Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 210/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 210 31 Αυγούστου 2007
Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» των διατάξεων που ισχύουν για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων. O ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ 80 Α΄) με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίζουμε: ΑΡΘΡΟ ΜΟΝΟ Οι διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει κατά την έκδοση του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων, όπως αυτές αναφέρονται απέναντι από κάθε άρθρο, κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τον τίτλο «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» που έχει ως εξής: 4501 ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΡΘΡΟ 1 Πολιτικοί υπάλληλοι - Προϋποθέσεις του δικαιώματος σύνταξης ΄Αρθρο 1 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51
Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:
- α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και
έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. περ. α΄εδ. δεύτ. Α:Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρο 5 παρ.1 Ν.Δ. 3768/57, 6 παρ. 1 Ν.1813/88, 1 Ν.1976/91 και 19 παρ. 1 Ν.2084/92 Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες,αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Ν.1902/90,όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. 3 Ν.1976/91 Κατ’ εξαίρεση για τις γυναίκες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά, καθώς και για τους άνδρες υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά και είναι χήροι ή διαζευγμένοι, εφόσον οι τελευταίοι με δικαστική απόφαση έχουν την επιμέλεια των ανήλικων ή ανίκανων παιδιών, αρκεί εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής τους. Ν.955/79,όπως αντικ. με άρθρα 3 παρ. 1 Ν. 2227/94, 8 παρ. 1 Ν.2592/98 άρθρο 2, παρ. 1 Ν.3075/02 και άρθρο 3, παρ. 1 του Ν.3513/06 Για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από υπερφωσφατασαιμία ή από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Για υπαλλήλους των σωφρονιστικών και αναμορφωτικών καταστημάτων αρκεί εικοσιπενταετής συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία δεκαετής πλήρης πραγματική στα καταστήματα αυτά. περ. β΄ Α.Ν. 1854/51
- β) Αν απολυθεί και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική
συντάξιμη υπηρεσία. περ. γ΄ Α.Ν. 1854/51,όπως τροποπ. με άρθρο 1 Ν.Δ. 208/74 και 3 παρ. 7 Ν.2227/94
- γ) Αν απολυθεί για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, η οποία δεν
οφείλεται στην υπηρεσία και έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η ανικανότητα βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. περ. δ΄Α.Ν. 1854/51
- δ) Αν απολυθεί γιατί καταργήθηκε η θέση και έχει εικοσαετή
τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον αμέσως πριν από την απομάκρυνσή του έχει πλήρη πενταετή συνεχή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. περ. ε΄ Α.Ν. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 641/73 και 2 παρ. 1 Ν.2703/99
- ε) Αν, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας, απομακρυνθεί
οπωςδήποτε από την υπηρεσία και έχει δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Οι καθηγητές, οι αναπληρωτές καθηγητές, οι επίκουροι καθηγητές και οι λέκτορες των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και των ισότιμων με αυτά Ανώτατων Σχολών, που απομακρύνοναι από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή λήξης της θητείας τους λόγω ορίου ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή ή επίκουρου καθηγητή σε Α.Ε.Ι. της χώρας ή σε ισότιμη Ανώτατη Σχολή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά. Η υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο Τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού. περ. στ΄ Α.Ν. 1854/51
- στ) Αν απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την υπηρεσία γιατί έγινε
σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας. Οι συνέπειες του τραύματος ή του νοσήματος παρέχουν δικαίωμα σε σύνταξη αν εκδηλώθηκαν μέσα σ’ ένα εξάμηνο το αργότερο από την πρώτη μετά το πάθημα απομάκρυνση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. περ. στ΄ εδάφιο τρίτο Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθ. 1 παρ. 2 Ν.955/79 Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προήλθαν εξαιτίας της υπηρεσίας χρόνια νοσήματα που εκδηλώθηκαν μέσα σε τρία χρόνια από το διορισμό του υπαλλήλου ως τακτικού με συνυπολογισμό και της προϋπηρεσίας, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμη σε θέση έκτακτου ή με σύμβαση, εφόσον αυτή είναι συνεχής και αμέσως προηγούμενη εκείνης ως τακτικού. περ. στ΄ εδάφιο 4-6 Α..Ν. 1854/51 Θεωρείται ότι έπαθε πρόδηλα εξαιτίας της υπηρεσίας και εκείνος που έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από πολεμικά γεγονότα κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στη ζώνη των πρόσω στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και αν ακόμη το γεγονός που επέφερε την ανικανότητα δεν σχετίζεται άμεσα με την εκτέλεση της υπηρεσίας του. σ δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις, δικαιούται να προτιμήσει τον κανονισμό της, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, οπότε στην περίπτωση αυτή το πάθημα λογίζεται ότι επήλθε εξαιτίας της πολιτικής του υπηρεσίας. Το πάθημα αυτό μπορεί να επικαλεσθεί ο υπάλληλος οποτεδήποτε μέχρι και την αποχωρησή του από την υπηρεσία, πρέπει όμως απαραίτητα αυτό να τον καθιστά ανίκανο για την πολιτική του υπηρεσία κατά το χρόνο της αποχώρησής του από αυτή. ΄Αρθρο 1 παρ. 3
Αν αποδεικνύεται ότι σχετικά με το πάθημα υπάρχει βαρύ πταίσμα του υπαλλήλου δε γεννιέται δικαίωμα σε σύνταξη. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 αντικ. με άρθρ. 1 Ν.171/75 και 1 παρ. 1 Ν.1813/88
Οι δόκιμοι υπάλληλοι εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμά τους για σύνταξη σε κάθε περίπτωση. ΄Αρθρο 1 παρ. 4
Οι μη μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1 αυτού του άρθρου δεν αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη από τη μη μόνιμη υπηρεσία τους πριν από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας στη μη μόνιμη θέση τους, εκτός από εκείνους που πριν από το διορισμό τους στη μη μόνιμη θέση κατείχαν άλλη δημόσια θέση ίση ή ανώτερη σχετικά με το βαθμό ή το μισθό με τη μη μόνιμη θέση από την οποία συνταξιοδοτήθηκαν. Αν πρόκειται για αιρετούς Εκπαιδευτικούς Συμβούλους δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης σε κάθε περίπτωση από τη θέση του Εκπαιδευτικού Συμβούλου πριν από τη συμπλήρωση πλήρους εξαετούς τουλάχιστον πραγματικής υπηρεσίας στη θέση αυτή. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν.2703/99 Αν πρόκειται για Γενικούς Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων, Γενικούς Γραμματείς, Προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών, Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών και Ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης πριν να συμπληρωθεί οκταετής πλήρης πραγματική υπηρεσία στη θέση αυτή. Σε περίπτωση που δε συμπληρωθεί ο κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνος, ο χρόνος υπηρεσίας στις θέσεις αυτές προσαυξάνει τη λοιπή πραγματική, συντάξιμη και δημόσια υπηρεσία τους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. για όλες τις συνέπειες. περ.δ’του Ν.3075/02 Παρατήρηση: Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου αυτής καταργούνται για τους Γενικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων, τους Γενικούς Γραμματείς Προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών, καθώς και τους Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών και εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για τους Ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων. ΄Αρθρο 1 παρ. 5
Στην έννοια του όρου «υπάλληλος» περιλαμβάνεται και το κατώτερο προσωπικό της δημόσιας υπηρεσίας. 874/71
Οι υπάλληλοι με σύμβαση αόριστου ή ορισμένου χρόνου, που μισθοδοτουνται από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους, αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1, εφόσον συμπλήρωσαν πενταετή πλήρη συνεχή πραγματική υπηρεσία στη μη μόνιμη θέση τους. ισχύ του Ν.1476/1984. Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68 σε συνδ. με το άρθρ. 3 του Ν. 99/75
Γενικοί Επιθεωρητές Διοίκησης, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3436/1955 και 3770/1957 και Νομάρχες, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 893/1949, Ν.Δ. 2679/1953, Ν.3200/1955, Ν.Δ. 3436/1955 και Α.Ν. 10/1967 και εξήλθαν από την υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου 1965, καθώς και όλοι όσοι διορίστηκαν και διορίζονται Νομάρχες και Αναπληρωτές Νομάρχες της κατηγορίας ειδικών θέσεων, όταν εξέρχονται από την υπηρεσία αποκτούν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, καθώς και ύστερα από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής, συνεχούς ή με διακοπές, υπηρεσίας σε θέση Γενικού Επιθεωρητή Διοίκησης, Επιθεωρητή Διοίκησης, Νομάρχη ή Επάρχου. Σε περίπτωση αποχώρηςης από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας αρκεί δεκαετής τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία στις θέσεις αυτές. ΄Αρθρο 29 Ν.955/79 ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68 Για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, απαιτείται τριετής τουλάχιστον συνεχής υπηρεσία σε κάποια από τις παραπάνω θέσεις. Τέτοια τριετής υπηρεσία απαιτείται ακόμη και για την προσμέτρηση κάθε συντάξιμης υπηρεσίας που λογίζεται σαν τέτοια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κώδικα αυτού. ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. Νομάρχες που πέθαναν στην υπηρεσία ύστερα από δεκαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία πενταετής τουλάχιστον σε θέση Νομάρχη, θεωρούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης των οικογενειών τους και τον καθορισμό της σύνταξης που πρέπει να απονεμηθεί σαν να είχαν εικοσιπενταετή πλήρη υπηρεσία Νομάρχη. ΄Αρθρο 9 παρ. 5 Ν.1902/90 Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και για τους επάρχους που διορίζονται ως μετακλητοί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1416/1984 καθώς και για τις οικογένειές τους. ΄Αρθρο 3 παρ. 1 και άρθρ. 4 του Α.Ν. 340/76
Οι Αρχιφύλακες Αγροφυλακής και οι τακτικοί Αγροφύλακες καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο με εφαρμογή όλων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την απονομή σύνταξης στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 11 και της παρ. 3 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1977, τα δε δικαιώματα για σύνταξη που γεννήθηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις του Ν.Δ. 4523/1966, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το Ν.269/1976, εξακολουθούν να υπάγονται στη ρύθμιση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, αλλά με την καταβολή της σύνταξης από την 1-1-1977 βαρύνεται το Δημόσιο. ΄Αρθρο 5 παρ. 4 Οι αναπληρωτές αγροφύλακες εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμα σύνταξης από την ισχύ του Ν.340/1976 και η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο του κλάδου τους. Οι συντάξεις των συνταξιούχων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή αυξάνονται σύμφωνα με τις αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά στις συντάξεις των δημόσιων υπαλλήλων. αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 2227/94
Ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, εφόσον συμπληρώσουν πενταετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική υπηρεσία σε θέση Ιατρού του Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά, η δε υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 αυτού του Κώδικα. Ο περιοριςμός της πενταετίας δεν ισχύει σε περίπτωση θανάτου, απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, αναστολής των διατάξεων που προστατεύουν τη μονιμότητα των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ή απομάκρυνσης από την υπηρεσία για τους λόγους που αναφέρονται στην περ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Ν.2512/97
Το τακτικό προσωπικό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων που διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977) καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. ΄Αρθρο 9 παρ. 1 Ν.2703/99
΄Οσοι διατέλεσαν ή διατελούν νομάρχες ή πρόεδροι νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας χορηγίας από το Δημόσιο,εφόσον συμπληρώσουν οκταετή τουλάχιστον θητεία στις θέσεις αυτές. Για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και για τον υπολογισμό της σύνταξης συνυπολογίζεται και θητεία σε θέση αιρετού δημάρχου ή προέδρου κοινότητας ή χρόνος βουλευτείας, εφόσον Δεν χρησίμευσαν για απόκτηση χορηγίας ή σύνταξης από τις θέσεις αυτές. Παρατήρηση: Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν.2084/1992 Παρασχέθηκε με προϋποθέσεις, δικαίωμα θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης μετά τη συμπλήρωση 15ετίας. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «7. Οι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μπορούν να αποχωρούν με αίτησή τους και πριν από το όριο ηλικίας, θεμελιώνοντας δικαίωμα σύνταξης κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του εξηκοςτού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας. Εάν μετά την έξοδο καταστούν ανίκανοι σε ποσοστό 67% και άνω ή αποβιώσουν, η σύνταξη αυτών ή των οικογενειών τους αρχίζει να καταβάλλεται από την ημέρα που κατέστησαν ανίκανοι ή αποβίωσαν, αντίστοιχα. Η σύνταξη κανονίζεται κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ή κατά το χρόνο που επέρχεται η ανικανότητα ή ο θάνατος προκειμένου για τις οικογένειες με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου, που έφερε ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου, όπως αυτός ισχύει κατά το χρόνο κανονισμού της σύνταξης για ομοιόβαθμο υπάλληλο ή υπάλληλο που έχει τα ίδια τυπικά προσόντα και έτη υπηρεσίας, αποδοχών, κατώτατου ορίου σύνταξης και μειωμένης σύνταξης κατά την παρ. 4 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη εξέλθει της υπηρεσίας, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει. συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ή προκειμένου για όσους, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν τις προϋποθέσεις αυτές από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση».
Άρθρο 2, παρ.3
Ν.3075/02 όπως αντικαταστάθηκε από της ισχύος του Ν.3329/05 (ΦΕΚ 81 Α΄) με το άρθρο 3, παρ. 2α του Ν.3513/06 12.α. Οι μόνιμοι υπάλληλοι των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και των Νοσοκομείων του άρθρου 7 του ν. 3329/2005 και της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (ΦΕΚ 37 Α'), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. Όσοι από τους ανωτέρω υπαλλήλους έχουν ασφαλισθεί σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης από 1ης Ιανουαρίου 1993 και μετά, διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως και 18 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α'). β. Οι υπάλληλοι των Δ.Υ.ΠΕ. και των Νοσοκομείων της περ. α' της παρούσας παραγράφου που υπηρετούσαν στις Υπηρεσίες αυτές κατά τη δημοσίευση του ν. 3329/2005, εξακολουθούν να διέπονται, από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.3329/2005, από το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, στο οποίο υπάγονταν κατά την ημερομηνία αυτή και η εφεξής υπηρεσία τους υπολογίζεται ότι διανύεται στο καθεστώς αυτό. γ. Οι υπάλληλοι των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 (ΦΕΚ 30 Α'), που υπηρετούσαν σε αυτές κατά τη δημοσίευση του ν. 3329/2005, υπάγονται από της ισχύος του ν. 3106/2003, στο ασφαλιστικόσυνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης του ασφαλιστικού φορέα που είχαν επιλέξει με δήλωσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β' της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν.3234/2004 (ΦΕΚ 52 Α'), εάν δε δεν είχαν υποβάλει την ανωτέρω δήλωση υπάγονται, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, σε αυτό του Δημοσίου και η εφεξής υπηρεσία τους στις Μονάδες αυτές, θεωρείται ότι διανύεται στο αντίστοιχο καθεστώς.
Άρθρο 10, παρ. 8,
περ. α’ Ν.3075/02, άρθρο 3, παρ. 1α Ν.3408/05, όπως αντικατ. με το άρθρο 3, παρ.3 του Ν.3513/06
΄Οσοι επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων διετέλεσαν ή διατελούν Γενικοί Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων και Υπουργικού Συμβουλίου, Γενικοί Γραμματείς Προϊστάμενοι Γενικών Γραμματειών, Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών, καθώς και Γενικοί Γραμματείς ανεξάρτητων διεθνών ιδρυμάτων και οργανισμών στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας σύνταξης από το Δημόσιο, εφόσον συμπληρώσουν οκταετή πλήρη συνεχή ή διακεκομμένη υπηρεσία στις θέσεις αυτές. υπηρέτησαν ως Περιφερειακοί Διευθυντές ή ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α' βαθμίδας των προαναφερόμενων ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών επί μία τετραετία και υπό τον όρο της εξαγοράς.
Άρθρο 3, παρ. 8 Ν.
3234/04
Το τακτικό προσωπικό των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. ΄ΑΡΘΡΟ 2 Υπάλληλοι ειδικών κατηγοριών ΄Αρθρο 2 Α.Ν 1854/51 Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, αν συντρέχουν οι όροι των περιπτ. α΄- στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1: περ.α΄ Α.Ν. 1854/51
- α) Αυτοί που ανήκουν στο τακτικό διδακτικό, διοικητικό και βοηθητικό
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.