Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 209/2013

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2013-10-01
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 209 30 Σεπτεμβρίου 2013

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση−Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE L 386/29.12.2006, σ. 89)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις: α) του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α΄ 34), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1440/1984 (Α΄ 70) και της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, β) του άρθρου 3 του ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 ν.1 892/1990 (Α΄ 101),

το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1440/1984 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 7 του ν. 1775/1988 (Α΄ 101), 31 του ν. 2076/1992 (Α΄ 130), 19 του ν. 2367/1995 (Α΄ 261), 22 του ν. 2789/2000 (Α΄ 21), 48 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και 91 του ν. 3862/2010 (Α΄ 113).

2.

Τις διατάξεις του άρθρου δευτέρου του ν. 2077/1992 «Κύρωση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των σχετικών πρωτοκόλλων και δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική πράξη» (Α΄ 136).

3.

Τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν. 2691/1999 «Κύρωση της Συνθήκης του Άμστερνταμ που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις, καθώς και των σχετικών πρωτοκόλλων και των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη» (Α΄ 47).

4.

Τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν. 3671/2008 «Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις» (Α΄ 129).

5.

Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α΄ και στ΄ του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49).

6.

Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).

7.

Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

8.

Τις διατάξεις των άρθρων 1 και 5 του π.δ. 85/2012 «Ίδρυση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά και κατάργηση υπηρεσιών» (Α΄ 141), όπως τροποποιήθηκαν με το π.δ. 94/2012 (Α΄ 149), τα άρθρα 1 και 3 του π.δ. 98/2012 (Α΄ 160) και το άρθρο 1 του π.δ. 118/2013 (Α΄ 152).

9.

Τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 07927 ΕΞ από 19−9−2012 απόφασης του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη» (Β΄ 2574).

10.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται πρόσθετη δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

11.

Την υπ’ αριθμ. 228/2013 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υφυπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Ανάπτυξης, και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ναυτιλίας και Αιγαίου και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.

Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η θέσπιση κανόνων σύμφωνα με τους οποίους οι αρμόδιες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου μπορούν να ανταλλάσσουν αποτελεσματικά και γρήγορα υφιστάμενες πληροφορίες και στοιχεία για τη διερεύνηση του εγκλήματος ή τη διεξαγωγή επιχειρήσεων συλλογής στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με το έγκλημα, σε συμμόρφωση προς την Απόφαση−Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE L 386 της 29.12.2006, σ. 89).

2.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν θίγουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών μελών ή τρίτων χωρών ούτε τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή ή την αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων των όρων που ενδεχομένως θέτουν οι τρίτες χώρες για τη χρήση των παρεχομένων πληροφοριών. 3569 του άρθρου 2 και δεν υποχρεώνουν τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου να συγκεντρώνουν και να αποθηκεύουν πληροφορίες και στοιχεία για να τα δίνουν στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου των άλλων κρατών μελών.

4.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν υποχρεώνουν τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου να παρέχουν πληροφορίες και στοιχεία για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον δικαστικής αρχής ούτε παρέχουν δικαίωμα χρήσης των εν λόγω πληροφοριών και στοιχείων για το σκοπό αυτό. Όταν οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου έχουν αποκτήσει πληροφορίες ή στοιχεία στο πλαίσιο του παρόντος και επιθυμούν να τις χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον δικαστικής αρχής, πρέπει να εξασφαλίσουν τη συναίνεση του κράτους μέλους το οποίο παρέσχε τις πληροφορίες ή τα στοιχεία, όταν αυτό απαιτείται δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες ή τα στοιχεία, εφαρμόζοντας τη νομοθεσία περί δικαστικής συνεργασίας που ισχύει μεταξύ των κρατών μελών. Η συναίνεση αυτή δεν απαιτείται, όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έχει ήδη δώσει τη συγκατάθεσή του για τη χρήση των πληροφοριών ή των στοιχείων ως αποδεικτικών στοιχείων κατά τη διαβίβασή τους.

5.

Με τις διατάξεις του παρόντος δεν επιβάλλεται υποχρέωση λήψης πληροφοριών ή στοιχείων μέσω καταναγκαστικών μέτρων, όπως αυτά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 253Α παρ. 1 περίπτ. ε΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

6.

Οι εθνικές αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου παρέχουν, εφόσον επιτρέπεται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας και σύμφωνα με αυτές, πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία προηγουμένως αποκτήθηκαν δια καταναγκασμού.

7.

Το παρόν διάταγμα δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οποιεσδήποτε δε σχετικές υποχρεώσεις των αρχών επιβολής του νόμου παραμένουν αμετάβλητες.

Άρθρο 2

Ορισμοί Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος προεδρικού διατάγματος: α. Ως «αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου» νοείται η Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή, το Πυροσβεστικό Σώμα, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και οι Τελωνειακές Αρχές, που έχουν δηλωθεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε άλλη αρχή στην οποία ανατίθεται ο εντοπισμός, η πρόληψη και η διερεύνηση αξιόποινων πράξεων ή εγκληματικών δραστηριοτήτων και η άσκηση εξουσίας λήψης καταναγκαστικών μέρων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών. Εξαιρούνται οι υπηρεσίες που ασχολούνται ειδικά με θέματα εθνικής ασφάλειας. β. Ως «διερεύνηση του εγκλήματος» νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου ή οι δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές, λαμβάνουν μέτρα για να διαπιστώσουν την τέλεση μιας ή περισσότερων αξιόποινων πράξεων, τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές τελέστηκαν και να εντοπίσουν τους πιθανούς δράστες. γ. Ως «επιχείρηση συλλογής μυστικών πληροφοριών σχετικά με έγκλημα» νοείται το στάδιο της διαδικασίας, το οποίο δεν έχει φθάσει ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης του εγκλήματος, εντός του οποίου οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου έχουν την αρμοδιότητα να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να αναλύουν πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένο έγκλημα ή εγκληματικές πράξεις προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν διαπραχθεί ή ενδέχεται να διαπραχθούν στο μέλλον. δ. Ως «πληροφορίες και στοιχεία» νοούνται :

οποίες έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου, χωρίς αυτές να έχουν ληφθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 253Α παρ. 1 περίπτ. ε΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. ε. Ως «εγκλήματα» νοούνται τα εξής :

εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής ανηλίκων, πορνογραφία ανηλίκων,

ψυχοτρόπων ουσιών, στστ) παράνομη εμπορία και διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

ιαια) εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ιβιβ) εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και του παράνομου εμπορίου απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών, ιγιγ) παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα, ιδιδ) ανθρωποκτονία με πρόθεση, βαριά σωματική βλάβη, ιειε) παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών, ιστιστ) απαγωγή, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή και ομηρία, ιζ ιζ) ρατσισμός και ξενοφοβία, ιηιη) οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες και κλοπές, ιθιθ) παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

κακα) εκβίαση, κβκβ) παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων, κδκδ) πλαστογραφία μέσων πληρωμής, κεκε) λαθρεμπορία ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων, κστκστ) λαθρεμπορία πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών, κζκζ) εμπορία κλεμμένων οχημάτων, κηκη) βιασμός, κθκθ) εμπρησμός με πρόθεση,

Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, λαλα) αεροπειρατεία και πειρατεία, λβλβ) δολιοφθορά.

Άρθρο 3

Παροχή πληροφοριών και στοιχείων

1.

Οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου δύνανται, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και στοιχεία κατά τη διερεύνηση του εγκλήματος ή κατά την επιχείρηση συλλογής πληροφοριών και στοιχείων σχετικά με το έγκλημα αυτό.

2.

Για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων σε αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλων κρατών−μελών εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν τη διαβίβαση των ιδίων πληροφοριών και στοιχείων στις αντίστοιχες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου δεν εξαρτούν από δικαστική συμφωνία ή άδεια την ανταλλαγή, μεταξύ αυτών και της αρμόδιας αρχής επιβολής του νόμου άλλου κράτους μέλους, πληροφοριών ή στοιχείων στα οποία, κατά τη διεξαγωγή αντίστοιχης εσωτερικής διαδικασίας, η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου στην οποία απευθύνεται η αίτηση παροχής πληροφοριών μπορεί να έχει πρόσβαση χωρίς δικαστική συμφωνία ή άδεια.

3.

Όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου προς την οποία απευθύνεται η αίτηση μπορεί να έχει πρόσβαση στις ζητούμενες πληροφορίες ή στοιχεία μόνο με συμφωνία ή άδεια δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, η εν λόγω αρμόδια αρχή οφείλει να ζητήσει από την αρμόδια δικαστική ή εισαγγελική αρχή συμφωνία ή άδεια πρόσβασης στις οικείες πληροφορίες και άδεια ανταλλαγής τους. Όταν λαμβάνει την απόφασή της, η αρμόδια δικαστική ή εισαγγελική αρχή εφαρμόζει τους αυτούς κανόνες που θα ίσχυαν, με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ.1 και 2, σε μια καθαρά εσωτερική υπόθεση.

4.

Πληροφορίες και στοιχεία που έχουν ληφθεί από αρχές άλλου κράτους−μέλους ή τρίτης χώρας και υπόκεινται στον κανόνα της ειδικότητας, μπορούν, κατόπιν σχετικής αίτησης, να διαβιβασθούν στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλου κράτους−μέλους, εφόσον συγκατατίθεται το κράτος− μέλος ή η τρίτη χώρα που παρείχε τις πληροφορίες ή τα στοιχεία.

Άρθρο 4

Προθεσμίες παροχής πληροφοριών και στοιχείων

1.

Οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου έχουν την υποχρέωση να απαντούν εντός 8 ωρών το πολύ σε επείγουσες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και στοιχείων, οι οποίες αφορούν τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στην περίπτωση ε΄ του άρθρου 2, όταν οι ζητούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία τηρούνται σε βάση δεδομένων στην οποία έχουν άμεση πρόσβαση οι αρχές επιβολής του νόμου.

2.

Εάν η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου προς την οποία απευθύνεται η αίτηση δεν είναι σε θέση να απαντήσει εντός 8 ωρών, εκθέτει τους σχετικούς λόγους προς την αιτούσα αρχή. Η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου δικαιούται να αναβάλει την παροχή πληροφοριών και στοιχείων όταν η παροχή τους εντός 8 ωρών θα προκαλούσε δυσανάλογη επιβάρυνση. Στην περίπτωση αυτή, ενημερώνεται αμέσως η αιτούσα αρχή επιβολής του νόμου για την αναβολή και παρέχονται οι αιτούμενες πληροφορίες ή στοιχεία το συντομότερο δυνατόν, αλλά το αργότερο εντός τριών ημερών.

3.

Η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου μεριμνά ώστε οι μη επείγουσες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και στοιχείων, που αφορούν τις αξιόποινες πράξεις της περίπτ. ε΄ του άρθρου 2 να λαμβάνουν απάντηση εντός εβδομάδος, εάν οι ζητούμενες πληροφορίες και στοιχεία τηρούνται σε βάση δεδομένων στην οποία οι αρχές επιβολής του νόμου έχουν άμεση πρόσβαση. Εάν η αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου δεν είναι σε θέση να απαντήσει εντός εβδομάδος, εκθέτει τους σχετικούς λόγους προς την αιτούσα αρχή, με τη βοήθεια του εντύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Α του άρθρου 12.

4.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι ζητούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία διαβιβάζονται στην αιτούσα αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου εντός 14 ημερών. Εάν η αρμόδια αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει εντός 14 ημερών, εκθέτει τους σχετικούς λόγους προς την αιτούσα αρχή, με τη βοήθεια του εντύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Α του άρθρου 12.

Άρθρο 5

Αιτήσεις παροχής πληροφοριών και στοιχείων

1.

Πληροφορίες και στοιχεία είναι δυνατόν να ζητηθούν για την εξακρίβωση, την πρόληψη ή τη διερεύνηση αδικήματος εφόσον θεωρείται βάσει αντικειμενικών λόγων ότι άλλα κράτη διαθέτουν σχετικές πληροφορίες και στοιχεία. Η αίτηση εκθέτει τους λόγους αυτούς και εξηγεί το σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι εν λόγω πληροφορίες και στοιχεία και τη σχέση μεταξύ του σκοπού και του προσώπου το οποίο αφορούν οι πληροφορίες και τα στοιχεία.

2.

Η αιτούσα αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου αποφεύγει να ζητεί περισσότερες πληροφορίες ή στοιχεία από τα απαιτούμενα για το σκοπό της αίτησης ή να τάσσει συντομότερες προθεσμίες.

3.

Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή στοιχείων περιέχουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Β του άρθρου 12.

Άρθρο 6

Δίαυλοι επικοινωνίας και γλώσσα

1.

Η ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του παρόντος διεξάγεται μέσω του 3ου Τμήματος SIRENE τα που εμπίπτουν στον Τελωνειακό Κώδικα, ως σημείο επαφής ορίζεται η 33η Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων με τα άλλα κράτη μέλη είναι η αγγλική. Οι ως άνω Διευθύνσεις επικοινωνούν απευθείας με κάθε αρμόδια εθνική αρχή επιβολής του νόμου, συλλέγουν και επεξεργάζονται κάθε αναγκαία πληροφορία και στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος διατάγματος.

2.

Οι πληροφορίες ή τα στοιχεία ανταλλάσσονται επίσης με την Ευρωπόλ σύμφωνα με τον ν. 2605/1998 «Κύρωση της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση EUROPOL) δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση» (Α΄ 88) και την Eurojust, σύμφωνα με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002 «σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος» και τον ν. 3663/2008 «Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), Κοινές Ομάδες Έρευνας και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 99), εφόσον η ανταλλαγή αφορά αξιόποινη πράξη ή εγκληματική δραστηριότητα που εμπίπτει στην εντολή τους.

Άρθρο 7

Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων

1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου παρέχουν πληροφορίες και στοιχεία στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών, χωρίς προηγούμενη αίτηση, εφόσον θεωρείται βάσει αντικειμενικών λόγων ότι οι εν λόγω πληροφορίες και τα στοιχεία θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εξακρίβωση, την πρόληψη ή τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων που περιέχονται στη περίπτωση ε΄ του άρθρου 2. Η αυθόρμητη ανταλλαγή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.