Νόμοι — ΦΕΚ A' 212/2018
Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 32, όταν ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα ή το κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα ή ο ασφαλισμένος ή/και ο λήπτης της ασφάλισης είναι κάτοικος Ελλάδας, η παροχή συμβουλής από διανομέα προς τον πελάτη σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 40 είναι υποχρεωτική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων όλων των κλάδων ασφάλισης.
Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων:
- α) επεξηγούν στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνουν, τα δικαιώματα και τις
υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζουν ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη,
- β) επισημαίνουν στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από
την ασφαλιστική κάλυψη, και τον ενημερώνουν για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου, παραλαβής,
- δ) ενημερώνουν τον πελάτη αν παύσουν να ασκούν
τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διανομής,
- ε) προωθούν μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.
Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων απαγορεύεται να χρησιμοποιούν μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές. Απαγορεύεται ιδίως να:
- α) παρουσιάζουν παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της
ασφαλιστικής σύμβασης,
- β) υπόσχονται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθούν,
ή αποκρύπτουν κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει,
- γ) δημιουργούν, αναπαράγουν και διαδίδουν δηλώσεις
και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
- δ) προσφέρουν εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με
στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου,
- ε) διαφημίζουν εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές
που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων,
- στ) διακρίνουν μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες
προϋποθέσεις ασφάλισης,
- ζ) παραποιούν, αλλοιώνουν και με οποιονδήποτε
τρόπο παρεμβαίνουν στη μορφή ή στο περιεχόμενο εγγράφων που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου,
- η) εισπράττουν ασφάλιστρο χωρίς να προβούν στις
αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης,
- θ) παραδίδουν στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο
συμβόλαιο.
Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων τηρούν τις υποχρεώσεις των άρθρων 27 έως 40, προσυμβατικά και σε κάθε αλλαγή επιμέρους όρων, ασφαλιστικού προϊόντος ή ασφαλιστικής επιχείρησης.
Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων αναρτούν, σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, με ειδική μνεία αν, κατά περίπτωση, επιτρέπεται να προωθούν ασφαλιστήρια με επενδυτικά χαρακτηριστικά.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2251/1994 (Α΄ 191), οι πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο του παρόντος, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων σε πελάτη ή δυνητικό πελάτη, είναι αμερόληπτες, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.
Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων δεν αμείβονται ούτε αμείβουν ή αξιολογούν την απόδοση των υπαλλήλων τους κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον τους να ενεργούν προς το συμφέρον του πελάτη. Ειδικότερα, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων δεν προβαίνει σε καμία εμπορική συμφωνία ή συνεργασία από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος ή οικονομικό όφελος του διανομέα υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο ή τους υπαλλήλους του να συστήσουν ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρέχονται διευκρινίσεις, να καθορίζονται πρόσθετες υποχρεώσεις πληροφόρησης, ενημέρωσης και δεοντολογίας πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 27 ως 40, να παρέχονται πρότυπα για την τυποποίηση της παρεχόμενης ενημέρωσης στον πελάτη, ιδίως για τη μορφή, την έκταση και το περιεχόμενό της και να ορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης.
Άρθρο 28
Γενικές πληροφορίες που παρέχει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση (Άρθρο 18 της Οδηγίας)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως και πριν από τη σύναψη μιας ασφαλιστικής σύμβασης τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη:
- α) την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του, το γεγονός ότι
είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και την συγκεκριμένη κατηγορία στην οποία είναι εγγεγραμμένος,
- β) τον αριθμό ειδικού μητρώου στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και το διαδικτυακό σύνδεσμο προς το Ενιαίο
Σημείο Πληροφόρησης της παραγράφου 10 του άρθρου 19, ώστε ο πελάτης να είναι σε θέση να εξακριβώσει την εγγραφή του,
- γ) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα,
- δ) τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, οι
οποίες επιτρέπουν στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, και τις διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 11,
- ε) αν ο διαμεσολαβητής εκπροσωπεί τον πελάτη ή αν
ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης,
- στ) αν επιτρέπεται να προωθεί επενδυτικά προϊόντα
βασιζόμενα σε ασφάλιση,
- ζ) αν του έχει δοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση
εντολή είσπραξης ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της. αμερόληπτη και προσωπική ανάλυση των προϊόντων που προωθούνται στην ελληνική αγορά. Για το σκοπό της παροχής αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, ο μεσίτης ασφαλίσεων αναλύει επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών συμβάσεων και προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, ώστε να είναι σε θέση να συστήσει με εξατομικευμένα και επαγγελματικά κριτήρια τη σύμβαση ασφάλισης που ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη.
Η ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων γνωστοποιεί εγκαίρως και πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη:
- α) την επωνυμία και την έδρα της, καθώς και το γεγονός ότι είναι ασφαλιστική επιχείρηση,
- β) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμενα προϊόντα,
- γ) τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, οι
οποίες επιτρέπουν στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
- δ) τις διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών
που αναφέρονται στο άρθρο 11.
Η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει έγγραφο αίτησης ασφάλισης και το παρέχει δωρεάν στους διανομείς των προϊόντων της. Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, οι διανομείς συμπληρώνουν την αίτηση ασφάλισης βάσει των στοιχείων που παρέχει ο πελάτης, λαμβάνουν την υπογραφή του πελάτη επ’ αυτής και παραδίδουν το μεν πρωτότυπο στην ασφαλιστική επιχείρηση που αναλαμβάνει τον κίνδυνο, το δε αντίγραφό της στον πελάτη. Η αίτηση ασφάλισης, όπως και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εκδίδεται στη συνέχεια, πέραν των όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2496/1997 (Α΄ 87), περιέχουν κατά περίπτωση τα εξής:
- α) την επωνυμία, τον Α.Φ.Μ. και τον αριθμό ειδικού
μητρώου του μεσίτη, του πράκτορα ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας που έρχεται σε άμεση επαφή με τον πελάτη για τη διανομή του ασφαλιστικού προϊόντος,
- β) τα στοιχεία της περίπτωσης α΄ που αφορούν το μεσίτη, τον πράκτορα ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή
δευτερεύουσας δραστηριότητας που διατηρεί σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, αν αυτός είναι διαφορετικός από αυτόν που αναφέρεται στην περίπτωση α΄,
- γ) τα στοιχεία της περίπτωσης α΄ που αφορούν το συντονιστή του ασφαλιστικού πράκτορα.
Αν η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει εξουσιοδότηση και δίδει εντολή σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή να προβαίνει στην είσπραξη ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της, και εφόσον η καταβολή των ασφαλίστρων δεν αποδεικνύεται από άλλα ισοδύναμα μέσα, όπως καταθετήρια σε τραπεζικό λογαριασμό και αποδεικτικά πληρωμής στα ΕΛ.ΤΑ., ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παραδίδει στον πελάτη:
- α) είτε τη νόμιμη απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων
που εξέδωσε η ασφαλιστική επιχείρηση,
- β) είτε υπογεγραμμένη απόδειξη που εκδίδει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, η οποία περιλαμβάνει την
ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης και είσπραξης των ασφαλίστρων, τα πλήρη φορολογικά και επαγγελματικά στοιχεία του εισπράξαντος, την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας εισπράττει τα ασφάλιστρα, τα πλήρη στοιχεία εξατομίκευσης του πελάτη, τα καταβληθέντα από τον πελάτη ασφάλιστρα, καθώς και σύντομη περιγραφή της ασφάλισης για την οποία καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα. Οι παραπάνω αποδείξεις είναι τριπλότυπες, ένα αντίγραφο παραδίδεται στον πελάτη, το δεύτερο στην ασφαλιστική επιχείρηση και το τρίτο τηρείται σε αρχείο από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Το αρχείο μπορεί να τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή.
Απαγορεύεται η εξουσιοδότηση για την είσπραξη ασφαλίστρων από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη γραπτή συναίνεση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας ενεργείται η είσπραξη.
Άρθρο 29
Συγκρούσεις συμφερόντων και διαφάνεια (Άρθρο 19 της Οδηγίας)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εγκαίρως πριν από τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης παρέχει στον πελάτη, επιπροσθέτως όσων προβλέπονται στο άρθρο 28, και τις εξής πληροφορίες:
- α) αν κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή
σε ασφαλιστική επιχείρηση που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,
- β) αν ασφαλιστική επιχείρηση ή μητρική ασφαλιστικής επιχείρησης κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση
συμμετοχή που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,
- γ) σε σχέση με την προτεινόμενη σύμβαση:
- αα) αν είναι μεσίτης, ότι παρέχει συμβουλή βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, δηλαδή με βάση
την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε αυτός να είναι σε θέση να προβεί σε εξατομικευμένη σύσταση, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, της ασφαλιστικής σύμβασης που θα ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες του πελάτη,
- ββ) αν ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα
μίας μόνον ασφαλιστικής επιχείρησης, είτε αυτή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τη δραστηριότητά του είτε όχι, ενημερώνει τον πελάτη για την αποκλειστικότητα της συνεργασίας και για την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης,
- γγ) αν ο ασφαλιστικός πράκτορας δραστηριοποιείται
σε συνεργασία με περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, γνωστοποιεί στον πελάτη τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τα προϊόντα τους τα οποία διανέμει,
- δ) Τη φύση της αμοιβής που λαμβάνει σε σχέση με τη
σύμβαση ασφάλισης, τον πελάτη,
- ββ) βάσει προμήθειας κάθε είδους που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο,
- γγ) βάσει άλλου τύπου αμοιβής, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού οφέλους, που προτείνεται
ή παρέχεται σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης,
- δδ) βάσει συνδυασμού οποιουδήποτε τύπου αμοιβής
ορίζεται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως γγ΄.
Αν ο πελάτης, με αφορμή την ασφαλιστική σύμβαση και μετά τη σύναψή της, πραγματοποιεί καταβολές πέραν των προβλεπόμενων ασφαλίστρων και πληρωμών, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής γνωστοποιεί, επίσης, στον πελάτη, για καθεμία από τις μεταγενέστερες πληρωμές, τις πληροφορίες της παραγράφου 1.
Εγκαίρως πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διενέργεια από αυτήν δραστηριότητας διανομής ενημερώνει τον πελάτη για τη φύση της αμοιβής που λαμβάνουν οι υπάλληλοί της σε σχέση με τη διανομή της ασφαλιστικής σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που η αμοιβή συνδέεται με καταβολές πέραν των προβλεπόμενων ασφαλίστρων και των πληρωμών ή με καταβολές από πρόσωπο διαφορετικό από τον πελάτη.
Άρθρο 30
Παροχή συμβουλών και πρότυπα πωλήσεων (Άρθρο 20 της Οδηγίας)
Πριν από την σύναψη σύμβασης ασφάλισης, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προβαίνει στα εξής:
- α) προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του
πελάτη, βάσει των πληροφοριών που του παρέχει ο πελάτης. Το προτεινόμενο ασφαλιστικό προϊόν και κάθε προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη,
- β) επεξηγεί στον πελάτη τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος με τρόπο αντικειμενικό και κατανοητό, που του επιτρέπει να επιλέξει ασφαλιστικό προϊόν και
να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αφού έχει επαρκώς ενημερωθεί για τις ασφαλιστικές καλύψεις και για τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ειδικά κατά τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων των κλάδων ασφάλισης της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων παραδίδει επιπροσθέτως το έγγραφο πληροφοριών της παραγράφου 3,
- γ) παρέχει στον πελάτη συμβουλή για συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν ή συγκεκριμένη ασφαλιστική
σύμβαση και εξηγεί στον πελάτη τους λόγους για τους οποίους το προτεινόμενο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του. Η συμβουλή παρέχεται με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 33,
- δ) ειδικά ο μεσίτης ασφαλίσεων, επιπλέον των ανωτέρω, παραδίδει στον πελάτη τη σύμβαση της περίπτωσης
β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5.
Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαφοροποιούνται ανάλογα με το σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και τον τύπο του πελάτη.
Η ασφαλιστική επιχείρηση συντάσσει έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο διανέμεται σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο.
Το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν:
- α) είναι σύντομο και χωριστό έγγραφο,
- β) είναι σαφές και ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους,
- γ) παραμένει ευανάγνωστο, είτε παραδίδεται έγχρωμο,
είτε σε ασπρόμαυρο αντίγραφο,
- δ) συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας,
- ε) είναι ακριβές και μη παραπλανητικό,
- στ) φέρει τον τίτλο «έγγραφο πληροφοριών για το
ασφαλιστικό προϊόν» στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας,
- ζ) περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υποκαθιστά ούτε την
προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία προσυμβατική ενημέρωση, ούτε την ασφαλιστική σύμβαση και τους γενικούς και ειδικούς όρους της.
Το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν περιέχει τις εξής πληροφορίες:
- α) το είδος της ασφάλισης, καθώς και την ονομασία
του προϊόντος, εφόσον υφίσταται,
- β) περίληψη της ασφαλιστικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένων των κύριων ασφαλιζόμενων κινδύνων, του
ασφαλιζόμενου ποσού και, όπου έχει εφαρμογή, του γεωγραφικού πεδίου, καθώς και περίληψη των εξαιρούμενων κινδύνων,
- γ) λεπτομέρειες για τον τρόπο και το χρόνο καταβολής
του ασφαλίστρου,
- δ) τις περιπτώσεις για τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης,
πέραν των εξαιρούμενων κινδύνων,
- ε) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης κατά την
έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης,
- στ) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης κατά τη
διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης,
- ζ) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης σε περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση,
- η) τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης παραθέτοντας σχετικό παράδειγμα με τις ημερομηνίες έναρξης
και λήξης της σύμβασης,
- θ) τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης από το λήπτη
της ασφάλισης.
Άρθρο 31
Πληροφορίες που παρέχουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (Άρθρο 21 της Οδηγίας) Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων συμμορφώνονται με τις ρυθμίσεις των περιπτώσεων α΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 και των περιπτώσεων δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 29. (Άρθρο 22 παρ. 1 της Οδηγίας)
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 28 και στα άρθρα 29 και 30 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων ασκεί δραστηριότητες διανομής σε σχέση με την ασφάλιση μεγάλων κινδύνων.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 39 και 40 δεν χρειάζεται να παρέχονται σε επαγγελματία πελάτη, όπως ορίζεται με την περίπτωση 10 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και την περίπτωση 10 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ..
Άρθρο 33
Όροι ενημέρωσης (Άρθρο 23 της Οδηγίας)
Οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 παρέχονται στον πελάτη εγγράφως και δωρεάν, στην ελληνική γλώσσα, ή σε άλλη γλώσσα, ύστερα από συμφωνία των μερών. Οι ανωτέρω πληροφορίες διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να είναι κατανοητές στον πελάτη.
Κατά παρέκκλιση από τη γενική υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 επιτρέπεται να παρέχονται στον πελάτη με ένα από τα εξής μέσα:
- α) σε σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 4,
- β) μέσω ιστότοπου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις
που καθορίζονται στην παράγραφο 5.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής της παραγράφου 2, οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 παρέχονται σε κάθε περίπτωση εγγράφως στον πελάτη, εφόσον αυτός υποβάλλει σχετική αίτηση.
Οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 μπορεί να παρέχονται με σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, εφόσον:
- α) η χρήση του σταθερού μέσου είναι κατάλληλη στο
πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων και πελάτη,
- β) η δυνατότητα επιλογής μεταξύ πληροφόρησης σε
χαρτί και σε σταθερό μέσο έχει δοθεί στον πελάτη και εκείνος επέλεξε το σταθερό μέσο.
Οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 μπορεί να παρέχονται μέσω δικτυακού τόπου, αν απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη ή εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
- α) η παροχή των πληροφοριών αυτών μέσω δικτυακού
τόπου είναι κατάλληλη στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων και πελάτη,
- β) ο πελάτης έχει συναινέσει στην παροχή των πληροφοριών αυτών μέσω δικτυακού τόπου,
- γ) ο πελάτης έχει ενημερωθεί ηλεκτρονικά για τη διεύθυνση του δικτυακού τόπου και το σημείο αυτού με
τις σχετικές πληροφορίες,
- δ) οι πληροφορίες αυτές παραμένουν διαθέσιμες στο
δικτυακό τόπο για όσο χρόνο είναι εύλογο να τις συμβουλεύεται ο πελάτης.
Για τους σκοπούς των παραγράφων 4 και 5, η παροχή πληροφοριών με σταθερό μέσο πλην του χαρτιού ή μέσω ιστότοπου θεωρείται κατάλληλη, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης διανομέα και πελάτη, αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ο πελάτης έχει τακτική πρόσβαση στο διαδίκτυο. Τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί, ιδίως, η εκ μέρους του πελάτη παροχή στο διανομέα διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τους σκοπούς αυτής της σχέσης.
Στην περίπτωση πώλησης μέσω τηλεφώνου οι πληροφορίες που δίδονται στον πελάτη από το διανομέα πριν από τη σύναψη της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του εγγράφου πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, παρέχονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για την εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές παρέχονται από τον διανομέα στον πελάτη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, αμέσως μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Άρθρο 34
Διασταυρούμενες πωλήσεις (Άρθρο 24 της Οδηγίας)
Όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν προσφέρεται από κοινού με συμπληρωματικό προϊόν ή με μια υπηρεσία που δεν είναι ιδιωτική ασφάλιση, ως μέρος πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων ενημερώνει τον πελάτη αν υπάρχει η δυνατότητα αγοράς των διαφορετικών συστατικών στοιχείων χωριστά και, αν υπάρχει, παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή του πακέτου, καθώς και χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις χρεώσεις του κάθε στοιχείου.
Στην περίπτωση της παραγράφου 1 και όταν ο κίνδυνος ή η ασφαλιστική κάλυψη που προκύπτει από αυτή τη συμφωνία ή το πακέτο που προσφέρεται σε πελάτη διαφέρει από τον κίνδυνο που σχετίζεται με κάθε συστατικό στοιχείο χωριστά, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή του πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τον κίνδυνο ή την ασφαλιστική κάλυψη.
Όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό αγαθού ή υπηρεσίας που δεν είναι ιδιωτική ασφάλιση, ως μέρος πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να αγοράσει το αγαθό ή την υπηρεσία χωριστά. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό σε επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, σε σύμβαση πίστωσης, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4438/2016 (Α΄ 220), ή σε λογαριασμό πληρωμών, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4465/2017 (Α΄ 47). κινδύνων).
Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 3, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη σε σχέση με τα ασφαλιστικά προϊόντα που αποτελούν μέρος του συνολικού πακέτου ή της συμφωνίας.
Άρθρο 35
Εποπτεία προϊόντων και απαιτήσεις διακυβέρνησης (Άρθρο 25 της Οδηγίας)
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν προς πώληση, διαθέτουν, εφαρμόζουν και επανεξετάζουν διαδικασία για την έγκριση κάθε ασφαλιστικού προϊόντος ή για την έγκριση σημαντικών προσαρμογών σε υφιστάμενο ασφαλιστικό προϊόν, πριν το προωθήσουν στην αγορά ή το διανείμουν σε πελάτη. Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων είναι κατάλληλη και ανάλογη προς τη φύση του ασφαλιστικού προϊόντος και:
- α) εντοπίζει και προσδιορίζει συγκεκριμένη αγοράστόχο για κάθε προϊόν,
- β) διασφαλίζει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι κίνδυνοι
που συνδέονται με την προσδιορισμένη αγορά - στόχο,
- γ) διασφαλίζει ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής
είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο,
- δ) λαμβάνει εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το
ασφαλιστικό προϊόν διανέμεται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παραγράφου 1 παρακολουθούν, επανεξετάζουν και αναθεωρούν τακτικά τα ασφαλιστικά προϊόντα που προσφέρουν ή προωθούν στην αγορά, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά το δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά - στόχο, με σκοπό να αξιολογούν τουλάχιστον κατά πόσον το ασφαλιστικό προϊόν συνεχίζει να είναι συνεπές με τις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς - στόχου και κατά πόσον η στρατηγική διανομής συνεχίζει να είναι η κατάλληλη.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι διαμεσολαβητές που δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν προς πώληση, θέτουν στη διάθεση των διανομέων της παραγράφου 4 τις κατάλληλες πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν και τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδιορισμένη αγορά - στόχος του ασφαλιστικού προϊόντος.
Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δίδουν συμβουλή για ασφαλιστικά προϊόντα ή προτείνουν ασφαλιστικά προϊόντα που δεν δημιουργούν οι ίδιοι, διαθέτουν τις κατάλληλες οργανωτικές ρυθμίσεις για να λαμβάνουν τις πληροφορίες της παραγράφου 3 και να κατανοούν τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για κάθε ασφαλιστικό προϊόν.
Το παρόν δεν εφαρμόζεται στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΒΑΣΙΖΟΜΕΝΑ ΣΕ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Άρθρο 36
Πεδίο εφαρμογής πρόσθετων απαιτήσεων (Άρθρο 26 της Οδηγίας) Το παρόν Κεφάλαιο καθορίζει πρόσθετες απαιτήσεις σε εκείνες που ισχύουν για δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σύμφωνα με τα άρθρα 27, 28, 29 και 30, όταν οι δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ασκούνται σε σχέση με την πώληση βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων από τους εξής:
- α) ασφαλιστικό διαμεσολαβητή,
- β) ασφαλιστική επιχείρηση.
Άρθρο 37
Πρόληψη σύγκρουσης συμφερόντων (Άρθρα 27 και 28 της Οδηγίας)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση διαθέτουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αποτροπή φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων. Οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι ανάλογες προς τις ασκούμενες από εκείνους δραστηριότητες, το είδος του διανομέα και τα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθεί.
Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον έγκαιρο εντοπισμό σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντών και των υπαλλήλων τους και κάθε προσώπου που ενεργεί υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό τους, και των πελατών τους ή μεταξύ δύο πελατών τους κατά την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων.
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση εκτιμούν ότι, παρά τα μέτρα της παραγράφου 1, εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος βλάβης των συμφερόντων του πελάτη, τον ενημερώνουν εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, με σαφήνεια και εγκαίρως πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, για τη γενική φύση ή την πηγή της σύγκρουσης συμφερόντων, και η ενημέρωση περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του πελάτη, για να μπορέσει ο εν λόγω πελάτης να λάβει απόφαση ενημερωμένος για τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο πλαίσιο των οποίων προκύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.
Άρθρο 38
Υποχρεώσεις οργάνωσης αρχείων (Άρθρο 30 παρ. 4 της Οδηγίας)
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση τηρούν αρχείο όπου φυλάσσονται ένα ή περισσότερα έγγραφα, που αποτυπώνουν όσα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πελάτη και του ασφαλιστικού τους άλλους όρους με τους οποίους ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες διανομής στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.
Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κατηγορίας για την οποία διατηρεί εγγραφή στο ειδικό μητρώο, αλλά και το εύρος και την πολυπλοκότητα των συμβάσεων για τις οποίες διαμεσολαβεί, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής διαθέτει κατάλληλη για τον όγκο και τη μορφή των δραστηριοτήτων του λογιστική και μηχανογραφική οργάνωση.
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής φυλάσσει, διαθέτει και χρησιμοποιεί για το σκοπό για τον οποίο προορίζονται όλα τα ενημερωτικά προς τον πελάτη έντυπα που του διαθέτουν, στο πλαίσιο της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.
Άρθρο 39
Ενημέρωση πελατών (Άρθρο 29 της Οδηγίας)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 28 και της παραγράφου 1 του άρθρου 29, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν τον πελάτη, εγκαίρως πριν από τη σύναψη σύμβασης επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση, για το συνολικό κόστος διανομής και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
- α) το κατά πόσο ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η
ασφαλιστική επιχείρηση θα δίνει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων που συστήνονται στον εν λόγω πελάτη, αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 40,
- β) όσον αφορά την ενημέρωση για τα βασιζόμενα σε
ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα και τις προτεινόμενες στρατηγικές, κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα ή με την πρόταση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών,
- γ) όσον αφορά την ενημέρωση για όλα τα κόστη και
τις συναφείς επιβαρύνσεις που πρέπει να κοινοποιηθούν, πληροφορίες σχετικά με τη διανομή του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος, μεταξύ άλλων, σχετικά με το κόστος των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, το κόστος του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη, και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί ο πελάτης να το πληρώσει, περιλαμβάνοντας και όλες τις πληρωμές προς τρίτους. Το κόστος και οι επιβαρύνσεις του προηγούμενου εδαφίου αθροίζονται, ώστε ο πελάτης να κατανοήσει το συνολικό κόστος που επωμίζεται μέχρι την προβλεπόμενη λήξη της σύμβασης και την αθροιστική επίπτωσή του στην επένδυση. Αν το ζητήσει ο πελάτης, του χορηγείται επιπλέον αναλυτική καταγραφή του κόστους και των χρεώσεων.
Η ενημέρωση της παραγράφου 1 δίδεται στον πελάτη σε κατανοητή μορφή, ώστε ο πελάτης να επιλέξει προϊόν και να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης, έχοντας επαρκώς ενημερωθεί όχι μόνον για τα δικαιώματα και τις καλύψεις, αλλά και για τις υποχρεώσεις, τα βάρη και τους κινδύνους που πηγάζουν για εκείνον από το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν.
Η ενημέρωση της παραγράφου 1 δίδεται σε τακτική βάση, ετήσια τουλάχιστον, καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εισπράττουν ή να πληρώνουν αμοιβή ή προμήθεια και να παρέχουν ή να δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος στο πλαίσιο διανομής επενδυτικού προϊόντος βασιζόμενου σε ασφάλιση ή παρεπόμενης υπηρεσίας, προς ή από οποιονδήποτε πλην του πελάτη ή του αντιπροσώπου του, μόνον αν η πληρωμή ή το όφελος:
- α) δεν επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας διανομής,
- β) δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση του ασφαλιστικού
διαμεσολαβητή και της ασφαλιστικής επιχείρησης με το καθήκον τους να ενεργούν με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη.
Άρθρο 40
Δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας και συμβατότητας του προϊόντος (Άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 5 της Οδηγίας)
Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνουν τις αναγκαίες πληροφορίες για τη γνώση και την προηγούμενη εμπειρία του πελάτη ως επενδυτή σε προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, τη χρηματοοικονομική κατάστασή του, τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες, καθώς και για τους επενδυτικούς του στόχους, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής του σε κίνδυνο, ώστε να είναι σε θέση να συστήσουν στον πελάτη το προϊόν που ταιριάζει με το επίπεδο ανοχής του πελάτη στον κίνδυνο, με τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες και με τα άλλα χαρακτηριστικά του. Όταν ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή μια ασφαλιστική επιχείρηση συστήνουν ένα πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 34, στο οποίο περιλαμβάνεται επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, διασφαλίζουν ότι το συνολικό πακέτο, και όχι μόνον το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν, είναι κατάλληλο για τον πελάτη.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την παράγραφο 1, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχουν στον πελάτη, πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος όπου αποτυπώνεται η συμβουλή τους και εξηγείται πώς αυτή ανταποκρίνεται στις επιλογές, στους στόχους και στα άλλα χαρακτηριστικά του πελάτη που αναφέρονται στην παράγραφο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 33 του παρόντος. Αν οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες δεν παράσχουν τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα τους, ή αν παράσχουν ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τους προειδοποιεί ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον το σκοπούμενο προϊόν είναι κατάλληλο γι’ αυτούς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.
Στην περίπτωση πώλησης από απόσταση επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση μπορούν να παρέχουν τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος με έγγραφο ή άλλο σταθερό μέσο αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης, με τον όρο ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
- α) ο πελάτης συμφώνησε να παραλάβει τη δήλωση
αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος μετά τη σύναψη της σύμβασης,
- β) η δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος
παρέχεται στον πελάτη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση,
- γ) ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική
επιχείρηση προσέφεραν προηγουμένως στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει τη σύναψη της σύμβασης προκειμένου να παραλάβει πρώτα τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος της εν λόγω σύμβασης, αλλά εκείνος επέλεξε να την παραλάβει μετά.
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση έχουν ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν περιοδική επαναξιολόγηση της καταλληλότητας του επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, οφείλουν να επαναλαμβάνουν τη διαδικασία της παραγράφου 1 και να αποστέλλουν στον πελάτη επικαιροποιημένη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος.
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση δεν εξασφαλίσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και τις διατάξεις των άρθρων 9, 10,14 και 17 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2359 της Επιτροπής της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 (ΕΕ L 341), ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν να απέχουν από την παροχή συμβουλής στον πελάτη για το επενδυτικό προϊόν που βασίζεται σε ασφάλιση, και να τον ενημερώσουν ότι, λόγω ελλιπούς εκ μέρους του πληροφόρησης, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν κατά πόσον το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν που βασίζεται σε ασφάλιση είναι κατάλληλο για αυτόν, ώστε να του παρέχουν τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλόλητας προϊόντος. Αν ο πελάτης, παρόλο που έλαβε την προηγούμενη ενημέρωση, επιθυμεί να συνάψει τη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν να αξιολογήσουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με την παράγραφο 1, αν το συγκεκριμένο προϊόν είναι συμβατό με τον πελάτη, και αν δεν είναι συμβατό, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν γι’ αυτό. Στην περίπτωση διασταυρούμενης πώλησης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν επιπλέον να εξετάσουν κατά πόσον το συνολικό πακέτο είναι ενδεδειγμένο για τον συγκεκριμένο πελάτη.
Η ενημέρωση του παρόντος άρθρου γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 33.
Η εποπτική αρχή μπορεί με απόφασή της να παρέχει διευκρινίσεις και να καθορίζει ελάχιστα πρότυπα για τη διαδικασία και τα κριτήρια για την αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας του προϊόντος, να προβλέπει τον τύπο της παρεχόμενης δήλωσης αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος και της προειδοποίησης λόγω μη συμβατότητας προϊόντος, και ιδίως να εξειδικεύει την έκταση, τη μορφή και το περιεχόμενό τους, και να καθορίζει τις διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 41
Διοικητικές κυρώσεις και συναφείς ρυθμίσεις (Άρθρο 31 της Οδηγίας)
H εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξεων του παρόντος, ενεργώντας είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με άλλες αρχές, ή και κατόπιν αιτήσεως για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Σε περίπτωση υποθέσεων με διασυνοριακό χαρακτήρα, η εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις άλλες αρμόδιες εθνικές ή ενωσιακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών αρχών, αναφορικά με τις κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν Μέρος και λαμβάνει υπόψη τις προϋποθέσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη σχετική κείμενη εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.
Αν ο παραβαίνων ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, οι κυρώσεις και τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν Μέρος επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και, επιπλέον αυτού, στο ή στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 19. Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις και τα μέτρα μπορεί να επιβληθούν και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που η εποπτική αρχή διαπιστώσει ότι φέρει την ευθύνη ή και προέβη στην παράβαση.
Αν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οι κυρώσεις και τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν Μέρος επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και, επιπλέον αυτού, στα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του παρόντος Μέρους και της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4364/2016, μέλη της διοίκησης του νομικού προσώπου, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή
Άρθρο 42
Δημοσιοποίηση κυρώσεων και λοιπών μέτρων (Άρθρο 32 της Οδηγίας)
Η εποπτική αρχή αναρτά στον ιστότοπό της, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος, περιλαμβάνοντας πληροφορίες για το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα των προσώπων εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν οι κυρώσεις ή τα μέτρα. Αν η δημοσίευση των στοιχείων των νομικών προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη της παράβασης, αξιολογώντας την εν λόγω δημοσίευση για κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ή αν η εν λόγω δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της χρηματοοικονομικής αγοράς ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, η εποπτική αρχή μπορεί να αναβάλει τη δημοσίευση, να μη δημοσιεύσει τις κυρώσεις ή να τις δημοσιεύσει χωρίς αναφορά στην ταυτότητα των προσώπων.
Σε περίπτωση προσβολής των κυρώσεων ή των μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή, η δημοσίευση της παραγράφου 1 περιλαμβάνει τις πληροφορίες γι΄ αυτήν και την έκβασή της, έως και την ακύρωση της κύρωσης ή του μέτρου με δικαστική απόφαση.
Η εποπτική αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (Ε.Α.Α.Ε.Σ.) για τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται χωρίς να δημοσιευτούν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, αναφέροντας πληροφορίες για την άσκηση σχετικών προσφυγών και την έκβασή τους.
Άρθρο 43
Παραβάσεις, κυρώσεις και λοιπά μέτρα (Άρθρο 33 της Οδηγίας)
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται:
- α) σε πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες διανομής
χωρίς να είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο του άρθρου 19 ή δραστηριοποιούνται στην ασφαλιστική διανομή κατά παράβαση των όσων ορίζονται στις παραγράφους 1, 2, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 5 και στο άρθρο 19,
- β) στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
ή στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, οι οποίοι χρησιμοποιούν στις υπηρεσίες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων πρόσωπα που εμπίπτουν στην περίπτωση α΄,
- γ) στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που
ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, οι οποίοι έχουν εγγραφεί στο Ειδικό Μητρώο του άρθρου 19 προσκομίζοντας ανακριβή ή ψευδή στοιχεία ή δικαιολογητικά από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23,
- δ) στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δεν
ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις των άρθρων 20 έως και 24,
- ε) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δεν συμμορφώνονται με τις
απαιτήσεις επιχειρηματικής δεοντολογίας των άρθρων 27 έως και 40 σε σχέση με τη διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση,
- στ) στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δεν
συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις επιχειρηματικής δεοντολογίας των άρθρων 27 έως 35 σε σχέση με ασφαλιστικά προϊόντα, εκτός των προϊόντων που αναφέρονται στην περίπτωση ε΄.
Στις περιπτώσεις των παραβάσεων που αναφέρονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1, η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει τουλάχιστον μια από τις εξής κυρώσεις και μέτρα:
- α) να δημοσιοποιήσει την παράβαση στον ιστότοπό
της, αναφέροντας το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και κάθε άλλο πρόσωπο που φέρει την ευθύνη ή προέβη στην παράβαση, καθώς και τη φύση της παράβασης,
- β) να διατάξει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο
να παύσει την παράβαση και να αποφύγει να την επαναλάβει στο μέλλον,
- γ) όταν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, να εκδώσει απόφαση οριστικής διαγραφής του
από το Ειδικό Μητρώο του αρμόδιου επιμελητηρίου του άρθρου 19. Η απόφαση της Εποπτικής αρχής κοινοποιείται αμέσως στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και στο αρμόδιο επιμελητήριο, το οποίο υποχρεούται στην υλοποίηση της απόφασης το αργότερο μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου επεβλήθη η κύρωση της οριστικής διαγραφής, δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο,
- δ) αν ο παραβαίνων διανομέας είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να αναστείλει ή να παύσει
οριστικά την άσκηση καθηκόντων διοίκησης εκ μέρους του φυσικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 19 και την παράγραφο 3 του άρθρου 24,
- ε) αν ο παραβαίνων είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική
αρχή μπορεί να του επιβάλει τα εξής διοικητικά πρόστιμα:
- αα) πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή μέχρι και πέντε τοις εκατό (5%)
του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το όργανο διοίκησης. Αν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενο- ποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με το ν. 4308/2014 (Α΄ 251), ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με το συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το όργανο διοίκησης της τελικής μητρικής επιχείρησης,
- ββ) πρόστιμο που ισούται έως και με το διπλάσιο του
ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους.
- αα) πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι επτακόσιες
χιλιάδες (700.000) ευρώ,
- ββ) πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν
λόγω της παράβασης, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους.
Στις περιπτώσεις των παραβάσεων των περιπτώσεων α΄ έως δ΄ και στ΄της παραγράφου 1, καθώς και σε κάθε περίπτωση παράβασης όσων προβλέπονται στην παράγραφο 7 του άρθρου 5, στο άρθρο 19 και στο άρθρο 26, η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλει μία ή περισσότερες από τις εξής κυρώσεις και μέτρα:
- α) να διατάξει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο
να παύσει την παράβαση και να αποφύγει να την επαναλάβει στο μέλλον,
- β) αν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή διαμεσολαβητής που ασκεί ως
δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, να εκδώσει απόφαση οριστικής διαγραφής του από το Ειδικό Μητρώο του αρμόδιου επιμελητηρίου του άρθρου 19. Η απόφαση της Εποπτικής αρχής κοινοποιείται αμέσως στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στο διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και στο αρμόδιο επιμελητήριο, το οποίο υποχρεούται στην υλοποίηση της απόφασης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και πάντως όχι αργότερα από δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου επεβλήθη η κύρωση της οριστικής διαγραφής, δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο,
- γ) αν ο παραβαίνων διανομέας είναι νομικό πρόσωπο, η Εποπτική αρχή μπορεί να αναστείλει ή να παύσει
οριστικά την άσκηση καθηκόντων διοίκησης εκ μέρους του φυσικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 19 και την παράγραφο 3 του άρθρου 24,
- δ) αν ο παραβαίνων είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο
χρηματικού ποσού μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ’ επανάληψη παράβασης, μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ,
- ε) αν ο παραβαίνων είναι φυσικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο
χρηματικού ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ’ επανάληψη παράβασης, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που παραβαίνει τις οργανωτικές υποχρεώσεις της από το παρόν Μέρος και ιδίως από τα άρθρα 5 παράγραφοι 7, 20, 24, 26, 28 παράγραφοι 3 και 4, 30 παράγραφοι 3 έως 5, 35 και 38, η εποπτική αρχή μπορεί να λάβει, επιπλέον των αναφερομένων στις παραγράφους 2 και 3, οποιοδήποτε μέτρο ή κύρωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4364/2016.
Η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο που αυτή διενεργεί σύμφωνα με το παρόν Μέρος και τις κατ’ εξουσιοδότησή του πράξεις.
Η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ’ επανάληψη παράβασης, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προβαίνει σε κάθε άλλη παράβαση του παρόντος, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 ή και σε κάθε άλλη παράβαση της κείμενης νομοθεσίας για την ασφαλιστική διανομή.
Τα πρόστιμα που επιβάλλει η εποπτική αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Άρθρο 44
Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων και λοιπών μέτρων (Άρθρο 34 της Οδηγίας) Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων μέτρων και την επιμέτρηση των διοικητικών προστίμων, η εποπτική αρχή αξιολογεί τις σχετικές συνθήκες στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:
- α) η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
- β) ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που προέβη στην παράβαση,
- γ) ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα
του πελάτη,
- δ) η ζημία που προκλήθηκε από την παράβαση στον
πελάτη ή σε τρίτους, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός του ύψους της,
- ε) το ύψος του κέρδους που αποκτήθηκε ή της ζημίας
που αποφεύχθηκε από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους,
- στ) τα μέτρα που έλαβε το φυσικό ή νομικό πρόσωπο
για την αποτροπή και μη επανάληψη της παράβασης στο μέλλον, καθώς και η ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε στον πελάτη ή σε τρίτους,
- ζ) η οικονομική κατάσταση του φυσικού ή νομικού
προσώπου, όπως προκύπτει είτε από το ετήσιο εισόδημα του φυσικού προσώπου, είτε από το συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου,
- η) ο βαθμός συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου με την εποπτική αρχή,
- θ) η κατ’ επανάληψη τέλεση παραβάσεων.
Άρθρο 45
Αναφορά παραβάσεων (άρθρο 35 της Οδηγίας)
Η εποπτική αρχή διαθέτει μηχανισμό για τη διευκόλυνση και την ενθάρρυνση αναφοράς σε αυτήν πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος.
Ο μηχανισμός της παραγράφου 1 περιλαμβάνει, τουλάχιστον, διαδικασίες για την:
- α) παραλαβή των αναφορών της παραγράφου 1 και
τη διερεύνησή τους, αντασφαλιστικών προϊόντων, και, όπου είναι δυνατόν, για άλλα πρόσωπα που αναφέρουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός των οντοτήτων αυτών,
- γ) προστασία της ταυτότητας τόσο του προσώπου
που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την παράβαση, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, εκτός αν η αποκάλυψη της ταυτότητας απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω έρευνας, ή μεταγενέστερης διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας.
Άρθρο 46
Διαβίβαση πληροφοριών στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα (Άρθρο 36 της Οδηγίας) Η εποπτική αρχή:
- α) ενημερώνει την Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλει και τα οποία δεν δημοσιεύτηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 42,
- β) παρέχει, ετησίως, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. συγκεντρωτικές
πληροφορίες για τις διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα που επιβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 41,
- γ) ενημερώνει την Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα που δημοσιοποιεί σύμφωνα με το
παρόν Μέρος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 47
Καταργούμενες και τροποποιούμενες διατάξεις
Καταργούνται:
- α) ο ν. 1569/1985 (Α΄ 183),
- β) τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παραγράφου
1, η παράγραφος 6 και η παρ. 8 του άρθρου 23 του ν. 4364/2016,
- γ) το π.δ. 190/2006 (Α΄ 196),
- δ) η Κ3-8010/8.8.2007 απόφαση του Υφυπουργού
Ανάπτυξης (Β΄1600),
- ε) η παράγραφος 2 του άρθρου 4, το άρθρο 6 και το
άρθρο 7 της Κ4-155/10.1.1985 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (114/16.1.1986 τ.ΑΕ-ΕΠΕ),
- στ) η 86/5.4.2016 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής
της Τράπεζας της Ελλάδος (Β΄ 1109).
Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 256 του ν. 4364/2016 διαγράφεται η φράση «και ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης».
Στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 3 της Κ4-155/ 10.1.1985 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (114/ 16.1.1986 ΤΑΕ-ΕΠΕ) διαγράφονται οι λέξεις «υποχρεούνται να» και το άρθρο 1 της απόφασης αυτής αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και ασκούν τον κλάδο 10 ασφαλίσεων κατά ζημιών υποβάλλουν στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.) τα στοιχεία που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία του κλάδου αυτοκινήτων, τη στατιστική παρακολούθησή του, τη διασφάλιση της φερεγγυότητας και της ακεραιότητάς του, καθώς και την προστασία και την ενίσχυση της ασφαλιστικής πίστης μέσω και της πρόληψης και της αποτροπής φαινομένων ασφαλιστικής εξαπάτησης. Η Υ.Σ.Α.Ε. αποστέλλει, αμελλητί, οποιοδήποτε στοιχείο της ζητηθεί από την εποπτική αρχή».
Η περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/ 1986 (Α΄ 110), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή, το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει ίδια αξίωση κατά του αντασφαλιστή για τις υποχρεώσεις του προς την ασφαλιστική επιχείρηση που προκύπτουν από την αντασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα».
Στο άρθρο 19 του ν. 4364/2016 προστίθεται νέα παράγραφος 8, ως εξής: «8. Η εποπτική αρχή διαθέτει διαδικασία για την υποβολή, την παραλαβή και τη διαχείριση έγγραφων καταγγελιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου
Η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να ερευνά τη βασιμότητα των εν λόγω καταγγελιών και, αφού ασκηθεί από τους ελεγχομένους το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, μπορεί, στο βαθμό που διαπιστωθούν παραβάσεις, να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος αντιστοίχως ανά παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει απάντηση στον καταγγέλλοντα επί του περιεχομένου της καταγγελίας του».
Άρθρο 48
Μεταβατικές διατάξεις
Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος λαμβάνοντας υπόψη τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4, είναι εγγεγραμμένοι στα αρμόδια επιμελητήρια σε περισσότερες από μία κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, για τις οποίες υπάρχει το ασυμβίβαστο των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 19, υποχρεούνται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, να δηλώσουν προς το αρμόδιο επιμελητήριο την κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης από τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19, στην οποία επιθυμούν να παραμείνουν εγγεγραμμένοι.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα αρμόδια επιμελητήρια έχουν καθήκον εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνοντας υπόψη και τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4:
- α) να διαγράψουν από το ειδικό μητρώο τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δεν συμμορφώθηκαν με
την υποχρέωση της παραγράφου 1 από όλες τις κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στις οποίες είναι εγγεγραμμένοι,
- β) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά, χωρίς άλλη διατύπωση, στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα
συμβούλου και του συνδεδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα, τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά τη μετονομασία και ένταξη ανά περίπτωση όλων των προηγουμένων στην κατηγορία των «ασφαλιστικών πρακτόρων»,
- γ) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά, στην κατηγορία
των συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 τις κατηγορίες των συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων και των συνδεδεμένων συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά τη μετονομασία των τελευταίων σε συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων,
- δ) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά την κατηγορία
των μεσιτών ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 με την κατηγορία των μεσιτών ασφαλίσεων του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά τη μετονομασία των τελευταίων σε μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων.
Κατά παρέκκλιση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2, όσοι έχουν εγγραφεί στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006 μετά την 1.1.2017 και παραμένουν εγγεγραμμένοι στην κατηγορία αυτή μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετονομάζονται και η μετονομασία αυτή αποτυπώνεται μηχανογραφικά χωρίς άλλη διατύπωση από τα αρμόδια επιμελητήρια με τη μεταφορά τους στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα, μόνον αφού συμπληρώσουν δύο (2) έτη από την εγγραφή τους στα μητρώα των επιμελητηρίων ή και το ειδικό μητρώο. Η κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου διατηρείται στο ειδικό μητρώο και στο Ενιαίο Σημείο Πληροφότησης (Ε.ΣΗ.Π.) μόνον για τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και μόνον μέχρι το τέλος της διετίας που αναφέρεται παραπάνω, χωρίς να επιτρέπεται η εγγραφή νέων προσώπων στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου μετά τη δημοσίευση του παρόντος.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, της περιπτωσης α΄ της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3, οι εγγεγραμμένοι στα αρμόδια επιμελητήρια κατά τη δημοσίευση του παρόντος Μέρους:
- α) στις κατηγορίες του ασφαλιστικού πράκτορα, του
συνδεδεμένου ασφαλιστικού πράκτορα, του ασφαλιστικού συμβούλου και του συνδεδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006 εξομοιώνονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους με τους ασφαλιστικούς πράκτορες της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19, συγχωνεύονται αυτοδικαίως σε μία κατηγορία και ονομάζονται στο εξής «ασφαλιστικοί πράκτορες» της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19,
- β) στην κατηγορία «συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων» του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, εξομοιώνονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του
παρόντος Μέρους με τους συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 και ονομάζονται στο εξής «συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων» της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19,
- γ) στην κατηγορία «μεσίτες ασφαλίσεων» του ν. 1569/
1985 και του π.δ. 190/2006 εξομοιώνονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους με τους μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 και ονομάζονται στο εξής «μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων».
Οι βεβαιώσεις επιτυχούς εξέτασης και περαίωσης σεμιναρίου επανεκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος δυνάμει του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, εξακολουθούν να ισχύουν. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 23 ισχύει από την 1.1.2020.
Τυχόν αξιώσεις υπαλλήλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για προμήθειες δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 190/2006, που γεννήθηκαν μέχρι την δημοσίευση του παρόντος, δεν θίγονται.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατηρούνται σε ισχύ, μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες που θα εκδοθούν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20, οι κάτωθι κανονιστικές πράξεις, εκτός αν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
- α) η 16/21.5.2013 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής
της Τράπεζας της Ελλάδας (Β΄ 1257),
- β) η 45/21.11.2014 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής
της Τράπεζας της Ελλάδας (Β΄ 3350),
- γ) η 46/4.12.2014 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής
της Τράπεζας της Ελλάδας (Β΄ 3510).
Διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που προέβησαν σε πωλήσεις από τις 30.9.2018 και έως την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους, οφείλουν να προβούν, μέχρι τις 31.3.2019, σε πρόσθετη ενημέρωση των πελατών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων Ε΄ και ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 49
Παράρτημα Προσαρτάται στο παρόν Μέρος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού το Παράρτημα XIIΙ.
Άρθρο 50
Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος Μέρους αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 48.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Άρθρο 51
Τροποποίηση του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Μετά την παράγραφο 8 του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), προστίθεται παράγραφος 9, ως εξής: ενημερότητας κατά την μεταβίβαση ποσοστών επί του οικοπέδου σε τρίτον, εφόσον κατά τη μεταβιβαστική δικαιοπραξία συμβάλλεται και ο εργολάβος. Στην περίπτωση αυτή το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον εργολάβο. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.»
Άρθρο 52
Τροποποίηση του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Η παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4174/2013, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι διαδικασίες είσπραξης για λογαριασμό του Δημοσίου των φόρων και λοιπών εσόδων μπορούν να ανατεθούν με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. σε ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι πρόσωπα:
- α) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός
της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
- β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται
στην περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/ 2018 (Α΄ 84),
- γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να
παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,
- δ) ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο στοιχείο
4 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018,
- ε) η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την
ιδιότητα της νομισματικής αρχής,
- στ) οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς.».
Άρθρο 53
Τροποποίηση του άρθρου 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Α΄ 90) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Ειδικά η είσπραξη των δημοσίων εσόδων που ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και διενεργείται κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, δύναται να ανατεθεί, με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) σε ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι πρόσωπα:
- α) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός
της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
- β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στην περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του
ν. 4537/2018 (Α΄ 84) ,
- γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία να
παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,
- δ) ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο στοιχείο
4 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018.
- ε) η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την
ιδιότητα της νομισματικής αρχής,
- στ) οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς.».
Άρθρο 54
Τροποποίηση του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Στην περίπτωση ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, μετά τη φράση «φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού», προστίθεται η φράση «ή από εγκεκριμένο και μη δηλωμένο φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό».
Άρθρο 55
Τροποποίηση του άρθρου 54Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Η παρ. 6 του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013, αντικαθίσταται ως εξής: «6. Οι συμβολαιογράφοι, οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται σε ένα τοις χιλίοις (1‰) επί της αξίας του ακινήτου ή δικαιώματος επ’ αυτού, που περιγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο ή άλλη πράξη που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, το οποίο πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τριακόσια (300) ευρώ ούτε ανώτερο από χίλια (1.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο διπλασιάζεται.».
Άρθρο 56
Τροποποίηση του Παραρτήματος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Στο τέλος του Παραρτήματος του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται η φράση «Το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3846/2010 (Α΄ 66) ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) των εισπραττόμενων από τις ιδιωτικές Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης νοσηλίων.».
Άρθρο 57
Τροποποίηση του ν. 4170/2013
Μετά το άρθρο 62Α του ν. 4170/2013 (Α΄ 163) προστίθεται νέο άρθρο 62Β, του οποίου ο τίτλος και οι διατάξεις έχουν ως εξής: και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών
Η Α.Α.Δ.Ε. δύναται στο πλαίσιο διενέργειας φορολογικών ελέγχων να απευθύνει αυτοματοποιημένα μαζικά αιτήματα παροχής πληροφοριών προς τα υπόχρεα πρόσωπα του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 62. Ως μαζικά, νοούνται τα αιτήματα για στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν σε πλέον του ενός ελεγχόμενους από την Α.Α.Δ.Ε. φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες και τα οποία τηρούνται από τα ως άνω αναφερόμενα υπόχρεα πρόσωπα. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες διαβιβάζονται αυτοματοποιημένα στην Α.Α.Δ.Ε..
Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζονται μαζικά συνιστούν το «Αρχείο Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών», το οποίο τηρείται σε ασφαλή υποδομή (βάση δεδομένων) που δημιουργείται στη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε. έως το χρόνο παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για τη βεβαίωση των σχετικών απαιτήσεων.
Τη συνολική διαχείριση των στοιχείων και πληροφοριών του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών έχουν αποκλειστικά οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4174/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 63 του παρόντος. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες του Αρχείου διαβιβάζονται, κατόπιν εξατομικευμένου αιτήματος των ελεγκτικών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και επεξεργασίας, μέσω μηχανογραφικής εφαρμογής (Ειδικό Λογισμικό) της Αρχής, σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των ελεγκτικών υπηρεσιών της.
Η ασφαλής ανταλλαγή, φύλαξη και διατήρηση των δεδομένων, διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης (Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.) του Υπουργείου Οικονομικών, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94).
Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 62 εφαρμόζονται και για τα στοιχεία και τις πληροφορίες του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών.
Με αποφάσεις του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι μορφότυποι των αιτούμενων και παραληφθέντων στοιχείων, ο αλγόριθμος αναζήτησης, η διαδικασία διαβίβασης των αιτημάτων και διαμόρφωσης, ταυτοποίησης, καθαρισμού, επεξεργασίας, αξιοποίησης και χορήγησης των δεδομένων. Επίσης, καθορίζονται οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. για τη συνολική διαχείριση του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών, για τη διαβίβαση των μαζικών αιτημάτων παροχής πληροφοριών προς τα υπόχρεα πρόσωπα και την παραλαβή των απαντήσεών τους, για την ανάπτυξη ή επικαιροποίηση του Ειδικού Λογισμικού και τη διάθεση και διαχείριση των στοιχείων μέσω αυτού στις Ελεγκτικές Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε.. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται και οι αρμόδιες Υπηρεσίες για τη δημιουργία ή αναθεώρηση των επιχειρησιακών προδιαγραφών ανάπτυξης του Ειδικού Λογισμικού, καθώς και κάθε ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
Οι μορφότυποι των αιτούμενων και παραληφθέντων στοιχείων, ο αλγόριθμος αναζήτησης, η διαδικασία διαβίβασης των αιτημάτων και διαμόρφωσης, ταυτοποίησης, καθαρισμού, επεξεργασίας και χορήγησης των δεδομένων του προηγούμενου εδαφίου δεν δημοσιοποιούνται.».
Τα ληφθέντα κατ΄ εφαρμογή της με αριθμ. 4105/ 10.6.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΑΔΑ: 79ΟΡΗ-ΩΨΧ) στοιχεία και πληροφορίες, αποτελούν, μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 62Β, το οποίο προστίθεται με την παρ. 1 στο ν. 4170/2013, στοιχεία και πληροφορίες του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών.
Άρθρο 58
Τροποποίηση του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κώδικα Φ.Π.Α.
Στην παράγραφο 30 του Κεφαλαίου Α΄ του Παραρτήματος III του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000 (Α΄ 248), όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, η φράση «μπαστούνια (λευκά και ηλεκτρονικά) (Δ.Κ. ΕΧ 6602)» αντικαθίσταται με την φράση «μπαστούνια ηλεκτρονικά (Δ.Κ. ΕΧ 6602)».
Μετά την παράγραφο 30 του Κεφαλαίου Α΄ του Παραρτήματος III του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, προστίθεται παράγραφος 30Α ως εξής: «30Α. Μπαστούνια λευκά (Δ.Κ. ΕΧ 6602), γραφομηχανές με χαρακτήρες Βraille (Δ.Κ. ΕΧ 8472), τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία όρασης. Ο συντελεστής φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).»
Στην παράγραφο 31 του Κεφαλαίου Α΄ του Παραρτήματος III του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, η φράση «Βraille note taker, γραφομηχανές (Δ.Κ. EX 8472)» αντικαθίσταται με τη φράση «Βraille note taker (Δ.Κ. EX 8472)».
Άρθρο 59
Τροποποίηση των άρθρων 11, 34 και 67 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
Η περίπωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/ 2013 (Α΄ 167), αντικαθίσταται ως εξής: «α) στην περίπτωση υποβολής κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ο (η) σύζυγος, εφόσον δεν έχει ίδια φορολογητέα εισοδήματα οποιασδήποτε πηγής,».
Στο τέλος του άρθρου 11 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 5 ως εξής: «5. Κατά το έτος υποβολής χωριστής δήλωσης των συζύγων, το εισόδημα των ανήλικων τέκνων, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμε φορολογείται στο όνομά του. Αν οι γονείς έχουν ίσο ποσό συνολικού εισοδήματος, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στο εισόδημα του πατέρα και φορολογείται στο όνομά του. Σε περίπτωση που ένας εκ των γονέων έχει τη γονική μέριμνα, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα αυτού. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για τα μέρη του συμφώνου συμβίωσης.».
Στην περίπτωση ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 4172/2013 προστίθεται, μετά το τρίτο εδάφιο, τέταρτο εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, το ποσό της δαπάνης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε σύζυγο.».
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 4172/2013 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής: «Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά της παραγράφου αυτής, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά. Οι αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες του άρθρου 31, καθώς και οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 που αφορούν τον κάθε σύζυγο βαρύνουν αυτόν ατομικά, ενώ για τα ανήλικα εξαρτώμενα μέλη τους εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 11.».
Η παρ. 4 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «4.α) Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους. Υπόχρεος για την υποβολή της κοινής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν στα εισοδήματα εκάστου συζύγου βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο.
- β) Η δήλωση δύναται να υποβάλλεται χωριστά, εφόσον ένας τουλάχιστον εκ των συζύγων το επιλέξει, με
ανέκκλητη δήλωσή του για κάθε φορολογικό έτος μέχρι την 28η Φεβρουαρίου του έτους υποβολής της δήλωσης. Η επιλογή αυτή είναι δεσμευτική ως προς το φορολογικό έτος που αφορά και για τον άλλο σύζυγο.
- γ) Στις χωριστές δηλώσεις συζύγων εφαρμόζονται οι
διατάξεις του άρθρου 11 για τα εξαρτώμενα μέλη του φορολογούμενου.
- δ) Κοινή δήλωση δύνανται να υποβάλλουν και τα
πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Στην περίπτωση αυτή έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους έγγαμους που υποβάλλουν κοινή δήλωση. Υπόχρεος της υποβολής φορολογικής δήλωσης είναι το μέρος του συμφώνου συμβίωσης, το οποίο δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου μέρους.
- ε) Στις κοινές δηλώσεις της παραγράφου αυτής οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου ή μέρους
συμφώνου συμβίωσης, δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου ή του άλλου μέρους συμφώνου συμβίωσης.
- στ) Οι σύζυγοι ή τα μέρη συμφώνου συμβίωσης, υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για
τα εισοδήματά του, εφόσον:
- αα) Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση ή έχει λυθεί το
σύμφωνο συμβίωσης κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης φέρει ο φορολογούμενος.
- ββ) Ο ένας από τους δύο συζύγους ή ένα από τα δύο
μέρη συμφώνου συμβίωσης είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Για τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11.».
Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι όροι, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.».
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018 και επόμενων.
Άρθρο 60
Τροποποίηση των άρθρων 85, 88 και 89 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια
Η ενότητα Α΄ του άρθρου 85 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266), αντικαθίσταται ως εξής: «Α. Υπόχρεοι σε δήλωση Σε σύσταση δωρεών και γονικών παροχών υπόχρεοι για την υποβολή της δήλωσης είναι οι συμβαλλόμενοι. Δεν έχουν υποχρέωση να υποβάλουν δήλωση οι δικαιούχοι της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 25. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εξαιρέσεις από αυτήν.».
Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια η φράση «, που συντάσσεται σε έντυπο που παρέχεται δωρεάν από την υπηρεσία,» διαγράφεται.
Οι παράγραφοι1 και 2 του άρθρου 89 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, αντικαθίστανται ως εξής: «1. Ο τρόπος υποβολής των δηλώσεων φόρου δωρεάς και γονικής παροχής καθορίζεται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 68. σύμφωνα με τις διατάξεις της ενότητας Β΄ του άρθρου 10, εφαρμόζεται το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, συντάσσεται συμβόλαιο και μετά την προθεσμία του προηγουμένου εδαφίου, εφόσον μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου, δεν έχει τροποποιηθεί το αντικειμενικό σύστημα στη συγκεκριμένη περιοχή.».
Άρθρο 61
Τροποποίηση του άρθρου 102 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια Η παράγραφος 5 του άρθρου 102 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003, έχει παραγραφεί. Στις υποθέσεις αυτές δεν απαιτείται το πιστοποιητικό που προβλέπεται από τα άρθρα 105 έως και 112. Αντί γι’ αυτό, μπορεί να προσκομίζεται:
- α) για τις κτήσεις αιτία θανάτου, ληξιαρχική πράξη θανάτου από την οποία να προκύπτει ότι, ο θάνατος του
κληρονομουμένου ή δωρητή αιτία θανάτου επήλθε μέχρι και την 31.12.2003, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου ότι, δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης,
- β) για τις δωρεές εν ζωή, γονικές παροχές και προίκες,
αντίγραφο του οικείου συμβολαίου που συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003 ή βεβαίωση του συμβολαιογράφου, που συνέταξε το συμβόλαιο ότι, τούτο συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003 και δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.».
Άρθρο 62
Τροποποίηση των άρθρων 72, 73 και 78 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα
Η περίπτωση η΄ της παρ. 1 του άρθρου 72 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α΄ 265), αντικαθίσταται ως εξής: «η) Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.».
Η περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Ενεργειακά προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 έως 2710 19 68, 2710 20 έως 2710 20 39 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90%) κατ’ όγκο, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 210° C και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65 %) κατ’ όγκο ,συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 250° C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86). Εντούτοις, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 21, 2710 12 25, 2710 19 29 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90 %) κατ’ όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 210° C και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65 %) κατ’ όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 250° C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86)), οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο και την κυκλοφορία ισχύουν για τη χύμα εμπορική κυκλοφορία.».
Η περίπτωση η΄ της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «η) Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.».
Η παρ. 4 του άρθρου 72 του ν. 2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «4. Οι τίτλοι και κωδικοί αριθμοί της Σ.Ο. που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό, αναφέρονται στο κείμενο της Σ.Ο. του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1925 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2017 (ΕL L282/1 της 31.10.2017), που τροποποιεί το Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (EE L 256/1 της 7.9.1987).».
Οι περιπτώσεις α΄ έως θ΄ του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001, αντικαθίστανται ως εξής: ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ
- α) Βενζίνη με μόλυβδο
- με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 98 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98 2710 12 51 2710 12 59 681 1.000 λίτρα
- β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο
- με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 95 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 95, αλλά μικρότερο του 98 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98 2710 12 41 2710 12 45 2710 12 49 700 1.000 λίτρα
- γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την
προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 12 51 και 2710 12 59 271012 41 2710 12 45 2710 12 49 700 1.000 λίτρα
- δ) Βενζίνη αεροπλάνων 271012 31 697 1.000 λίτρα
- ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων
τύπου βενζίνης 2710 12 70 697 1.000 λίτρα
- στ) Πετρέλαιο εσωτερικής
καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων 2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 410 1.000 λίτρα
- ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής
καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης 2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 410 1.000 λίτρα
- η) Πετρέλαιο εσωτερικής
καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ) 2710 19 43 έως 271019 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 410 1.000 λίτρα
- θ) Πετρέλαιο εξωτερικής
καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ) 2710 19 62 έως 2710 19 68 και 2710 20 31 έως 2710 20 39 38 1.000 χιλιόγραμμα»
Οι περιπτώσεις κδ΄ έως κστ΄ του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001, αντικαθίστανται ως εξής: «ΕΙΔΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ «κδ) Ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) 2710 12 21 20 1.000 χιλιόγραμμα
- κε) Άλλα ελαφρά λάδια 2710 12 90 12 1.000 χιλιόγραμμα
- κστ) Βιοντίζελ και μείνματα αυτού,
όπως ορίζονται με την ΚΥΑ (Α.Χ.Σ.) 52/2016, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων, είτε αυτούσια είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ΄ 3826 00 10 3826 00 90 410 1.000 λίτρα»
| «ΕΙΔΟΣ | ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. | ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ | ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ |
|---|---|---|---|
| α) Βενζίνη με μόλυβδο - με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 98 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98 | 2710 12 51 2710 12 59 | 681 | 1.000 λίτρα |
| β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο - με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 95 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 95, αλλά μικρότερο του 98 - με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98 | 2710 12 41 2710 12 45 2710 12 49 | 700 | 1.000 λίτρα |
| γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί προσφέρε- ται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 12 51 και 2710 12 59 | 271012 41 2710 12 45 2710 12 49 | 700 | 1.000 λίτρα |
| δ) Βενζίνη αεροπλάνων | 271012 31 | 697 | 1.000 λίτρα |
| ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνης | 2710 12 70 | 697 | 1.000 λίτρα |
| στ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων | 2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 | 410 | 1.000 λίτρα |
| ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης | 2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 | 410 | 1.000 λίτρα |
| η) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ) | 2710 19 43 έως 271019 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19 | 410 | 1.000 λίτρα |
| θ) Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ) | 2710 19 62 έως 2710 19 68 και 2710 20 31 έως 2710 20 39 | 38 | 1.000 χιλιόγραμμα» |
| «ΕΙΔΟΣ | ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. | ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ | ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ |
| --- | --- | --- | --- |
| «κδ) Ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) | 2710 12 21 | 20 | 1.000 χιλιόγραμμα |
| κε) Άλλα ελαφρά λάδια | 2710 12 90 | 12 | 1.000 χιλιόγραμμα |
| κστ) Βιοντίζελ και μείνματα αυτού, όπως ορίζονται με την ΚΥΑ (Α.Χ.Σ.) 52/2016, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων, είτε αυτούσια είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ΄ | 3826 00 10 3826 00 90 | 410 | 1.000 λίτρα» |
2710 20 11, 2710 20 15 και προορίζεται να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως ηλεκτρομονωτικό υλικό ηλεκτρικών μετασχηματιστών.
- ε) Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46 και 2710 20 11, 2710
20 15, καθώς και το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), το ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) και τα άλλα ελαφρά λάδια των περιπτώσεων ιβ΄, κδ΄ και κε΄, αντιστοίχως, της παραγράφου 1 του άρθρου 73, που παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους.».
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)