Νόμοι — ΦΕΚ A' 214/2020
Αποσπάσεις δικαστικών λειτουργών Τροποποίηση του άρθρου 51 του ν. 1756/1988 Στο άρθρο 51 του ν. 1756/1988 (Α΄ 35) προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «8. α) Δικαστικοί λειτουργοί, γονείς ανήλικου τέκνου, των οποίων οι σύζυγοι έχουν μετατεθεί σε κενή οργανική θέση και υπηρετούν ως μόνιμοι υπάλληλοι στον διπλωματικό κλάδο ή εξομοιούμενο με αυτόν, του Υπουργείου Εξωτερικών, σε αρχή της Εξωτερικής Υπηρεσίας, επιτρέπεται να αποσπώνται στην ίδια πόλη με την αρχή όπου υπηρετεί ο ή η σύζυγός τους ή το πρόσωπο με το οποίο έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, είτε στην ίδια την αρχή είτε σε άλλη αρχή, και για όσο διάστημα διαρκεί η τοποθέτησή του ή της συζύγου τους ή του προσώπου με το οποίο έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και ιδίως στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή σε όργανα, σε οργανισμούς, μονάδες και επιτροπές της Ε.Ε., του Συμβουλίου της ευρώπης, καθώς και οποιουδήποτε άλλου διεθνούς οργανισμού.
- β) Η απόσπαση της παρούσας πραγματοποιείται με
κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
- γ) Οι αποσπώμενοι δικαστικοί λειτουργοί λαμβάνουν,
αποκλειστικά, τις αποδοχές εσωτερικού, οι οποίες καταβάλλονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και δεν δικαιούνται επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Η απόσπαση γίνεται αποκλειστικά για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας σε αντικείμενα συναφή με τη δικαστική ιδιότητα για χρόνο όχι μεγαλύτερο της τριετίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο χρόνος απόσπασης δύναται να παραταθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) ακόμη έτη.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΩΝ
Άρθρο 41
Συμψηφισμός αχρεωστήτως καταβληθέντων στο δημόσιο αναλογικών δικαιωμάτων Τροποποίηση του άρθρου 14 του ν. 3156/2003 Στο άρθρο 14 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157) προστίθεται παρ. 2α και οι παρ. 1, 2 και 2α του άρθρου 14 διαμορφώνονται ως εξής: «Άρθρο 14 Φορολογικές και άλλες ρυθμίσεις
Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στον νόμο αυτόν, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με τον νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975 (Α΄ 178), προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών.
Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11, καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. 2α. Μετά από την τελεσιδικία δικαστικών αποφάσεων που καταδικάζουν υποθηκοφύλακες, προϊσταμένους αντίστοιχων μεταβατικών κτηματολογικών γραφείων κατά το άρθρο 23 του ν. 2664/1998 (Α΄ 275) ή ενεχυροφύλακες να αποδώσουν εισπραχθέντα, αναλογικά και πάγια δικαιώματα πλέον τόκων και εξόδων, δεχόμενες ότι τα είχαν εισπράξει κατά παράβαση όσων ορίζονται στις παρ. 1 και 2, άμα την καταβολή τους στον νικήσαντα διάδικο, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι αντίστοιχων μεταβατικών κτηματολογικών γραφείων κατά το άρθρο 23 του ν. 2664/1998, στα οποία είχε γίνει η επίδικη καταχώριση κατά το παρελθόν ή οι ενεχυροφύλακες, δύνανται, όσα ποσά έχουν αποδώσει αχρεωστήτως στο Δημόσιο από την άνω αιτία, να τα συμψηφίσουν αυτεπαγγέλτως, μετά από την ως άνω καταβολή, με εισπραττόμενα, αναλογικά και πάγια, αποδοτέα όμως στο Δημόσιο, δικαιώματα από μεταγραφές, εγγραφές, καταχωρίσεις, σημειώσεις, άρσεις και διαγραφές στα υποθηκοφυλακεία, στα αντίστοιχα μεταβατικά κτηματολογικά γραφεία κατά το άρθρο 23 του ν. 2664/1998 και ενεχυροφυλακεία. Η προθεσμία παραγραφής των σχετικών αξιώσεων υποθηκοφυλάκων, προϊσταμένων αντίστοιχων μεταβατικών κτηματολογικών γραφείων κατά το άρθρο 23 του ν. 2664/1998 και ενεχυροφυλάκων, εν ενεργεία και αποχωρησάντων, κατά του Δημοσίου, για συμψηφισμό ποσών, τα οποία εισπράχθηκαν και καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από αυτούς στο Δημόσιο από την ως άνω αιτία, αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο οι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες καταδικάζουν αυτούς στην απόδοση εισπραχθέντων δικαιωμάτων, κατέστησαν αμετάκλητες.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Άρθρο 42
Χορήγηση ποινικού μητρώου στην Τράπεζα της Ελλάδος - Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4261/2014 Στην παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 4 Αρμόδιες Αρχές (άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Στην Τράπεζα της Ελλάδος ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (L 176) αναφορικά με πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτες χώρες, και με χρηματοδοτικά ιδρύματα.
Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση τον παρόντα νόμο και τον ανωτέρω Κανονισμό, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων.
Οι κατά τα άρθρα 1-166 του παρόντος νόμου και κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου. Με όμοια Πράξη μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Πράξης.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ. 6 και 15 του παρόντος άρθρου, οι κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 υπέρ των κρατών - μελών ασκούνται με Πράξεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου.
Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 αναφο των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα των εν λόγω επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτες χώρες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων και, κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και είναι αρμόδια να εξετάζει πιθανές παραβιάσεις αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά τη χορήγηση αντιγράφου ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 572 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των εποπτευόμενων φυσικών προσώπων, καθώς και όσων διατελούν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, υπεύθυνοι κρίσιμων λειτουργιών, αρμόδια διευθυντικά στελέχη, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), ή αποκτούν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή, όπως ορίζεται στο σημείο 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, στα εποπτευόμενα ιδρύματα, επιχειρήσεις και οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 55Α του Καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον ν. 3424/1927 (Α΄ 298), και τους ειδικότερους νόμους.
Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Τα ιδρύματα διατηρούν επίσης, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.
Τα ιδρύματα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, ούτως ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
Τα εποπτικά καθήκοντα δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθώς και τα λοιπά καθήκοντα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται διακριτά και ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που αφορούν την εξυγίανση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να θεσπίζει κανόνες, σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας.
Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, η εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παρ. 6 του παρόντος άρθρου με βάση τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των επιχειρήσεων της παρ. 6 του παρόντος άρθρου.
Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά επιχείρηση της παρ. 6 του παρόντος άρθρου, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παρ. 6 του παρόντος άρθρου μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας, εκ μέρους της, επιτόπιων ελέγχων.
Οι κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Με όμοια απόφαση μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής απόφασης.
Οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις υπέρ των κρατών - μελών ασκούνται κατά τον λόγο της αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Οι κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, τηρουμένης της παρ. 1 του άρθρου 191 του παρόντος νόμου.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.
Άρθρο 43
Αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών τoυ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Eπιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων δημόσιων υπηρεσιών κάθε μορφής, δικαστικών υπαλλήλων και υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης, ύστερα από δημόσια πρόσκληση από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και αίτηση των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που εκδίδεται το αργότερο υπαλλήλων καταβάλλονται από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.
Άρθρο 44
Καταβολή μισθωμάτων κυλικείων δικαστηρίων στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. - Τροποποίηση του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 Στον αριθμό 10 της υποπαρ. ΣΤ΄.2, της παρ. ΣΤ΄, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), προστίθεται εδάφιο και η παρ. 10 διαμορφώνεται ως εξής: «10. α) Υφιστάμενες διοικητικές άδειες διατηρούνται σε ισχύ. Περαιτέρω μεταβίβαση αυτών επιτρέπεται μόνον άπαξ και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών:
- αα) στον ή στην σύζυγο του αποθανόντος δικαιούχου ή
- αβ) στα ενήλικα τέκνα του, εφόσον ανήκουν στην κατηγορία των ατόμων με αναπηρία, με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
- β) Εκμίσθωση του δικαιώματος εκμετάλλευσης σε τρίτους, επιτρέπεται για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών.
- γ) Από 1.1.2014, οι δικαιούχοι της περ. α΄ υπόκεινται
σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του από 20.10.1958 βασιλικού διατάγματος (Α΄ 171). Για τη χρήση κοινόχρηστου χώρου, πέραν του τέλους της παρούσας, εφαρμόζονται οι ίδιες ως άνω διατάξεις από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
- δ) Τον δικαιούχο μπορεί να αναπληρώνει ο σύζυγος ή
η σύζυγος και τα ενήλικα τέκνα, τα στοιχεία των οποίων αναγράφονται στην πράξη παραχώρησης.
- ε) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μισθώματα και τέλη από εκμετάλλευση περιπτέρων, καθώς και
κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων που στεγάζονται υπηρεσίες των Ο.Τ.Α., των οποίων οι δικαιούχοι έχουν αποβιώσει, καταβάλλονται στους οικείους Ο.Τ.Α., μέχρι τη λήξη της μίσθωσης.
- στ) Μισθώματα από εκμετάλλευση κυλικείων εντός
κτιρίων ιδιοκτησίας του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., στα οποία στεγάζονται δικαστήρια και δικαστικές υπηρεσίες, των οποίων οι δικαιούχοι έχουν αποβιώσει, καταβάλλονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. μέχρι τη λήξη της μίσθωσης.
- ζ) Σε υφιστάμενες, κατά τη δημοσίευση του παρόντος
άδειες κατά ιδανικά μερίδια, εφόσον παύσει να υφίσταται δικαιούχος μεριδίου, κατόπιν αιτήσεως των λοιπών, παραχωρείται σε αυτούς το ανωτέρω απομένον μερίδιο.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΜΕΤΑΤΑΞΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 45
Μετάταξη υπαλλήλων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης Υπάλληλοι, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, που υπηρετούσαν την 30ή Σεπτεμβρίου 2020 στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μπορούν να μεταταχθούν σε κενή οργανική θέση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κλάδου αντίστοιχου των τυπικών τους προσόντων. Η μετάταξη διενεργείται μετά από αίτησή τους, με κοινή απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του αρμοδίου οργάνου του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, η μετάταξη διενεργείται σε προσωποπαγή θέση και ο μεταταγείς καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσωποπαγής θέση, η οποία ομοίως καταργείται με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρησή του από την Υπηρεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΚΑΛΥΨΗ ΘΕΣΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 46
Κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού των δικαστηρίων της Χώρας - Τροποποίηση της παρ. 9 του άρθρου 15 του ν. 2190/1994 Το τρίτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 15 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28) τροποποιείται, προστίθεται τέταρτο εδάφιο στην παρ. 9 και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής: «9. Η κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 14 είναι δυνατόν να πραγματοποιείται μετά από σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π. και του οικείου φορέα, χωρίς νέα προκήρυξη, από πίνακα επιλαχόντων προηγούμενου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες προς κάλυψη θέσεις αφορούν σε όμοιους κλάδους - ειδικότητες και σε πρόσθετα προσόντα και, ότι έχει υποβληθεί αίτημα για έγκριση προς την Επιτροπή που προβλέπεται στην υπ’ αρ. 33/2006 Π.Υ.Σ. (Α΄ 280), πριν παρέλθουν εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευση της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 11 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40). Στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου εδαφίου εμπίπτουν και τα αιτήματα φορέων που έχουν υποβληθεί για έγκριση στην ανωτέρω Επιτροπή, πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσης. Ειδικότερα, όσον αφορά στην κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ή των δικαστηρίων της Χώρας είναι δυνατόν, να πραγματοποιείται, μετά από σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π., χωρίς νέα προκήρυξη, από πίνακα επιλαχόντων:
- α) προηγούμενου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., για την
κάλυψη θέσεων της Αρχής ή των δικαστηρίων της Χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες προς κάλυψη θέσεις αφορούν σε όμοιους κλάδους - ειδικότητες και πρόσθετα προσόντα και, ότι δεν έχουν παρέλθει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση των αντίστοιχων πινάκων διοριστέων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 11 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40),
- β) από προκηρύξεις των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 (Α΄ 234), εφόσον ταυτίζονται
τα προσόντα και τα πρόσθετα προσόντα της κατηγορίας τους, με τις αντίστοιχες προς πλήρωση ειδικότητες και της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 11 του ν. 3833/2010. Η παρούσα διάταξη καταλαμβάνει και την προκήρυξη 8Κ/2017 Α.Σ.Ε.Π. (Α.Σ.Ε.Π. 23). Η επιλογή των διοριστέων στις νέες θέσεις από τους επιλαχόντες, γίνεται από το Α.Σ.Ε.Π. κατόπιν ελέγχου των προσόντων των επιλαχόντων υποψηφίων που βρίσκονται στους πίνακες κατάταξης των αντίστοιχων κλάδων και ειδικοτήτων και, σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων πινάκων, εκείνων που προηγούνται χρονικά και με τη σειρά που έχουν οι υποψήφιοι σε αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Οι επιλαχόντες υποψήφιοι, σε περίπτωση που η κάλυψη θέσεων αφορά σε ίδιους φορείς, ή μέρος αυτών, με την αυτή έδρα, εφόσον δεν αποδεχθούν τον διορισμό τους, διαγράφονται από τους πίνακες των επιλαχόντων και από τους πίνακες κατάταξης του προηγούμενου διαγωνισμού. Σε περίπτωση που οι νέες προς κάλυψη θέσεις αφορούν άλλους φορείς ή τους ίδιους φορείς άλλης περιφερειακής ενότητας, οι επιλαχόντες υποψήφιοι καλούνται από το Α.Σ.Ε.Π. με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, να δηλώσουν, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών, τις προτιμήσεις τους για τις νέες θέσεις. Αν δεν υποβληθούν οι δηλώσεις του προηγούμενου εδαφίου, τεκμαίρεται η μη συμμετοχή τους στην παρούσα διαδικασία, χωρίς όμως οι υποψήφιοι να διαγράφονται από τους οικείους πίνακες κατάταξης του προηγούμενου διαγωνισμού. Επιλαχόντες υποψήφιοι που θα διατεθούν προς διορισμό κατόπιν δήλωσης της προτίμησής τους για τις νέες θέσεις, εάν δεν αποδεχθούν τον διορισμό τους, διαγράφονται τόσο από τους πίνακες των επιλαχόντων όσο και από τους πίνακες κατάταξης του προηγούμενου διαγωνισμού.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Άρθρο 47
Αύξηση οργανικών θέσεων στο Ελεγκτικό Συνέδριο - Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 4129/2013 Η παρ. 1 του άρθρου 2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν. 4129/2013, Α΄ 52) τροποποιείται και το άρθρο 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 2 Οργανικές θέσεις
Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από:
- α) τον Πρόεδρο,
- β) εννέα (9) Αντιπροέδρους,
- γ) τριάντα επτά (37) Συμβούλους,
- δ) σαράντα επτά (47) Παρέδρους και
- ε) σαράντα πέντε (45) Εισηγητές - δόκιμους Εισηγητές.
Στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπηρετούν επίσης ένας (1) Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, ένας (1) Επίτροπος της Επικρατείας με βαθμό Αντιπροέδρου Ελεγκτικού Συνεδρίου και τρεις (3) Αντεπίτροποι της Επικρατείας.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ
Άρθρο 48
Πειθαρχικά και δικαιοδοτικά Όργανα του ποδοσφαίρου - Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 4326/2015 Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4326/2015 (Α΄ 49) τροποποιείται ως εξής: «1. α) Τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου είτε λειτουργούν στο πλαίσιο της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ) είτε στο πλαίσιο Ενώσεων Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών, αποτελούνται από δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό, κατά την αρχική τοποθέτησή τους, Πρωτοδίκη ή Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, που ορίζονται εναλλάξ, στα μονομελή όργανα και από τρεις (3) Εφέτες της Πολιτικής Δικαιοσύνης και δύο (2) Εφέτες της Διοικητικής Δικαιοσύνης στα πολυμελή όργανα για τριετή θητεία.
- β) Η Επιτροπή Δεοντολογίας της ΕΠΟ απαρτίζεται
από έναν πρόεδρο Πρωτοδικών ή Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, που ορίζεται εναλλάξ, και από δύο (2) πρωτοδίκες της Πολιτικής Δικαιοσύνης και δύο (2) της Διοικητικής Δικαιοσύνης για τριετή θητεία.
- γ) Οι δικαστικοί λειτουργοί των περ. α΄ και β΄ υποδεικνύονται, με τους αναπληρωτές τους, από τα Τριμελή
Συμβούλια Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών ή του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και από τα Τριμελή Συμβούλια Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά προτίμηση μεταξύ των δικαστών με εμπειρία στο πειθαρχικό δίκαιο, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, που αποστέλλεται μετά από αίτημα της ΕΠΟ, και ορίζονται από αυτήν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
- δ) Η ΕΠΟ ορίζει με απόφαση της Γενικής Συνέλευσής
της πέντε (5) δικαστικούς λειτουργούς που μετέχουν στη σύνθεση του προβλεπόμενου από το Καταστατικό της και τον οικείο Κανονισμό, Διαιτητικού Δικαστηρίου Ποδοσφαίρου, το οποίο αποτελείται από δύο (2) Αρεοπαγίτες, δύο (2) προέδρους Εφετών και έναν (1) πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, για τριετή θητεία.
- ε) Οι δικαστικοί λειτουργοί της περ. δ΄ υποδεικνύονται, μαζί με τους αναπληρωτές τους για τριετή θητεία
από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και από τα Τριμελή Συμβούλια Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, που αποστέλλεται μετά από αίτημα της ΕΠΟ, και ορίζονται από αυτήν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
- στ) Η θητεία δικαστικού λειτουργού που υπηρετεί στα
πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα και το Διαιτητικό Δικαστήριο Ποδοσφαίρου ανανεώνεται μόνο μία (1) μια φορά και μόνο εφόσον υποδειχθεί εκ νέου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το αρμόδιο Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του οικείου δικαστηρίου κατά τα άνω. Ο ορισμός ήδη υπηρετούντων τακτικών δικαστών στα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα, είτε αυτά λειτουργούν στο πλαίσιο της ΕΠΟ είτε στο πλαίσιο Ενώσεων Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών, θεωρείται ανανέωση του αρχικού τους ορισμού.».
Άρθρο 49
Διευθυντής Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων ΕΣΔΙΛ - Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3689/2008 Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3689/2008 (Α΄ 164) αντικαθίσταται και το άρθρο 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 2 Πόροι - Διαχείριση 1.α) Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών έχει τακτικούς και έκτακτους πόρους.
- β) Τακτικοί πόροι είναι:
- αα) Η ετήσια κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό
προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον οποίο εγγράφεται με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό με τίτλο «Επιχορήγηση Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών».
- ββ) Η επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό δημοσίων
επενδύσεων.
- γγ) Οι πρόσοδοι από την περιουσία της και έσοδα από
τη διάθεση εκδόσεων και δημοσιευμάτων, καθώς και από την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους έναντι αμοιβής.
- γ) Έκτακτοι πόροι είναι:
- αα) Οι χρηματοδοτήσεις από το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, για την κάλυψη δαπανών:
κατασκευής, συντήρησης και επισκευής κτιριακών εγκαταστάσεων, ii) προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης του πάσης φύσεως εξοπλισμού, που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της και iii) διαμόρφωσης και συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου.
- ββ) Οι επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές νομικών ή φυσικών
προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών.
- γγ) Οι χρηματοδοτήσεις από το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα».
α) Η οικονομική και διοικητική διαχείριση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204), με τον τρόπο και τα όργανα που καθορίζει ειδικός κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή και του Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων, από το Διοικητικό Συμβούλιο και κυρώνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η οικονομική διαχείριση υπάγεται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
- β) Ο ετήσιος ισολογισμός και απολογισμός της Σχολής
συντάσσονται με τη λήξη του λογιστικού έτους και συνοδεύονται από έκθεση του Γενικού Διευθυντή και του Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων.
- γ) Ο ετήσιος προϋπολογισμός, ισολογισμός και απολογισμός εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο
και υποβάλλονται στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Τα τυχόν πλεονάσματα του ετήσιου απολογισμού μεταφέρονται στην οικονομική χρήση του επόμενου έτους.
Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών συστήνεται θέση Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων. Διευθυντής Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων τοποθετείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις, σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει τουλάχιστον διετή ενεργό υπηρεσία. Παύει αυτοδικαίως να κατέχει τη θέση αυτήν, αν με οποιονδήποτε τρόπο στερηθεί τη δικαστική ιδιότητα. Ορίζεται με μερική απασχόληση και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για θητεία τριών (3) ετών, η οποία παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον αντικαταστάτη του. Αν αποχωρήσει από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, συνεχίζει να κατέχει τη θέση μέχρι τη συμπλήρωση της θητείας του. Η θητεία του μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Εφόσον ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης.
Ο Διευθυντής Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων είναι υπεύθυνος για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης της Σχολής και εποπτεύει τις διαδικασίες που αφορούν στον προϋπολογισμό και τη λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων αυτής, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες που δίνουν σε αυτόν το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Γενικός Διευθυντής της Σχολής. Ιδίως, μεριμνά για:
- α) Τη διασφάλιση της πιστής τήρησης των ανωτάτων
ορίων του προϋπολογισμού της Σχολής και της διενέργειας δαπανών μόνο εφόσον υπάρχει αντίστοιχη πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό.
- β) Την κατά τον νόμο αξιοποίηση των πόρων της Σχολής.
- γ) Τον προγραμματισμό των οικονομικών υποθέσεων
της Σχολής και τη διαδικασία εκτέλεσής τους.
- δ) Τον σχεδιασμό και την εφαρμογή, υπό την εποπτεία
του Γενικού Διευθυντή της Σχολής, των προγραμμάτων εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε. και τον Ε.Ο.Χ. προγραμμάτων, καθώς και προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από εθνικούς πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
Το τεκμήριο αρμοδιότητας για κάθε πράξη διοίκησης και διαχείρισης ανήκει στον Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.».
Άρθρο 50
Διευθυντές Κατάρτισης των τριών κατευθύνσεων - ΕΣΔΙΛ - Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 3689/2008 Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3689/2008 (Α΄ 164) αντικαθίσταται και το άρθρο 6 διαμορφώνεται ως εξής:
Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών τοποθετούνται τρεις Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, ένας για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, ένας (1) για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης και ένας (1) για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων.
α) Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης τοποθετούνται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δικαστικού συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις:
- αα) για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, ένας Πρόεδρος Εφετών
που υπηρετεί στα πολιτικά δικαστήρια,
- αβ) για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης,
ένας Πρόεδρος Εφετών που υπηρετεί στα διοικητικά δικαστήρια και
- αγ) για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων, ένας Εισαγγελέας Εφετών.
- β) Οι Διευθυντές της περ. α΄ παύουν αυτοδικαίως να
κατέχουν τις θέσεις αυτές, αν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο τη δικαστική ιδιότητα.
- γ) Οι Διευθυντές της περ. α΄ ορίζονται με μερική απασχόληση, όχι πάντως μικρότερη των δύο (2) ημερών
κάθε εβδομάδα, και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για θητεία τριών (3) ετών, η οποία παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον αντικαταστάτη τους. Η θητεία τους μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Εφόσον ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, αναπληρώνονται, ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης των Εισαγγελέων, και, αντιστρόφως, ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης, από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών.
Οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στο Διοικητικό Συμβούλιο και εισηγούνται τα θέματα της αρμοδιότητάς τους. Κατανέμουν και συντονίζουν το διοικητικό προσωπικό που έχει σχέση με τις αρμοδιότητές τους και συνεπικουρούν τον Γενικό Διευθυντή στην προώθηση των διεθνών σχέσεων της Σχολής.
Οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της οικείας κατεύθυνσης, υπό την εποπτεία του Γενικού Διευθυντή, είναι αρμόδιοι για την εγγραφή, την παρεχόμενη προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική κατάρτιση και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων. Μεριμνούν για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος κατάρτισης και συντονίζουν τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες. Είναι επίσης αρμόδιοι για την παρεχόμενη, στο πλαίσιο της Σχολής, επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών. Μεριμνούν για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος επιμόρφωσης και συντονίζουν τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες. Ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Εισαγγελέων συνεπικουρεί επιπλέον τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών σε θέματα διδασκαλίας ή επιμόρφωσης που αφορούν το ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Άρθρο 51
Χρονικό όριο κατάσχεσης εις χείρας τρίτων Αδικήματα τύπου - Τροποποίηση του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 Στο άρθρο μόνο του ν. 1178/1981 (Α΄ 187) μετά την παρ. 7 προστίθεται νέα παρ. 7α, η οποία έχει ως εξής: «7α. Στην περίπτωση της κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης στον αδικηθέντα, λόγω ηθικής βλάβης, από τις προβλεπόμενες στην παρ. 1 πράξεις, εφόσον έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, καθώς και αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου, η αναγκαστική κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως μετά τη παρέλευση δεκαοκτώ (18) μηνών από την ημέρα της επίδοσης αντιγράφου του απογράφου στον καθ’ ού η εκτέλεση ή του εγγράφου του άρθρου 983 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και εφόσον η απαίτηση δεν έχει ακόμα εισπραχθεί.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄
ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ
Άρθρο 52
Ανακοπές κατά της εκτελεστικής διαδικασίας - Τροποποίηση του άρθρου 152 του ν. 3588/2007 Η παρ. 4 του άρθρου 152 του ν. 3588/2007 (Α΄ 153) τροποποιείται, προστίθενται παρ. 5 και 6 και το άρθρο 152 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 152 Ανακοπές κατά της εκτελεστικής διαδικασίας
Οι κατ’ ιδίαν πράξεις της διαδικασίας του δημόσιου πλειστηριασμού που ενεργείται για την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη είτε ως συνόλου είτε των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων, προσβάλλονται από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή που ασκείται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου.
Η ανακοπή ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ενέργεια της κάθε πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή μετά τη μεταγραφή της περίληψης της πράξης εξόφλησης ή μερικής εξόφλησης και πιστοποίησης ότι τηρήθηκαν οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, εκτός αν η προσβολή αφορά τη σύνταξη της μεταβιβαστικής σύμβασης, καθώς και μεταγενέστερες πράξεις, οπότε η ανακοπή ασκείται εντός ενενήντα (90) ημερών από της μεταγραφής ή αν δεν υπάρχουν ακίνητα εντός εξήντα (60) ημερών από της υπογραφής της σύμβασης μεταβιβάσεως. αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που δικαιολογεί έννομο συμφέρον και αφού ακουσθεί ο σύνδικος, που προσκαλείται να εκθέσει τις απόψεις του εγγράφως προ τριών (3) ημερών.
Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και το δικαστήριο αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφαση που απαγγέλλει την ακύρωση, ορίζει ποιες από τις πράξεις πρέπει να επαναληφθούν.
Η απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση ή αναίρεση.
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναψηλάφησης, εάν η εκδοθείσα απόφαση αντιβαίνει σε απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε, επί αιτήσεως αναιρέσεως, είτε κατά το άρθρο 559 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είτε κατά το άρθρο 557 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση την αοριστία της ανακοπής. Η κατά το παρόν αίτηση αναψηλάφησης ασκείται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης. Με αίτηση αναψηλάφησης μπορεί να προσβληθεί, για τους ανωτέρω και μόνο λόγους, και κάθε απόφαση εκδοθείσα από την έναρξη του ν. 3588/2007, εφόσον αυτή κατέστη αμετάκλητη, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ΄
ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 53
Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος
Ο τίτλος του Δεύτερου Κεφαλαίου του Δεύτερου Τμήματος του Πρώτου Βιβλίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ».
Ο τίτλος και το άρθρο 33 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 33 Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος
Στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών δημιουργείται Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος που λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής. Στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών υπηρετούν τέσσερις (4) εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς εφετών που τοποθετούνται για θητεία τριών (3) ετών, με τους ισάριθμους αναπληρωτές τους, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. Με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται ο αρχαιότερος από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος ως Προϊστάμενος του Τμήματος. Σε περίπτωση που με το προεδρικό διάταγμα του πρώτου εδαφίου τοποθετείται στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας εφετών που δεν υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετατίθεται και τοποθετείται σε αυτήν. Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ενώ οι αναπληρωτές τους με μερική απασχόληση, και τις εργασίες του Τμήματος συνεπικουρούν οκτώ (8) τουλάχιστον εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών, εκ των οποίων επτά (7) τουλάχιστον από όσους υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και ένας (1) τουλάχιστον από όσους υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς ορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης.
Το έργο των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος εποπτεύει και συντονίζει ο Προϊστάμενος του Τμήματος.».
Ο τίτλος και το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 34 Τοπική αρμοδιότητα εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος Η κατά τόπον αρμοδιότητα των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια.».
Ο τίτλος και το άρθρο 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 35 Καθήκοντα εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος
Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος διενεργούν προκαταρκτική εξέταση είτε αυτοπροσώπως είτε παραγγέλλοντας σχετικά τους γενικούς ή ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους, για τη διακρίβωση τυχόν τέλεσης κάθε είδους φορολογικών, οικονομικών και οποιωνδήποτε άλλων συναφών εγκλημάτων, εφόσον αυτά τελούνται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Επίσης, στην αρμοδιότητά τους υπάγονται τα κακουργήματα που τελούν Υπουργοί ή Υφυπουργοί και δεν καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 86 του Συντάγματος, καθώς και τα κακουργήματα που τελούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή επωφελούμενοι από την ιδιότητά τους, βουλευτές, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκπροσωπούν την Ελλάδα, γενικοί και ειδικοί γραμματείς της Κυβέρνησης, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες σύμβουλοι ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε υπάλληλος κατά την έννοια της περ. α΄ του άρθρου 13 ΠΚ και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση: α) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από διοίκησή τους ή τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης και β) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία, κατά τις κείμενες διατάξεις, μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο και από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, ακόμη και αν οι υπαίτιοι έχουν παύσει να φέρουν την ιδιότητα αυτήν, εφόσον αυτά σχετίζονται με επιδίωξη οικονομικού οφέλους των ίδιων ή τρίτων ή την πρόκληση βλάβης στο Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Με την επιφύλαξη της παρ. 3, ο Προϊστάμενος Εισαγγελέας του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος έχει την εποπτεία, καθοδήγηση και τον συντονισμό των ενεργειών των γενικών κατά την περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 και ειδικών ανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (Δ.Ε.Ο.Ε.) και της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, σε σχέση με τις υποθέσεις, των οποίων οι ως άνω υπάλληλοι έχουν επιληφθεί ως ανακριτικοί υπάλληλοι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Ο Προϊστάμενος Εισαγγελέας του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος ενημερώνεται για όλες τις καταγγελίες ή πληροφορίες που περιέρχονται στις υπηρεσίες του προηγούμενου εδαφίου για εγκλήματα της αρμοδιότητάς του, αξιολογεί και διερευνά τις πληροφορίες αυτές, καθώς και κάθε άλλη σχετική είδηση που περιέρχεται σε γνώση του με οποινοδήποτε τρόπον και μέσο προτάσσοντας εκείνες τις υποθέσεις που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν η καταγγελία, πληροφορία ή είδηση δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, τη θέτει στο αρχείο.
Ειδικά, για τους υπαλλήλους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης παραγγέλλεται αποκλειστικά και μόνο στους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και μόνο για υποθέσεις που εμπίπτουν στις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες. Οι λοιποί υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που έχουν προανακριτικά καθήκοντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διενεργούν προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μόνο μετά από αίτημα της ελεγκτικής υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε. στην οποία ανήκουν προς τον εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος και οι λοιποί εισαγγελείς δεν παραγγέλλουν στις υπηρεσίες και το προσωπικό της Α.Α.Δ.Ε. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ούτε διαβιβάζουν με οποιαδήποτε διαδικασία εντολές ή αιτήματα διενέργειας φορολογικών ελέγχων. Η εκτέλεση των ανωτέρω εισαγγελικών παραγγελιών ανατίθεται σε υπηρεσία εκτός της Α.Α.Δ.Ε. με ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, που εποπτεύονται από εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος και με αρμοδιότητα την έρευνα τέλεσης εγκλημάτων φοροδιαφυγής ή λοιπών οικονομικών αδικημάτων.
Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος είτε παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών την κίνηση ποινικής δίωξης είτε αρχειοθετεί την υπόθεση.
Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος υποστηρίζονται στο έργο τους από αριθμό ειδικών επιστημόνων που κρίνεται αναγκαίος για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Οι ειδικοί αυτοί επιστήμονες συνεπικουρούν με κάθε πρόσφορο τρόπο τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, καθώς και τους γενικούς και ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους για την ακριβέστερη διάγνωση και κρίση γεγονότων για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης. Ο ορισμός των προσώπων αυτών γίνεται με πράξη του προϊσταμένου εισαγγελέα του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος μεταξύ αυτών που υπηρετούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις και από τον ιδιωτικό τομέα, εφόσον στο Δημόσιο δεν υπηρετούν πρόσωπα με τις γνώσεις αυτές, εφαρμόζονται δε αναλόγως ως προς αυτούς τα άρθρα 188 έως 193.».
Ο τίτλος και το άρθρο 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 36 Εξουσίες εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος
Οι εισαγγελείς του άρθρου 33 έχουν, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, με την εξαίρεση του δικηγορικού, καθώς και σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με ισχύοντες κανόνες ιχνηλασιμότητας. Ειδικά η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) επιτρέπεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται η αντικειμενική υπόσταση κακουργήματος.
Οι εισαγγελείς του άρθρου 33, όταν διενεργούν προκαταρκτική εξέταση για τη διακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της αρμοδιότητάς τους, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους, σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων (κινητών και ακινήτων), προς τον σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μέχρι εννέα (9) μηνών που μπορεί να παρατείνεται με βούλευμα του αρμόδιου συμβουλίου κατ’ ανώτατο όριο για άλλους εννέα (9) μήνες, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, προκαταρκτικής εξέτασης. Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ’ ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγ στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας προς τους αρμόδιους οργανισμούς και υπηρεσίες, λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία, η διάταξη στην Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην ημεδαπή. Σε περίπτωση δέσμευσης ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους, η δέσμευση επιδίδεται στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο του κτηματολογικού γραφείου ή στον οικείο λιμενάρχη ή στην υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία και ακολούθως να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους επιδόθηκε. Με τον ίδιο τρόπο, η διάταξη γνωστοποιείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέτρα διασφάλισης.
Η κατά την παρ. 2 διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ’ ου ή στον τρίτο, οι οποίοι μπορούν να προσφύγουν, με αίτησή τους, προς το αρμόδιο συμβούλιο και να ζητήσουν την άρση της, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλούνται ή τροποποιούνται αν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης:
- α) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος άσκηση ποινικής δίωξης,
εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠΔ, β) σε περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως.
Με τη σύμφωνη γνώμη του Προϊσταμένου του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος, ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει την έκδοση της διάταξης της παρ. 2 στον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος την εκδίδει σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του εισαγγελέα πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ΄
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 54
Ηλικία διοριζομένου συμβολαιογράφου Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 2830/2000 Η παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2830/2000 (Α΄ 96) τροποποιείται και το άρθρο 21 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 21 Ηλικία διοριζομένου
Συμβολαιογράφος διορίζεται όποιος έχει συμπληρώσει το εικοστό όγδοο (28ο) έτος και δεν έχει υπερβεί το τεσσαρακοστό πέμπτο (45ο) έτος της ηλικίας του. Κατ’ εξαίρεση, συμβολαιογράφος μπορεί να διορίζεται, ύστερα από επιτυχία σε διαγωνισμό, σε άλλη θέση συμβολαιογράφου ανεξαρτήτως ηλικίας.
Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική, που αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει συνταχθεί το αργότερο μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ημέρα της γέννησης. Εάν δεν συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως ημέρα της γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης.
Το έτος γέννησης, σε περίπτωση έλλειψης ληξιαρχικής πράξης σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδεικνύεται για τους άρρενες από το μητρώο αρρένων και για τις θήλεις από το γενικό μητρώο των δημοτών.
Σε περίπτωση πολλών εγγραφών στα μητρώα επικρατεί η πρώτη.
Δικαστικές αποφάσεις ή διοικητικές πράξεις που διορθώνουν την ηλικία ή την εγγραφή στο μητρώο δεν λαμβάνονται υπόψη.».
Άρθρο 55
Προστασία των ζώων - Ποινικές κυρώσεις
Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1197/1981 (Α΄ 240) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Όποιος κακοποιεί ζώα, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, ή τα εγκαταλείπει έκθετα ή αδέσποτα, τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 8.».
Μετά από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1197/1981, προστίθεται παρ. 2α ως εξής: «2α. Όποιος φονεύει ή βασανίζει ζώα, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες, το ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από πενήντα (50) ως εκατό (100) ευρώ.».
Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1197/1981 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι παραβάτες των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 1, των άρθρων 2 και 3 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 4, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης ενός (1) τουλάχιστον έτους και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες εξήντα (360) ημερήσιες μονάδες, το ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από δέκα (10) ως πενήντα (50) ευρώ.».
Η περ. α΄ του άρθρου 16 του ν. 4039/2012 (Α΄ 15) αντικαθίσταται ως εξής: «α) Με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 9, απαγορεύεται:
- αα) η κακοποίηση και η κακή και βάναυση μεταχείριση
οποιουδήποτε είδους ζώου και
- αβ) ο φόνος και ο βασανισμός των ζώων, με την εσκεμμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής
εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία τους, ιδίως με δηλητηρίαση, κρέμασμα, πνιγμό, κάψιμο, σύνθλιψη και ακρωτηριασμό. Η στείρωση του ζώου, καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρούνται ακρωτηριασμός.». Συμπληρωματικές διατάξεις προστασίας των ζώων
Με γνώμονα το συμφέρον του ζώου, ο αρμόδιος εισαγγελέας αφαιρεί οριστικά το ζώο συντροφιάς ή ζώο άλλης κατηγορίας από την κατοχή του παραβάτη της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 και του άρθρου 16 και το ζώο παραδίνεται στο καταφύγιο αδέσποτων ζώων του αρμόδιου Δήμου ή σε ενδιαφερόμενη φιλοζωική οργάνωση ή σωματείο. Ο εισαγγελέας μπορεί να απαγορεύσει την απόκτηση άλλου ζώου από τον παραβάτη.
Με γνώμονα το συμφέρον του ζώου, ο εισαγγελέας μπορεί να αφαιρέσει προσωρινά το ζώο, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος για κάποιο από τα παραπάνω αδικήματα δηλώνει ότι αναλαμβάνει το κόστος που συνδέεται με την αποκατάσταση της υγείας του ζώου, την κτηνιατρική φροντίδα και τη διαβίωσή του, όπως προκύπτει από παραστατικά, τα οποία του αποστέλλονται με κάθε πρόσφορο τρόπο από τον εκάστοτε φορέα φιλοξενίας του ζώου. Η καταβολή για την κάλυψη του κόστους της παρούσας πραγματοποιείται σε μηνιαία βάση. Αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ή τρίτος που ενεργεί για λογαριασμό τους δεν καταβάλλει τα απαιτούμενα ποσά για την κάλυψη του κόστους αποκατάστασης της υγείας του ζώου, κτηνιατρικής φροντίδας και διαβίωσης, η προσωρινή αφαίρεση τρέπεται σε οριστική με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα.
Ο αρμόδιος Εισαγγελέας, όταν επιλαμβάνεται δημοσιεύματος ή καταγγελίας, μπορεί, έπειτα από επιτόπια αυτοψία, να διαπιστώσει τις συνθήκες που επικρατούν σε οποιοδήποτε καταφύγιο αδέσποτων ζώων συντροφιάς ή εκτροφείο. Αν οι συνθήκες της παρούσας δεν είναι σύμφωνες με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 και τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, ο αρμόδιος Εισαγγελέας καθορίζει με προσωρινή διάταξη του τα μέτρα που οφείλει να λάβει ο ιδιοκτήτης του καταφυγίου ή του εκτροφείου και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου οφείλει να συμμορφωθεί.».
Η παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι παραβάτες των περ. γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 5, των περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 6, της παρ. 4 του άρθρου 7, καθώς και της υποπερ. αα΄ της περ. α΄ του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης ενός (1) τουλάχιστον έτους και χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες εξήντα (360) ημερήσιες μονάδες, το ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από δέκα (10) έως πενήντα (50) ευρώ. Οι παραβάτες της υποπερ. αβ΄ της περ. α΄ του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες, το ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από πενήντα (50) έως εκατό (100) ευρώ.».
Η παρ. 7 του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «7. Τα έσοδα από τα πρόστιμα του παρόντος εγγράφονται σε ειδικό κωδικό στον προϋπολογισμό του Δήμου και διατίθενται αποκλειστικά για τη δημιουργία και βελτίωση των δημοτικών καταφυγίων και δημοτικών κτηνιατρείων.».
Άρθρο 56
Τροποποίηση του άρθρου 36 του ν. 4194/2013 Η παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης, στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας, για την επίτευξη δε της λύσης αυτής, ο δικηγόρος επικοινωνεί και με τον οφειλέτη του εντολέα ή τον δικηγόρο αυτού στο μέτρο των εκάστοτε αναγκών και πάντα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Επαγγέλματος. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.».
Άρθρο 57
Τροποποίηση του άρθρου 140 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 140 του ν. 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1.Το πειθαρχικό παράπτωμα έχει αυστηρώς προσωποπαγή χαρακτήρα και συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του δικηγόρου, που μπορεί να του καταλογιστεί εφόσον αυτή:».
Άρθρο 58
Τροποποίηση του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208)
Η περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «δ) προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δώδεκα (12) μήνες.
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Τις πειθαρχικές ποινές της σύστασης και της επίπληξης επιβάλλει, ως πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο Πρόεδρος του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.».
Η περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 και η παρ. 3 του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 καταργούνται. του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) Η παρ. 3 του άρθρου 144 του ν. 4194/2013 καταργείται.
Άρθρο 60
Τροποποίηση του άρθρου 145 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) Η παρ. 1 του άρθρου 145 του ν. 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Σε περίπτωση που επιβληθεί σε δικηγόρο με τελεσίδικη απόφαση Πειθαρχικού Συμβούλιου η ποινή της οριστικής παύσης, αυτός διαγράφεται από το μητρώο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και καταθέτει στην γραμματεία αυτού τη δικηγορική του ταυτότητα.».
Άρθρο 61
Τροποποίηση του άρθρου 152 του ν. 4194/2013 Οι παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 152 του ν. 4194/2013 αντικαθίστανται από παρ. 1 ως 3 ως εξής: «1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του.
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπον γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής για τέλεση τέτοιων πράξεων, διατάσσει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αναφορά για την οποία δεν έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο, καθώς και αναφορά η οποία δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προδήλως αβάσιμη κατ’ ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης αρχειοθετείται με ανέκκλητη απόφαση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία ανακοινώνεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ανώνυμες αναφορές και καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται αμέσως.
Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία ανάθεσής της αφού προηγουμένως κληθεί να δώσει εξηγήσεις, γραπτές ή προφορικές ο κατονομαζόμενος δικηγόρος. Το μέλος του Πειθαρχικού Συμβούλιου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο.».
Άρθρο 62
Τροποποίηση του άρθρου 153 του ν. 4194/2013 Η παρ. 1 του άρθρου 153 του ν. 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβούλιου αποκλειστικώς από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον από την αιτιολογημένη έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο δικηγόρο. Δεν διώκεται πειθαρχικώς δικηγόρος εκ μόνης της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ή εταίρου Δικηγορικής Εταιρείας για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτής, ως νομικού προσώπου. Στο έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπον και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος δικηγόρος. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ο Πρόεδρος του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου παραπέμπει υποθέσεις, αν κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 142.».
Άρθρο 63
Διορισμός σε κενές οργανικές θέσεις δικαστηρίων Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από αίτημα του υποψηφίου, υποψήφιος της υπό στοιχεία 1Κ/2017 προκήρυξης (ΦΕΚ 10/τ. ΑΣΕΠ/3.3.2017, όπως τροποποιήθηκε με το ΦΕΚ 15/τ. ΑΣΕΠ/4.4.2017), ο οποίος διατίθεται σε προσωποπαγή θέση δικαστηρίου ή δικαστικής υπηρεσίας σε εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, μπορεί να διορισθεί, αντί της προσωποπαγούς θέσης, σε κενή οργανική θέση άλλου δικαστηρίου ή δικαστικής υπηρεσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ΄
ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 64
Παράταση προθεσμίας για τη γνωμοδότηση σχετικά με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας Τροποποίηση του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 (Α΄176)
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) τροποποιείται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής: «9. Η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει το έργο που περιγράφεται στις περ. α΄ και β΄ και να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση, συνοδευόμενη από αναλυτική μελέτη σύμφωνα με την ως άνω περιγραφή του έργου της, στους συναρμόδιους Υπουργούς έως τις 30.5.2018, καθώς και από προκαταρκτική ποσοτικοποίηση της εκτιμώμενης επίπτωσης της εν λόγω γνωμοδότησης. Οι συναρμόδιοι Υπουργοί επεξεργάζονται τη γνωμοδότηση και παρέχουν σχετικές οδηγίες. Επί τη βάσει των ανωτέρω οδηγιών η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει το έργο που περιγράφεται στην περ. γ΄ της παρ. 2 και να υποβάλλει τελική γνωμοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς έως τις 30.4.2021. Η διάρκεια λειτουργίας της συσταθείσας, με την υπ’ αρ. 2/14511/0004/12.3.2018 ΚΥΑ (ΑΔΑ: 728ΖΗΜ3Ξ), Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί με τις υπ’ αρ. 2/56353/0004/22.11.2018 (ΑΔΑ: 63ΓΑΗ - ΑΞ0) και 35114 ΕΞ 2020/1.4.2020 (ΥΟΔΔ 323) αποφάσεις παρατείνεται ως την ως άνω ημερομηνία.».
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 15 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 τροποποιείται και η παρ. 15 διαμορφώνεται ως εξής: του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η απόφαση αυτή ισχύει έως τις 30.4.2021.».
Άρθρο 65
Παράταση ισχύος διάταξης για ρύθμιση ζητημάτων δαπανών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. και των Υ.Πε. Η ισχύς της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76) παρατείνεται έως και τη δημοσίευση του παρόντος.
Άρθρο 66
Παράταση μέτρων οικονομικής ενίσχυσης εποχικά εργαζομένων με δικαίωμα υποχρεωτικής επαναπρόσληψης
Η άσκηση του δικαιώματος του άρθρου 32 του ν. 4690/2020 (Α΄ 104) μπορεί να αφορά σε χρονικό διάστημα έως και την 31η.10.2020.
Με την επιφύλαξη εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 32 του ν. 4690/2020 μόνο για τους εργαζόμενους που δεν κάνουν χρήση του παρόντος, από την 1η Νοεμβρίου 2020 οι δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού του άρθρου 32 του ν. 4690/2020 θεωρείται ότι έχουν απολυθεί αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αποστέλλει σχετικό αρχείο στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) για τους δικαιούχους τακτικής επιδότησης ανεργίας.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις καταβολής της αποζημίωσης ειδικού σκοπού, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 67
Επιδότηση αποζημίωσης αποδοχών αδείας εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δωδεκάμηνης λειτουργίας
Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που ανήκουν στον ξενοδοχειακό κλάδο δωδεκάμηνης λειτουργίας και απασχολούν εργαζόμενους, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας είχαν τεθεί σε αναστολή εντός του έτους 2020, καταβάλλουν στους εργαζόμενους τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, επί του ονομαστικού μισθού, για το έτος 2020, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020 ή μέχρι τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι συμβάσεις εργασίας είχαν τεθεί σε αναστολή.
Για το χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020, αναστολής των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της παρ. 1, καταβάλλεται στον εργοδότη, για κάθε εργαζόμενο με σύμβαση πλήρους απασχόλησης, αποζημίωση αποδοχών αδείας που ανέρχεται σε 2/25 επί της μηνιαίας αποζημίωσης ειδικού σκοπού (534 ευρώ), για κάθε μήνα αναστολής της σύμβασης εργασίας τους. Για εργαζομένους με συμβάσεις μερικής απασχόλησης, η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται κατ’ αναλογία των ημερών εργασίας τους.
Το ποσό της αποζημίωσης της παρ. 2 καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Το ποσό της αποζημίωσης αποδοχών αδείας της παρ. 2 είναι αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να καθορίζονται η διαδικασία, οι όροι, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να καθορίζονται οι όροι και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ειδικώς για την εφαρμογή του παρόντος μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ».
Άρθρο 68
Ειδική οικονομική ενίσχυση πληττόμενων επιχειρήσεων-εργοδοτών στον κλάδο του τουρισμού
Θεσπίζεται ειδική οικονομική ενίσχυση για επιχειρήσεις-εργοδότες ξενοδοχειακών καταλυμάτων δωδεκάμηνης λειτουργίας, με περισσότερους από πενήντα (50) εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης κατά τη δημοσίευση του παρόντος, που έχουν πληγεί σοβαρά από τις συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και πρόκειται να υλοποιήσουν επενδυτικό σχέδιο αναμόρφωσης ή και ενεργειακής αναβάθμισης των κτιριακών εγκαταστάσεών τους, με σκοπό τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και τη δημιουργία νέων.
Η οικονομική ενίσχυση της παρ. 1 καταβάλλεται για χρονικό διάστημα έως δώδεκα (12) μήνες, με την κάλυψη ποσοστού 80% επί του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους και ενεργοποιείται εντός διετίας από την έγκριση του επενδυτικού έργου.
Το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης της παρ. 1 δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της εγκεκριμένης επενδυτικής δαπάνης του έργου.
Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της οικονομικής ενίσχυσης δεν επιτρέπεται:
- α) η καταγγελία συμβάσεων εργασίας και σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί είναι άκυρη,
- β) η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας του συνόλου
των εργαζομένων των επιχειρήσεων της παρ. 1,
- γ) η αναστολή συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων
και
- δ) η υπαγωγή των εργαζομένων στο πρόγραμμα «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ».
Πληροφοριακό Σύστημα ΠΣ «ΕΡΓΑΝΗ» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και η αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με τη συμμετοχή των συναρμόδιων Γενικών Γραμματέων Δημοσιονομικής Πολιτικής, Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ και Εργασίας.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος, οι όροι και οι προϋποθέσεις έγκρισης επιχειρήσεων-εργοδοτών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της οικονομικής ενίσχυσης της παρ. 1.
Άρθρο 69
Επιπρόσθετα μέτρα στήριξης εργαζομένων και εργοδοτών τουριστικών καταλυμάτων δωδεκάμηνης λειτουργίας Στον ν. 4714/2020 (Α΄ 128) προστίθεται άρθρο 123Α ως εξής: «Άρθρο 123Α Μέτρα στήριξης εργαζομένων και εργοδοτών τουριστικών καταλυμάτων δωδεκάμηνης λειτουργίας
Οι εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές για τις επιχειρήσεις-εργοδότες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των τουριστικών καταλυμάτων, τα οποία λειτουργούν καθ’ όλο το έτος (δώδεκα (12) μήνες ετησίως) και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2020 έως και τον Αύγουστο 2020 είχαν χαμηλότερα ακαθάριστα έσοδα κατά ποσοστό τουλάχιστον 70% από το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του έτους 2019, καταβάλλονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για το χρονικό διάστημα από 1.9.2020 έως 31.12.2020.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται ο τρόπος, η διαδικασία, οι όροι, οι προϋποθέσεις για την ένταξη των επιχειρήσεων-εργοδοτών της παρ. 1, οι υποχρεώσεις αυτών των επιχειρήσεων, η διαδικασία διασταύρωσης των απαραίτητων στοιχείων μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος “Εργάνη” και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.».
Άρθρο 70
Ενίσχυση Επιχειρήσεων του πολιτισμού με κάλυψη θέσεων θεατή/εισιτηρίου Θέατρα Μουσικές σκηνές - Χοροθέατρα - Συναυλιακοί χώροι - Χώροι παραστάσεων - Κινηματογράφοι
Ενισχύονται οικονομικά με τη μορφή οικονομικής κάλυψης θέσεων θεατή/εισιτηρίου, από τον Κρατικό Προϋπολογισμό οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα ή μη κερδοσκοπικές, υποκείμενες σε ΦΠΑ, με κύριο ή δευτερεύοντα ΚΑΔ έναν από τους ακόλουθους: 90.01, 90.02, 90.03, 90.04, 93.29.2, 59.14, οι οποίες: α. έχουν λειτουργήσει ή λειτουργούν επί αδειοδοτημένου χώρου με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας είτε θεάτρου, κινηματογράφου, μουσικής σκηνής ή γενικά χώρου παραστάσεων, εξαιρουμένων των αθλητικών εγκαταστάσεων, β. έχουν θετικό κύκλο εργασιών σε οποιαδήποτε δήλωση ΦΠΑ από 1η Ιανουαρίου 2019 έως 30 Σεπτεμβρίου 2020 και γ. παρουσιάζουν πτώση κύκλου εργασιών Μαρτίου Σεπτεμβρίου 2020 σε σχέση με το χρονικό διάστημα Μαρτίου - Σεπτεμβρίου 2019 τουλάχιστον 20%.
Για τις επιχειρήσεις θεάτρου, μουσικών σκηνών, χοροθεάτρων, συναυλιακών χώρων και παραστάσεων, βάσει ΚΑΔ (ΚΑΔ: 90.01, 90.02, 90.03, 90.04, 93.29.2), καταβάλλεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σταθερό ποσό δέκα (10) ευρώ ανεξαρτήτως της τιμής του εισιτηρίου που εφαρμόζει η επιχείρηση ανά θέση θεατή/ εισιτήριο ανά παράσταση, για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2020 και για συνολικό μέγιστο αριθμό είκοσι τεσσάρων (24) παραστάσεων ανά μήνα, σύμφωνα με τον αριθμό των προγραμματισμένων παραστάσεων, ως εξής:
- α) Για τις λειτουργούσες επιχειρήσεις της παρ. 2, σύμφωνα με τις δηλώσεις ΦΠΑ του τέταρτου τριμήνου 2020,
καταβάλλεται κατά τα ανωτέρω, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 40 % των συνολικών θέσεων θεατή/εισιτηρίων της εκάστοτε παράστασης, όπως οι θέσεις προκύπτουν από τον μέγιστο πληθυσμό της άδειας λειτουργίας. Το ποσό που αντιστοιχεί στις θέσεις θεατή/εισιτήρια καταβάλλεται στον παραγωγό της παράστασης.
- β) Για τις κλειστές επιχειρήσεις της παρ. 2, είτε παραμένουν κλειστές με κρατική εντολή δημόσιας αρχής είτε
από επιλογή, καταβάλλεται στην επιχείρηση που διαχειρίζεται την αίθουσα και η επιχειρηματική της δραστηριότητα ανήκει στους ανωτέρω ΚΑΔ, κατά τα ανωτέρω ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% των συνολικών θέσεων θεατή/εισιτηρίων, όπως οι θέσεις προκύπτουν από τον μέγιστο πληθυσμό της άδειας λειτουργίας.
Για τις επιχειρήσεις κινηματογράφου, βάσει ΚΑΔ (ΚΑΔ: 59.14), καταβάλλεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σταθερό ποσό τεσσάρων (4) ευρώ, ανεξαρτήτως της τιμής του εισιτηρίου που εφαρμόζει η επιχείρηση, ανά θέση θεατή/εισιτήριο, ανά προβολή για τρεις (3) μήνες και για σαράντα (40) παραστάσεις ανά μήνα ως εξής:
- α) Για τις λειτουργούσες επιχειρήσεις της παρ. 3,
σύμφωνα με τις δηλώσεις ΦΠΑ του τέταρτου τριμήνου 2020, καταβάλλεται κατά τα ανωτέρω συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στο 20% των συνολικών θέσεων θεατή/ εισιτηρίων, όπως οι θέσεις προκύπτουν από τον μέγιστο πληθυσμό της άδειας λειτουργίας.
- β) Για τις κλειστές επιχειρήσεις της παρ. 3, είτε παραμένουν κλειστές με κρατική εντολή δημόσιας αρχής
είτε από επιλογή, καταβάλλεται κατά τα ανωτέρω στην επιχείρηση που διαχειρίζεται την αίθουσα και η επιχειρηματική της δραστηριότητα ανήκει στους ανωτέρω ΚΑΔ συνολικό ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 10% των συνολικών θέσεων θεατή/εισιτηρίων, όπως οι θέσεις αυτές προκύπτουν από τον μέγιστο πληθυσμό της άδειας λειτουργίας. τη διασταύρωση των υποβαλλόμενων στοιχείων τους με την ΑΑΔΕ, στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ».
Κατά το χρονικό διάστημα της παρ. 2, οι δικαιούχοι επιχειρήσεις-εργοδότες υποχρεούνται να διατηρούν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας που έχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος. Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί ο όρος του ανωτέρω εδαφίου, οι επιχειρήσεις-εργοδότες εκπίπτουν από δικαιούχοι της ενίσχυσης.
Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του Πολιτισμού, δικαιούχοι της ενίσχυσης με κάλυψη θέσεων θεατή/εισιτηρίου, επιστρέφουν ποσοστό 20% για τη χορήγηση κοινωνικού εισιτηρίου εντός διαστήματος τριών (3) ετών σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως ΑμεΑ, μακροχρόνια ανέργους, μονογονεϊκές οικογένειες, τρίτεκνους και πολύτεκνους.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Πολιτισμού και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ορίζονται οι όροι, η διαδικασία, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τα τεχνικά θέματα, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να καθορίζονται οι όροι και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ».
Άρθρο 71
Έκτακτα μέτρα για την προστασία των εργαζομένων των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί με καταγγελία από επιχείρηση-εργοδότη στις πληγείσες από τον μεσογειακό κυκλώνα «Ιανός» περιοχές της Χώρας
Οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις-εργοδότες της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4728/2020 (Α΄ 186), των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί με καταγγελία κατά το χρονικό διάστημα από 18 Σεπτεμβρίου 2020 έως και 29 Σεπτεμβρίου 2020, είναι δικαιούχοι της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης, ως αποζημίωσης ειδικού σκοπού του δέκατου τρίτου άρθρου της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (A΄ 64), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (A΄ 76), από την ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης τους και για χρονικό διάστημα όχι πέραν των τριών (3) μηνών.
Η αποζημίωση ειδικού σκοπού ανέρχεται σε ποσό ύψους πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ (534,00€) ανά μήνα, ποσό που αντιστοιχεί σε τριάντα (30) ημέρες, εφόσον δεν έχουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη ή δεν λαμβάνουν τακτική επιδότηση ανεργίας από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού. Στους εργαζόμενους της παρ. 1 παρέχεται πλήρης ασφαλιστική κάλυψη επί του ποσού των πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ (534,00€).
Οι εργαζόμενοι στις ανωτέρω επιχειρήσεις υποβάλουν αίτηση, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ειδικού μηχανισμού στήριξης των εργαζομένων (supportemployees.services.gov.gr), μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr - ΕΨΠ). Η ηλεκτρονική πλατφόρμα του προηγούμενου εδαφίου τηρείται στη Γενική Διεύθυνση Εργασιακών Σχέσεων, Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία και Ένταξης στην Εργασία της Γενικής Γραμματείας Εργασίας, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Για την είσοδο του αιτούντος στην ανωτέρω πλατφόρμα απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίησή του με τη χρήση των κωδικών - διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Η δαπάνη για την αποζημίωση ειδικού σκοπού και την ασφαλιστική κάλυψη των δικαιούχων της παρ. 1 καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Η αποζημίωση ειδικού σκοπού της παρ. 2 είναι αφορολόγητη, ανεκχώρητη και ακατάσχετη στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύνανται να καθορίζονται οι όροι και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύνανται να καθορίζονται οι όροι και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ειδικώς για την εφαρμογή του παρόντος μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ» και της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που τηρείται για τον σκοπό αυτόν, όπως ενδεικτικά, η λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ο τρόπος υποβολής της αίτησης, το περιεχόμενό της, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό και λεπτομερειακό ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 72
Τροποποίηση της κατά χρόνο άσκησης αρμοδιοτήτων από τους δήμους στο πλαίσιο υφιστάμενης διοικητικής υποστήριξης Τροποποίηση του άρθρου 376 του ν. 4700/2020
Στις παρ. 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 376 του ν. 4700/2020 (Α΄ 127), η ημερομηνία «1η.11.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1η.10.2021», στην παρ. 2 του άρθρου 376 του ν. 4700/2020, η ημερομηνία «31.10.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «30.9.2021», στην παρ. 3 του άρθρου 376 του ν. 4700/2020, η ημερομηνία «31.8.2020», αντικαθίσταται από την ημερομηνία «30.9.2021», στην παρ. 4 η ημερομηνία «31.12.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1.11.2021» και οι παρ. 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 376 διαμορφώνονται ως εξής: πλαίσιο των οριζομένων στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 3852/2010, για τις οποίες παρέχεται κατά τη δημοσίευση του παρόντος διοικητική υποστήριξη, ορίζεται η 1η.10.2021. Μέχρι τις 30.9.2021 συνεχίζουν να εφαρμόζονται και οι ρυθμίσεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 95 του ν. 3852/2010. Η παρ. 1 του άρθρου 1 της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013 (Α΄ 98), συνεχίζει να ισχύει.
Εκκρεμείς δίκες κατά την 1η.10.2021, που αφορούν υποθέσεις στο πλαίσιο της παροχής διοικητικής υποστήριξης, συνεχίζονται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση από τον δήμο στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου αφορά η προσβληθείσα πράξη. Ανεκτέλεστες δικαστικές αποφάσεις κατά διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής υποστήριξης από 1.1.2011 έως 30.9.2021, εκτελούνται από τον δήμο στα διοικητικά όρια του οποίου αφορά η προσβαλλόμενη πράξη.
Εκκρεμείς υποθέσεις κατά την 1η.10.2021 στο πλαίσιο παροχής διοικητικής υποστήριξης συνεχίζονται από τον κατά τόπο αρμόδιο δήμο. Για την παράδοση των φακέλων των υποθέσεων αυτών συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής από τους ενδιαφερομένους δήμους με ρητή αναφορά του σταδίου εκκρεμότητας της σχετικής υπόθεσης. Αντίγραφο του πρωτοκόλλου υποβάλλεται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση έως 1.11.2020. Φάκελοι αρχειοθετημένων υποθέσεων, που καταρτίσθηκαν από τις υπηρεσίες που παρείχαν τη διοικητική υποστήριξη, παραμένουν στα αρχεία τους.
α) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το άρθρο 5 του ν. 4674/2020.
- β) Από την 1η.10.2021 καταργείται η παρ. 4 του άρθρου 205 του ν. 3852/2010.».
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.11.2020.
Άρθρο 73
Τροποποίηση της κατά χρόνο άσκησης αρμοδιοτήτων των Υπηρεσιών Δόμησης Τροποποίηση του άρθρου 97Α του ν. 3852/2010
Στις παρ. 1 και 6 του άρθρου 97Α του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), η ημερομηνία «1η.11.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1η.10.2021», στην παρ. 6 η ημερομηνία «1.11.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1.10.2021» και το άρθρο 97Α διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 97Α Λειτουργία Υπηρεσιών Δόμησης
Από την 1η.10.2021, εκτός από τις υπηρεσιακές μονάδες που προβλέπονται στο άρθρο 97, σε κάθε Δήμο συστήνεται και λειτουργεί Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ). Στους Δήμους όπου δεν υφίστανται ΥΔΟΜ κατά τη δημοσίευση του παρόντος, συστήνεται σε επίπεδο Τμήματος. Η δομή και οι οργανικές θέσεις της ΥΔΟΜ ορίζονται, αφού ληφθεί υπόψη η ελάχιστη στελέχωση της παρ. 2, κατά την πρώτη τροποποίηση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) του δήμου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α΄ 134).
α) Οι Υπηρεσίες Δόμησης που λειτουργούν σε επίπεδο Τμήματος στελεχώνονται τουλάχιστον από έναν αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, έναν αρχιτέκτονα μηχανικό, έναν χωροτάκτη-πολεοδόμο μηχανικό, έναν πολιτικό μηχανικό και έναν μηχανολόγο ή ηλεκτρολόγο μηχανικό. Ο χωροτάκτης-πολεοδόμος μηχανικός, αν δεν υπάρχει, αντικαθίσταται από αρχιτέκτονα ή τοπογράφο μηχανικό με μεταπτυχιακό τίτλο ή ειδίκευση στην πολεοδομία και ο αγρονόμος τοπογράφος από πολιτικό μηχανικό. Η ελάχιστη στελέχωση για τις Υπηρεσίες Δόμησης σε επίπεδο Διεύθυνσης, ανέρχεται στο σαράντα τοις εκατό (40%) των θέσεων κάθε κατηγορίας προσωπικού της οικείας Διεύθυνσης, όπως προβλέπεται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του δήμου, συμπεριλαμβανόμενων υποχρεωτικά των ειδικοτήτων του προηγούμενου εδαφίου.
- β) Στην κατά την περ. α΄ στελέχωση, προσμετράται
το πάσης φύσεως απασχολούμενο προσωπικό, ανεξάρτητα της σχέσης εργασίας του, συμπεριλαμβανόμενου του προσωπικού της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4674/2020 (Α΄ 53).
α) Το πρώτο δίμηνο κάθε έτους η Αποκεντρωμένη Διοίκηση διαπιστώνει την επάρκεια της ελάχιστης στελέχωσης κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 και εκδίδει πιστοποιητικό επάρκειας, το οποίο κοινοποιείται στη Γενική Γραμματεία Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών και στη Γενική Διεύθυνση Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
- β) Αν δεν πληρούται η ελάχιστη στελέχωση, με ευθύνη του οικείου δημάρχου οι αρμοδιότητες της ΥΔΟΜ
ασκούνται με συμβάσεις διαδημοτικής και διαβαθμιδικής συνεργασίας με δήμους και περιφέρειες, κατά το άρθρο 99 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87).
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)