύνταξη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα: (α) με βάση το δεκαπλάσιο της ετήσιας προσόδου, εφόσον πρόκειται για προσοδοφόρα κτήματα, (β) με βάση την αξία της νομής ή και οιονεί νομής, που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης εφόσον πρόκειται για μη προσοδοφόρα κτήματα ή για αξία δικαιωμάτων που δεν μπορεί να προσδιοριστεί.
Η αξία της νομής ορίζεται με βάση την αξία του κτήματος, όπως προσδιορίζεται στην αίτηση και επικουρικά με βάση την αντικειμενική του αξία. Εάν η οιονεί νομή δουλείας είναι αντικείμενο της αίτησης, η αξία της δουλείας ορίζεται με την υπερτίμηση, την οποία αυτή προσδίδει στο δεσπόζον κτήμα, εκτός εάν το ποσόν, κατά το οποίο μειώνεται η αξία του δουλεύοντος κτήματος, είναι μεγαλύτερο, οπότε ορίζεται κατά το μεγαλύτερο ποσό.
Για τη σύνταξη κυρίας ή παρεμπίπτουσας αγωγής λογοδοσίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το εικαζόμενο έλλειμμα.
Για τη σύνταξη πρόσκλησης για υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία ή αίτησης περί διαιτησίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς.
Με τον ίδιο τρόπο προσδιορίζεται η αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης ή προσφυγής για ερμηνεία συμβάσεων ή λύση διαφορών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων δημοσίων έργων ή παραχωρησιούχων.
Για τη σύνταξη υπομνημάτων ή προτάσεων, την παράσταση και γενικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τις ενέργειες του δικηγόρου ενώπιον διαιτητικού οργάνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων.
Άρθρο 71
Αμοιβή για συμβιβασμό κατά τη διάρκεια δίκης ή μέσω εξωδικαστικής ή δικαστικής επίλυσης της διαφοράς (εξωδικαστική διαμεσολάβηση−δικαστική μεσολάβηση) Η αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά και η αμοιβή που ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας οφείλεται και εάν η υπόθεση επιλυθεί συμβιβαστικά (δικαστικά ή εξωδικαστικά με οποιονδήποτε τρόπο). Η διάταξη αυτή δεν ισχύει σε περίπτωση που ο δικηγόρος απασχολείται με έμμισθη εντολή ή του καταβάλλεται πάγια περιοδική αμοιβή, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί γραπτά το αντίθετο.
Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.
Από περισσότερους συνοφειλέτες ή συγκατόχους πράγματος που επιτάσσονται με χωριστή επιταγή ή με την ίδια, που κοινοποιείται στον καθέναν από αυτούς, οφείλεται μία αμοιβή.
Άρθρο 73
Αμοιβή για έλεγχο τίτλων
Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης του αγοραστή ή του πωλητή, καθώς και για έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής:
- α) αν αφορά στον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας και βαρών και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης για την
υπογραφή συμβολαίου, ορίζεται στο μισό (1/2) αυτής που υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο του παρόντος και
- β) αν αφορά στην έρευνα στα βιβλία μεταγραφών,
υποθηκών ή κατασχέσεων, για τη διακρίβωση ακινήτων ιδιοκτησίας τρίτου και των βαρών αυτής, για κάθε άλλο λόγο, ορίζεται σε ωριαία βάση, ανάλογα με το χρόνο παροχής εργασίας, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα.
Άρθρο 74
Αμοιβή στις δικαιοπραξίες
Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (συμβόλαια) η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Τα ποσοστά και οι αξίες του Παραρτήματος ΙΙ, με βάση τα οποία υπολογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η πιο πάνω απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Για δικαιοπραξία το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπόψη η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.
Στην περίπτωση παράστασης δικηγόρου σε συμβόλαιο γίνεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο και επισυνάπτεται σε αυτό σχέδιο για τη σύμβαση, υπογεγραμμένο από αυτόν, με θεωρημένη την υπογραφή από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη για κάθε παράσταση δικηγόρου σε συμβόλαιο ενώπιον Συμβολαιογράφου, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο.
Άρθρο 75
Αμοιβή εργασιών με περισσότερους εντολείς
Εάν οι αναφερόμενες στα προηγούμενα άρθρα πράξεις και εργασίες έγιναν κατόπιν εντολής περισσοτέρων του ενός εντολέων, σε περίπτωση μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% για καθέναν των πέραν του ενός από αυτούς. Σε καμία περίπτωση η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο.
Σε περίπτωση περισσοτέρων εντολέων καθένας απ’ αυτούς είναι σε ολόκληρο υπόχρεος για την πληρωμή όλης της συμφωνημένης αμοιβής ή σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας, της αμοιβής που προβλέπεται στις πιο πάνω διατάξεις.
Άρθρο 76
Αμοιβή δικηγόρων από κοινό εντολέα Για εργασίες που ανατίθενται σε περισσότερους δικηγόρους, καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει από τον κοινό εντολέα ολόκληρη την αμοιβή κατά τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 77
Αμοιβή σε περίπτωση ανάκλησης εντολής Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία. Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 78
Αμοιβή σε περίπτωση μη εκτέλεσης εντολής Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπράξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.
Άρθρο 79
Αμοιβή για εντολή που δεν περατώθηκε εξαιτίας ανωτέρας βίας Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και δεν κατέστη εφικτή η περάτωση της ανατεθείσας εντολής στον δικηγόρο, λόγω θανάτου του ή για άλλον λόγο ανωτέρας βίας, δικαιούνται οι κληρονόμοι του στην πρώ ανάλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που έχουν προσφερθεί, με βάση τη γραπτή ή προφορική συμφωνία.
Άρθρο 80
Αμοιβή για σύνταξη εγγράφου από δικηγόρο Η υπογραφή εγγράφου από δικηγόρο παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είσπραξης πλήρους αμοιβής για τη σύνταξη του εγγράφου σύμφωνα με τον Κώδικα.
Άρθρο 81
Αμοιβή δικηγόρου για αυτοπρόσωπη υπεράσπιση προσωπικών του υποθέσεων Ο δικηγόρος για την υπεράσπιση των προσωπικών του υποθέσεων, που διεξάγονται από τον ίδιο, δικαιούται να ζητήσει από τον αντίδικό του, πλήρη αμοιβή.
Άρθρο 82
Παροχή υπηρεσιών δωρεάν ή με μειωμένη αμοιβή
Δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, στο σύζυγο ή σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και σε δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. Τα πρόσωπα αυτά προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.
Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρείται πειθαρχικά, εάν κριθεί ότι αντίκειται στην αξιοπρέπεια του δικηγόρου.
Άρθρο 83
Δεσμευτικότητα εκκαθάρισης εξόδων και δικηγορικής αμοιβής Η εκκαθάριση από τα δικαστήρια των εξόδων και της δικηγορικής αμοιβής, υπέρ του διάδικου που νίκησε, δεν είναι υποχρεωτική για τον δικηγόρο έναντι του εντολέα του και δεν επηρεάζει τη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία ή την αμοιβή που ορίζεται στις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλλειψης αυτής.
Άρθρο 84
Δικαστική εκκαθάριση εξόδων και δικηγορικής αμοιβής
Τα δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου ή του αντιπροσώπου του, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις αμοιβές του Κώδικα, εκτός εάν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετικά. Λαμβάνουν υπόψη τον πίνακα των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν και των αμοιβών που πρέπει να καταβληθούν και παρατίθεται υποχρεωτικά από τους διαδίκους κάτω από τις προτάσεις τους. Ο δικηγόρος, σε γνώση του οποίου περιήλθε αυτή η παράβαση, υποβάλλει αίτηση στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο είναι εγγεγραμμένος. Η σχετική γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε. Στις αποφάσεις που εκδίδονται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού με καθορισμό δόσεων, οι πρώτες δόσεις πρέπει υποχρεωτικά να ορίζονται για την εξόφληση των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτέλεσης.
Άρθρο 85
Δικαίωμα επίσχεσης εγγράφων
Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα επίσχεσης των εγγράφων του εντολέα του, που βρίσκονται στα χέρια του, μέχρι την πλήρη εξόφληση των δαπανών και της αμοιβής του.
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου έχει το δικαίωμα να άρει με πράξη του την επίσχεση και να υποχρεώσει τον δικηγόρο να παραδώσει αμέσως τα έγγραφα που βρίσκονται στα χέρια του, ύστερα από αίτηση του εντολέα του και εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος. Με την ίδια πράξη μπορεί να εξαρτήσει την άρση της επίσχεσης από την καταβολή χρηματικής εγγύησης από αυτόν που υπέβαλε την αίτηση στο Ταμείο του Συλλόγου υπέρ του δικηγόρου.
Οι γραμματείς των δικαστηρίων υποχρεούνται να παραδίδουν τα σχετικά της δικογραφίας, καθώς και απόγραφο της απόφασης, μόνο στον δικηγόρο που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του.
Σε περίπτωση που ο δικηγόρος ή οι κληρονόμοι του αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγραφα, ο εντολέας ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί του μπορούν να προσφύγουν με αίτησή τους στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου. Ο τελευταίος μπορεί με απόφασή του να υποχρεώσει τον δικηγόρο να τα παραδώσει, εφόσον έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί τα έξοδα και δικαιώματα που ορίζονται στον Κώδικα. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι του δικηγόρου αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγραφα, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη περί της αρνήσεως.
Άρθρο 86
Δικαστική προστασία αμοιβών δικηγόρων Οι διαφορές ανάμεσα στον δικηγόρο ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του και εντολέα του ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του, σχετικά με τις δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου, καθώς και οι απαιτήσεις από πάγια περιοδική αμοιβή και αποζημίωση, υπάγονται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και εκδικάζονται από το δικαστήριο της έδρας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από το αντικείμενο και την ύπαρξη ή μη γραπτής συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 87
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην Περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου και ασκούν νόμιμα το λειτούργημά
Άρθρο 88
Έδρα δικηγορικού Συλλόγου Κάθε Δικηγορικός Σύλλογος εδρεύει στην έδρα του οικείου Πρωτοδικείου και λαμβάνει από αυτήν την επωνυμία του.
Άρθρο 89
Διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σωματειακής μορφής.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Έχουν δική τους περιουσία, οικονομική, διοικητική και διαχειριστική αυτονομία και αυτοτέλεια και διοικούνται από αιρετά Διοικητικά Συμβούλια.
Η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας τους, η εποπτεία και ο έλεγχος των οικονομικών και διαχειριστικών πράξεων των Συλλόγων ανήκει αποκλειστικά στα Διοικητικά Συμβούλια και στις Γενικές Συνελεύσεις αυτών.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ιδρύουν νομικά πρόσωπα με εταιρική ή μη μορφή για τη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους.
Άρθρο 90
Σκοποί και αρμοδιότητες Δικηγορικών Συλλόγων Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει:
- α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους
δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία.
- β) Η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητης
δικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνομα του ελληνικού λαού.
- γ) Η φροντίδα και μέριμνα για τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του δικηγορικού
λειτουργήματος.
- δ) Η μέριμνα για το σεβασμό και την τιμή που οφείλει
να απολαμβάνει ο δικηγόρος από τη δικαστική και κάθε άλλη αρχή και εξουσία κατά την άσκηση του λειτουργήματός του.
- ε) Η διατύπωση γνωμών και προτάσεων που αφορούν στη βελτίωση της νομοθεσίας, την ερμηνεία και
την εφαρμογή της. Στο πλαίσιο αυτό οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αναγνωρίζονται ως σύμβουλοι της πολιτείας και συμμετέχουν υποχρεωτικά στις σχετικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές.
- στ) Η διατύπωση κρίσεων και προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας και της απονομής της δικαιοσύνης.
- ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και
κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου.
- η) Η συνεργασία με άλλους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς σε θέματα κοινού ή ευρύτερου ενδιαφέροντος.
Άρθρο 91
Όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων Όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων είναι:
- α) η Γενική Συνέλευση των μελών,
- β) ο Πρόεδρος,
- γ) το Διοικητικό Συμβούλιο,
- δ) οι Επιτροπές Μητρώου και
- ε) τα Πειθαρχικά Συμβούλια.
Άρθρο 92
Αρμοδιότητες Γενικής Συνέλευσης
Στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης υπάγονται:
- α) Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου
και ο έλεγχος των πεπραγμένων του.
- β) Η ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και
εξόδων, ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών και της περιουσίας του Συλλόγου, καθώς και η έγκριση του απολογισμού και της ετήσιας εισφοράς των δικηγόρων, όπως αυτή έχει καθορισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο.
- γ) Η καθιέρωση ειδικών εισφορών και ο καθορισμός
του σκοπού για τον οποίο θα διατεθούν. Για τη λήψη αυτής της απόφασης, απαιτείται απαρτία του ενός τρίτου τουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών του Συλλόγου και απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
- δ) Η κατάρτιση κανονισμού λειτουργίας της.
Ειδικά στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης οι αρμοδιότητες των εδαφίων β΄ και γ΄ της πρώτης παραγράφου ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον το τελευταίο αποφασίσει σχετικά με πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Άρθρο 93
Αρμοδιότητες Προέδρου και εκπροσώπηση Δικηγορικού Συλλόγου
Ο Πρόεδρος συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπεί το σύλλογο ενώπιον κάθε δικαστικής ή άλλης αρχής και κάθε τρίτου νομικού ή φυσικού προσώπου.
Σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, αυτόν αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος. Σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου εφόσον δεν υπάρχει Β΄ Αντιπρόεδρος, τον αναπληρώνει το μέλος με τη μεγαλύτερη δικηγορική θητεία, εκτός εάν φέρει την ιδιότητα του Ταμία, οπότε στην περίπτωση αυτή αναπληρώνεται από το αμέσως επόμενο σε σειρά μέλος.
Ο Πρόεδρος ασκεί τα δικαιώματα και τα καθήκοντα που ορίζει ο παρών Κώδικας, επιμελείται της εκτέλεσης
Ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου επικυρώνει το γνήσιο της υπογραφής του δικηγόρου, μέλους του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εφόσον αυτό προβλέπεται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη.
Άρθρο 94
Σύγκληση Διοικητικού Συμβουλίου
Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη.
Μετά από αίτημα του 1/5 των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ο Πρόεδρος οφείλει να το συγκαλέσει μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών.
Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη του, στα οποία περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος.
Άρθρο 95
Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου
Στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου ανήκει:
- α) Η προαγωγή και προώθηση των σκοπών του Δικηγορικού Συλλόγου και γενικότερα του δικηγορικού
σώματος.
- β) Ο έλεγχος της δεοντολογικής άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
- γ) Η διαπίστωση της ευδόκιμης άσκησης του λειτουργήματος για την προαγωγή των μελών του σε ανώτερα
και ανώτατα δικαστήρια.
- δ) Η διευθέτηση των διενέξεων μεταξύ των μελών του
κατά την άσκηση του λειτουργήματος ή μεταξύ αυτών και των εντολέων τους.
- ε) Η διαχείριση των οικονομικών και της περιουσίας
του Συλλόγου και η σχετική ετήσια λογοδοσία.
- στ) Η παροχή εξουσιοδότησης στον Πρόεδρο ή άλλα
μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διαπραγμάτευση, κατάρτιση και υπογραφή οποιωνδήποτε συμβάσεων.
- ζ) Ο προσδιορισμός της ετήσιας εισφοράς, καθώς και
κάθε άλλης εισφοράς των μελών του.
- η) Η ίδρυση των διανεμητικών λογαριασμών του άρθρου 62 του Κώδικα και η άσκηση εποπτείας σε αυτούς.
- θ) Η ανάθεση σε δικηγόρο της παροχής δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών του
Συλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικής δυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων ή οποιασδήποτε Αρχής.
- ι) Η απονομή του τίτλου του επιτίμου σε δικηγόρους
που άσκησαν ευδόκιμα το λειτούργημά τους.
- ια) Η δημοσίευση κατά έτος πλην άλλων και στην
επίσημη ιστοσελίδα του συλλόγου του προϋπολογισμού και απολογισμού αυτού, καθώς και πίνακα στατιστικών στοιχείων για τις πειθαρχικές υποθέσεις και την εξέλιξη αυτών, καθώς και τις επ’ αυτών αποφάσεις.
- ιβ) Η ταυτοποίηση του δικηγόρου και η υποστήριξη
της διαδικασίας ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων σε κάθε δικαστήριο.
- ιγ) Η πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Συλλόγου.
Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαχειριστικές και οικονομικές, υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της Γενικής Συνέλευσης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, συγκροτεί από τα μέλη του συλλόγου επιτροπές ή ομάδες εργασίας για τη μελέτη θεμάτων που αφορούν στην προώθηση των σκοπών του.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί τριμελείς επιτροπές από μέλη του με θητεία άνω των 15 ετών για την επίλυση διενέξεων μεταξύ των μελών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να προσλαμβάνει μέλη του ή μη, με αμοιβή, ως υπαλλήλους του Συλλόγου, καθώς επίσης, και τον Διευθυντή των υπηρεσιών του. Ο διορισμός αυτός δεν συνιστά ασυμβίβαστο, κώλυμα ή λόγο αναστολής.
Για τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρείται βιβλίο, όπου καταγράφονται περιληπτικά πρακτικά των συζητήσεων, αφού θεωρηθούν, εγκριθούν και υπογραφούν από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα. Στο βιβλίο επίσης, καταχωρίζονται οι αποφάσεις και οι γνώμες της μειοψηφίας. Τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου επιτρέπεται να τηρούνται και ηλεκτρονικά.
Άρθρο 96
Κανονισμός οργάνωσης και λειτουργίας των Δικηγορικών Συλλόγων
Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου καταρτίζει οργανισμό για την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών του, καθώς και κανονισμό για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλων συλλογικών οργάνων. Μεριμνά για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του και τη λειτουργία τράπεζας νομικών πληροφοριών.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει σε μέλη του την ευθύνη λειτουργίας των υπηρεσιών του.
Τα Διοικητικά Συμβούλια κατά τον προσδιορισμό των ετήσιων εισφορών των δικηγόρων λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη εμπλουτισμού των σχετικών βιβλιοθηκών με το σύνολο των νομικών περιοδικών, συγγραμμάτων και βιβλίων που εκδίδονται στην Ελλάδα, καθώς και των πιο βασικών νομικών περιοδικών ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη αντιμετώπισης των δαπανών για την έκδοση και κυκλοφορία του νομικού περιοδικού κάθε Συλλόγου και ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης νομοθεσίας και νομολογίας γενικού ή περιφερειακού ή ειδικού περιεχομένου. Για την έγκυρη λήψη απόφασης για το αμέσως προηγούμενο εδάφιο απαιτείται απλή πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Οι δικηγόροι που συγγράφουν βιβλία ή εκδίδουν ανάτυπα ή συμμετέχουν στη συγγραφή ή έκδοση συλλογικών έργων οφείλουν να αποστέλλουν δωρεάν δύο τουλάχιστον αντίτυπα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους.
Άρθρο 97
Αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και θητεία
Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου αποτελείται από τον Πρόεδρο και:
- α) δύο (2) μέλη, όταν ο σύλλογος έχει λιγότερα από
είκοσι πέντε (25) μέλη,
- β) τέσσερα (4) μέλη, όταν έχει από είκοσι πέντε (25)
μέχρι εκατό (100) μέλη,
- γ) οκτώ (8) μέλη, όταν έχει από εκατόν ένα (101) μέχρι
τριακόσια (300) μέλη,
- ε) δεκατέσσερα (14) μέλη, όταν έχει πεντακόσια ένα
(501) μέχρι χίλια (1000) μέλη,
- στ) δεκαοκτώ (18) μέλη, όταν έχει από χίλια ένα (1001)
μέχρι τέσσερις χιλιάδες (4000) μέλη και
- ζ) είκοσι τέσσερα (24) μέλη όταν έχει από τέσσερις
χιλιάδες ένα (4001) και πάνω μέλη.
Όταν ο Σύλλογος εδρεύει σε πόλη που είναι και έδρα εφετείου, τότε το Διοικητικό Συμβούλιό του αποτελείται από τον Πρόεδρό του και τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη.
Ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται σύμφωνα με τον αριθμό των μελών που έχουν εγγραφεί στο Σύλλογο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των αρχαιρεσιών.
Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τετραετής.
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκλεγεί για δύο συνεχόμενες θητείες και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τρεις.
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ
Άρθρο 98
Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης
Η Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου συγκαλείται σε τακτική μεν συνεδρίαση όποτε προβλέπεται στον Κώδικα, σε έκτακτη δε: α) όταν το κρίνει αναγκαίο το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου ή β) όταν το ζητήσουν γραπτώς το 1/10 των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή το 1/5 των μελών των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων. Στην τελευταία περίπτωση με την ίδια γραπτή αίτηση πρέπει να ορίζονται απαραιτήτως τα θέματα, για τα οποία ζητείται η σύγκληση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, καθώς και εισηγητής και αναπληρωτής του. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου είναι υποχρεωμένο σε προθεσμία εντός μηνός από την υποβολή της σχετικής αίτησης να συγκαλέσει τη συνέλευση για συζήτηση των θεμάτων που προτάθηκαν αυτών, που ενδεχομένως το ίδιο θα προτείνει.
Τα μέλη του Συλλόγου καλούνται να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση με γενική πρόσκληση, που δημοσιεύεται σε 2 τουλάχιστον τοπικές εφημερίδες, προκειμένου περί των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ενώ για τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους η πρόσκληση τοιχοκολλάται στα γραφεία του Συλλόγου, καθώς και σε προβεβλημένες θέσεις των δικαστηρίων πέντε (5) ημέρες πριν από τη σύγκληση. Σε περίπτωση που δεν εκδίδονται τοπικές εφημερίδες η σύγκληση είναι έγκυρη, εφόσον η πρόσκληση γνωστοποιηθεί κατά τους. Στην πρόσκληση, η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του Συλλόγου, πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος, ο τόπος και τα θέματα της ημερησίας διάταξης, καθώς και αν πρόκειται για πρώτη ή επαναληπτική συνέλευση.
Τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη σύγκληση της συνέλευσης, ο Πρόεδρος του Συλλόγου καλεί το Διοικητικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διαμορφωθεί η εισήγηση του συμβουλίου προς τη συνέλευση.
Τα θέματα της ημερησίας διάταξης της γενικής συνέλευσης ορίζονται:
- α) Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
- β) Με την αίτηση των μελών, αν αυτά ζητήσουν τη
σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.
Άρθρο 99
Απαρτία Γενικής Συνέλευσης
Οι δικηγόροι που προσέρχονται στο χώρο της συνέλευσης υπογράφουν σε ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι τηρούνται από υπαλλήλους του Συλλόγου για τη διαπίστωση της απαρτίας. Σε κάθε δικηγόρο, που εγγράφεται στους καταλόγους, παραδίδεται ένα λευκό χαρτί με τη σφραγίδα του Συλλόγου, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του μητρώου του.
Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία, προκειμένου για το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών 2.000 μελών, για το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης 1.400 και για καθέναν από τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους το 1/4 των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών του. Η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη απαρτίας γίνεται από τον Πρόεδρο, όταν συμπληρωθεί μισή ώρα από εκείνη που είχε οριστεί για την έναρξη της συνέλευσης.
Εάν δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, καλείται νέα επαναληπτική συνέλευση εντός οκτώ (8) ημερών, η σύγκληση της οποίας γίνεται όπως και στην πρώτη, αλλά με σύντμηση των προθεσμιών δημοσίευσης στο ήμισυ. Σε κάθε περίπτωση, στην πρόσκληση για τη νέα Γενική Συνέλευση πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία της πρώτης πρόσκλησης, με την προσθήκη ότι πρόκειται για επαναληπτική.
Για την ύπαρξη απαρτίας στην επαναληπτική συνέλευση αρκεί η παρουσία του ημίσεος των μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Εάν διαπιστωθεί και πάλι η μη ύπαρξη της απαιτούμενης απαρτίας, δεν συγκαλείται τρίτη κατά σειρά συνέλευση, αλλά ματαιώνεται, οπότε για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.
Η έλλειψη απαρτίας διαπιστώνεται με ευθύνη του Πρόεδρου ή με την υποβολή σχετικής αιτήσεως από μέλος της συνέλευσης και ελέγχεται ανά πάσα στιγμή. Ένσταση έλλειψης απαρτίας μπορεί να προβληθεί, εφόσον υποβληθεί από το 1/10 τουλάχιστον των μελών, τα οποία κάθε φορά απαιτούνται για το σχηματισμό της απαρτίας, μόνο όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να καλέσει να παρασταθούν στη συνέλευση και άλλα πρόσωπα, τα οποία κάθονται σε διακριτή θέση στο χώρο διεξαγωγής της. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα χαιρετισμού, εφόσον αυτό επιτρέψει ο Πρόεδρος της Συνέλευσης.
Άρθρο 100
Διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης
Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του συλλόγου, ο οποίος αναπληρώνεται από τους νόμιμους αναπληρωτές του. Στους συλλόγους άνω των 1.000 μελών καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο Αντιπρόεδρος, όπου δε υπάρχουν περισσότεροι του ενός αντιπρόεδροι ο πρώτος, σε περίπτωση δε κωλύματος ο β΄ Αντιπρόεδρος ελλείψει δε αυτού ο Γενικός Γραμματέας. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη της Συνέλευσης, τηρεί την τάξη, δίνει το λόγο σε όσα μέλη επιθυμούν να ομιλήσουν, συνιστά στους ομιλητές να αναπληρώνεται από τους κατά νόμο αναπληρωτές του. Όταν αυτός που προεδρεύει της Συνέλευσης συμμετέχει ως εισηγητής για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης αναπληρώνεται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπως ανωτέρω ορίζεται. Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης βοηθείται στο έργο του από άλλα μέλη του Συμβουλίου.
Ο κατάλογος των ομιλητών συντάσσεται με ευθύνη και επιμέλεια του Προέδρου της συνέλευσης. Το μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στη συζήτηση αναγράφει το όνομά του σε χαρτί και το παραδίδει σε εντεταλμένο υπάλληλο του Συλλόγου, και ο τελευταίος στον Πρόεδρο της συνέλευσης, ο οποίος το τοποθετεί σε κληρωτίδα. Ο κατάλογος των ομιλητών της συνέλευσης καταρτίζεται κατά τη σειρά κλήρωσής τους. Θέματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν στη συνέλευση.
Ο Πρόεδρος του Συλλόγου εισηγείται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ενημερώνει τα μέλη και διατυπώνει προτάσεις.
Κάθε μέλος του Συλλόγου δικαιούται να ομιλεί για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος της συνέλευσης ενημερώνει τον ομιλητή για το πέρας του χρόνου της ομιλίας του και τον καλεί να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Αν αυτός συνεχίζει, ο Πρόεδρος του αφαιρεί το λόγο.
Τα μέλη της συνέλευσης δεν μπορούν να λάβουν το λόγο, αν δεν ζητήσουν την άδεια από τον Πρόεδρο και είναι υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται με τρόπο που συνάδει στην αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.
Αν στη διάρκεια της συνέλευσης μέλη επιδείξουν ιδιαιτέρως ανάρμοστη συμπεριφορά, είτε με φραστικές διατυπώσεις είτε με άλλες πράξεις ή ενέργειές τους, καλούνται από τον Πρόεδρο της συνέλευσης να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις και να ανακαλέσουν. Εάν αρνηθούν ανακαλούνται από τον Πρόεδρο στην τάξη.
Εάν κατά τη συζήτηση προκληθούν εντάσεις και επεισόδια, που παρεμποδίζουν την ήρεμη διεξαγωγή της συζήτησης και βλάπτουν το κύρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ο Πρόεδρος δικαιούται να διακόψει τη συνέλευση για λίγη ώρα. Αν η κατάσταση παραμένει έκρυθμη και μετά τη διακοπή, ο Πρόεδρος διακόπτει τη συνέλευση για άλλη ημέρα εντός τριών ημερών από τη διακοπή. Στην περίπτωση αυτή ανακοινώνεται ο χρόνος και ο τόπος συνέχισης των εργασιών της συνέλευσης, η σειρά δε των ομιλητών δεν αλλάζει.
Ζήτημα επί προσωπικού θεωρείται η υβριστική ή ονειδιστική γενικά εκδήλωση εναντίον μέλους της συνέλευσης, που προσβάλλει την προσωπικότητά του ή η απόδοση σε ομιλητή όλως διαφορετικής γνώμης από εκείνη που εξέφρασε. Όποιος επικαλείται προσωπικό ζήτημα σε βάρος του, ζητεί από τον Πρόεδρο την άδεια να ομιλήσει. Ο Πρόεδρος έχει την ευχέρεια να μην δώσει το λόγο, αν κρίνει ότι δεν υπάρχει προσωπικό ζήτημα. Σε περίπτωση που το μέλος επιμένει, ο Πρόεδρος του δίνει το λόγο μόνο για να αναπτύξει σε ένα (1) λεπτό της ώρας σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα. Η ανάπτυξη του προσωπικού ζητήματος και η παροχή διευκρινίσεων ή εξηγήσεων από εκείνον που το προκάλεσε δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) λεπτά της ώρας. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος αποφαίνεται εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση προσωπικού ζητήματος. Σε περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει, καλεί εκείνον που το προκάλεσε να ανακαλέσει ή να ανασκευάσει.
Αν πριν από τη λήξη του προκαθορισμένου χρόνου της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει εξαντληθεί ο κατάλογος των ομιλητών, ο Πρόεδρος δικαιούται είτε να μειώσει το χρόνο ομιλίας είτε ανάλογα με τις συνθήκες να επιλέξει την κλήρωση μεταξύ όσων απομένουν να ομιλήσουν.
Άρθρο 101
Ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση
Όταν τελειώσει η συζήτηση στα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ο Πρόεδρος θέτει σε ψηφοφορία, κατά σειρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από τους ομιλητές. Στη διάρκεια της ψηφοφορίας δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός αν αφορά διαδικαστικό ζήτημα, το οποίο εξαντλείται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από πέντε (5) λεπτά. Η ψηφοφορία είναι φανερή και διεξάγεται: i) με ανάταση του χεριού ή ii) με ονομαστική κλήση, αν:
- α) το ζητήσουν τουλάχιστον το 1/3 των μελών της
Γενικής Συνέλευσης ή
- β) το κρίνει αναγκαίο ο Πρόεδρος και ειδικότερα στην
περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο υπάρχει αδυναμία να διαπιστωθεί με ακρίβεια το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το αποτέλεσμα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά. Αν υπάρξει και πάλι διαφωνία ή έντονη αμφισβήτηση του αποτελέσματος με αίτηση του 1/20 των παρισταμένων, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται με ονομαστική κλήση. Για θέματα εμπιστοσύνης προς τον Πρόεδρο του Συλλόγου, το Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη αυτού, για έγκριση λογοδοσίας και αποχής, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία. Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται με ψηφοδέλτια και μάλιστα ένα ψηφοδέλτιο για κάθε θέμα.
Η ψηφοφορία μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Άρθρο 102
Αποφάσεις
Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας η πρόταση θεωρείται ότι απορρίφθηκε. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν επαρκέσει ο χρόνος για τη λήψη απόφασης, η συζήτηση συνεχίζεται άλλη ημέρα, που ορίζεται από τον Πρόεδρο, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επομένη εκείνης που διακόπηκε η συνέλευση. Τα Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης τηρούνται χωρίς να απαιτείται η επικύρωσή τους.
Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΕΣ
Άρθρο 103
Εκλογικό δικαίωμα
Εκλογικό δικαίωμα ασκούν οι δικηγόροι που έχουν εγγραφεί στο μητρώο του συλλόγου τους, μέχρι τις ή κένωσης ή μη κάλυψης για οποιονδήποτε λόγο της θέσης του Προέδρου, ασκούν το δικαίωμα όσοι έχουν εγγραφεί στο μητρώο του οικείου Συλλόγου τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών.
Δικηγόροι που τελούν σε προσωρινή παύση κατά το χρόνο διεξαγωγής των αρχαιρεσιών δεν έχουν δικαίωμα εκλογής.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου καταρτίζει, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του, κατάλογο των δικηγόρων που έχουν δικαίωμα να εκλέγουν. Ο κατάλογος αυτός αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων και στην ιστοσελίδα του Συλλόγου για δέκα ημέρες. Ο κατάλογος μπορεί να διορθωθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ύστερα από έγγραφη αίτηση ενός εκλογέα μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την τελευταία ημέρα ανάρτησης του καταλόγου. Ο κατάλογος ισχύει για κάθε επαναληπτική εκλογή που τυχόν διεξαχθεί μέσα στους επόμενους 18 μήνες από την έναρξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική και αποτελεί θεμελιώδες καθήκον του δικηγόρου.
Άρθρο 104
Εκλογιμότητα
Δικαίωμα να εκλεγούν ως Πρόεδρος ή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν όλα τα μέλη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου:
- α) που είναι ταμειακά εντάξει,
- β) των οποίων δεν έχει ανασταλεί ή διακοπεί η άσκηση
του δικηγορικού λειτουργήματος.
Ειδικά για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να έχει συμπληρώσει αυτός δεκαετή τουλάχιστον δικηγορική θητεία.
Εάν σε Δικηγορικό Σύλλογο υπάρχει απροθυμία υποβολής υποψηφιοτήτων με αποτέλεσμα να ματαιωθούν οι αρχαιρεσίες για δύο συνεχείς φορές, η διοίκηση αυτού ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του οικείου εφετείου.
Άρθρο 105
Περιορισμοί στην υποβολή υποψηφιότητας Δεν έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υποψηφιότητα για να εκλεγούν ως Πρόεδροι ή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου:
- α) οι βουλευτές και ευρωβουλευτές,
- β) αυτοί που τελούν σε αναστολή του δικηγορικού
λειτουργήματος,
- γ) όσοι έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά με προσωρινή
παύση μέχρι ένα μήνα, πριν παρέλθει τριετία από την τελεσιδικία της απόφασης. Αν η ποινή της παύσης είναι μεγαλύτερη τότε η απαγόρευση ισχύει για μια πενταετία από την τελεσιδικία της απόφασης.
Άρθρο 106
Έναρξη και λήξη θητείας Προέδρου και Διοικητικού Συμβουλίου Η θητεία του Προέδρου και του Διοικητικού Συμβουλίου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επομένου από αυτό της διενέργειας των αρχαιρεσιών έτους, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι ένστασης κατά του κύρους τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του τέταρτου έτους.
Άρθρο 107
Ημερομηνία και τόπος διεξαγωγής εκλογών
Οι εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διεξάγονται την τελευταία Κυριακή ή και Δευτέρα, στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου, του Νοεμβρίου του έτους των εκλογών στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου, εκτός αν άλλως αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού.
Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, που έχουν περισσότερα από δύο χιλιάδες μέλη, η ψηφοφορία παρατείνεται και την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Στην περίπτωση αυτή με ευθύνη του Προέδρου του συλλόγου διασφαλίζεται η φύλαξη των ψηφοδόχων και του λοιπού εκλογικού υλικού.
Άρθρο 108
Χρόνος ψηφοφορίας
Η ψηφοφορία διεξάγεται από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, εκτός αν βεβαιωθεί ότι ψήφισαν όλοι οι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο των εκλογέων, οπότε η ψηφοφορία περατώνεται με την άσκηση του δικαιώματος και του τελευταίου εκλογέα.
Η εφορευτική επιτροπή μπορεί με απόφασή της να παρατείνει την ψηφοφορία και μετά τις 7 το απόγευμα για δύο ακόμη ώρες κατ’ ανώτατο όριο, αν διαπιστώσει προσέλευση εκλογέων που επιθυμούν να ψηφίσουν.
Άρθρο 109
Υποβολή υποψηφιοτήτων Μεμονωμένοι υποψήφιοι και συνδυασμοί
Για να ανακηρυχθεί δικηγόρος ως υποψήφιος πρόεδρος ή σύμβουλος πρέπει: (α) να μην συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού του με βάση το άρθρο 104 του Κώδικα, (β) να υποβάλλει και να πρωτοκολλήσει σχετική αίτηση στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι την 31η Οκτωβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.
Στους Δικηγορικούς Συλλόγους τα μέλη των οποίων, στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών, υπερβαίνουν τα χίλια (1000), ο υποψήφιος πρόεδρος υποβάλλει υποψηφιότητα ως επικεφαλής συνδυασμού. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων κάθε συνδυασμού πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα δεύτερο του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και σε περίπτωση κλάσματος, αυτό αφαιρείται. Υποψήφιος σύμβουλος μπορεί να μετέχει μόνο σε ένα συνδυασμό. Η συμμετοχή γίνεται με έγγραφη δήλωση και υπογράφεται από τον υποψήφιο πρόεδρο και τους υποψήφιους συμβούλους αυτού κατ’ αλφαβητική σειρά. Η δήλωση κατατίθεται στο Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου. Επιτρέπεται η μεμονωμένη υποβολή υποψηφιοτήτων για τη θέση προέδρου και κατάρτιση συνδυασμού υποψήφιων Συμβούλων χωρίς υποψήφιο Πρόεδρο.
Άρθρο 110
Ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψηφίων
Σε όσους Δικηγορικούς Συλλόγους την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών τα μέλη τους δεν λιο αποφασίζει εάν θα καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψήφιων προέδρων ή ψηφοδέλτιο χωριστό για κάθε υποψήφιο πρόεδρο.
Σε συλλόγους με μέλη πάνω από χίλια (1000) μπορεί να καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσής τους, που διεξάγεται τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία των εκλογών και η οποία πρέπει να έχει απαρτία πλέον του 50% των μελών και η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία πλέον του 60% των παρόντων μελών.
Η απόφαση της παραγράφου 2 μπορεί να ληφθεί και με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 138 του Κώδικα μέσα στην ίδια πιο πάνω προθεσμία.
Άρθρο 111
Προϋποθέσεις έγκυρης δήλωσης υποψηφίων Η αίτηση των υποψηφίων, καθώς και η δήλωση της κατάρτισης του συνδυασμού είναι απαράδεκτες, αν δεν συνοδεύονται με την απόδειξη καταβολής του τέλους διεξαγωγής αρχαιρεσιών. Το ποσό του τέλους ορίζεται πριν από κάθε εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο για την κάλυψη των εξόδων των αρχαιρεσιών.
Άρθρο 112
Ανακήρυξη υποψήφιων προέδρων και συμβούλων
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου την 1η Νοεμβρίου του έτους διεξαγωγής των εκλογών ανακηρύσσει, με έγγραφη ανακοίνωσή του που αναρτάται στους πίνακες ανακοινώσεων του συλλόγου και στην ιστοσελίδα του, τους υποψηφίους προέδρους και συμβούλους. Με την ίδια ανακοίνωση αιτιολογείται η τυχόν μη ανακήρυξη υποψήφιου ή συνδυασμού.
Σε περίπτωση κατά την οποία συνδυασμός δεν ανακηρυχθεί επειδή ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι σύμβουλοι δεν συγκεντρώνουν τις νόμιμες προϋποθέσεις πρέπει να υποβληθεί νέα πλήρης δήλωση εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την πιο πάνω απόφαση του Προέδρου. Στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος του Συλλόγου είναι υποχρεωμένος εντός τριών (3) ημερών από την κατάθεση της νέας δήλωσης να εκδώσει σχετική νεώτερη απόφαση για την ανακήρυξη ή μη του συνδυασμού.
Άρθρο 113
Κατάλογος υποψήφιων και δημοσιεύσεις Ο Σύλλογος με δαπάνες και μέριμνά του εκτυπώνει:
- α) Στην περίπτωση του άρθρου 109 του Κώδικα ψηφοδέλτια των υποψήφιων Προέδρων και συνδυασμών
με αλφαβητική σειρά των ονομάτων των υποψήφιων συμβούλων.
- β) Στην περίπτωση του άρθρου 110 του Κώδικα ψηφοδέλτια υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων με αλφαβητική σειρά των ονομάτων τους.
Με βάση τα ψηφοδέλτια αυτά ο Σύλλογος καταρτίζει καταλόγους οι οποίοι αναρτώνται στους πίνακες ανακοινώσεων του συλλόγου στην ιστοσελίδα του και στο κατάστημα του Πρωτοδικείου οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών.
Άρθρο 114
Εφορευτική Επιτροπή των εκλογών Ψηφοφορία
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, εφόσον δεν είναι ο ίδιος υποψήφιος πρόεδρος, αλλιώς το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει ως ψηφολέκτες για κάθε ψηφοδόχο δύο από τα μέλη του Συλλόγου που έχουν δικαίωμα ψήφου με ισάριθμα αναπληρωματικά, τα οποία πρέπει να παρίστανται σε όλη τη διάρκεια της εκλογής. Απαγορεύεται η παραμονή στην αίθουσα της ψηφοφορίας και κατά τη διενέργειά της, άλλου προσώπου πλην του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των συμβούλων, των ψηφολεκτών ή των αναπληρωτών τους και κάθε υποψήφιου ή αντιπροσώπου του ή αντιπροσώπου του συνδυασμού. Οι συνδυασμοί δικαιούνται να διορίσουν δύο αντιπροσώπους με τους αναπληρωτές τους και όπου δεν ισχύει το σύστημα των συνδυασμών, οι υποψήφιοι δικαιούνται να διορίσουν έναν αντιπρόσωπο με έναν αναπληρωτή. Οι αντιπρόσωποι και οι αναπληρωτές τους διορίζονται μεταξύ των μελών του Συλλόγου που έχουν δικαίωμα ψήφου. Ο διορισμός του αντιπροσώπου γίνεται με έγγραφη δήλωση του επικεφαλής του συνδυασμού ή του υποψήφιου συμβούλου, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου δύο ημέρες πριν από την εκλογή.
Δεν επιτρέπεται δραστηριότητα προεκλογικού χαρακτήρα κατά την ημέρα της εκλογής ούτε η άσκηση κάθε μορφής πίεσης που εκδηλώνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά την ώρα της ψηφοφορίας σε βάρος των ψηφοφόρων υπέρ οποιουδήποτε υποψηφίου. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)