Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 217/2021
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 1 331. Τροποποίησις του Κανονισμού υπ’ αρ. 324/ 2020 «Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 249). 2 332. Τροποποίησις του Κανονισμού υπ’ αρ. 325/ 2020 «Περί εκμισθώσεων, εκποιήσεων και εν γένει διαχειρίσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 252). ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 331 (1) Τροποποίησις του Κανονισμού υπ’ αρ. 324/2020 «Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 249). Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
Τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 και του άρθρου 13 του Συντάγματος,
τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1, του άρθρου 3, της περ. ε του άρθρου 4, των άρθρων 9, 42, της παρ. 2 του άρθρου 46 και της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 590/1977 «Περί του καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 146), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α’ 32),
τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 της από 11.5.1988 «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή», η οποία κυρώθηκε διά του άρθρου πρώτου του ν. 1811/1988 (Α’ 231),
τις διατάξεις της υποπαρ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α’ 32),
την υπό στοιχεία ΙΑ’/2/27.10.2021 εισήγηση της Διοικούσας Επιτροπής της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) και
την από 3.11.2021 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποφασίζει: Τροποποιεί τον Κανονισμό 324/2020 (Α’ 249), ως εξής: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 331/2021 Περί τροποποιήσεως του Κανονισμού υπ’ αρ. 324/2020 “Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ)” (Α’ 249)
Άρθρο 1
Η παρ. 4 του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως εξής: «4. α’. Το σύνολο των κατ’ άρθρο 8 του ν. 4684/1930 (Α’ 150) και των εκτελεστικών του διαταγμάτων προσδιορισθέντων ακινήτων της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας, τα οποία διοικεί και διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, διά της Ε.Κ.Υ.Ο., ως οιονεί καθολική διάδοχος του «Οργανισμού Διοικήσεως Μοναστηριακής και Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.) αργότερα μετονομασθέντος ως «Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Δ.Ε.Π.) και ως «Οργανισμού Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.), από την ημερομηνία καταργήσεως του τελευταίου (13.10.1988), εξακολουθούν να αποτελούν ρευστοποιητέα περιουσία των Ιερών Μονών, οι οποίες έχουν την κυριότητα των ακινήτων αυτών, αμέσως τεταγμένη για την εξυπηρέτηση αφ’ ενός των δημοσίων σκοπών, οι οποίοι ορίστηκαν διά του ν. 4684/1930 (Α’ 150), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αφ’ ετέρου των σκοπών, που θεραπεύονται από τους πόρους της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι υπεύθυνη για την νομική και φορολογική τάξη της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας και υπόχρεη για την πληρωμή κάθε σχετικής διαχειριστικής δαπάνης, φόρου, τέλους ή άλλου εξόδου που βαρύνουν τα ακίνητα αυτής της κατηγορίας ή τον ιδιοκτήτη τους. β’. Όλες οι χρηματικές αξιώσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, τις οποίες διαχειρίζεται η Ε.Κ.Υ.Ο., οιασδήποτε μορφής (όπως παρακαταθέσεις χρημάτων σε πιστωτικά ιδρύματα, αξιογραφικοί ή παραξιογραφικοί τίτλοι, απαιτήσεις εκ συμβάσεων κ.λπ.), ακόμη και εάν προέρχονται αιτιωδώς από έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (π.χ. τραπεζικές συναλλαγές, μισθώσεις ακινήτων), τάσσονται άμεση αρωγή και οικονομική υποστήριξη των υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος, ββ) την επιχορήγηση των εποπτευομένων νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, γγ) την επιχορήγηση των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 (Ι. Μητροπόλεων, Ι. Μονών, Ενοριών κ.λπ.) και δδ) την προαγωγή του αγιαστικού, θρησκευτικού, εκκλησιαστικού πνευματικού έργου και φιλανθρωπικών, μορφωτικών και εν γένει φιλοκοινωνικών σκοπών της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. γ’. Όλες οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Ελλάδος περί τη διοίκηση και διαχείριση της ρευστοποιητέας περιουσίας της παρ. 4 του παρόντος άρθρου τελούν υπό τους όρους του άρθρου 20 του ν. 4684/1930 περί του Ο.Δ.Ε.Π., τον οποίο διαδέχθηκε από την κατάργησή του η Εκκλησία της Ελλάδος».
Η παρ. 2 του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η Ε.Κ.Υ.Ο. εισηγείται προς τη Δ.Ι.Σ. εν γένει περί της ιδρύσεως εταιρειών κατά την κείμενη νομοθεσία. Κατόπιν εγκρίσεως της ιδρύσεως των ως άνω εταιρειών κάθε νομικής μορφής και του καταστατικού τους από τη Δ.Ι.Σ., η Ε.Κ.Υ.Ο. σχεδιάζει, αποφασίζει και επιμελείται κάθε ζητήματος τρεχούσης φύσεως, προτείνοντας τα μέλη διοικήσεως και εκπροσωπήσεως των εταιρειών αυτών και εισηγούμενη στη Δ.Ι.Σ. για την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις οποίες μετέχει αμέσως ή εμμέσως η Εκκλησία της Ελλάδος.»
Η παρ. 3 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Ενισχυμένη πλειονοψηφία των τεσσάρων τουλάχιστον από τα πέντε μέλη της Διοικούσας Επιτροπής απαιτείται για τη λήψη απόφασης της Δ.Ε. υποκειμένης σε έγκριση της Δ.Ι.Σ. επί εισηγήσεων της υπηρεσίας, οι οποίες αφορούν: α’. Τις δικαιοπραξίες της παρ. 2, ως και τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του εδαφίου β’ του στοιχείου η’ της παρ. 3 του άρθρου 7 του παρόντος. β’. Την παροχή εξουσιοδοτήσεων για αγορά ή πώληση ή αξιοποίηση ή μετατροπή μετοχών και εν γένει κινητών αξιών, όπως και τη συμμετοχή σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, repos και εν γένει σε τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα και για ποσά που υπερβαίνουν το ποσό των 100.000,00 ευρώ ανά συναλλαγή. γ’. Την κατασκευή κτιρίων και έργων υποδομής, την αγορά και πώληση ακινήτων. δ’. Την μείωση ή διατήρηση σταθερού μισθώματος για χρονικό διάστημα άνω των έξι (6) ετών, εφ’ όσον το αρχικό μίσθωμα υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (2.500,00 €) ή ζητείται περαιτέρω μείωση ή διατήρηση σταθερού μισθώματος ανεξαρτήτως του ύψους του μισθώματος. ε’. Την παροχή επιχορηγήσεων άνω των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €). στ’. Την συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε επιχειρήσεις, την εισήγηση προς τη Δ.Ι.Σ. για την ίδρυση από την Εκκλησία της Ελλάδος κάθε νομικής μορφής εταιρειών και την παραχώρηση ακινήτων προς διαχείριση από εταιρείες. ζ’. Κάθε θέμα που αφορά τον δανεισμό ή την επιβάρυνση της Εκκλησίας της Ελλάδος από την εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων, καθώς και για τη χορήγηση εγγυήσεων από την Εκκλησία της Ελλάδος υπέρ των κάθε νομικής μορφής θυγατρικών εταιρειών. Αρκεί απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής για ενέργειες που αποσκοπούν αποκλειστικώς στην παροχή έκπτωσης σε υφιστάμενες δανειακές και εγγυητικές συμβάσεις και την σύναψη των σχετικών τροποποιητικών δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων».
Το άρθρο 7 αντικαθίσταται ως εξής: «1. α’. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφασίζει ή εισηγείται επί παντός θέματος αναγομένου στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας κατά το άρθρο 2 του παρόντος. β’. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν γραπτών ή προφορικών εισηγήσεων του Γενικού Διευθυντή της Ε.Κ.Υ.Ο. Για την αιτιολόγηση των εισηγήσεων ο Γενικός Διευθυντής, πέρα από την προφορική ή γραπτή γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο., δύναται να συνυποβάλλει εισηγήσεις των αρμοδίων Διευθύνσεων, γνωμοδοτήσεις του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων ή των ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών συμβούλων.
Οι αποφάσεις της Δ.Ε. είναι οριστικές, εκτός εάν αφορούν αγορά ή αντιπαροχή ή ανταλλαγή ακινήτων ή μακροχρόνια μίσθωση ακινήτων, ήτοι αρχική εκμίσθωση ή μίσθωση πέραν της δωδεκαετίας ή ανανέωση εκμισθώσεως ή μισθώσεως πέραν της εξαετίας ή την εκμίσθωση ή μίσθωση ακινήτων δι’ ανταλλάγματος ή μηνιαίου μισθώματος άνω των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €) ή την πώληση ακινήτων άνω των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000,00 €) ή την αποποίηση κληρονομικού δικαιώματος, οπότε απαιτείται έγκριση της Δ.Ι.Σ. Για την παραχώρηση δικαιώματος επιφάνειας αποφασιστικό όργανο είναι η Δ.Ι.Σ. η οποία αποφαίνεται ύστερα από εισήγηση της Δ.Ε.
Η Διοικούσα Επιτροπή ασκεί διοικητική και πειθαρχική εξουσία επί των υπαλλήλων της Ε.Κ.Υ.Ο. και έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες: α’. Ψηφίζει αφ’ ενός τον προϋπολογισμό και αφ’ ετέρου τον ισολογισμό και τον απολογισμό εκάστου έτους. β’. Εγκρίνει τις δαπάνες από εξήντα χιλιάδες ευρώ και ένα λεπτό (60.000,01 €) έως εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ισχυόντων των της παρ. 11 του άρθρου 10 του παρόντος περί κατατμήσεως δαπανών. Για υπερβαίνουσες το ποσό αυτό δαπάνες εισηγείται στη Δ.Ι.Σ. την έγκρισή τους. γ’. Εγκρίνει την αγορά και πώληση αξιογράφων και χρεωγράφων για ποσά άνω των 100.000 ευρώ ανά συναλλαγή. δ’. Εγκρίνει άπαξ τους όρους των διακηρύξεων εκμισθώσεων και των συμφωνητικών μισθώσεων, καθώς και κάθε τυχόν έκτακτη για οποιαδήποτε αιτία τροποποίηση αυτών. ε’. Εγκρίνει την τιμή εκκινήσεως: α) των δημοπρασιών μισθώσεως άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ και ενός λεπτού (5.000,01 €) και β) των δημοπρασιών εκποιήσεως εκκλησιαστικών ακινήτων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €). (15.000,00 €). ζ’. Εγκρίνει τους όρους των διακηρύξεων και τα αποτελέσματα των πλειοδοτικών ή μειοδοτικών διαγωνισμών με τα σχετικά τεύχη, για συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, προϋπολογισμού συνολικής δαπάνης από εξήντα χιλιάδες και ένα λεπτό (60.000,01 €) έως ενός εκατομμυρίου (1.000.000,00 €) πλέον ΦΠΑ. η’. Αποφασίζει περί δικαστικών και εξωδίκων συμβιβασμών, διαιτησιών, παραιτήσεων από δικαιώματος ή δικογράφων ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, τα οποία έχουν σχέση με την εν γένει εκκλησιαστική περιουσία και δεν υπερβαίνουν το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000,00 €). Εάν η δαπάνη των ανωτέρω υπερβαίνει το ως άνω ποσό, εισηγείται προς τη Δ.Ι.Σ. την έγκρισή τους. θ’. Κατόπιν εισηγήσεων του Γενικού Διευθυντή, εισηγείται στη Δ.Ι.Σ. τον διορισμό υπαλλήλων σε υπάρχουσες κενές οργανικές θέσεις, μονίμου ή ειδικού επιστημονικού ή βοηθητικού προσωπικού, καθώς και την πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου άνω των τριών (3) μηνών. ι’. Εγκρίνει, κατόπιν εισηγήσεως του Γενικού Διευθυντή, τον διορισμό και την τοποθέτηση, μονίμως ή προσωρινώς, των Διευθυντών, Τμηματαρχών και Προϊσταμένων Γραφείων της Ε.Κ.Υ.Ο. ια’. Αποφασίζει για την πρόσληψη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ειδικού επιστημονικού, τεχνικού, εργατοτεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, καθώς και για την ανάθεση συμβάσεων έργου για τις ανάγκες της Ε.Κ.Υ.Ο., μη υπερβαίνουσες τους τρεις (3) μήνες προς αντιμετώπιση έκτακτης ή εποχικής ή ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης. Τυχόν παράτασή τους εγκρίνεται από τη Δ.Ι.Σ. ιβ’. Ασκεί σε δεύτερο βαθμό, μετά τον Γενικό Διευθυντή, διοικητική και πειθαρχική εξουσία επί των υπαλλήλων της Ε.Κ.Υ.Ο., τηρουμένων των διατάξεων του Κώδικα Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων, όπως εκάστοτε ισχύει. ιγ’. Εισηγείται προς τη Δ.Ι.Σ. την τροποποίηση του Οργανισμού Λειτουργίας της υπηρεσίας. ιδ’. Μελετά και εισηγείται διεθνείς συμμετοχές οικονομικού, επικοινωνιακού, μορφωτικού, πολιτιστικού, προνοιακού και κοινωφελούς χαρακτήρα σε συνεργασία με τα Πατριαρχεία και τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά την παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος Κανονισμού. ιε’. Ενεργεί οτιδήποτε ενδείκνυται για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω εδαφίων και των αρμοδιοτήτων της Δ.Ι.Σ. ιστ’. Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα, η οποία της ανατίθεται με κανονιστική πράξη της Δ.Ι.Σ. ή της Ι.Σ.Ι.»
Οι περ. ζ’, η’ και θ’ της παρ. 1 του άρθρου 8 αντικαθίστανται ως εξής: «ζ’. Εγκρίνει ανάληψη και καταβολή δαπανών ποσού άνω των τριάντα χιλιάδων ευρώ και ενός λεπτού (30.000,01 €) και μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000,00 €), με την επιφύλαξη της παρ. 11 του άρθρου 10 του παρόντος περί κατατμήσεως δαπανών. η’. Εγκρίνει τους όρους των διακηρύξεων και τα αποτελέσματα των πλειοδοτικών ή μειοδοτικών διαγωνισμών με τα σχετικά τεύχη, για συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, προϋπολογισμού συνολικής δαπάνης από τριάντα χιλιάδες ευρώ και ένα λεπτό (30.000,01€) έως εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000,00 €) πλέον ΦΠΑ. θ’. Εγκρίνει τα αποτελέσματα των διαγωνισμών εκμισθώσεως εκκλησιαστικών ακινήτων, καθώς και της παρατάσεώς τους, εφ’ όσον το μηνιαίο μίσθωμα είναι από δύο χιλιάδες πεντακόσιες (2.500,01 €) έως και πέντε χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (5.000,00 €) και η χρονική των διάρκεια είναι μέχρι δώδεκα (12) ετών για την αρχική μίσθωση και μέχρι έξι (6) ετών για την ανανέωσή τους.»
Το άρθρο 10 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο Προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως (Γενικός Διευθυντής) ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
Διευθύνει, ασκεί την εποπτεία επί των υπαγομένων στην Ε.Κ.Υ.Ο. Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων, και παρακολουθεί, στο πλαίσιο των εκάστοτε εντολών της Δ.Ι.Σ., την πορεία και τα αποτελέσματα (ως εκπρόσωπος του μετόχου Εκκλησίας της Ελλάδος) των ιδρυομένων από την Εκκλησία της Ελλάδος οιασδήποτε νομικής μορφής εταιρειών ή εταιρειών στις οποίες συμμετέχει ή κατά νόμο είναι μέτοχος η Εκκλησία της Ελλάδος και οι οποίες διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία ή θέματα οικονομικού ή επικοινωνιακού ή πολιτιστικού χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ελλάδος ή των φορέων των επιχορηγουμένων από Αυτήν, τακτικώς ή εκτάκτως, με ποσοστό άνω του 20% του συνολικού προϋπολογισμού τους.
Εισηγείται γραπτώς ή προφορικώς προς τη Δ.Ε. υπηρεσιακά θέματα και τις υπό των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων υποβαλλόμενες υποθέσεις και παρίσταται στις συνεδριάσεις της άνευ ψήφου. Με κάθε εισηγητικό σημείωμα ή εισήγηση του Γενικού Διευθυντή συνυποβάλλεται γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο.
Εισηγείται προς τον Πρόεδρο της Δ.Ε. τα θέματα της ημερησίας διατάξεως των συνεδριάσεών της και ενημερώνει τα μέλη της Δ.Ε. για τα στοιχεία των οικείων φακέλων.
Παρακολουθεί την εξέλιξη των διεθνών οικονομικών, επικοινωνιακών, πολιτιστικών, μορφωτικών, προνοιακών και κοινωφελών συμπράξεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και εισηγείται δεόντως στη Δ.Ε.
Αξιολογεί σε πρώτο βαθμό κατ’ έτος τις υπηρεσιακές εκθέσεις των Διευθυντών και των Προϊσταμένων των απ’ ευθείας υπαγομένων στη Γενική Διεύθυνση Τμημάτων και Γραφείων, καθώς και του Γραμματέα της Δ.Ε.
Εκτελεί τις αποφάσεις της Δ.Ε. και της Δ.Ι.Σ., οι οποίες είναι υποχρεωτικές και εκτελούνται αμέσως.
Υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλες τις συμβάσεις που έχουν αντικείμενο μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €), εφ’ όσον δε υπερβαίνουν το ποσόν τούτο και μέχρις ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000,00 €), εφ’ όσον προκύπτουν από απόφαση του Προέδρου της Διοικούσης Επιτροπής, της Διοικούσης Επιτροπής ή της Δ.Ι.Σ., αναλόγως της αξίας τους. και δωρεές μετοχών, ομολόγων, αξιογράφων και τίτλων εταιρικών μεριδίων και προβαίνει σε ανανέωση και εν γένει διαχείριση των πάσης φύσεως καταθέσεων, ομολόγων και λοιπών αξιογράφων. Οι σχετικές ενέργειές του ανακοινώνονται στην Δ.Ε. κατά τη συνεδρία που έπεται αμέσως μετά τη διενέργειά τους. β. Κατόπιν εγκρίσεως της Διοικούσας Επιτροπής, προβαίνει σε διάθεση πόρων που προέρχονται από χρηματική δωρεά ή τη διάθεση μετοχών, ομολόγων, αξιογράφων και τίτλων εταιρικών μεριδίων που αποκτήθηκαν δυνάμει δωρεάς. γ. Εφόσον ζητηθεί από εταιρεία, στην οποία δεν μετέχει η Εκκλησία της Ελλάδος, η υπόδειξη μέλους που θα μετέχει στο Δ.Σ. αυτής, αποφασίζει σχετικώς. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έγκριση της Δ.Ε. εάν το μέλος αυτό είναι εκτελεστικό και με αρμοδιότητες εκπροσώπησης.
Σε περιπτώσεις μη δυνατότητας έγκαιρης λήψεως αποφάσεως από τη Δ.Ε. αποφασίζει από κοινού με τον Μακαριώτατο Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου και τον Πρόεδρο της Δ.Ε., για συμμετοχή στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου των τραπεζικών και λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων, των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος κατέχει μετοχές, προεξόφληση δανείου μέχρι ποσού 10% επί του υφιστάμενου δανειακού χρέους, ως και εν γένει για την αγορά και πώληση μετοχών άνω των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ευρώ ανά συναλλαγή. Η απόφαση αυτή ανακοινώνεται προς τη Δ.Ε. και τη Δ.Ι.Σ. κατά τις συνεδρίες που έπονται αμέσως μετά τη λήψη της. Οι πράξεις της Γενικής Διευθύνσεως των παρ. 8 και 9 του παρόντος άρθρου λαμβάνουν χώρα κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Δ.Ε., λαμβανομένης κατά τη συνεδρία του Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αφορώσες στο αμέσως επόμενο έτος.
Εισηγείται στη Δ.Ε. τις αμοιβές των υπηρετούντων στην Ε.Κ.Υ.Ο. υπαλλήλων, συνεργατών και συμβούλων.
Εγκρίνει την ανάληψη και καταβολή δαπανών μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €). Η κατάτμηση του ποσού της αυτής δαπάνης καθ’ όλο το έτος απαγορεύεται. Δεν θεωρείται κατάτμηση δαπάνης, και υπογράφεται από τον Γενικό Διευθυντή, η ανεξαρτήτως ποσού πληρωμή των νομίμων αποδοχών, ήτοι μισθών, επιδομάτων, προσαυξήσεων, αμοιβών, προσθέτων παροχών, κρατήσεων γι’ ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ. των υπαλλήλων και δικηγόρων επί παγία αντιμισθία της Ιεράς Συνόδου και της Ε.Κ.Υ.Ο., η καταβολή υποτροφιών, αποζημιώσεων σε μέλη της Δ.Ι.Σ. ή της Δ.Ε. ή Επιτροπών, δαπανών εκ δικαστικών αποφάσεων και προστίμων. Επίσης δεν θεωρείται κατάτμηση δαπάνης η πληρωμή δαπανών προκυπτουσών κατά διαφορετικά διαστήματα, ως λ.χ. οι πάσης φύσεως συνδρομές, η αποστολή εγγράφων, βιβλίων ή εντύπων, η δημοσίευση ανακοινώσεων κ.λπ., η αγορά καυσίμων, η πληρωμή κοινοχρήστων δαπανών και δαπανών προς δημοσίους και ιδιωτικούς οργανισμούς κοινής ωφελείας (π.χ. παροχής ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών διά τηλεφώνου, διαδικτύου, ταχυμεταφορών κ.λπ.), η πληρωμή δαπανών συντηρήσεως ανελκυστήρων, κλιματιστικών μηχανημάτων, υδραυλικών, ξυλουργικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεων, καθώς και εν γένει η δαπάνη επισκευής και συντηρήσεως ακινήτων ιδιοκτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, εφ’ όσον αφορούν σε διαφορετικό κτίριο ή διαφορετικό τμήμα του ίδιου κτιρίου ή διαφορετικό αντικείμενο εργολαβίας, η πληρωμή δαπανών προμήθειας, ηλεκτρομηχανολογικού υλικού και προγραμμάτων Η/Υ, η καταβολή μισθωμάτων μέσω χρονομισθώσεως (leasing), η συντήρηση και επισκευή υπηρεσιακών αυτοκινήτων, η προμήθεια αναλώσιμων ειδών γραφείου, ανταλλακτικών, ειδών καθαριότητας, η αγορά δώρων για εθιμοτυπικούς λόγους, οι δαπάνες δημοσίων σχέσεων, φιλοξενίας, δεξιώσεων και οδοιπορικών εξόδων, είτε διαφορετικών προσώπων είτε των ιδίων μεν αλλά κατά διαφορετικά διαστήματα, οι δαπάνες εθιμοτυπίας, συνεδρίων, ημερίδων, εκπαιδεύσεως και μετεκπαιδεύσεως προσωπικού κ.λπ. Τα ως άνω ισχύουν και για τις αναγόμενες στην αρμοδιότητα του Προέδρου ή της Δ.Ε., δαπάνες τηρουμένων σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις των διατάξεων περί αναθέσεως έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.
Εγκρίνει, προς αντιμετώπιση μικροδαπανών είτε της Αρχιγραμματείας της Ιεράς Συνόδου είτε της Ε.Κ.Υ.Ο. είτε του Αυτοτελούς Γραφείου Μακεδονίας Θράκης της Ε.Κ.Υ.Ο., την προκαταβολή για το καθένα από τα ταμεία τους ποσού έως δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), επί αποδόσει λογαριασμού, του οποίου υπόλογοι είναι οι εκάστοτε οριζόμενοι διαχειριστές τους.
Σε επείγουσες ή έκτακτες περιπτώσεις αποστολής εντός ή εκτός Ελλάδος εκπροσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος ή Επιτροπών, ως και σε άλλες επείγουσες ή έκτακτες περιπτώσεις, δύναται να εκδίδει χρηματικά εντάλματα προκαταβολής μέρους ή του συνόλου της προβλεπομένης δαπάνης, επί αποδόσει λογαριασμού από τον υπόλογό της. Η απόφαση αυτή θα κοινοποιείται και θα υποβάλλεται προς έγκριση στη Δ.Ε. κατά τη συνεδρία που αμέσως έπεται της λήψης της.
Υπογράφει όλες τις προκηρύξεις διαγωνισμών καθώς και προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος με σκοπό την έρευνα αγοράς ή την απ’ ευθείας ανάθεση.
Εγκρίνει την τιμή εκκινήσεως των διαγωνισμών μισθώσεων έως του ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.500,00 €) μηνιαίως.
Εγκρίνει τα αποτελέσματα των διαγωνισμών εκμισθώσεως εκκλησιαστικών ακινήτων, καθώς και της παρατάσεώς τους, εφ’ όσον το μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.500,00 €) και η χρονική τους διάρκεια είναι μέχρι δώδεκα (12) ετών για την αρχική μίσθωση και μέχρι έξι (6) ετών για την ανανέωσή τους.
Μονογράφει τα εισερχόμενα έγγραφα και υπογράφει τα εξερχόμενα. Τηρεί το εμπιστευτικό πρωτόκολλο.
α’. Εκπροσωπεί την Εκκλησία της Ελλάδος, ως το καθ’ όλου Εκκλησιαστικό ΝΠΔΔ επί των θεμάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας, ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης Διοικητικής Αρχής. αγωγών υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος, ασκήσεως ενδίκων μέσων και λήψεως παντός δικαστικού μέτρου προς διασφάλιση της εκκλησιαστικής περιουσίας και όποτε του ζητηθεί από τον Πρόεδρο της Δ.Ε. και ενημερώνει για τις εν λόγω ενέργειές του τη Δ.Ε. γ’. Αναθέτει και παρέχει γενική ή μερική εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους, είτε του Αυτοτελούς Τμήματος Νομικών Υποθέσεων της Ε.Κ.Υ.Ο. είτε στον Νομικό Σύμβουλο είτε σε εξωτερικούς δικηγόρους, για να εκπροσωπούν την Εκκλησία της Ελλάδος, ενώπιον παντός δικαστηρίου και εξωδίκως, για κάθε υπόθεση υποκείμενη στη διαχείριση της Ε.Κ.Υ.Ο. Εγκρίνει το περιεχόμενο δικογράφων και υπογράφει εξερχόμενα έγγραφα της υπηρεσίας που προορίζονται για δικαστική χρήση με τη σύμφωνη γνώμη του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο.
Κινεί την πειθαρχική διαδικασία κατά των υποκειμένων σε αυτόν υπαλλήλων της υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων, καθώς εκάστοτε ισχύει.
Ενημερώνει δις του έτους τη Δ.Ε. περί της εν γένει καταστάσεως της υπηρεσίας, των στόχων, των επιδιώξεών της και της πορείας του προϋπολογισμού.
Συγκροτεί, δι’ αποφάσεώς του, Επιτροπές Διενέργειας Διαγωνισμών και των ενστάσεών τους, ειδικές Επιτροπές και Συμβούλια προς αντιμετώπιση προκυπτόντων εκάστοτε ζητημάτων, των οποίων η θεραπεία έχει ανατεθεί από τη Δ.Ι.Σ. ή τη Δ.Ε. στις υπηρεσίες της Ε.Κ.Υ.Ο. ή κρίνονται αναγκαίες από τη Γενική Διεύθυνση για την προώθηση του έργου της υπηρεσίας στον τομέα των αρμοδιοτήτων της.
Δι’ εισηγήσεώς του προς τη Δ.Ε. εισηγείται τον διορισμό και την τοποθέτηση, μονίμως ή προσωρινώς, των Διευθυντών, Τμηματαρχών και Προϊσταμένων Γραφείων και εν γένει τοποθετεί το μόνιμο και το έκτακτο προσωπικό της Ε.Κ.Υ.Ο. στις Διευθύνσεις, τα Τμήματα και τα Γραφεία.
Προτείνει στη Δ.Ι.Σ. τον ορισμό του αναπληρωτή του.
Με απόφασή του, γνωστοποιούμενη στον Πρόεδρο και τη Δ.Ε., δύναται, συμφώνως προς τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να εκχωρεί μέρος των αρμοδιοτήτων του σε Διευθυντές, Τμηματάρχες ή Προϊσταμένους Γραφείων, για συγκεκριμένο ή αόριστο χρόνο ή να παρέχει σε αυτούς εξουσιοδότηση υπογραφής.
Με απλή έγγραφη εξουσιοδότησή του δύναται να δίδει εντολή, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του, σε οιονδήποτε υπάλληλο της Ε.Κ.Υ.Ο. για να διενεργεί συγκεκριμένη υλική πράξη, να υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο και γενικότερα να προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την εκτέλεση της εντολής αυτής.
Πραγματοποιεί σε συνεννόηση και συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και αρχές τις διαδικασίες εντάξεως Εκκλησίας της Ελλάδος, σε προγράμματα Ε.Σ.Π.Α., και κάθε άλλο εθνικό και ενωσιακό χρηματοδοτικό πρόγραμμα υπογράφοντας κάθε απαιτούμενο δικαιολογητικό, μονομερείς δηλώσεις βουλήσεως, συμφωνίες με συνεργαζόμενους φορείς, προγραμματικές συμβάσεις και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο κατά τις σχετικές προσκλήσεις και προκηρύξεις.
Εκπροσωπεί την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε η Εκκλησία της Ελλάδος ενεργώντας μόνη ή συμπράττοντας με νομικά πρόσωπα και φορείς να προβαίνει και να υλοποιεί εγκεκριμένους από τη Δ.Ι.Σ., αναπτυξιακούς και επιχειρησιακούς σχεδιασμούς και προγραμματισμούς οικονομικού, επικοινωνιακού, μορφωτικού, πολιτιστικού, προνοιακού και κοινωφελούς χαρακτήρα. Εφ’ όσον ο σχεδιασμός ή προγραμματισμός συμπεριλαμβάνει την υπογραφή συμβάσεων που συνεπάγονται τη σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος ή δανεισμό, για τις ενέργειες αυτές απαιτείται λήψη ειδικής εξουσιοδοτήσεως του Γενικού Διευθυντή εκ της Ιεράς Συνόδου.
Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα, η οποία του ανατίθεται με κανονιστική πράξη ή ειδική εξουσιοδότηση της Δ.Ε. ή της Δ.Ι.Σ. ή της Ι.Σ.Ι.»
Το εδάφιο α’ της παρ. 5 του άρθρου 14 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Γραφείο Προμηθειών: α’. Επιλαμβάνεται των προμηθειών σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες, πλην των υλικών που αφορούν τα τεχνικά έργα.»
Οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 15 αντικαθίστανται ως εξής: «3. Τμήμα Διαχειρίσεως Ακίνητης Περιουσίας: α’. Εισηγείται στη Διοικούσα Επιτροπή για θέματα διαχείρισης των ακινήτων και μετά τη λήψη απόφασης από το αρμόδιο όργανο ενεργεί τα δέοντα για τη μίσθωση των ακινήτων και παρακολουθεί τις μισθώσεις και την ορθή εφαρμογή των μισθωτικών συμβάσεων. β’. Λαμβάνει ή εισηγείται τα προσήκοντα μέτρα κατά των ασυνεπών μισθωτών σε συνεργασία με το Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων. γ’. Επικοινωνεί με τους μισθωτές για θέματα συντήρησης και καλής λειτουργίας των ακινήτων και επιτηρεί την πορεία τους σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών. δ’. Παρακολουθεί την έγκαιρη καταβολή των μισθωμάτων και των κοινοχρήστων δαπανών. ε’. Φροντίζει για την ασφάλιση των δομημένων ακινήτων, που τελούν υπό τη διαχείριση της Ε.Κ.Υ.Ο. στ’. Τηρεί στατιστικά στοιχεία και προβαίνει σε αναλύσεις για τις μισθώσεις των ακινήτων. ζ’. Τηρεί υποχρεωτικώς ιδιαίτερους λογαριασμούς χρεοπιστώσεως για καθένα από τα μισθωμένα ακίνητα, ώστε να προκύπτει η καθαρή οικονομική θέση του. η’. Έχει την ευθύνη της παρακολουθήσεως των θυρωρών των εκκλησιαστικών κτιρίων για την καλή λειτουργία τους. θ’. Επιμελείται, συντονίζει και φροντίζει για την τήρηση της διαδικασίας των διαγωνισμών εκμισθώσεων.
Γραφείο Αξιοποιήσεως Ακίνητης Περιουσίας: α’. Συντάσσει εισηγήσεις αιτιολογημένες από οικονομικής, τεχνικής και νομικής απόψεως περί της αποδόσεως και αναπτύξεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και της εν γένει ωφέλειας από την αγορά ακινήτων ή της ανοι Ελλάδος, εισηγούμενο σχετικώς προς τη Διεύθυνση Περιουσίας. β’. Τηρεί στατιστικά στοιχεία και προβαίνει σε αναλύσεις για την αγορά ακινήτων. γ’. Διασυνδέει τη Διεύθυνση Ανάπτυξης με τη Διεύθυνση Ακίνητης Περιουσίας και υποστηρίζει τη συνεργασία μεταξύ των δύο Διευθύνσεων σε Αναπτυξιακά και Επιχειρησιακά Προγράμματα που περιλαμβάνουν την αξιοποίηση εκκλησιαστικών ακινήτων ή τη σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων. δ’. Εισηγείται στα μονομελή όργανα διοίκησης της Ε.Κ.Υ.Ο. για τη σύναψη συμβάσεων μίσθωσης, εκποίησης και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων και ακινήτων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και κοινοποιεί στο Τμήμα Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας τις αποφάσεις τους για την πρόοδο της διαδικασίας σύναψης του μισθωτηρίου. ε’. Επιμελείται, συντονίζει και φροντίζει για την τήρηση της διαδικασίας διενέργειας διαγωνισμών για την εκποίηση και εν γένει σύναψη εμπραγμάτων συμβάσεων.»
Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Η Διεύθυνση Οικονομικών έχει τη γενική ευθύνη της λογιστικής αποτυπώσεως και παρακολουθήσεως των οικονομικών στοιχείων και της προσφορότερης αποδόσεώς τους. Στη Διεύθυνση αυτήν υπάγονται: α) το Τμήμα Λογιστηρίου, β) το Τμήμα Προϋπολογισμού Απολογισμού και Παρακολουθήσεως Αναπτυξιακών Προγραμμάτων, γ) το Τμήμα Καταλειφθεισών Περιουσιών, δ) το Τμήμα Εκκαθαρίσεως Αποδοχών, ε) το Γραφείο Εσόδων Εξόδων».
Η παρ. 3 του άρθρου 16 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τμήμα Προϋπολογισμού Απολογισμού και Παρακολουθήσεως Αναπτυξιακών Προγραμμάτων: α’. Καταρτίζει υπό την εποπτεία του Διευθυντή Οικονομικών τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό και τον ισολογισμό, οι οποίοι, κατόπιν επεξεργασίας, υποβάλλονται στον Γενικό Διευθυντή, προκειμένου να συντάξει σχετική έκθεση. Εν συνεχεία, τα παραπάνω υποβάλλονται στη Δ.Ε., ο μεν προϋπολογισμός κατά τη συνεδρίαση της Δ.Ε. του μηνός Νοεμβρίου του προηγουμένου έτους στο οποίο αφορά, ο δε απολογισμός και ο ισολογισμός κατά τη συνεδρίαση του μηνός Ιουνίου του επομένου έτους στο οποίο αφορά. Τα ανωτέρω ακολούθως υποβάλλονται εγκαίρως διά της Δ.Ε. στη Δ.Ι.Σ. προς τελική έγκριση. β’. Συντάσσει και υποβάλλει προς τα αρμόδια όργανα εκθέσεις και ενημερωτικά σημειώματα που αφορούν την πορεία των οικονομικών στοιχείων και την ορθή τήρηση των στόχων, οι οποίοι τίθενται. γ’. Τηρεί στατιστικά στοιχεία που έχουν σχέση με τους προϋπολογισμούς και τους απολογισμούς προηγουμένων ετών. δ’. Για κάθε αναπτυξιακό πρόγραμμα τηρεί διακριτό φάκελο με τα παραστατικά των δαπανών για την τήρηση του σχετικού αρχείου.»
Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 18 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Γραφείο Οργανώσεως και Παρακολουθήσεως Αναπτυξιακών και Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και Δράσεων: α’. Είναι αρμόδιο για τον συντονισμό των απαιτουμένων ενεργειών για την κατάρτιση και υποβολή προτάσεων επί των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, για την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τη διαχείριση απάντων τούτων, που ενδιαφέρουν την Εκκλησία της Ελλάδος και τα υλοποιεί η Ε.Κ.Υ.Ο. β’. Παρακολουθεί, σχεδιάζει και εισηγείται στο πλαίσιο των αναπτυξιακών παρεμβάσεων για τις προγραμματικές περιόδους, όπως αυτές οριοθετούνται υπό του Εταιρικού Συμφώνου για το Πλαίσιο Αναπτύξεως (Ε.Σ.Π.Α.) και άλλα ενωσιακά και εθνικά χρηματοδοτικά προγράμμματα, ως επίσης και προτάσεις στο πλαίσιο των αναπτυξιακών παρεμβάσεων, οι οποίες χρηματοδοτούνται με εθνικούς πόρους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ή ετέρους πόρους και την κατανομή των πιστώσεων υπό του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. γ’. Είναι υπεύθυνο για την υποδοχή αιτημάτων για τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος και των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος σε διακρατικά προγράμματα για τις εισηγήσεις προς πάντα ενδιαφερόμενο και την παρακολούθηση και υλοποίηση πάσης φύσεως υποχρεώσεων, οι οποίες προκύπτουν εκ της ανωτέρω συμμετοχής. δ’. Σχεδιάζει, εισηγείται και οργανώνει την υλοποίηση αναπτυξιακών και επιχειρησιακών προγραμμάτων και δράσεων υπό τις εντολές και κατευθύνσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος τα οποία χρηματοδοτούνται υπό εθνικών, ενωσιακών ή ετέρων πόρων. ε’. Υποστηρίζει γραμματειακώς, συμβουλευτικώς και πρακτικώς το Τμήμα Αναπτυξιακού και Επιχειρησιακού Σχεδιασμού, Προγραμματισμού και Συνέργειας.
Τμήμα Αναπτυξιακού και Επιχειρησιακού Σχεδιασμού, Προγραμματισμού και Συνέργειας: α’. Καταρτίζει, εισηγείται και υλοποιεί τον εγκεκριμένο από τη Δ.Ι.Σ. αναπτυξιακό προγραμματισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. β’. Καταρτίζει την ετήσια έκθεση προγραμματισμού και απολογισμού των αναπτυξιακών και επιχειρησιακών σχεδίων της Εκκλησίας της Ελλάδος, υποβαλλομένη στην Ιερά Σύνοδο εντός μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους. γ’. Στο πλαίσιο υλοποίησης των σταδίων του αναπτυξιακού προγραμματισμού και των εγκεκριμένων από την Δ.Ι.Σ. επιχειρησιακών σχεδίων σε όλα τα στάδιά τους, επεξεργάζεται και εισηγείται το περιεχόμενο των εφαρμοστικών και υλοποιητικών συμβάσεων, μνημονίων συνεργασίας, αιτήσεων, δηλώσεων και παντός σχετικού εγγράφου, καθώς και βελτιωτικές ή επωφελείς για την Εκκλησία της Ελλάδος αναθεωρήσεις. δ’. Ζητεί από τη Διεύθυνση Ακίνητης Περιουσίας τη σύνταξη εισηγήσεων με οικονομική, τεχνική και νομική αιτιολόγηση αποδόσεως και αναπτύξεως της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας και της εν γένει ωφελείας εκ της αγοράς ακινήτων ή της ανοικοδομήσεως, αντιπαροχής, μακροχρονίου μισθώσεως ή πωλήσεως περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι της Εκκλησίας της Ελλάδος σε ανακεφαλαιοποίηση Μετοχικού Κεφαλαίου, τη διαχειριστική εποπτεία εταιρειών της Εκκλησίας της Ελλάδος, την ίδρυση νέων εταιρειών οικονομικού και αναπτυξιακού ενδιαφέροντος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τις κείμενες διατάξεις και εκπροσώπηση ή συμμετοχή της Ε.Κ.Υ.Ο., σε Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών. ε’. Συντάσσει εισηγήσεις για την ανάπτυξη και συνέργεια των εταιρειών της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος με τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και εποπτεύει της ακριβούς υλοποίησης και καλής εκτέλεσης των εγκεκριμένων ως άνω προτάσεων. στ’. Σχεδιάζει, αναζητεί επενδυτικούς πόρους, προβαίνει σε διαπραγματεύσεις, οργανώνει, υλοποιεί και ελέγχει για την καλή εκτέλεσή τους επιχειρησιακά και αναπτυξιακά προγράμματα, δράσεις και πρωτοβουλίες της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών προσώπων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 του παρόντος, καθώς και αναπτυξιακών και επιχειρησιακών συνεργειών τους με νομικά πρόσωπα του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, και λαμβάνει πρωτοβουλίες, ενδεικτικώς, σε πρωτοβουλίες για την προσέλκυση και πραγματοποίηση επενδύσεων, σε πρωτοβουλίες ενημερώσεως και ευαισθητοποιήσεως του κοινού, στην επιτέλεση δημοσίων σχέσεων, στην έρευνα αγοράς, στη διενέργεια μελετών εκτιμήσεως κινδύνου, μελετών γενικής ή ειδικής αξιολογήσεως έργων, εκτελεστικής παρακολουθήσεως, ποιοτικού σχεδιασμού, επιτελέσεως και αξιολογήσεως αναπτυξιακών και επιχειρησιακών προγραμμάτων, δράσεων και συνεργειών στα διάφορα στάδια αυτών. ζ’. Εισηγείται για την αγορά ή πώληση κινητών μεγάλης αξίας, μετοχών και αξιογράφων και άυλων αξιών περί τη διαχείριση και αξιοποίηση του χαρτοφυλακίου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε εταιρικά μερίδια, μετοχές και ποσοστά συμμετοχής σε εταιρείες και κοινοπραξίες, καθώς και στις θυγατρικές τους και περί την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος σε αυτές. η’. Έχει την ευθύνη της καλής λειτουργίας, κτιριακής αναβάθμισης και επιμέλειας των κτιρίων ή κτιριακών συγκροτημάτων που τελούν υπό ιδιόχρηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και για την ανάληψη πρωτοβουλιών και υλοποίησης δράσεων και λοιπών εκδηλώσεων σε αυτά.»
Το άρθρο 21 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο Νομικός Σύμβουλος υπάγεται απ’ ευθείας στον Γενικό Διευθυντή της Ε.Κ.Υ.Ο. και έχει τα εξής καθήκοντα: α’. Γνωμοδοτεί προς τον Γενικό Διευθυντή, τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής και τη Διοικούσα Επιτροπή, και οι γνωμοδοτήσεις του συνοδεύουν τις Εισηγήσεις των προς τη Δ.Ι.Σ. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που η Δ.Ι.Σ. ασκεί δυνάμει του παρόντος Κανονισμού, και κατά τα όσα ορίζονται στα σχετικά άρθρα του παρόντος Κανονισμού περί των αρμοδιοτήτων τους. β’. Γνωμοδοτεί, οσάκις του ζητείται, προς τον Πρόεδρο της Δ.Ε. και τον Γενικό Διευθυντή περί της νομιμότητας και της κανονικότητας της υπογραφής τους. γ’. Συμβουλεύει τα διοικητικά όργανα της Ε.Κ.Υ.Ο. για ζητήματα νομικής τάξεως, διαφανείας και τηρήσεως της ελληνικής και ενωσιακής νομοθεσίας, καθώς και της νόμιμης λειτουργίας και χρηστής οργανώσεως των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων της Ε.Κ.Υ.Ο.»
Η παρ. 3 του άρθρου 27 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος Κανονισμού συνιστώνται οργανικές θέσεις διά του παρόντος, τις οποίες καταλαμβάνουν υπάλληλοι ή μετακλητοί υπάλληλοι ή νομικοί σύμβουλοι, δικηγόροι είτε μόνιμοι είτε επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με σύμβαση εμμίσθου εντολής αντιστοίχως.» Άρθρον 2 Τελικές διατάξεις
Ο παρών Κανονισμός δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ή του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού αρχίζει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός δημοσιεύεται και στο επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2021 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ι ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 332 (2) Τροποποίησις του Κανονισμού υπ’ αρ. 325/2020 «Περί εκμισθώσεων, εκποιήσεων και εν γένει διαχειρίσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 252). Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
Τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 και του άρθρου 13 του Συντάγματος,
τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 και της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 590/1977 «Περί του καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 146), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α’ 32),
τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 της από 11.5.1988 «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή» που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1811/1988 (Α’ 231),
την υπό στοιχεία ΙΑ’/3/27.10.2021 εισήγηση της Διοικούσας Επιτροπής της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) και
την από 3.11.2021 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποφασίζει: Τροποποιεί τον Κανονισμό 325/2020 (Α’ 252), ως εξής: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 332/2021 Περί τροποποιήσεως του Κανονισμού υπ’ αρ. 325/2020 περί εκμισθώσεων, εκποιήσεων και εν γένει διαχειρίσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α’ 252)
Άρθρο 1
Η παρ. 1 του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο παρών Κανονισμός διέπει τη διαδικασία εκμισθώσεων, μισθώσεων, παραχωρήσεων, εκποιήσεων, αγορών, ανταλλαγών, αντιπαροχών, συστάσεως επιφανείας ή άλλων εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων και, εν γένει, κάθε ζητήματος διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος. Στην έννοια της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος υπάγονται κινητά και ακίνητα που ανήκουν ή τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Οργανισμού Λειτουργίας της Ε.Κ.Υ.Ο., ή των οποίων η διοίκηση, διαχείριση, χρήση και εκμετάλλευση έχει περιέλθει στην Εκκλησία της Ελλάδος με νόμο, σύμβαση ή οποιαδήποτε άλλη έννομη σχέση, και εν γένει κάθε πάγιο στοιχείο του ενεργητικού και του παθητικού της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (εν στενή εννοία «Εκκλησία της Ελλάδος», παρ. 4 του άρθρου 1 ν. 590/1977, Α’ 146), με την επιφύλαξη του αμέσως επομένου εδαφίου. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού μετοχικά μερίδια, ομόλογα, αξιόγραφα και οποιεσδήποτε άλλες ενσώματες ή άυλες αξίες».
Η παρ. 2 του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο παρών Κανονισμός δεν διέπει τη διαχείριση και ιδίως την αξιοποίηση των ακινήτων των λοιπών, πλην της Εκκλησίας της Ελλάδος, νομικών προσώπων της παρ. 4 του άρθρου 1 και της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 590/1977 (Α’ 146). Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3 του υπ’ αρ. 255/2014 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α’ 95), που διέπουν τη συνεργασία για την εκπόνηση έργων και μελετών μεταξύ εκκλησιαστικών αναθετουσών αρχών, η Εκκλησία της Ελλάδος δύναται να διαχειρίζεται ακίνητα άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για σκοπούς μη απάδοντες προς το έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτήν η διαχείρισή τους διέπεται υπό του παρόντος Κανονισμού.»
Η περ. β) του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «β) «Αρμόδιο/Αποφαινόμενο Όργανο»: η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) και τα λοιπά όργανα της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που καθορίζονται ως καθ’ ύλην αρμόδια για την εισήγηση ή έκδοση αποφάσεων στον εκάστοτε ισχύοντα Οργανισμό Λειτουργίας της Ε.Κ.Υ.Ο., οι οποίες λαμβάνονται πάντοτε ύστερα από προηγούμενη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο. και στον παρόντα Κανονισμό.»
Η περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «β) Οι μισθώσεις ακινήτων για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Εκκλησίας της Ελλάδος και την εν γένει εξυπηρέτηση των σκοπών Της,»
Η παρ. 2 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Μισθώσεις κινητών πραγμάτων για την εξυπηρέτηση αναγκών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και συμβάσεις σύστασης ενοχικών δικαιωμάτων επί ενσώματων και άυλων αξιών της Εκκλησίας της Ελλάδος ή τρίτων με δικαιούχο την Εκκλησία της Ελλάδος δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος.»
Η παρ. 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα εκκλησιαστικά ακίνητα και κινητά πράγματα εκμισθώνονται σύμφωνα με τις ακόλουθες διαδικασίες με απόφαση του αρμοδίου οργάνου:
- α) με ανοικτό διαγωνισμό (δημόσιο πλειοδοτικό), κατά
τον οποίο κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει προσφορά κατόπιν προκηρύξεως εντός προθεσμίας τουλάχιστον είκοσι (20) ημερών από της δημοσιεύσεώς της, όταν η Εκτιμώμενη Μισθωτική Αξία υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5000,00) ευρώ ανά ακίνητο ή κινητό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων,
- β) με κλειστό διαγωνισμό, κατά τον οποίο δύνανται να
μετάσχουν μόνο οι ενδιαφερόμενοι εξ αυτών που προεπιλέγονται από την Εκκλησία της Ελλάδος και δύνανται να υποβάλουν προσφορά κατόπιν προκηρύξεως εντός προθεσμίας τουλάχιστον είκοσι (20) ημερών από της δημοσιεύσεώς της, όταν η Εκτιμώμενη Μισθωτική Αξία υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5000,00) ευρώ ανά ακίνητο ή κινητό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων,
- γ) με τη διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού, κατά
τον οποίον η Εκκλησία της Ελλάδος δημοσιεύει πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και συλλέγει προσφορές από ενδιαφερομένους εντός προθεσμίας τουλάχιστον δέκα (10) ημερών από της δημοσιεύσεώς της, όταν η Εκτιμώμενη Μισθωτική Αξία ισούται τουλάχιστον με το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2500,00) ευρώ έως και του ποσού των πέντε χιλιάδων (5000,00) ευρώ ανά ακίνητο ή κινητό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων και χωρίς να αποκλείεται η διεξαγωγή διαγωνισμού των ανωτέρω περιπτώσεων α. και β.» προβαίνει στη διαδικασία της εκμισθώσεως χωρίς διαγωνισμό κατόπιν διαπραγμάτευσης με ενδιαφερόμενους, οι οποίοι εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους είτε κατόπιν έρευνας αγοράς της Ε.Κ.Υ.Ο. (με δημόσια ανοικτή ή κλειστή πρόσκληση ενδιαφέροντος) είτε κατόπιν λήψεως αιτημάτων υποβαλλομένων από έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους. Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης προδιαγράφεται από το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει τη μίσθωση. Μίσθωση χωρίς διαγωνισμό κατόπιν διαπραγμάτευσης χωρεί στις κατωτέρω περιπτώσεις (χωρίς να απαγορεύεται ο διαγωνισμός):
- α) Όταν η Εκτιμώμενη Μισθωτική Αξία υπολείπεται του
ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2500,00) ευρώ ανά ακίνητο ή κινητό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων.
- β) Κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου, στις
κάτωθι περιπτώσεις και υπό τον όρο ότι το μίσθωμα δεν υπολείπεται της Εκτιμώμενης Μισθωτικής Αξίας:
- αα) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση κινητών ή ακινήτων
για ορισμένο χρόνο προς έτερα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ή σε φορείς του Δημοσίου Τομέα ή Γενικής Κυβερνήσεως, ΟΤΑ και μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία εκπληρούν κοινωφελείς σκοπούς, για την ικανοποίηση των στεγαστικών ή άλλων λειτουργικών ή αναπτυξιακών αναγκών σχετικών με τους σκοπούς τους. Κοινωφελής σκοπός για την εφαρμογή της παρούσας διατάξεως είναι εκείνος, που ενδιαφέρει κατά προτεραιότητα και αποδεδειγμένως το κοινωνικό σύνολο ή κοινωνικές ομάδες, δεν περιορίζεται στα μέλη του νομικού προσώπου και, σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να αποβλέπει σε οικονομικής φύσεως επιχείρηση. Περιορισμένης εκτάσεως οικονομικές δραστηριότητες ως πηγή προσθέτων πόρων κοινωφελούς ιδρύματος, εφ’ όσον εξυπηρετούν τον σκοπό της παραχωρήσεως, κρίνονται κατά περίπτωση υπό του αρμοδίου οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
- ββ) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση κινητών ή ακινήτων
προοριζομένων για εντελώς καθορισμένη ειδική εποχιακή χρήση, η οποία σε ουδεμία περίπτωση δύναται να διαρκέσει πλέον των έξι (6) μηνών και εφ’ όσον συντρέχει επείγουσα και αιτιολογημένη ανάγκη.
- γγ) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση με σκοπό την άμεση
απόκτηση ή διατήρηση της νομής ακινήτου, οπότε η εκμίσθωση συνομολογείται για χρονικό διάστημα από ενός (1) έτους μέχρι και τριών (3) ετών.
- δδ) Χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτου βεβαρυμένου με δουλεία ή εμπράγματο βάρος ή εκμίσθωση επίδικου ακινήτου εφόσον η
Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί τη νομή, αρκεί η επιδικία να αφορά εμπράγματη και όχι ενοχική αγωγή, ήτοι, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφέρονται κατωτέρω οι περιπτώσεις της αναγνωριστικής αγωγής, της αρνητικής αγωγής, άρσης της διατάραξης της νομής, ενοικοδόμησης γειτονικού ακινήτου, κανονισμού γειτονικών ορίων, παροχής διόδου κ.ά. Οι μισθώσεις επιδίκων συνάπτονται πάντοτε με τρίτο πρόσωπο και όχι με τον αντίδικο, με μόνη εξαίρεση αν συνάπτονται στο πλαίσιο ανέκκλητου και αμετάκλητου δικαστικού ή εξώδικου συμβιβασμού.
- εε) Είναι δυνατή η εκμίσθωση επίδικου ακινήτου, στο
οποίο η Εκκλησία δεν διατηρεί νομή, εφόσον η νομή ανακτάται δυνάμει δικαστικού ή εξώδικου συμβιβασμού επί αγωγής προσβολής της νομής ή αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής ή πουβλικιανής αγωγής, και συντρέχουν σωρευτικά οι δύο κάτωθι περιπτώσεις: α) μισθωτής είναι ο συμβιβαζόμενος αντίδικος και όχι τρίτος β) ως δικαιοπρακτικό θεμέλιο του συμβιβασμού έχει συμφωνηθεί η εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου στον αντίδικο. στστ) Όταν πρόκειται για την εκμίσθωση εκκλησιαστικού ακινήτου σε νομέα ή κύριο όμορης ιδιοκτησίας με σκοπό τη συνολική αξιοποίηση των ακινήτων μετά από έναν (1) άγονο διαγωνισμό,
- ζζ) Όταν δεύτερος διαγωνισμός, σύμφωνα με την
παρ. 1 του παρόντος άρθρου, απέβη άγονος ή ασύμφορος κατά την απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτήν ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει εντός έτους από την κήρυξη του διαγωνισμού ως άγονου να υποβάλει σχετική αίτηση, στην οποία θα δηλώνει ότι αποδέχεται όλους τους όρους της προκηρύξεως. Στην περίπτωση αυτήν το αποφαινόμενο όργανο δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του να αποφασίσει εύλογη μείωση της τιμής εκκινήσεως.
- ηη) Σε περίπτωση επέκτασης αρχικής μισθώσεως προς
φορέα του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως, ή Ο.Τ.Α., που πληροί τα κριτήρια του ανωτέρω στοιχείου αα.
- θθ) Κατ’ εφαρμογή κάθε άλλης ειδικής διάταξης νόμου,
διά της οποίας επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκμίσθωση εκκλησιαστικού ακινήτου.»
Η παρ. 2 του άρθρου 5 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επιλογή του μισθωτού γίνεται πάντοτε διά δημοσίου ανοικτού διαγωνισμού με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση διαγωνισμού οι όροι της προκηρύξεως καθορίζονται με ειδική απόφαση του αρμοδίου οργάνου, στην οποία θα περιλαμβάνονται ειδικοί όροι για τα οικονομικά, τεχνικά και λοιπά στοιχεία, ως και πιθανά επενδυτικά προγράμματα μελετοκατασκευών, συμβάσεων παραχωρήσεως ή συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) και τα κριτήρια αξιολογήσεως και βαθμολογίας για την επιλογή των υποψηφίων μισθωτών. Η διατύπωση των τελικών όρων της συμβάσεως θα γίνεται κατόπιν διαδικασίας διαπραγματεύσεων και εντός του πλαισίου των όρων της προσκλήσεως (που προβλέπει προθεσμία και πλαίσιο διαπραγματεύσεως). Η κατάρτιση συμβάσεως εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου. Επίσης κατά τη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου επιτρέπεται μακροχρόνια μίσθωση μέχρι 99 ετών άνευ διαγωνισμού στην περίπτωση που συντρέχουν τα διαλαμβανόμενα στο στοιχ. δδ) της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος Κανονισμού.» επιτρέπεται η μετατροπή της χρήσεως του μισθίου συνολικώς ή εν μέρει, εφ’ όσον η νέα χρήση κατ’ αρχήν εμπεριέχεται εντός του βασικού σχεδίου της αρχικής χρήσεως της προκηρύξεως ή είναι συναφής με αυτήν και εφ’ όσον εγκρίνει αυτήν το αρμόδιο όργανο, το οποίο θα ορίσει τους όρους και προϋποθέσεις αυτής κατόπιν προηγουμένης εγγράφου αιτήσεως του μισθωτή και, εάν το αρμόδιο όργανο είναι μονομελές, κατόπιν εγκρίσεως του ιεραρχικώς ανωτέρου συλλογικού οργάνου, άλλως από το ίδιο όργανο που έλαβε την απόφαση της αρχικής χρήσης.»
Η παρ. 1α του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για τον προσδιορισμό της «Εκτιμώμενης Μισθωτικής Αξίας» του προς εκμίσθωση ακινήτου συντάσσεται Έκθεση Εκτιμήσεως:
- α) από τη Διεύθυνση Περιουσίας της Ε.Κ.Υ.Ο., όσον
αφορά στα ακίνητα, όταν η αντικειμενική αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ και η μισθωτική χρήση του ακινήτου δεν είναι ή δεν σκοπείται να είναι μακροχρόνια, και όσον αφορά στα κινητά όταν η μέση εμπορική αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.»
Η παρ. 3 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η προκήρυξη του διαγωνισμού εκδίδεται για την Εκκλησία της Ελλάδος σύμφωνα με όσα προβλέπει ο εκάστοτε ισχύων Κανονισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος που αποτελεί τον Οργανισμό Λειτουργίας της Ε.Κ.Υ.Ο. και δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 26 του παρόντος Κανονισμού.»
Η παρ. 5 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Στον διαγωνισμό δι’ ενσφραγίστων εγγράφων προσφορών οι οικονομικές προσφορές πρέπει να περιέχονται σε σφραγισμένους φακέλους, κατατίθενται στην Επιτροπή Διενέργειας του διαγωνισμού εντός του οριζομένου από την προκήρυξη χρονικού διαστήματος, συνοδεύονται από την εγγύηση και τα νομιμοποιητικά και λοιπά έγγραφα, που ορίζονται στην προκήρυξη. Οι προσφορές υποχρεωτικά αναγράφουν το ονοματεπώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνση του προσφέροντος, το προσφερόμενο μίσθωμα ολογράφως και αριθμητικώς και είναι υπογεγραμμένες υπό τον υποψήφιο. Με την ολοκλήρωση της καταθέσεως των εγγράφων προσφορών και τον έλεγχο των νομιμοποιητικών και λοιπών δικαιολογητικών εγγράφων, η Επιτροπή σε δημόσια συνεδρίαση αποσφραγίζει τους φακέλους των οικονομικών προσφορών και συντάσσει πρακτικό που περιέχει τα ονόματα των προσφερόντων και τα αντίστοιχα προσφερόμενα ποσά. Όταν δεν ακολουθεί στάδιο βελτιώσεως των εγγράφων προσφορών με προφορικές βελτιώσεις, το πρακτικό ολοκληρώνεται με την ανακήρυξη ως (προσωρινού) πλειοδότη του προσφέροντος το μεγαλύτερο μίσθωμα και υπογράφεται από την Επιτροπή και τον πλειοδότη. Οι διαγωνισμοί γίνονται και ηλεκτρονικώς με ψηφιακή υποβολή των δικαιολογητικών. Έπειτα η Επιτροπή συντάσσει έκθεση και διαβιβάζει τον φάκελο στο αρμόδιο αποφασιστικό όργανο ώστε να χωρήσει η κατακύρωση ή όχι του αποτελέσματος.»
Η παρ. 8 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής: «8. Ο διαγωνισμός διεξάγεται και ολοκληρώνεται χωρίς διακοπή εντός του χρόνου που καθορίζεται στην προκήρυξη. Για τη διενέργειά του συντάσσεται πρακτικό, το οποίο, μετά τη λήξη του διαγωνισμού και την ανακήρυξη του τελευταίου πλειοδότη, υπογράφεται από την Επιτροπή και τον τελευταίο πλειοδότη. Παράταση του καθορισμένου χρόνου λήξεως του διαγωνισμού επιτρέπεται, για όσο χρόνο κατά την κρίση της Επιτροπής απαιτείται, εφ’ όσον συνεχίζονται οι προσφορές. Μετά τη λήξη του διαγωνισμού ουδεμία προσφορά γίνεται δεκτή. Η Επιτροπή Διενέργειας του διαγωνισμού μετά το τέλος του συντάσσει έκθεση, και διαβιβάζει τον φάκελο στο αρμόδιο αποφασιστικό όργανο ώστε να χωρήσει η κατακύρωση ή όχι του αποτελέσματος».
Η παρ. 6 του άρθρου 9 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Παράταση συμβάσεως μισθώσεως είναι δυνατή μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου. Σιωπηρή παράταση της μισθώσεως ή αναμίσθωση δεν επιτρέπεται. Επίσης δεν επιτρέπεται η υπεκμίσθωση όλου ή μέρους του μισθίου ούτε η μερική ή ολική παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, μετά ή άνευ ανταλλάγματος, χωρίς ρητή προηγούμενη συγκατάθεση του εκμισθωτή. Ο μισθωτής υποχρεούται μετά τη λήξη της μισθώσεως να εκκενώσει και να παραδώσει το μίσθιο αμέσως και απροφασίστως, άλλως υπόκειται σε έξωση, με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Σε περίπτωση που ο μισθωτής καταλείπει οποιαδήποτε αντικείμενα, εμπορεύματα, έπιπλα και εν γένει πράγματα που ανήκουν στον ίδιο ή τρίτους, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποκτά την ιδιότητα του θεματοφύλακα ή του μεσεγγυούχου για όσο χρονικό διάστημα τα πράγματα αυτά παραμένουν εντός του μισθίου. Ο αποχωρήσας μισθωτής καλείται να απομακρύνει τα αντικείμενα από το μίσθιο με αποκλειστικά δική του ευθύνη και δικές του δαπάνες εντός τασσομένης προθεσμίας το αργότερο δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας, τα αντικείμενα απομακρύνονται με έξοδα της Εκκλησίας της Ελλάδος και απορρίπτονται, χωρίς να έχει κανένα απολύτως δικαίωμα ο μισθωτής να ζητήσει οποιαδήποτε αποζημίωση. Η Εκκλησία της Ελλάδος δικαιούται να αναζητήσει ολόκληρη τη δαπάνη, στην οποία θα έχει υποβληθεί σχετικώς.»
Το άρθρο 12 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η Εκκλησία της Ελλάδος δύναται να παραχωρεί τη χρήση ακινήτων Της για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και υπό τον όρο ότι, όταν προβλέπεται αντάλλαγμα, αυτό δεν θα υπολείπεται της Εκτιμώμενης Μισθωτικής Αξίας:
- α) δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει,
σε φορείς του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως, Ο.Τ.Α., και μη κερδοσκοπικά Ν.Π.Ι.Δ., εφ’ όσον εκπληρούν κοινωφελείς σκοπούς, για την ικανοποίηση των στεγαστικών και άλλων σχετικών λειτουργικών αναγκών, καθώς και για την εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών
- β) δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει, σε φορείς του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως και Ο.Τ.Α., για τη στέγαση των υπηρεσιών
τους, την ανέγερση σχολικών κτιρίων, ιατρείων, παιδικών σταθμών, παιδικών χαρών και την εκπλήρωση εν γένει δραστηριοτήτων και λειτουργιών, οι οποίες δεν αποφέρουν κέρδος ή δεν αποτελούν επιχειρηματική δραστηριότητα και εφ’ όσον δεν διαθέτουν κατάλληλο προς τούτο ακίνητο,
- γ) δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει,
σε φορείς του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως και Ο.Τ.Α., με δυνατότητα ανεγέρσεως κτιρίων ή μετατροπών στα υπάρχοντα κτίρια, με δαπάνες του χρήστη, κατόπιν ρητής προεγκρίσεως των σχετικών σχεδίων υπό του αρμοδίου για την κατακύρωση οργάνου,
- δ) έναντι ανταλλάγματος, για την άσκηση οικονομικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, με σκοπό
την ενίσχυση των εσόδων των φορέων του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως για την ανάπλαση κοινοχρήστων ή κοινωφελών χώρων ή άλλες περιβαλλοντικού χαρακτήρα επεμβάσεις, την εν γένει ανάπτυξη ή συντήρηση έργων, την υποστήριξη των λειτουργιών τους, καθώς και τη συμβολή στην ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας,
- ε) με αντάλλαγμα σε περίπτωση που προσυμφωνείται
η εκποίηση του ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού Λειτουργίας της Ε.Κ.Υ.Ο. και του παρόντος Κανονισμού, αλλά δεν είναι εφικτή η υπογραφή οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης κυριότητας από λόγους που αφορούν στη νομική κατάσταση του ακινήτου και μέχρις αυτή να καταστεί εφικτή τασσομένης συγκεκριμένης προθεσμίας. Στην περίπτωση αυτήν εφόσον κριθεί συμφέρον για την Εκκλησία της Ελλάδος είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ολικός ή μερικός συμψηφισμός του καταβαλλόμενου ανταλλάγματος με το προσυμφωνούμενο τίμημα.
Το αντάλλαγμα δύναται να ορίζεται είτε σε ορισμένο χρηματικό ποσό, υπολογιζόμενο βάσει συγκριτικών στοιχείων ή κατ’ εύλογη αγοραία αξία, κατά περίπτωση, είτε σε ποσοστό επί των εσόδων, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο του ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%).
Στις περιπτώσεις παραχωρήσεως χρήσεως εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος σε φορείς του Δημοσίου Τομέα ή της Γενικής Κυβερνήσεως και Ο.Τ.Α, ακινήτων στα οποία πρόκειται να υλοποιηθούν επιχειρηματικά σχέδια, το ύψος της επενδύσεως μπορεί να αντιλογίζεται με το αντάλλαγμα, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις σχετικές συμβάσεις. Οι αντισυμβαλλόμενοι υποχρεούνται να τηρούν ειδικό κωδικό στον προϋπολογισμό τους, στον οποίο καταχωρίζονται όλες οι πληρωμές για την υλοποίηση των έργων και σκοπών εν γένει της παραχωρήσεως, καθώς και να ενημερώνουν ανά εξάμηνο την Εκκλησία της Ελλάδος για την πορεία των έργων και το χρονοδιάγραμμα αυτών.
Οι πάσης φύσεως φόροι, δαπάνες, τέλη κ.λπ., τα οποία βαρύνουν το ακίνητο, καταβάλλονται αποκλειστικά από τον χρήστη.
Ακίνητα κυριότητας τρίτων, τα οποία διοικούν και διαχειρίζονται τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα διά νόμου, συμβάσεων ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, δύνανται να παραχωρούνται ή εκμισθώνονται, κατόπιν συμφωνίας τους με την Εκκλησία της Ελλάδος, από την Εκκλησία της Ελλάδος σύμφωνα με τους τυχόν ειδικούς όρους τούτων και κατ’ εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού.».
«Η παρ. 3 του άρθρου 14 αντικαθίσταται ως εξής: «3.α. Κατ’ εξαίρεση επίσης επιτρέπεται η εκποίηση ακινήτου με διαδικασία διαπραγμάτευσης με ενδιαφερόμενους, οι οποίοι εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους είτε κατόπιν έρευνας αγοράς της Ε.Κ.Υ.Ο. (με δημόσια ανοικτή ή κλειστή πρόσκληση ενδιαφέροντος) είτε κατόπιν λήψεως αιτημάτων υποβαλλομένων από έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους. Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης προδιαγράφεται από το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει την εκποίηση και αποφασίζεται από το ίδιο όργανο εφ’ όσον:
- α) μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2021 επί εκκλησιαστικών
ακινήτων έχουν δημιουργηθεί νομικές και πραγματικές καταστάσεις που εμποδίζουν ή παρακωλύουν ή θέτουν υπό αμφισβήτηση ή διαταράσσουν την άσκηση διοικήσεως, διαχειρίσεως ή νομής και κατοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος ή του ιδιοκτήτη εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και εν γένει την ελεύθερη διαχείρισή τους ή την αξιοποίησή τους κατά την κρίση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, όταν υφίσταται πάσης φύσεως επιδικία ενώπιον των ελληνικών πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή τρίτης χώρας, ή τυχόν χρονίζουσα μη συμμόρφωση της Διοίκησης σε απόφαση του ΣτΕ ή άλλου δικαστηρίου, όπως π.χ. παράλειψη επανέκδοσης επωφελούς για την Εκκλησία της Ελλάδος διοικητικής πράξης, καθυστέρηση συγκρότησης επιτροπών εκ μέρους της Διοίκησης για τη διευθέτηση περιβαλλοντικών, πολεοδομικών ή άλλων εκκρεμοτήτων, καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης επί αιτήματος άρσης πολεοδομικής ή περιβαλλοντικής δέσμευσης για διάστημα άνω των τριών ετών και είτε αα) ο αγοραστής ή οι δικαιοπάροχοί του διατηρούν αδιατάρακτη νομή και κατοχή του εκκλησιαστικού ακινήτου επί σαράντα (40) έτη είτε ββ) ήθελε κριθεί σύμφορη από τη Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. η εκποίηση ακινήτου με διαπραγμάτευση στην τιμή της Αξίας Εκποιήσεως, η οποία προσδιορίζεται επί τη βάσει του άρθρου 15 του παρόντος Κανονισμού, εφόσον ο αποκτών έχει λάβει γνώση των ως άνω νομικών και πραγματικών καταστάσεων και απαλλάσσει την Εκκλησία της Ελλάδος από κάθε ευθύνη για αυτές, παραιτείται δε του δικαιώματος διαρρήξεως του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας ένεκα αυτών των καταστάσεων ή αα) έχει παρέλθει πενταετία από τη δημοσίευση δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει την άρση της απαλλοτρίωσης ακινήτου και το ακίνητο δεν έχει αποδεσμευθεί ή παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο, ή ββ) έχει παρέλθει δεκαπενταετία από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή οποιασδήποτε διοικητικής δέσμευσης και ο υποψήφιος αγοραστής προτείνει να αγοράσει το ακίνητο με τίμημα διενεργηθεί εκτίμηση της Αξίας Εκποιήσεως. Για τον ίδιο λόγο της ανωτέρω περίπτωσης β’ και χωρίς την πάροδο πέντε ετών επιτρέπεται η συμφωνία ανταλλαγής του ακινήτου με αντίστοιχης αξίας ακίνητο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ κατ’ άρθρον 24 του παρόντος. Δεν αποκλείεται η εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και σε ακίνητα που τυχόν τεθούν υπό διοικητικές δεσμεύσεις μετά την 1η Νοεμβρίου 2021. β. Επίσης επιτρέπεται η εκποίηση με διαπραγμάτευση με απόφαση της Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. εφ’ όσον: α) υφίσταται αδιατάρακτη νομή και κατοχή επί είκοσι (20) έτη τρίτου ή των δικαιοπαρόχων του έως την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού και β) η Εκκλησία της Ελλάδος έχει εναχθεί από τους ανωτέρω τρίτους για χρηματική οφειλή έναντί τους από σύμβαση έργου ή αντιπαροχής, διοίκηση αλλοτρίων ή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού έως την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού και γ) η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αναγνωρίζει εν όλω ή εν μέρει την επίδικη οφειλή μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. Σ’ αυτήν την περίπτωση η εκποίηση αποφασίζεται στο πλαίσιο συνολικού εξώδικου ή δικαστικού συμβιβασμού όλων των εκκρεμών διαφορών της υποθέσεως. γ. Το τίμημα εκποιήσεως στις ανωτέρω περιπτώσεις είναι δυνατόν με απόφαση της Δ.Ι.Σ., μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., να μειώνεται έναντι της εκτιμηθείσης σημερινής Αξίας Εκτιμήσεως έως και ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) και με κριτήριο τη διάρκεια της νομής και κατοχής του τρίτου. Με απόφαση της Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.: α) για λόγους κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης σε περιπτώσεις εκκρεμοτήτων που πληρούν τις προϋποθέσεις των δύο πρώτων εδαφίων της ανωτέρω περιπτώσεως α’ και β) μόνο ως προς φυσικά πρόσωπα που αποδεικνύουν την οικονομική αδυναμία τους προς καταβολή τιμήματος ή εξασφάλιση δανεισμού, με απόφαση της Δ.Ι.Σ. κατόπιν εισηγήσεως της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. δύναται, κατά διακριτική ευχέρεια, το ποσοστό εκπτώσεως του προηγουμένου εδαφίου να αυξάνεται αναλόγως και έως ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%)».
Η παρ. 3 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής: «3α. Κατ’ εξαίρεση επίσης επιτρέπεται η παραχώρηση δικαιώματος επιφανείας ακινήτου με διαδικασία διαπραγμάτευσης με ενδιαφερόμενους, οι οποίοι εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους είτε κατόπιν έρευνας αγοράς της Ε.Κ.Υ.Ο. (με δημόσια ανοικτή ή κλειστή πρόσκληση ενδιαφέροντος) είτε κατόπιν λήψεως αιτημάτων υποβαλλομένων από έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους. Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης προδιαγράφεται από το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει την παραχώρηση της επιφανείας και αποφασίζεται από το ίδιο όργανο εφ’ όσον:
- α) μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2021 επί εκκλησιαστικών
ακινήτων έχουν δημιουργηθεί νομικές και πραγματικές καταστάσεις που εμποδίζουν ή παρακωλύουν ή θέτουν υπό αμφισβήτηση ή διαταράσσουν την άσκηση διοικήσεως, διαχειρίσεως ή νομής και κατοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος ή του ιδιοκτήτη εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και εν γένει την ελεύθερη διαχείρισή τους ή την αξιοποίησή τους κατά την κρίση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά πάσης φύσεως επιδικία ενώπιον των ελληνικών πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή τρίτης χώρας, τυχόν χρονίζουσα μη συμμόρφωση της Διοίκησης σε απόφαση του ΣτΕ ή άλλου δικαστηρίου, όπως π.χ. παράλειψη επανέκδοσης επωφελούς για την Εκκλησία της Ελλάδος διοικητικής πράξης, καθυστέρηση συγκρότησης επιτροπών εκ μέρους της Διοίκησης για τη διευθέτηση περιβαλλοντικών, πολεοδομικών ή άλλων εκρεμμοτήτων, καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης επί αιτήματος άρσης πολεοδομικής ή περιβαλλοντικής δέσμευσης για διάστημα άνω των τριών ετών και είτε αα) ο επιφανειούχος ή οι δικαιοπάροχοί του διατηρούν αδιατάρακτη νομή και κατοχή του εκκλησιαστικού ακινήτου επί σαράντα (40) έτη είτε ββ) ήθελε κριθεί σύμφορη από τη Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. η παραχώρηση επιφανείας με διαπραγμάτευση στην τιμή της Αξίας Εκποιήσεως, η οποία προσδιορίζεται επί τη βάσει του άρθρου 15 του παρόντος Κανονισμού, εφόσον ο αποκτών έχει λάβει γνώση των ως άνω νομικών και πραγματικών καταστάσεων και απαλλάσσει την Εκκλησία της Ελλάδος από κάθε ευθύνη για αυτές, παραιτείται δε του δικαιώματος διαρρήξεως του συμβολαίου παραχώρησης της επιφανείας ένεκα αυτών των καταστάσεων ή αα) έχει παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει την άρση της απαλλοτρίωσής ακινήτου και το ακίνητο δεν έχει αποδεσμευθεί ή παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο, ή ββ) έχει παρέλθει δεκαπενταετία από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή οποιασδήποτε διοικητικής δέσμευσης ο υποψήφιος αγοραστής προτείνει να αγοράσει το ακίνητο με τίμημα ανώτερο της Αξίας Εκποιήσεως που θα είχε αν ήταν πολεοδομικώς ρυθμισμένο, προσδιορισθείσα επί τη βάσει του άρθρου 15 του παρόντος Κανονισμού, και εφ’ όσον διενεργηθεί εκτίμηση της Αξίας Εκποιήσεως. Δεν αποκλείεται η εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και σε ακίνητα που τυχόν τεθούν υπό διοικητικές δεσμεύσεις μετά την 1η Νοεμβρίου 2021. β. Επίσης επιτρέπεται η παραχώρηση δικαιώματος επιφανείας με διαπραγμάτευση με απόφαση της Δ.Ι.Σ., μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., εφ’ όσον:
- αα) Υφίσταται αδιατάρακτη νομή και κατοχή δέκα (10)
έτη αντιδίκου ή των δικαιοπαρόχων του έως την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού και αφενός η Εκκλησία της Ελλάδος έχει εναχθεί από τον αντίδικο ή τους δικαιοπάροχους του για χρηματική οφειλή έναντί τους από σύμβαση έργου ή αντιπαροχής, διοίκηση αλλοτρίων ή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφετέρου δε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αναγνωρίζει εν όλω ή εν μέρει την επίδικη οφειλή μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. Σ’ αυτήν την περίπτωση η παραχώρηση του δικαιώματος επιφανείας αποφασίζεται στο πλαίσιο
- ββ) Όταν πρόκειται για σύσταση επιφανείας επί ακινήτου βεβαρημένου με δουλεία ή εμπράγματο βάρος ή
επί επίδικου ακινήτου εφόσον η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί τη νομή, αρκεί η επιδικία να αφορά εμπράγματη και όχι ενοχική αγωγή, ήτοι, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφέρονται κατωτέρω οι περιπτώσεις της αναγνωριστικής αγωγής, της αρνητικής αγωγής, άρσης της διατάραξης της νομής, ενοικοδόμησης γειτονικού ακινήτου, κανονισμού γειτονικών ορίων, παροχής διόδου κ.ά. Η παραχώρηση του δικαιώματος επιφανείας επιδίκων ακινήτων, με την ως άνω έννοια, συνάπτεται πάντοτε με τρίτο πρόσωπο και όχι με τον αντίδικο, με μόνη εξαίρεση αν συνάπτεται στο πλαίσιο ανέκκλητου και αμετάκλητου δικαστικού ή εξωδίκου συμβιβασμού.
- γγ) Όταν πρόκειται για σύσταση επιφανείας επί επίδικου ακινήτου, στο οποίο η Εκκλησία δεν διατηρεί νομή,
εφόσον η νομή ανακτάται δυνάμει δικαστικού ή εξώδικου συμβιβασμού επί αγωγής προσβολής της νομής ή αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής ή πουβλικιανής αγωγής, και συντρέχουν σωρευτικά οι δύο κάτωθι περιπτώσεις: α) επιφανειούχος είναι ο συμβιβαζόμενος αντίδικος και όχι τρίτος β) ως δικαιοπρακτικό θεμέλιο του συμβιβασμού έχει συμφωνηθεί η παραχώρηση της επιφανείας του επιδίκου ακινήτου στον αντίδικο. γ. Το εδαφονόμιο του δικαιώματος επιφανείας στις ανωτέρω περιπτώσεις είναι δυνατόν με απόφαση της Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. να μειώνεται έναντι της εκτιμηθείσης σημερινής Αξίας Εκτιμήσεως έως και ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) και με κριτήριο τη διάρκεια της νομής και κατοχής του τρίτου. Με απόφαση της Δ.Ι.Σ. μετά από εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.: α) για λόγους κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης σε περιπτώσεις εκκρεμοτήτων που πληρούν τις προϋποθέσεις των δύο πρώτων εδαφίων της ανωτέρω περιπτώσεως α’, και β) μόνο ως προς φυσικά πρόσωπα που αποδεικνύουν την οικονομική αδυναμία τους προς καταβολή τιμήματος ή εξασφάλιση δανεισμού, με απόφαση της Δ.Ι.Σ., κατόπιν εισηγήσεως της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. δύναται, κατά διακριτική ευχέρεια, το ποσοστό εκπτώσεως του προηγουμένου εδαφίου να αυξάνεται αναλόγως και έως ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%).»
Η παρ. 6 του άρθρου 30 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η υπογραφή της εκάστοτε αρχικής συμβάσεως προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση ότι ο εκάστοτε πλειοδότης, υποψήφιος ή προσφέρων τυγχάνει ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερος και προσκομίζεται σχετικώς πρόσφατη φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα. Ομοίως, προϋποθέτει ότι τούτος δεν διατηρεί ληξιπρόθεσμες και μη ενήμερες οικονομικές οφειλές προς την Εκκλησία της Ελλάδος ή εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται ή ανήκουν σε Αυτήν. Η παρούσα παράγραφος δύναται να μην τύχει εφαρμογής, δυνάμει εισηγήσεως του αρμοδίου οργάνου, η οποία εγκρίνεται από τη Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, ιδίως στις περιπτώσεις όπου οι εν λόγω οφειλές τυγχάνουν ιδιαίτερα χαμηλές ή ανάγονται στη σφαίρα υπαιτιότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος ή όταν πρόκειται περί συμβιβασμού με την Εκκλησία της Ελλάδος, στην οποία περιλαμβάνονται οι προς Αυτήν οφειλές. Εφόσον υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή μισθωτού, θα αναβάλλεται μέχρι την εξόφλησή της η υπογραφή τροποποιητικής σύμβασης της μίσθωσης, εκτός αν ορίσει άλλως το αρμόδιο αποφασιστικό όργανο με ειδική αιτιολογημένη απόφασή του.» Άρθρον 2 Τελικές διατάξεις
Ο παρών Κανονισμός δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ή του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού αρχίζει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός δημοσιεύεται και στο επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2021 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ: 210 5279000 - fax: 210 5279054 ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΚΟΙΝΟΥ Πωλήσεις - Συνδρομές: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279178 - 180) Πληροφορίες: (Ισόγειο, Γρ. 3 και τηλεφ. κέντρο 210 5279000) Παραλαβή Δημ. Ύλης: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279167, 210 5279139) Ωράριο για το κοινό: Δευτέρα ως Παρασκευή: 8:00 - 13:30 Ιστότοπος: www.et.gr Πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία του ιστότοπου: helpdesk.et@et.gr Αποστολή ψηφιακά υπογεγραμμένων εγγράφων προς δημοσίευση στο ΦΕΚ: webmaster.et@et.gr Πληροφορίες για γενικό πρωτόκολλο και αλληλογραφία: grammateia@et.gr Το Εθνικό Τυπογραφείο αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπαγόμενη στην Προεδρία της Κυβέρνησης και έχει την ευθύνη τόσο για τη σύνταξη, διαχείριση, εκτύπωση και κυκλοφορία των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), όσο και για την κάλυψη των εκτυπωτικών - εκδοτικών αναγκών του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ν. 3469/2006/Α΄ 131 και π.δ. 29/2018/Α΄58).
ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΦΕΚ) • Τα ΦΕΚ σε ηλεκτρονική μορφή διατίθενται δωρεάν στο www.et.gr, την επίσημη ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου. Όσα ΦΕΚ δεν έχουν ψηφιοποιηθεί και καταχωριστεί στην ανωτέρω ιστοσελίδα, ψηφιοποιούνται και αποστέλλονται επίσης δωρεάν με την υποβολή αίτησης, για την οποία αρκεί η συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων σε ειδική φόρμα στον ιστότοπο www.et.gr. • Τα ΦΕΚ σε έντυπη μορφή διατίθενται σε μεμονωμένα φύλλα είτε απευθείας από το Τμήμα Πωλήσεων και Συνδρομητών, είτε ταχυδρομικά με την αποστολή αιτήματος παραγγελίας μέσω των ΚΕΠ, είτε με ετήσια συνδρομή μέσω του Τμήματος Πωλήσεων και Συνδρομητών. Tο κόστος ενός ασπρόμαυρου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,00 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προ σαυξάνεται κατά 0,20 €. Το κόστος ενός έγχρωμου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,50 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προσαυξάνεται κατά 0,30 €. To τεύχος Α.Σ.Ε.Π. διατίθεται δωρεάν. • Τρόποι αποστολής κειμένων προς δημοσίευση: Α. Τα κείμενα προς δημοσίευση στο ΦΕΚ, από τις υπηρεσίες και τους φορείς του δημο σίου, αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση webmaster.et@et.gr με χρήση προηγμέ νης ψηφιακής υπογραφής και χρονοσήμανσης. Β. Κατ’ εξαίρεση, όσοι πολίτες δεν διαθέτουν προηγμένη ψηφιακή υπογραφή μπορούν είτε να αποστέλλουν ταχυδρομικά, είτε να καταθέτουν με εκπρόσωπό τους κείμενα προς δημοσίευση εκτυπωμένα σε χαρτί στο Τμήμα Παραλαβής και Καταχώρισης Δημοσιευμάτων. • Πληροφορίες, σχετικά με την αποστολή/κατάθεση εγγράφων προς δημοσίευση, την ημερήσια κυκλοφορία των Φ.Ε.Κ., με την πώληση των τευχών και με τους ισχύοντες τιμοκαταλόγους για όλες τις υπη ρεσίες μας, περιλαμβάνονται στoν ιστότοπο (www.et.gr). Επίσης μέσω του ιστότοπου δίδονται πληροφορίες σχετικά με την πορεία δημοσίευσης των εγγράφων, με βάση τον Κωδικό Αριθμό Δημοσιεύματος (ΚΑΔ). Πρόκειται για τον αριθμό που εκδίδει το Εθνικό Τυπογραφείο για όλα τα κείμενα που πληρούν τις προϋποθέσεις δημοσίευσης.
ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Το Εθνικό Τυπογραφείο ανταποκρινόμενο σε αιτήματα υπηρεσιών και φορέων του δημοσίου αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να εκτυπώσει έντυπα, φυλλάδια, βιβλία, αφίσες, μπλοκ, μηχανογραφικά έντυπα, φακέλους για κάθε χρήση, κ.ά.