Νόμοι — ΦΕΚ A' 220/2021
Αν σκάφος ή όχημα (όπως ιδίως σιδηρόδρομος συρμός, αυτοκίνητο, άμαξα), το οποίο έχει χαρακτηριστεί μνημείο, παρουσιάζει εκτεταμένες και μη αναστρέψιμες φθορές ή βλάβες, συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού πενταμελής επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανολόγο, έναν λαογράφο ή εθνολόγο ή κοινωνικό ανθρωπολόγο, έναν αρχιτέκτονα ή πολιτικό μηχανικό ή ναυπηγό ή αεροναυπηγό, έναν ιστορικό τέχνης ή ιστορικό και ένα συντηρητή (με σχετική σε κάθε περίπτωση ειδίκευση), υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ή, αν αυτό δεν καθίσταται εφικτό, από εγνωσμένου κύρους εμπειρογνώμονες. Η επιτροπή ελέγχει την κατάσταση του μνημείου και προτείνει μέτρα υπό την προϋπόθεση ότι διαφυλάσσεται η αυθεντικότητά του.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η επιτροπή κρίνει ότι η διατήρηση του μνημείου είναι, στο σύνολο ή σε τμήμα του, αδύνατη, μπορεί να εισηγηθεί αιτιολογημένα τη διάλυσή του, η οποία αποφασίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου, αφού προηγηθεί λεπτομερής περιγραφή της μορφής και της κατασκευής του, πλήρης φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωσή του.
Απαγορεύεται η απόσπαση από σκάφος ή όχημα (όπως ιδίως σιδηροδρομικό συρμό, αυτοκίνητο, άμαξα), που έχει χαρακτηριστεί μνημείο, στοιχείων που είναι αναπόσπαστα τμήματά του. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόσπαση και απομάκρυνση τέτοιων στοιχείων, όπως και η ενσωμάτωσή τους σε μια νέα κατασκευή, όμοια με την αρχική, μόνο εάν αυτό κριθεί, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, ότι είναι απολύτως αναγκαίο για τη διάσωσή τους. Οι παραπάνω εργασίες εκτελούνται σύμφωνα με μελέτη που εγκρίνεται με την οικεία απόφαση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΩΝ ΚΙΝΗΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ
Άρθρο 27
Φύλαξη και συντήρηση κινητών μνημείων
Ο κάτοχος κινητού αρχαίου και ο κύριος αρχαίου ή άλλου κινητού μνημείου ευθύνονται για την ασφάλεια και τη διατήρησή του. Οφείλουν να γνωστοποιούν στην Υπηρεσία τον ακριβή τόπο φύλαξής του, κάθε μετακίνησή του στην οποία προτίθενται να προβούν καθώς και τυχόν απώλειά του. Οφείλουν επίσης να επιτρέπουν την περιοδική ή έκτακτη επιθεώρησή του από την Υπηρεσία δυνατόν να το θέσει σε κίνδυνο και να ακολουθούν τις υποδείξεις της. Αν το μνημείο διατρέχει άμεσο κίνδυνο φθοράς, απώλειας ή καταστροφής, η Υπηρεσία μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και να καταλογίσει τις σχετικές δαπάνες στον κύριο ή τον κάτοχο του μνημείου ή να αποφασίσει τη μεταφορά του προς φύλαξη σε δημόσιο μουσείο ή άλλο κατάλληλο χώρο, μέχρις ότου εκλείψει οριστικά ο κίνδυνος.
Ο κάτοχος κινητού αρχαίου και ο κύριος αρχαίου ή άλλου κινητού μνημείου υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα συντήρησης σύμφωνα και με το άρθρο 43. Αν η Υπηρεσία κρίνει ότι η συντήρηση είναι ανεπαρκής, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, διατηρώντας τη δυνατότητα να καταλογίσει το σύνολο ή μέρος της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υποχρέων, σύμφωνα με τις σχετικές περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις.
Αν ο κάτοχος κινητού αρχαίου ή ο κύριος αρχαίου ή άλλου κινητού μνημείου αποβιώσει, ο κληρονόμος ή ο εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας υποχρεούνται να ειδοποιήσουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Υπηρεσία και να διασφαλίσουν προσωρινά τα αντικείμενα μέχρις ότου αυτή επιληφθεί. Αν λυθεί το νομικό πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή κατοχή μνημείου, τις υποχρεώσεις αυτές έχουν οι νόμιμοι κατά τον χρόνο λύσης εκπρόσωποί του.
Άρθρο 28
Μεταβίβαση της κατοχής ή της κυριότητας κινητών μνημείων
Ο κάτοχος κινητού αρχαίου που χρονολογείται έως και το 1453, μπορεί να μεταβιβάζει την κατοχή του αφού γνωστοποιήσει στην Υπηρεσία την πρόθεσή του και τα στοιχεία του υποψήφιου κατόχου, ο οποίος υποχρεούται να υποβάλει αίτηση για άδεια κατοχής που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 23. Η σχετική πράξη εκδίδεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Μεταβίβαση που γίνεται χωρίς την άδεια αυτή είναι άκυρη και τα κινητά μνημεία αναλαμβάνονται χωρίς διατυπώσεις από το Δημόσιο.
Η μεταβίβαση αιτία θανάτου της κατοχής μνημείων της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατή υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 23, ειδάλλως τα αρχαία αναλαμβάνονται από το Δημόσιο.
Η μεταβίβαση της κυριότητας κινητού μνημείου που ανήκει σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, είναι δυνατή με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, ειδάλλως είναι άκυρη. Με την παραπάνω απόφαση μπορεί να επιβάλλονται όροι ως προς το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να μεταβιβαστούν τα μνημεία. Σε περίπτωση πώλησης, το Δημόσιο μπορεί να ασκεί δικαίωμα προτίμησης στην ίδια τιμή εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Η μεταβίβαση μνημείων που ανήκουν σε εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, άλλα νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που εκπροσωπούν θρησκείες ή δόγματα επιτρέπεται, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, προς άλλα τέτοια πρόσωπα ή ενώσεις, στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α., σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που αποτελούν αναγνωρισμένα μουσεία του άρθρου 45, ειδάλλως είναι άκυρη.
Η μεταβίβαση της κυριότητας κινητού μνημείου, εκτός αυτών των παρ. 3 και 4, επιτρέπεται μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση στην Υπηρεσία της σχετικής πρόθεσης, των στοιχείων του προσώπου προς το οποίο πρόκειται να μεταβιβασθεί, και, σε περίπτωση πώλησης, της τιμής και εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός από τη γνωστοποίηση χωρίς το Δημόσιο να ασκήσει δικαίωμα προτίμησης στην ίδια τιμή. Η μεταβίβαση που έγινε χωρίς τη γνωστοποίηση αυτή είναι άκυρη.
Σε περίπτωση πώλησης μνημείων με δημοπρασία ή δημόσιο πλειστηριασμό, προτιμώνται στην ίδια τιμή, κατά σειρά, το Δημόσιο, τα μουσεία του άρθρου 45 και οι συλλέκτες μνημείων.
Όποιος αποκτά την κυριότητα μνημείου αιτία θανάτου οφείλει να ειδοποιεί σχετικά την Υπηρεσία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Ο κύριος μνημείου μπορεί να το μεταβιβάζει στο Δημόσιο σε τιμή που συμφωνείται ή ειδάλλως ορίζεται από την εκτιμητική επιτροπή της παρ. 11 του άρθρου 73.
Άρθρο 29
Υποχρεώσεις κατόχων και κυρίων κινητών μνημείων για τη μελέτη και έκθεσή τους
Οι κάτοχοι κινητών αρχαίων που χρονολογούνται έως και το 1453, καθώς και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που είναι κύριοι ή κάτοχοι κινητών αρχαίων ή νεότερων μνημείων, οφείλουν να διευκολύνουν τη φωτογράφηση και μελέτη των μνημείων από ειδικούς επιστήμονες στους οποίους χορηγείται σχετική άδεια από την Υπηρεσία.
Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο οφείλουν επίσης να θέτουν τα προαναφερόμενα μνημεία για εύλογο χρονικό διάστημα στη διάθεση της Υπηρεσίας αν αυτή το ζητήσει προκειμένου να εκτεθούν στο κοινό εντός ή εκτός της ελληνικής επικράτειας. Αν τα μνημεία υποστούν φθορά ή απωλεσθούν κατά το χρονικό διάστημα που δεν βρίσκονται στην κατοχή τους, το Δημόσιο υποχρεούται σε αποζημίωση.
Άρθρο 30
Αρωγή για την ανεύρεση και διεκδίκηση κινητών μνημείων
Ο κάτοχος κινητού αρχαίου προστατεύεται έναντι τρίτων ως νομέας και απολαμβάνει την αυτοδύναμη προστασία της νομής, δικαιούται δε να ασκήσει παράλληλα με το Δημόσιο τις αγωγές αποβολής και διαταράξεως της νομής. Αν το αρχαίο έχει εξαχθεί παράνομα, η διεκδίκηση γίνεται από το Δημόσιο. Ύστερα από την επιστροφή το αρχαίο αποδίδεται στον κάτοχο εκτός εάν η εξαγωγή του οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του. Στην περίπτωση αυτή η κατοχή του αρχαίου που επιστρέφεται περιέρχεται στο τυχόν καταβλήθηκε στον καλόπιστο νομέα, αν το αρχαίο ύστερα από την επιστροφή αποδοθεί σε αυτόν.
Ο κύριος μνημείου μπορεί να ζητά τη συνδρομή της Υπηρεσίας για την ανεύρεση, καθώς και την απόδοση ή την επιστροφή του αν κλαπεί ή εξαχθεί παράνομα. Ύστερα από την επιστροφή, το μνημείο αποδίδεται σε αυτόν, εκτός εάν το εξήγαγε ο ίδιος ή επέτρεψε την εξαγωγή του από δόλο ή βαριά αμέλεια. Στην περίπτωση αυτή η κυριότητα του μνημείου που επιστρέφεται περιέρχεται στο Δημόσιο, χωρίς αποζημίωση. Ο κύριος υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Δημόσιο για την επιστροφή, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης που τυχόν καταβλήθηκε στον καλόπιστο νομέα, εάν το μνημείο που επιστρέφεται αποδοθεί σε αυτόν. Ο κύριος και ο κάτοχος μνημείου που επιστρέφεται κατά τις παραπάνω διατάξεις υποχρεούνται να επιτρέπουν την έκθεσή του στο κοινό υπό προϋποθέσεις και για χρονικό διάστημα που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΠΩΛΕΣ
Άρθρο 31
Συλλέκτες μνημείων
Ο νόμιμος κάτοχος ή κύριος κινητών αρχαίων, καθώς και ο κύριος νεότερων κινητών μνημείων που συνθέτουν ενιαίο σύνολο ή ενιαία σύνολα από καλλιτεχνική, ιστορική ή επιστημονική άποψη, μπορεί να αναγνωρίζεται ως συλλέκτης ύστερα από αίτησή του με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η σχετική πράξη εκδίδεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εκτίμηση του χαρακτήρα και της σημασίας της συλλογής και εφόσον ο αιτών παρέχει εγγυήσεις για την προστασία και τη διασφάλιση κατάλληλων συνθηκών φύλαξης και διατήρησης των αντικειμένων της συλλογής, καθώς και για την τήρηση των λοιπών υποχρεώσεων του συλλέκτη. Τις εγγυήσεις αυτές δεν παρέχει ο αιτών, ιδίως αν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ή για πλαστογραφία, δωροδοκία, κλοπή, υπεξαίρεση ή αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Το κώλυμα υπάρχει και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ποινική δίωξη για μια από τις παραπάνω πράξεις. Η αίτηση μπορεί επίσης να απορριφθεί, αν διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε για μια από τις παραπάνω πράξεις ή αν η ποινική δίωξη για μια από τις πράξεις αυτές έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής. Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, το κώλυμα πρέπει να μην συντρέχει στα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκησή τους.
Φυσικό πρόσωπο του οποίου το επάγγελμα σχετίζεται ή σχετιζόταν με την προστασία μνημείων ή είναι αρχαιοπώλης ή έμπορος νεότερων μνημείων ή υπάλληλος ή συνεργάτης φυσικών ή νομικών προσώπων που ασκούν παρόμοια επιχείρηση, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως συλλέκτης αρχαίων.
Οι συλλέκτες έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των κατόχων ή κυρίων μνημείων με την επιφύλαξη των παρακάτω διατάξεων.
Οι συλλέκτες οφείλουν να τηρούν κατάλογο με πλήρη περιγραφή και φωτογραφίες των αντικειμένων της συλλογής, να καταθέτουν αντίγραφό του στην υπηρεσία και να υποβάλουν σε αυτήν ανά εξάμηνο τουλάχιστον κατάλογο με τα νέα αντικείμενα της συλλογής.
Οι συλλέκτες μπορούν να εμπλουτίζουν τις συλλογές τους με μνημεία που εισάγονται από το εξωτερικό ή αποκτώνται στην Ελλάδα κατά τον παρόντα Κώδικα. Για τα μνημεία αυτά απαιτείται να υποβάλουν δήλωση του άρθρου 24 ή 33 κατά περίπτωση.
Οι συλλέκτες απαγορεύεται να αποκτούν πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή, παράνομη ανασκαφή ή άλλη παράνομη ενέργεια ή ότι αποκτήθηκαν ή έχουν εξαχθεί κατά παράβαση της νομοθεσίας του κράτους προέλευσής τους και οφείλουν να ενημερώνουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Υπηρεσία για κάθε τέτοια προσφορά.
Οι συλλέκτες οφείλουν να διευκολύνουν τη φωτογράφηση και μελέτη των μνημείων της συλλογής τους από ειδικούς επιστήμονες στους οποίους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από την Υπηρεσία. Έχουν δικαίωμα να αναπαράγουν και να διαθέτουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις των μνημείων αυτών. Έχουν, επίσης, δικαίωμα να κατασκευάζουν εκμαγεία ή άλλα αντίγραφά τους, ύστερα από έγκριση της Υπηρεσίας και σύμφωνα με τις οδηγίες της, και να τα διαθέτουν.
Οι συλλέκτες μπορούν να παραχωρούν το δικαίωμα της πρώτης δημοσίευσης κάθε πρωτοεμφανιζόμενου στη συλλογή τους αρχαίου για μια τριετία, αφού ενημερώσουν την Υπηρεσία.
Οι συλλέκτες υποχρεούνται να διευκολύνουν την επίσκεψη συλλογής που κρίνεται σημαντική από την Υπηρεσία. Για την επίσκεψη είναι δυνατόν να απαιτείται δικαίωμα εισόδου μετά από έγκριση της Υπηρεσίας.
Οι συλλέκτες ευθύνονται για τη διαφύλαξη της ενότητας της συλλογής. Η διάσπασή της είναι δυνατή μετά από άδεια του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, αφού εκτιμηθούν η σημασία της συλλογής και οι συνέπειες της διάσπασης. Η άδεια θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί εάν παρέλθει άπρακτο τετράμηνο από την υποβολή της σχετικής αίτησης στην Υπηρεσία. Σε περίπτωση χορήγησης άδειας για τη μεταβίβαση των επί μέρους μνημείων της συλλογής εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 28.
Οι συλλέκτες μπορούν να μεταβιβάζουν τα αντικείμενα της συλλογής τους στο σύνολό τους είτε στο Δημόσιο είτε σε μουσεία του άρθρου 45 ή σε πρόσωπα που είναι αναγνωρισμένοι συλλέκτες, αφού γνωστοποιήσουν στην Υπηρεσία την πρόθεσή τους και τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο πρόκειται να τα μεταβιβάσουν, καθώς και την τιμή σε περίπτωση πωλήσεως. Η μεταβίβαση μπορεί να γίνει μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη γνωστοποίηση και εφόσον το Δημόσιο ή στη συνέχεια, εάν πρόκειται για πώληση σε συλλέκτες, τα πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, επιτρέπεται η μεταβίβαση είτε προς το Δημόσιο είτε, μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, σε άλλο τέτοιο πρόσωπο που έχει τις ιδιότητες που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο. Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως. Εάν δεν τηρηθούν οι παραπάνω όροι, η μεταβίβαση είναι άκυρη.
Εάν αποβιώσει ο συλλέκτης, ο κληρονόμος του δικαιούται μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την αποδοχή της κληρονομιάς ή την πάροδο της προθεσμίας αποποίησής της, να υποβάλει αίτηση αναγνώρισής του ως συλλέκτη. Η αναγνώριση χωρεί, εκτός εάν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα κωλύματα των παρ. 1 ή 2. Προκειμένου για ιδιαίτερα σημαντική συλλογή, εάν είναι απολύτως απαραίτητη η διαφύλαξη της ενότητάς της και αυτή δεν διασφαλίζεται, το σύνολο των μνημείων της μπορεί να περιέλθει στο Δημόσιο, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται στους δικαιούχους αποζημίωση, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τη σπουδαιότητα των αντικειμένων της συλλογής από την εκτιμητική επιτροπή της παρ. 11 του άρθρου 73.
Εάν λυθεί το νομικό πρόσωπο που έχει αναγνωρισθεί ως συλλέκτης και πρόκειται να μεταβιβαστούν τα μνημεία της συλλογής εφαρμόζεται αναλόγως η παρ.
Εάν κριθεί απολύτως απαραίτητη η διαφύλαξη της ενότητας ιδιαίτερα σημαντικής συλλογής και αυτή δεν διασφαλίζεται, εφαρμόζονται τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 12.
Εάν δεν συντρέχουν πλέον στο πρόσωπο του συλλέκτη μία ή περισσότερες προϋποθέσεις, βάσει των οποίων αναγνωρίσθηκε η ιδιότητα αυτή ή παραβιαστεί το παρόν άρθρο, η απόφαση αναγνώρισης μπορεί να ανακληθεί προσωρινά ή οριστικά. Η απόφαση ανακαλείται αυτοδικαίως αν ο συλλέκτης καταδικασθεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα της παρ. 1, οπότε τα αρχαία που βρίσκονται στην κατοχή του αναλαμβάνονται από το Δημόσιο. Εάν η ανάκληση γίνει για άλλο λόγο είναι δυνατή η διατήρηση της κατοχής τους.
Άρθρο 32
Αρχαιοπώλες και έμποροι νεότερων μνημείων
Αρχαιοπώλης είναι το πρόσωπο που κατά σύστημα είτε αποκτά την κατοχή ή την κυριότητα κινητών αρχαίων που έχουν αποκτηθεί νομίμως, με σκοπό την περαιτέρω μεταβίβασή τους, είτε μεσολαβεί στη μεταβίβαση της κατοχής ή της κυριότητας αυτών. Έμπορος νεότερων κινητών μνημείων είναι το πρόσωπο που κατά σύστημα είτε αποκτά την κυριότητα νεότερων κινητών μνημείων που έχουν αποκτηθεί νομίμως με σκοπό την περαιτέρω μεταβίβασή τους είτε μεσολαβεί στη μεταβίβασή τους. Για την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών απαιτείται ειδική άδεια.
Η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που:
- α) Στην περίπτωση αδείας αρχαιοπώλη, έχουν διετή
σχετική επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, που αποδεικνύεται από βεβαίωση του εργοδότη αρχαιοπώλη και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο αρχαιολογίας, χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, ή είναι επιστήμονες επαγγελματίες συναφών μουσείων, υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την ημέρα διακοπής άσκησης του επαγγέλματος. Στην περίπτωση άδειας εμπόρου νεότερων κινητών μνημείων έχουν διετή σχετική επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεότερων κινητών μνημείων, που αποδεικνύεται από βεβαίωση του εργοδότη εμπόρου νεότερων μνημείων και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο ιστορίας της τέχνης χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεότερων μνημείων, ή είναι επιστήμονες επαγγελματίες συναφών μουσείων, υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστο πέντε (5) ετών από την ημέρα διακοπής του επαγγέλματος.
- β) Διαθέτουν κατάλληλο χώρο καταστήματος και
αποθήκευσης. Στις νησιωτικές περιοχές αρχαιοπωλεία και καταστήματα εμπορίας νεότερων κινητών μνημείων ιδρύονται μόνο σε έδρες Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας.
- γ) Δεν έχουν αναγνωρισθεί ως συλλέκτες μνημείων
και δεν ασκούν επάγγελμα που σχετίζεται ή σχετιζόταν με την προστασία μνημείων.
- δ) Παρέχουν τα εχέγγυα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αρχαιοπώλη ή εμπόρου νεότερων μνημείων. Τα εχέγγυα αυτά δεν παρέχει ο αιτών, ιδίως αν έχει
καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ή για πλαστογραφία, δωροδοκία, κλοπή, υπεξαίρεση ή αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Το κώλυμα υπάρχει και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ποινική δίωξη για μια από τις παραπάνω πράξεις. Η αίτηση μπορεί, επίσης, να απορριφθεί, αν διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε για μια από τις παραπάνω πράξεις, ή εάν η ποινική δίωξη για μια από αυτές τις πράξεις έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής. Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, το κώλυμα πρέπει να μην συντρέχει στο πρόσωπο των διοικητών ή των μελών των οργάνων διοίκησής τους.
Ως προς τα επί μέρους αντικείμενα που βρίσκονται στους χώρους του καταστήματος των παραπάνω προσώπων εφαρμόζονται τα άρθρα 21, 23, 27 και 28, καθώς της παρ. 1 του άρθρου 29.
Οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων οφείλουν να τηρούν βιβλίο, θεωρημένο από την Υπηρεσία, στο οποίο καταχωρίζουν τα κινητά μνημεία αμέσως μετά την είσοδό τους στο κατάστημα. Η καταχώριση περιλαμβάνει την περιγραφή, τη φωτογραφία και την προέλευση του μνημείου, τα στοιχεία του άδειας κατοχής αρχαίου, την τιμή και την ημερομηνία της μεταβίβασης. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Υπηρεσία.
Για κάθε μεταβίβαση της κατοχής ή της κυριότητας κινητού μνημείου, οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων εκδίδουν τα νόμιμα παραστατικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται ότι τα παραπάνω κινητά δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν από τη Χώρα χωρίς άδεια ή ότι είναι δυνατή η εξαγωγή τους σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 34.
Οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων απαγορεύεται να αποκτούν ή να διακινούν πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή, παράνομη ανασκαφή ή άλλη παράνομη ενέργεια ή ότι έχουν αποκτηθεί ή εξαχθεί κατά παράβαση της νομοθεσίας του κράτους προέλευσής τους και οφείλουν να ενημερώνουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Υπηρεσία για κάθε τέτοια προσφορά.
Οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων απαγορεύεται να ασκούν στο ίδιο κατάστημα εμπορία εκμαγείων, απεικονίσεων ή αντιγράφων πολιτιστικών αγαθών.
Για τη διοργάνωση δημοπρασιών ή άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων που αφορούν αρχαία ή νεότερα μνημεία είτε από πρόσωπα της παρ. 1 είτε από άλλα, απαιτείται άδεια της Υπηρεσίας που χορηγείται για τον συγκεκριμένο κάθε φορά κατάλογο αντικειμένων.
Οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων τελούν υπό τον έλεγχο της Υπηρεσίας και οφείλουν να διευκολύνουν την επιθεώρηση των καταστημάτων και αποθηκών τους.
Αν δεν συντρέχουν πλέον στο πρόσωπο του αρχαιοπώλη ή του εμπόρου μία από τις προϋποθέσεις της παρ. 2 ή αυτός παραβιάσει άλλες διατάξεις του παρόντος ή προβεί με δόλο ή από βαριά αμέλεια σε πώληση πλαστών έργων, η άδεια μπορεί να ανακαλείται προσωρινά ή οριστικά. Η άδεια ανακαλείται αυτοδικαίως εάν ο αρχαιοπώλης ή έμπορος καταδικαστεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα της περ. δ) της παρ. 2. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 14 του άρθρου 31 εφαρμόζονται αναλόγως.
Τα σχετικά με την καταλληλότητα και τη λειτουργία των αρχαιοπωλείων ή των καταστημάτων εμπορίας νεότερων κινητών μνημείων, τον τρόπο, τη διαδικασία και τους φορείς διεξαγωγής των δημοπρασιών και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Τα μέλη του προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και των μουσείων του άρθρου 45 που ανήκουν στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν, άμεσα ή έμμεσα, στο εμπόριο μνημείων ή άλλων πολιτιστικών αγαθών. Δεν επιτρέπεται να χορηγούν πιστοποιητικά γνησιότητας ή να προβαίνουν σε εκτίμηση της χρηματικής αξίας τέτοιων αγαθών, παρά μόνο εάν τους ανατεθεί από την προϊστάμενή τους αρχή ή τους ζητηθεί από άλλη δημόσια αρχή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΕΞΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Άρθρο 33
Εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών
Πολιτιστικά αγαθά εισάγονται ελεύθερα στην Ελληνική Επικράτεια υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων, που αφορά στα ληπτέα μέτρα για την απαγόρευση και παρεμπόδιση της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης της κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών και έχει κυρωθεί με τον ν. 1103/1980 (Α΄ 297), της Διεθνούς Σύμβασης Unidroit, που έχει κυρωθεί με τον ν. 3348/2005 (Α΄ 144) και αφορά την επιστροφή των κλαπέντων και παρανόμως εξαχθέντων πολιτιστικών αγαθών, των λοιπών κανόνων του διεθνούς δικαίου και των άρθρων 34Α - 34ΣΤ.
Ο κάτοχος εισαχθέντων πολιτιστικών αγαθών, που αποτελούν μνημεία κατά τις περ. α) και β) της παρ. 1 και την παρ. 6 του άρθρου 20, οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να δηλώνει στην Υπηρεσία την εισαγωγή και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του.
Το δικαίωμα κυριότητας σε αρχαία, που χρονολογούνται έως και το 1453 και εισάγονται νομίμως, διατηρείται, εφόσον αυτά δεν είχαν εξαχθεί από την Ελληνική Επικράτεια κατά την πεντηκονταετία πριν την εισαγωγή και εφόσον δεν είχαν παράνομα αφαιρεθεί από μνημείο, αρχαιολογικό χώρο, εκκλησία, μουσείο, δημόσια συλλογή, συλλογή θρησκευτικών μνημείων, χώρο αποθήκευσης ευρημάτων ανασκαφών ή άλλο παρεμφερή χώρο που βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, ή δεν προέρχονται από παράνομη ανασκαφή εντός αυτής, ανεξάρτητα από τον χρόνο εξαγωγής τους. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία κτήσης ή εισαγωγής, καθώς και να αποδείξει την προέλευσή τους, αν η Υπηρεσία θεωρεί ότι τα αρχαία είχαν εξαχθεί από την Ελληνική Επικράτεια κατά την τελευταία πεντηκονταετία πριν την εισαγωγή ή ότι προέρχονται από τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις. Εάν αποδειχθεί ότι τα εισαγόμενα αρχαία εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες, εξομοιώνονται πλήρως με τα αρχαία της παρ. 1 του άρθρου 21. Εάν δεν καταστεί δυνατή η απόδειξη της προέλευσής τους, σύμφωνα με τα παραπάνω, χορηγείται στον ενδιαφερόμενο άδεια κατοχής, εκτός εάν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα κωλύματα της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 23.
Το δικαίωμα κυριότητας σε προγενέστερα του 1453 αρχαία, τα οποία εισάγονται για ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρείται, χωρίς να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζεται ο τρόπος απόδειξης της εισαγωγής και της κυριότητας των εισαγόμενων αρχαίων του παρόντος άρθρου και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Η εξαγωγή μνημείων από την Ελληνική Επικράτεια απαγορεύεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων παραγράφων και των αναφερόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 33 διεθνών συμβάσεων.
Η εξαγωγή μνημείων επιτρέπεται ύστερα από άδεια, εφόσον αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και δεν πλήττεται η ενότητα σημαντικών συλλογών.
Ειδικά για μνημεία που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό (100) ετών, μπορεί να χορηγείται άδεια εξαγωγής, εφόσον δεν κρίνεται απαραίτητη για την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας η παραμονή τους σε αυτήν.
Η εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών, για τα οποία έχει κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 20, δεν επιτρέπεται πριν από την πάροδο της προθεσμίας που απαιτείται για την έκδοση της οριστικής απόφασης σχετικά με τον χαρακτηρισμό τους.
Επιτρέπεται η εξαγωγή μνημείων που πιστοποιείται ότι έχουν εισαχθεί προσωρινά στη Χώρα και βρίσκονται νομίμως στην κατοχή ή την κυριότητα του ενδιαφερομένου.
Επιτρέπεται η εξαγωγή μνημείων των περ. α) και β) της παρ. 1 και της παρ. 6 του άρθρου 20, τα οποία πιστοποιείται ότι έχουν εισαχθεί νομίμως στην Ελληνική Επικράτεια πριν από διάστημα μικρότερο των πενήντα (50) ετών εκάστοτε, εφόσον δεν είχαν εξαχθεί προηγουμένως από αυτήν. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 33 εφαρμόζονται αναλόγως.
Η άδεια εξαγωγής χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου. Η απόφαση εκδίδεται εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Σε περίπτωση που δεν χορηγείται άδεια εξαγωγής μπορεί να εφαρμοστεί η παρ. 8 του άρθρου 28.
Είναι δυνατόν να χορηγείται στους αρχαιοπώλες και εμπόρους νεότερων κινητών μνημείων άδεια για την εξαγωγή συγκεκριμένων μνημείων ισχύος δύο (2) ετών.
Η εξαγωγή μνημείων που ανήκουν στο Δημόσιο και βρίσκονται στην κατοχή του, μπορεί να επιτραπεί, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 25.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, μπορεί να επιτραπεί η προσωρινή εξαγωγή μνημείων, με σκοπό την έκθεσή τους σε μουσειακούς ή παρεμφερείς χώρους, εφόσον παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για την ασφαλή μεταφορά, έκθεση και επιστροφή τους και αφού σταθμιστεί η σημασία της έκθεσης για την προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας ή ενδεχόμενη αμοιβαιότητα ή με σκοπό τη συντήρησή τους ή για ερευνητικούς ή παιδαγωγικούς σκοπούς, εφόσον παρέχονται αντίστοιχες εγγυήσεις και οι σχετικές εργασίες συντήρησης και έρευνας δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα. Στην ίδια απόφαση προσδιορίζονται οι όροι της προσωρινής εξαγωγής και ιδίως η διάρκειά της. Η παρ. 4 εφαρμόζεται και σε περίπτωση προσωρινής εξαγωγής.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζεται η διαδικασία για την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών κατά τις προηγούμενες παραγράφους.
Άρθρο 34Α
Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ) Για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, ισχύουν τα άρθρα 34Β-34Θ και οι ακόλουθοι ορισμοί:
- α) «Πολιτιστικό αγαθό»: ένα αγαθό το οποίο, πριν ή
μετά την παράνομη απομάκρυνσή του από το έδαφος κράτους μέλους, έχει χαρακτηριστεί ή οριστεί από το κράτος αυτό ως «εθνικός θησαυρός καλλιτεχνικής, ιστορικής ή αρχαιολογικής αξίας» κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ή των εθνικών διοικητικών διαδικασιών, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- β) «Παράνομα απομακρυνθέν από το έδαφος κράτους
μέλους»:
- βα) Απομακρυνθέν από το έδαφος κράτους μέλους,
κατά παράβαση των κανόνων του, σχετικά με την προστασία των εθνικών θησαυρών ή κατά παράβαση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 116/2009 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών (L 39 /1) ή
- ββ) μη επιστραφέν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για νόμιμη προσωρινή απομάκρυνση ή κατά παράβαση ενός από τους άλλους όρους της προσωρινής
αυτής απομάκρυνσης.
- γ) «Αιτούν κράτος μέλος»: το κράτος μέλος από το
έδαφος του οποίου έχει απομακρυνθεί παράνομα το πολιτιστικό αγαθό.
- δ) «Κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση»: το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται
το πολιτιστικό αγαθό, που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους.
- ε) «Επιστροφή»: η υλική επαναφορά του πολιτιστικού
αγαθού στο έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους.
- στ) «Νομέας»: το πρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία
επί του πολιτιστικού αγαθού για ίδιο λογαριασμό.
- ζ) «Κάτοχος»: το πρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία
επί του πολιτιστικού αγαθού για λογαριασμό τρίτου.
- η) «Δημόσιες συλλογές»: οι συλλογές, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως δημόσιες, σύμφωνα με τη νομοθεσία
του κράτους μέλους, του οποίου αποτελούν ιδιοκτησία, ή αποτελούν ιδιοκτησία τοπικής ή περιφερειακής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους ή οργανισμού εδρεύοντος στην Επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι ο Οργανισμός αποτελεί ιδιοκτησία του εν λόγω κράτους μέλους ή τοπικής ή περιφερειακής αρχής ή χρηματοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από το εν λόγω κράτος μέλος ή από τοπική ή περιφερειακή αρχή. (άρθρα 14, 15 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ) Τα άρθρα 34Α έως 34Θ εφαρμόζονται για τα πολιτιστικά αγαθά που απομακρύνθηκαν παράνομα από το έδαφος της Ελλάδας μετά την 1η.1.1993, καθώς και στις αιτήσεις επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από το έδαφος άλλων κρατών μελών πριν από την 1η.1.1993.
Άρθρο 34Γ
Αρμόδια κεντρική αρχή (άρθρα 4 εδάφιο πρώτο, 5 περ. 1 έως 6, 17 παρ. 1 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ) Αρμόδια κεντρική αρχή του Ελληνικού Κράτους για την εφαρμογή των άρθρων 34Α έως 34Θ ορίζεται το Τμήμα Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών της Διεύθυνσης Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων, Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο έχει τις εξής αρμοδιότητες:
- α) Αναζητά, μετά από αίτηση κράτους μέλους, συγκεκριμένο πολιτιστικό αγαθό που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφός του, καθώς επίσης την ταυτότητα
του νομέα ή του κατόχου του. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πληροφορία χρήσιμη προς διευκόλυνση της έρευνας σχετικά, ιδίως, με το πού βρίσκεται πράγματι ή εικάζεται ότι βρίσκεται το πολιτιστικό αγαθό.
- β) Απευθύνει κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα κράτη
μέλη σε περίπτωση ανακάλυψης πολιτιστικού αγαθού στην Ελληνική Επικράτεια, εάν ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους.
- γ) Διευκολύνει τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος κράτους μέλους να εξακριβώσουν αν το εν λόγω αγαθό
αποτελεί πολιτιστικό αγαθό. Εάν η εξακρίβωση δεν γίνει μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, που προβλέπεται στην παρ. 2, δεν εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5.
- δ) Λαμβάνει, αν χρειαστεί, και σε συνεργασία με το
ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τα αναγκαία μέτρα για την υλική συντήρηση του πολιτιστικού αγαθού.
- ε) Εμποδίζει με την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, κάθε
πράξη με την οποία το πολιτιστικό αγαθό μπορεί να διαφύγει από τη διαδικασία επιστροφής.
- στ) Μεσολαβεί μεταξύ του νομέα ή του κατόχου και
του αιτούντος κράτους μέλους για την επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού. Για τον σκοπό αυτόν μπορεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 34Δ, να υποβληθεί η αίτηση στην κρίση διαιτητικής επιτροπής, εφόσον το αιτούν κράτος μέλος και ο νομέας ή ο κάτοχος δώσουν ρητή συγκατάθεση. Η Επιτροπή αποτελείται από τον νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ή άλλον νομικό σύμβουλο, υποδεικνυόμενο από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως πρόεδρο και από δύο διαιτητές, εκ των οποίων ο ένας υποδεικνύεται από το αιτούν κράτος μέλος, και ο άλλος από τον νομέα ή κάτοχο και αποφασίζει, σύμφωνα με τις περί διαιτησίας διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύουν. Τα έξοδα της διαιτησίας και η αμοιβή του προέδρου, των διαιτητών και του γραμματέα ορίζονται με απόφαση της Επιτροπής, προκαταβάλλονται δε από το επισπεύδον μέρος και επιβάλλονται εν όλω ή εν μέρει τελικώς στο ηττώμενο μέρος.
- ζ) Απευθύνει αίτηση προς τα κράτη μέλη, αναζητώντας
συγκεκριμένο πολιτιστικό αγαθό που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το ελληνικό έδαφος, καθώς επίσης και την ταυτότητα του νομέα ή του κατόχου του.
- η) Διευκολύνει το κράτος μέλος, το οποίο γνωστοποίησε στις ελληνικές αρχές την ύπαρξη στο έδαφός του
πολιτιστικού αγαθού, που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το ελληνικό έδαφος, να εξακριβώσει, εάν το εν λόγω αγαθό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου.
- θ) Προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την
άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται πολιτιστικό αγαθό, που έχει παράνομα απομακρυνθεί από το ελληνικό έδαφος.
- ι) Υποβάλλει στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
έως τις 18.12.2020 και στη συνέχεια κάθε πέντε (5) έτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 34Α-34Θ και της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ.
Άρθρο 34Δ
Δικαστική προστασία (άρθρα 6, 16 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ)
Το αιτούν κράτος μέλος μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του νομέα, ή του κατόχου, με αίτημα την επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφός του. Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει με ποινή το απαράδεκτο να επισυνάπτονται:
- α) έγγραφο, στο οποίο περιγράφεται το πολιτιστικό αγαθό και βεβαιώνεται ότι αυτό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό
και β) έγγραφη δήλωση των αρμόδιων αρχών του αιτούντος κράτους, ότι αυτό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό και ότι απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφός του. Η αγωγή αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.
Το αιτούν κράτος μέλος μπορεί ακόμη να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του νομέα ή του κατόχου. Ιδίως μπορεί να ζητήσει την απαγόρευση πράξεων νομής ή κατοχής ή και την επιδίκαση σε αυτό της νομής του πολιτιστικού αγαθού. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζονται τα άρθρα 733 και 734 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Τα άρθρα 34Α-34Θ δεν θίγουν τη δυνατότητα άσκησης, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, αγωγών και ποινικών διώξεων εκ μέρους της Ελλάδας ή και του κυρίου ή του νομέα του κλαπέντος πολιτιστικού αγαθού.
Άρθρο 34Ε
Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις επιστροφές πολιτιστικών αγαθών (άρθρο 7 και τρία τελευταία εδάφια του άρθρου 5 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ)
Η κεντρική αρχή, που ορίζεται στο άρθρο 34Γ, ενημερώνει αμελλητί την κεντρική αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση επιστροφής πολιτι
Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται μέσω της μονάδας του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά, η οποία θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ («κανονισμός ΙΜΙ») (L 316/1), σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα της αρμόδιας κεντρικής αρχής να προσφεύγει σε άλλους τρόπους ενημέρωσης πλην του ΙΜΙ.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, μετά από σχετική εισήγηση της κεντρικής αρχής του άρθρου 34Γ, μπορεί να επιτραπεί η πρόσβαση και άλλων υπηρεσιών στο ΙΜΙ για τους σκοπούς του παρόντος νόμου. Άρθρο 34ΣΤ Παραγραφή (άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ)
Η αξίωση του άρθρου 34Δ για την επιστολή πολιτιστικού αγαθού παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους έλαβε γνώση του τόπου, στον οποίο βρισκόταν το πολιτιστικό αγαθό και της ταυτότητας του νομέα ή του κατόχου του και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση τριάντα (30) ετών από την ημερομηνία, κατά την οποία το πολιτιστικό αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους.
Αν το πολιτιστικό αγαθό αποτελεί τμήμα δημόσιας συλλογής, όπως ορίζεται στην παρ. 8 του άρθρου 34Α, ή ανήκει σε καταλόγους εκκλησιαστικών ή άλλων θρησκευτικών ιδρυμάτων και υπόκειται σε ειδικό σύστημα προστασίας στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η αγωγή για επιστροφή παραγράφεται μετά από παρέλευση εβδομήντα πέντε (75) ετών, εκτός αν υπάρχουν διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών που ορίζουν προθεσμία μεγαλύτερη των εβδομήντα πέντε (75) ετών, ή εάν η αγωγή είναι απαράγραπτη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους.
Η αγωγή για επιστροφή δεν γίνεται δεκτή, εάν η απομάκρυνση του πολιτιστικού αγαθού από το έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους δεν είναι πλέον παράνομη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.
Άρθρο 34Ζ
Περιεχόμενο δικαστικής απόφασης - Δαπάνες εκτέλεσης (άρθρα 9, 10, 11, 12 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 34ΣΤ η επιστροφή πολιτιστικού αγαθού διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο, εάν αποδειχθεί ότι αυτό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 34Α και ότι απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους.
Εφόσον διαταχθεί η επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού, το δικαστήριο ορίζει εύλογη αποζημίωση υπέρ του νομέα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτός αποδεικνύει ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την απόκτηση του αγαθού. Για να εξακριβωθεί αν ο νομέας επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, λαμβάνονται υπόψη όλες οι συνθήκες απόκτησης και ιδίως η τεκμηρίωση σχετικά με την προέλευση του αγαθού, οι άδειες εξαγωγής που απαιτούνται δυνάμει του δικαίου του αιτούντος κράτους μέλους, ο χαρακτήρας των μερών, το καταβληθέν ποσό, η εξέταση από τον νομέα κάθε προσβάσιμου Μητρώου για τα κλαπέντα πολιτιστικά αγαθά και κάθε άλλη πληροφορία που θα μπορούσε λογικά να είχε αποκτήσει και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια στην οποία θα είχε προβεί ένα λογικό άτομο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.
Σε περίπτωση δωρεάς ή κληρονομικής διαδοχής, ο νομέας δεν μπορεί να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την επιφυλασσόμενη στο πρόσωπο εκείνο από το οποίο απέκτησε το αγαθό.
Το αιτούν κράτος μέλος υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση της παρ. 2, ως προϋπόθεση για την επιστροφή του αγαθού.
Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει την επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού, καθώς και το κόστος των μέτρων για την υλική συντήρηση του πολιτιστικού αγαθού, που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 34Γ, βαρύνουν το αιτούν κράτος μέλος. Η καταβολή της εύλογης αποζημίωσης της παρ. 2 και των δαπανών της παρ. 5 δεν θίγουν το δικαίωμα του αιτούντος κράτους μέλους να αξιώσει την απόδοση των ποσών αυτών από τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παράνομη απομάκρυνση του πολιτιστικού αγαθού από το έδαφός του.
Άρθρο 34Η
Κυριότητα επί του πολιτιστικού αγαθού μετά την επιστροφή του (άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ)
Η κυριότητα επί του πολιτιστικού αγαθού μετά την επιστροφή του διέπεται από το δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.
Ο κύριος του επιστραφέντος αγαθού οφείλει να καταβάλει στο Δημόσιο τις δαπάνες ή τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε αυτό, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης που τυχόν καταβλήθηκε στον καλόπιστο νομέα.
Άρθρο 34Θ
Αναφορές σε άλλα νομοθετήματα Νομοθετικές, κανονιστικές, διοικητικές ή άλλες αναφορές στο π.δ. 133/1998 (Α΄106) και στο π.δ. 67/2003 (Α΄ 71) (Οδηγία 93/7/ΕΟΚ) λογίζονται ως αναφορές στα άρθρα 34Α έως και 34Η (Οδηγία 2014/60/ΕΕ). ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΔΙΟΥ
Άρθρο 35
Έννοια αρχαιολογικού έργου Όπου, κατά τις κείμενες διατάξεις που αφορούν θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, γίνεται αναφορά σε αρχαιολογικό έργο, έργα ή εργασίες, περιλαμβάνονται η επιστημονική, τεχνική, λειτουργική και διαχειριστική υποστήριξή τους.
Άρθρο 35Α
Έννοια αρχαιολογικής έρευνας πεδίου Ως αρχαιολογική έρευνα πεδίου νοείται η έρευνα του εδάφους, του υπεδάφους, του βυθού της θάλασσας ή του πυθμένα λιμνών ή ποταμών που έχει ως σκοπό τον εντοπισμό ή την αποκάλυψη αρχαίων μνημείων, είτε αυτή συνίσταται σε ανασκαφή, χερσαία ή ενάλια είτε σε επιφανειακή έρευνα είτε σε επιστημονική έρευνα που διενεργείται με γεωφυσικές ή άλλες μεθόδους.
Άρθρο 36
Συστηματικές ανασκαφές
Οι συστηματικές ανασκαφές διενεργούνται από την Υπηρεσία, από επιστημονικούς, ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς οργανισμούς της ημεδαπής με εξειδίκευση στον τομέα της αρχαιολογικής ή παλαιοντολογικής έρευνας, ή από ξένες αρχαιολογικές αποστολές ή σχολές που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα. Για τη διενέργεια ανασκαφής απαιτείται απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές ή σχολές, που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, μπορούν να διαχειρίζονται κάθε έτος έως τρεις ανασκαφές ή άλλες αρχαιολογικές έρευνες και να διενεργούν άλλες τρεις σε συνεργασία με την Υπηρεσία.
Προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 είναι: α) η κατάθεση αναλυτικής έκθεσης, από την οποία πιθανολογείται βάσιμα η ύπαρξη μνημείων και με την οποία οριοθετείται η προς ανασκαφή περιοχή και τεκμηριώνεται η προσδοκώμενη συμβολή της συγκεκριμένης έρευνας στην επιστημονική γνώση, καθώς και η ανάγκη προσφυγής στην ανασκαφική μέθοδο, β) το κύρος και η αξιοπιστία του φορέα που αναλαμβάνει τη διενέργεια της ανασκαφής, γ) η ανασκαφική εμπειρία και το επιστημονικό κύρος του διευθύνοντος, δ) η διεπιστημονική σύνθεση της ομάδας συνεργατών, ε) η εμπειρία των μελών της επιστημονικής ομάδας στη στερέωση, συντήρηση, προστασία και δημοσίευση των ευρημάτων ανασκαφών, στ) η επάρκεια της τεχνικής υποδομής και
- ζ) η επάρκεια του προϋπολογισμού και του προγράμματος ανασκαφής, συντήρησης και δημοσίευσης των
ευρημάτων, καθώς και οι πηγές χρηματοδότησης της ανασκαφής.
Τη διεύθυνση ανασκαφής αναλαμβάνει αρχαιολόγος με πενταετή τουλάχιστον ανασκαφική εμπειρία και τουλάχιστον δύο (2) συνθετικές επιστημονικές δημοσιεύσεις αναφερόμενες σε ανασκαφές ή ανασκαφικά ευρήματα. Ως ανασκαφική εμπειρία νοείται αυτή που αποκτάται μετά τη λήψη του πτυχίου.
Τη διεύθυνση ανασκαφής που αφορά και σε παλαιοντολογικές αποθέσεις, αναλαμβάνουν από κοινού αρχαιολόγος που έχει τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου και είναι ειδικευμένος στις απώτατες περιόδους και επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα παλαιοντολογίας με τριετή τουλάχιστον ανασκαφική εμπειρία. Αν βρεθούν παλαιοντολογικές αποθέσεις σε ήδη διενεργούμενη αρχαιολογική ανασκαφή, ο διευθύνων οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να το γνωστοποιήσει στην Υπηρεσία. Τη διεύθυνση ανασκαφής, που διενεργείται από την Υπηρεσία σε συνεργασία με ξένες αρχαιολογικές σχολές, αναλαμβάνει αρχαιολόγος που ορίζεται από την Υπηρεσία.
Τη διεύθυνση ανασκαφής δεν μπορεί να αναλάβει πρόσωπο που: α) έχει παραβεί τις προθεσμίες κατάθεσης μιας από τις μελέτες του άρθρου 39 ή β) έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ή για πλαστογραφία, δωροδοκία, κλοπή, υπεξαίρεση ή αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
Οι ανασκαφές που διενεργούνται από φορείς εκτός της Υπηρεσίας, τελούν υπό την εποπτεία της, η οποία ασκείται με εκπρόσωπό της αρχαιολόγο που διαθέτει τριετή τουλάχιστον ανασκαφική εμπειρία.
Ο διευθύνων οφείλει να εκτελεί την ανασκαφή στο πλαίσιο του χρονοδιαγράμματος, να μεριμνά ώστε να χρησιμοποιούνται, κατά το δυνατόν, μη καταστροφικές μέθοδοι, να μεριμνά για τη φύλαξη της περιοχής, τη διατήρηση των ευρημάτων κατά προτίμηση κατά χώρα, τη στερέωση και τη συντήρησή τους, καθώς και για την τήρηση των κανόνων ασφάλειας των εργαζομένων και τρίτων. Οφείλει, επίσης, να μεριμνά για τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την αναστήλωση των μνημείων, εάν αυτή είναι αναγκαία, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, τεχνικούς ή συντηρητές. Τέλος, οφείλει να μεριμνά για τη διαμόρφωση του χώρου που έχει ανασκαφεί και, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, για την ανάδειξή του, να περατώνει τις εργασίες σε εύλογο χρόνο και να δηλώνει την περάτωση της ανασκαφής.
Ο διευθύνων την ανασκαφή υποχρεούται να διευκολύνει την πρόσβαση ειδικών επιστημόνων στον χώρο της ανασκαφής υπό την επιφύλαξη του άρθρου 39.
Τα κινητά ευρήματα μεταφέρονται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο πλησιέστερο συναφές δημόσιο μουσείο, κατά προτίμηση, ή σε κατάλληλα διαμορφωμένους αποθηκευτικούς χώρους που τελούν υπό την εποπτεία της Υπηρεσίας, όπου και είναι προσιτά υπό τους όρους της παρ. 8 του άρθρου 39.
Με την απόφαση της παρ. 1 ορίζεται η διάρκεια της ανασκαφής, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη. Για την παράτασή της απαιτείται νέα απόφαση, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία, για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) έτη. Προϋπόθεση για την έκδοση της παρόντος άρθρου και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 39,
- γ) τυχόν αλλαγές στη σύνθεση της επιστημονικής ομάδας
και η επιμέλεια που επέδειξε στη στερέωση, συντήρηση και προστασία των ευρημάτων κατά την προηγούμενη ανασκαφική περίοδο, δ) η επάρκεια της τεχνικής υποδομής, ε) ο αναλυτικός απολογισμός της προηγούμενης ανασκαφικής περιόδου και η επάρκεια του προϋπολογισμού, καθώς και του προγράμματος για τη συνέχιση της ανασκαφής, τη συντήρηση και τη δημοσίευση των ευρημάτων.
Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να ανακαλείται, εάν ο διευθύνων δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις παρ. 8 και 9 του παρόντος άρθρου και την παρ. 3 του άρθρου 39. Η απόφαση ανακαλείται αυτοδικαίως, εάν ο διευθύνων την ανασκαφή καταδικασθεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα της παρ. 6.
Στην περίπτωση που ανασκαφή, η οποία δεν έχει περατωθεί, εγκαταλείπεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη (σχολάζουσα ανασκαφή), εκδίδεται νέα απόφαση για τη διενέργεια της ανασκαφής, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα. Εάν δεν συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της αρχικής απόφασης, η νέα απόφαση εκδίδεται κατά προτίμηση υπέρ του ίδιου φορέα.
Μετά την περάτωση της ανασκαφής, για τη διενέργεια νέας ανασκαφής στον ίδιο χώρο ισχύουν αναλόγως οι προηγούμενες παράγραφοι. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτίμηση υπέρ του ίδιου διευθύνοντος, εκτός εάν δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις των παρ. 8 και 9 του παρόντος άρθρου και της παρ. 3 του άρθρου 39.
Είναι δυνατόν να διενεργούνται ανασκαφές περιορισμένης χρονικής διάρκειας σε ακίνητο που δεν έχει απαλλοτριωθεί, ύστερα από έγγραφη ειδοποίηση του ιδιοκτήτη από την Υπηρεσία. Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να επιτρέπει τη διενέργεια της ανασκαφής και δικαιούται αποζημίωση για την προσωρινή στέρηση της χρήσης του ακινήτου και για κάθε βλάβη που θα μπορούσε να προκύψει στο ακίνητό του, σύμφωνα με το άρθρο 19. Μετά την περάτωση της ανασκαφής και εφόσον τα ευρήματα δεν κρίνονται διατηρητέα στη θέση εύρεσης, ο φορέας που διενεργεί την ανασκαφή, υποχρεούται να επαναφέρει τον χώρο στην αρχική του κατάσταση.
Στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δικαιούται αποζημίωση για τη διενέργεια ανασκαφής σε ιδιωτικό ακίνητο, αυτή καταβάλλεται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 από τον φορέα που διενεργεί την ανασκαφή. Τυχόν απαλλοτρίωση γίνεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Άρθρο 37
Σωστικές ανασκαφές
Η ανασκαφή για τη διάσωση μνημείου, που αποκαλύπτεται κατά την εκτέλεση τεχνικού έργου, δημοσίου ή ιδιωτικού ή εξαιτίας φυσικού φαινομένου ή τυχαίου γεγονότος ή παράνομης ανασκαφικής ενέργειας (σωστική ανασκαφή), διενεργείται από την Υπηρεσία.
Για τη διενέργεια σωστικής ανασκαφής ορίζεται από την Υπηρεσία αρχαιολόγος που έχει τουλάχιστον τριετή ανασκαφική εμπειρία και δεν έχει παραβεί τις προθεσμίες κατάθεσης των εκθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 39.
Η Υπηρεσία οφείλει να μεριμνά για τη συντήρηση και τη φύλαξη των ευρημάτων σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, τεχνικούς και συντηρητές, για τη φύλαξη της περιοχής που έχει ανασκαφεί, καθώς και για τη λήψη μέτρων ασφάλειας εργαζομένων και τρίτων. Για τη διατήρηση των ακινήτων ευρημάτων εφαρμόζεται το άρθρο 9.
Η Υπηρεσία υποχρεούται να διευκολύνει την πρόσβαση ειδικών επιστημόνων στον χώρο της ανασκαφής, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 39.
Στην περίπτωση που η σωστική ανασκαφή υπερβαίνει τον στόχο της άμεσης διάσωσης, εφαρμόζεται το προηγούμενο άρθρο.
Η σωστική ανασκαφή χρηματοδοτείται από τον κύριο του έργου, εφόσον πρόκειται για δημόσιο τεχνικό έργο, υπό την έννοια του ν. 1418/1984 (Α΄ 55), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά, ή ιδιωτικό έργο προϋπολογισμού μεγαλύτερου των πεντακοσίων ογδόντα επτά χιλιάδων (587.000) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η χρηματοδότηση καλύπτει και το κόστος συντήρησης, μελέτης και δημοσίευσης των ευρημάτων. Είναι δυνατή η χρηματοδότηση έργου προϋπολογισμού μικρότερου των πεντακοσίων ογδόντα επτά χιλιάδων (587.000) ευρώ, μετά από αίτηση του κυρίου του έργου, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Άρθρο 38
Άλλης μορφής αρχαιολογικές έρευνες
Το άρθρο 36 εφαρμόζεται αναλόγως στις επιφανειακές ή άλλης μορφής αρχαιολογικές έρευνες, λαμβανομένου υπόψη του μη καταστροφικού χαρακτήρα τους. Ως διευθύνοντες ορίζονται επιστήμονες με ειδίκευση και εμπειρία που διασφαλίζει την ικανοποιητική διενέργειά τους. Τα ιδρύματα της παρ. 2 του άρθρου 36 μπορούν να διενεργούν κάθε έτος τρεις (3) επιφανειακές ή άλλης μορφής αρχαιολογικές έρευνες σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 36.
Η χρήση ανιχνευτών μετάλλου ή άλλων οργάνων διασκόπησης προς διερεύνηση του υπεδάφους, του βυθού ή του πυθμένα, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια της Υπηρεσίας. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την κατοχή, τη χρήση τέτοιων οργάνων, καθώς και τη διαδικασία χορήγησης των σχετικών αδειών.
Οι διατυπώσεις που απαιτούνται για την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 36, οι ειδικότερες υποχρεώσεις των φορέων που εκτελούν τις ανασκαφές ή άλλες αρχαιολογικές έρευνες, καθώς και των διευθυνόντων συστηματικές ανασκαφές ή άλλης μορφής αρχαιολογικές έρευνες ή των διενεργούντων σωστικές ανασκαφές, οι προϋποθέσεις και ο τρόπος εφαρμογής άρθρων 35Α-38 ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Άρθρο 39
Δημοσιεύσεις αποτελεσμάτων ανασκαφών και άλλων αρχαιολογικών ερευνών
Οι διευθύνοντες συστηματικές ανασκαφές ή άλλης μορφής αρχαιολογική έρευνα και οι διενεργούντες σωστικές ανασκαφές έχουν υποχρέωση να δημοσιεύουν τα αποτελέσματα των ερευνών εντός των χρονικών ορίων που ορίζονται παρακάτω. Εντός των ορίων αυτών έχουν αποκλειστικό δικαίωμα δημοσίευσης.
Οι παραπάνω οφείλουν να καταθέτουν στην Υπηρεσία ετήσιες επιστημονικές εκθέσεις το αργότερο ως τον Απρίλιο του επόμενου έτους για τη δημοσίευσή τους σε επιστημονικό έντυπο ή την ηλεκτρονική καταχώρισή τους.
Ο διευθύνων συστηματική ανασκαφή υποχρεούται να καταθέτει αρχική παρουσίαση προς δημοσίευση σε διάστημα έως δύο (2) ετών από την έναρξη της ανασκαφής, στην οποία συμπεριλαμβάνονται κατάλογος των κινητών ευρημάτων και σχέδια των ακινήτων και τελική δημοσίευση σε διάστημα έως πέντε (5) ετών μετά την περάτωση της ανασκαφής. Σε ανασκαφές που έχουν μεγάλη διάρκεια, υποχρεούται επιπλέον να καταθέτει προς δημοσίευση παρουσίαση της πορείας του ανασκαφικού έργου κάθε δύο (2) χρόνια, με αφετηρία τη συμπλήρωση της προθεσμίας κατάθεσης της αρχικής παρουσίασης, τη δε τελική δημοσίευση με τις επώνυμες συμβολές των μελών της ερευνητικής ομάδας εντός πενταετίας από την περάτωσή τους.
Ο διενεργών σωστική ανασκαφή υποχρεούται να καταθέτει τελική έκθεση, κατάλογο ευρημάτων, φωτογραφίες και σχέδια εντός εννέα (9) μηνών από την περάτωσή της. Εάν δεν επιθυμεί να αναλάβει την τελική δημοσίευση των αποτελεσμάτων της ανασκαφής, το δηλώνει εγγράφως, οπότε η Υπηρεσία μεριμνά για την ανάθεση της δημοσίευσης. Στην αντίθετη περίπτωση, αυτός που διενήργησε την ανασκαφή, έχει την υποχρέωση να καταθέσει εντός έξι (6) ετών από την περάτωσή της την τελική δημοσίευση με τις επώνυμες συμβολές των μελών της ερευνητικής ομάδας.
Ο διευθύνων επιφανειακή ή άλλης μορφής αρχαιολογική έρευνα υποχρεούται να καταθέτει τελική δημοσίευση εντός δύο (2) ετών από την περάτωσή της.
Ευρήματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια ανασκαφής ή άλλης έρευνας πεδίου, ή τμήματα αυτών, μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερων δημοσιεύσεων μετά από άδεια του έχοντος αποκλειστικό δικαίωμα, εντός πέντε (5) ετών από τη χορήγηση της άδειας, εάν πρόκειται για δημοσίευση τμήματος ανασκαφής και εντός δύο (2) ετών, εάν πρόκειται για δημοσίευση μεμονωμένου ευρήματος.
Οι προθεσμίες των προηγούμενων παραγράφων είναι διπλάσιες προκειμένου για ενάλιες αρχαιολογικές έρευνες.
Μετά την παρέλευση άπρακτων των προθεσμιών για την κατάθεση της τελικής δημοσίευσης των παρ. 3, 4, 5 και 7, παύει να υφίσταται αποκλειστικό δικαίωμα δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της ανασκαφής. Ο διενεργών σωστική ανασκαφή οφείλει να καταθέτει στην Υπηρεσία το σύνολο του υλικού τεκμηρίωσης που διαθέτει, ο δε διευθύνων συστηματική ανασκαφή και άλλη αρχαιολογική έρευνα αντίγραφο του συνόλου. Η Υπηρεσία υποχρεούται να διευκολύνει την πρόσβαση των ενδιαφερόμενων μελετητών στα ευρήματα και στο υλικό τεκμηρίωσης που διαθέτει, εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος να υποστούν φθορά. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι φορείς που διεξάγουν ανασκαφή ή άλλη αρχαιολογική έρευνα ως προς το υλικό που διαθέτουν, για το οποίο δεν υφίσταται πλέον αποκλειστικό δικαίωμα δημοσίευσης.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την κατάθεση και τη δημοσίευση των μελετών του παρόντος άρθρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται τα σχετικά με την ηλεκτρονική καταχώριση των ετήσιων επιστημονικών εκθέσεων ή άλλων στοιχείων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ
Άρθρο 40
Εργασίες σε ακίνητα μνημεία
Οι εργασίες σε ακίνητα μνημεία και ιδίως η συντήρηση, η στερέωση, η αποκατάσταση, η αναστήλωση, η κατάχωση, η τοποθέτηση προστατευτικών στεγών, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και οι εργασίες που αποβλέπουν σε απόδοση σε χρήση ή σε φιλοξενία χρήσεων αποσκοπούν στη διατήρηση της υλικής υπόστασης και της αυθεντικότητάς τους, την ανάδειξη και εν γένει στην προστασία τους. Διενεργούνται σύμφωνα με μελέτη, η οποία εγκρίνεται από την Υπηρεσία ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, ή αν αυτές είναι μείζονος σημασίας, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Για την έγκριση της μελέτης απαιτείται να έχει προηγηθεί η τεκμηρίωση του μνημειακού χαρακτήρα του ακινήτου.
Επείγουσες εργασίες συντήρησης και στερέωσης διενεργούνται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση.
Εάν οι αναφερόμενες στο παρόν και στα άρθρα 41 και 42 εργασίες εκτελούνται από την Υπηρεσία, δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού τίθενται οι ειδικότεροι κανόνες που διέπουν την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των εργασιών, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Αυτό αφορά ιδίως την καταγραφή, αποτύπωση, τεκμηρίωση, τοπογράφηση των μνημείων, την κατάρτιση των σχετικών αρχιτεκτονικών, δομοστατικών και διαγνωστικών μελετών, τις μελέτες συντήρησης, προστασίας, αναστήλωσης, ανάδειξης, διαχείρισης και ολοκληρωμένης χρήσης των μνημείων, την εφαρμογή συστημάτων ποιοτικού ελέγχου στα έργα συντήρησης και αναστήλωσης και κάθε άλλο συναφές ζήτημα.
Αν ο φέρων οργανισμός ενός μνημείου μεταγενέστερου του 1453 έχει υποστεί επικίνδυνες βλάβες και είναι έτοιμος να καταρρεύσει, συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού πενταμελής επιτροπή αποτελούμενη από έναν αρχιτέκτονα, έναν συντηρητή και έναν πολιτικό μηχανικό, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, έναν αρχαιολόγο και έναν ιστορικό ή ιστορικό τέχνης, ή δύο αρχαιολόγους, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, αν το μνημείο χρονολογείται μέχρι το 1830, ή έναν αρχιτέκτονα της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και έναν ιστορικό ή έναν ιστορικό τέχνης, αν το μνημείο είναι νεότερο. Η επιτροπή ελέγχει την κατάστασή τους και προτείνει μέτρα, υπό την προϋπόθεση ότι διαφυλάσσεται η αυθεντικότητα του μνημείου, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αναγκαίες εργασίες για την υποστύλωση, την προσωρινή στερέωση του κτιρίου, την αποξήλωση ετοιμόρροπων τμημάτων, τη συλλογή αρχιτεκτονικών μελών, την απομάκρυνση διακοσμητικών στοιχείων που κινδυνεύουν, καθώς και την ασφάλεια των ενοίκων ή των διερχομένων.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η επιτροπή κρίνει ότι η διατήρηση του μνημείου είναι στο σύνολο ή σε τμήμα του αδύνατη, μπορεί να εισηγηθεί βάσει μελέτης τη μερική ή ολική κατεδάφισή του, η οποία αποφασίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου, αφού προηγηθεί λεπτομερής περιγραφή της μορφής και της σύνθεσής του, πλήρης φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωσή του και έχουν συλλεγεί όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη και τα διακοσμητικά στοιχεία.
Επείγουσες εργασίες προστασίας ετοιμόρροπων μνημείων γίνονται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση.
Στην περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η κατεδάφιση του μνημείου, σύμφωνα με την παρ. 2 και ο ιδιοκτήτης το έχει εσκεμμένα καταστήσει ή το έχει αφήσει να καταστεί ετοιμόρροπο, επιτρέπεται να ανεγερθεί νέα οικοδομή μόνον εφόσον έχει το πολύ τον ίδιο όγκο και ωφέλιμη επιφάνεια με αυτό. Η σχετική οικοδομική άδεια εκδίδεται μετά από γνώμη της επιτροπής της διάταξης της παρ. 1.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων.
Άρθρο 42
Μεταφορά ακινήτου μνημείου - Απόσπαση τμημάτων
Απαγορεύεται η μεταφορά ακινήτου μνημείου ή τμήματός του χωρίς άδεια του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, εφόσον διασφαλίζονται οι απαραίτητες εγγυήσεις για τη μεταφορά και την επανατοποθέτησή του σε κατάλληλο μέρος. Προκειμένου για μνημεία ιδιαίτερης σημασίας, που χαρακτηρίζονται με απόφαση του Υπουργού μετά από γνώμη του Συμβουλίου, η άδεια μπορεί να χορηγηθεί, κατ’ εξαίρεση, εάν κριθεί ότι η μετακίνησή τους είναι απολύτως αναγκαία για να διασωθούν από κίνδυνο εξαιτίας φυσικών φαινομένων ή λόγω εκτέλεσης μεγάλων τεχνικών έργων τα οποία είναι απαραίτητα για την εθνική άμυνα ή έχουν μείζονα σημασία για την εθνική οικονομία και ικανοποιούν ζωτικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνο όταν μετά από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του.
Απαγορεύεται η απόσπαση από ακίνητο μνημείο γλυπτικών, ζωγραφικών, ψηφιδωτών διακοσμητικών ή άλλων στοιχείων που είναι αναπόσπαστα τμήματά του. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να επιτραπεί η απόσπαση και απομάκρυνση τέτοιων στοιχείων, μόνο εάν αυτό κριθεί με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ότι είναι απολύτως αναγκαίο για τη διάσωσή τους.
Οι παραπάνω εργασίες εκτελούνται σύμφωνα με μελέτη που εγκρίνεται με την οικεία απόφαση.
Αν παρίσταται επείγουσα ανάγκη, οι εργασίες διενεργούνται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση.
Άρθρο 43
Εργασίες συντήρησης μνημείων
Οι εργασίες συντήρησης σε κινητά μνημεία και σε γλυπτικά, ζωγραφικά, διακοσμητικά ή άλλα στοιχεία που είναι αναπόσπαστα τμήματα ακινήτων μνημείων διενεργούνται από την Υπηρεσία ή από πρόσωπα που κατέχουν την προβλεπόμενη στην παρ. 3 άδεια υπό την εποπτεία της Υπηρεσίας, ύστερα από μελέτη που εγκρίνεται από αυτήν ή, αν είναι μείζονος σημασίας, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Για την έγκριση της μελέτης απαιτείται να έχει προηγηθεί τεκμηρίωση του μνημειακού χαρακτήρα του κινητού ή του ακινήτου.
Αν παρίσταται επείγουσα ανάγκη, οι εργασίες διενεργούνται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση επί τόπου από τον συντηρητή που ορίζει η Υπηρεσία. 3.α. Για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων για τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης κινητών και ακινήτων απαιτείται άδεια που χορηγείται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, έπειτα από γνώμη τριμελούς επιτροπής, που αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του και ένα μέλος του Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, του Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής ή τον αναπληρωτή του. β. Η άδεια χορηγείται σε κάθε περίπτωση, εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
- βα) Σε όσους διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών από
Σχολή ή Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών.
- ββ) Στους κατόχους απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων Συντήρησης Αρχαιοτήτων και
Έργων Τέχνης από το Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας (Α.Τ.Ε.Ε.Ν.) του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών.
- βγ) Η άδεια χορηγείται σύμφωνα με την ειδικότητα του
συντηρητή αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής ειδικότητες: συντήρηση πέτρας, κεραμικού, γυαλιού, ψηφιδωτού, υφάσματος, μετάλλου, οργανικών ανασκαφικών ευρημάτων, ξύλου, ζωγραφικών έργων σε ύφασμα, βιβλίου, χαρτιού, τοιχογραφίας, φορητών εικόνων, δέρματος, φωτογραφικού υλικού, οπτικοακουστικού υλικού, εικαστικών έργων με σύγχρονα υλικά. Η ειδικότητα προσδιορίζεται από τον βασικό ή και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και τη βεβαίωση προγράμματος σπουδών που τον συνοδεύει, καθώς και από αποδεδειγμένη διετή επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών, ανά ειδικότητα. Δυνατότητα επέκτασης της άδειας και σε άλλες ειδικότητες είναι δυνατή, έπειτα από νέα γνωμοδότηση της επιτροπής βάσει του βασικού ή και του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και την αντίστοιχη βεβαίωση προγράμματος σπουδών, καθώς και από αποδεδειγμένη μονοετή επαγγελματική εμπειρία σε κάθε πρόσθετη ειδικότητα. Οι αιτήσεις των υποψηφίων για τη χορήγηση της άδειας πρέπει να εξετάζονται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημέρα συμπλήρωσης του φακέλου με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα πρέπει να λαμβάνεται απόφαση περί της χορήγησης ή μη της άδειας.
- βδ) Οι κάτοχοι της παραπάνω άδειας εγγράφονται αυτοδικαίως στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και
Έργων Τέχνης, που τηρείται στη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στο μητρώο αναγράφονται υποχρεωτικά η ειδικότητα, καθώς και η επαγγελματική κατάσταση/ιδιότητα του αδειούχου συντηρητή. Όποιος είναι τακτικός ή αορίστου χρόνου υπάλληλος του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να εγγραφεί στο Μητρώο, ούτε να καταστεί ανάδοχος δημόσιας ή ιδιωτικής σύμβασης για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων συντήρησης. Το μητρώο επικαιροποιείται ανά τρεις (3) μήνες.
- βε) Ως επαγγελματική εμπειρία νοείται η εργασία σε
έργα συντήρησης είτε του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού είτε κάθε άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, εφόσον υπάρχει επιβλέπων συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης εγγεγραμμένος στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και η αποκτηθείσα σε αντίστοιχους φορείς σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- βστ) Συστήνεται τριμελής επιτροπή πειθαρχικού
ελέγχου των εγγεγραμμένων στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, η οποία αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του. Ο κανονισμός λειτουργίας του οργάνου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός έξι (6) μηνών.
- βζ) Η άδεια δεν μεταβιβάζεται και ανακαλείται, αυτοδικαίως, σε περίπτωση παράβασης της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα του παρόντος Κώδικα και της υπό
στοιχεία ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/11371/7.3.2000 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 382), κατόπιν διαπιστωτικής απόφασης του οργάνου πειθαρχικού ελέγχου. γ. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Πολιτισμού και Αθλητισμού και Δικαιοσύνης, καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης. Ο Κώδικας Δεοντολογίας περιέχει τις αρχές, τις υποχρεώσεις και τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθεί αυστηρώς κατά την άσκηση του επαγγέλματος του ο Συντηρητής Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των όρων που θέτει ο Κώδικας.
Οι άδειες που έχουν χορηγηθεί με βάση την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997 (Α΄ 271), όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή της με την προηγούμενη παράγραφο, εξακολουθούν να ισχύουν. Οι κάτοχοι των αδειών αυτών εγγράφονται αυτοδικαίως στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, εκτός εάν συντρέχει στο πρόσωπό τους το ασυμβίβαστο της υποπερ. βδ) της υποπαρ. β΄ της παρ. 3.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των εργαστηρίων συντήρησης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης.
Άρθρο 44
Δημοσιεύσεις αποτελεσμάτων εργασιών Οι διενεργούντες τις εργασίες, που αναφέρονται στα άρθρα 40 έως 43, έχουν υποχρέωση να καταθέτουν ετήσιες εκθέσεις εργασιών της ειδικότητάς τους το αργότερο έως τον Απρίλιο του επόμενου έτους και τελική έκθεση ή δημοσίευση εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την περάτωσή τους.
ΤΜΗΜΑ V
ΜΟΥΣΕΙΑ
Άρθρο 45
Ίδρυση και λειτουργία μουσείων
Ως μουσείο νοείται η υπηρεσία ή ο οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με ή χωρίς ίδια νομική προ εκθέτει και προβάλλει στο κοινό συλλογές αρχαιολογικών, καλλιτεχνικών, εθνολογικών ή άλλων υλικών μαρτυριών του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, με σκοπό τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία. Ως μουσεία μπορούν να θεωρηθούν επίσης υπηρεσίες ή οργανισμοί που έχουν παρεμφερείς σκοπούς και λειτουργίες, όπως τα μουσεία ανοικτού χώρου.
Για την ίδρυση και λειτουργία μουσείου από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού εκδίδεται απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, εφόσον διασφαλίζονται οι λειτουργίες και οι σκοποί της παρ. 1, στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής μουσείων. Προς τούτο, απαιτούνται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη μίας ή περισσότερων συλλογών και η επάρκεια και καταλληλότητα των εγκαταστάσεων, του απασχολούμενου προσωπικού και των άλλων μέσων για την επίτευξη των στόχων του μουσείου.
Τα μουσεία που ιδρύονται και λειτουργούν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού οφείλουν να διατηρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2. Η διατήρηση πιστοποιείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Προς τούτο συνεκτιμώνται, ιδίως, το ποσοστό των συλλογών των μουσείων που έχουν καταχωρισθεί στο Εθνικό Αρχείο Μνημείων κατά την παρ. 8, η ποιότητα των, εκ μέρους τους, παρεχόμενων υπηρεσιών προς το κοινό και η εξωστρέφεια.
Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είναι δυνατή η αναγνώριση μουσείων, πλην αυτών της παρ. 2, μετά από αίτησή τους, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 1. Προς τούτο συνεκτιμώνται, ιδίως, το ενδιαφέρον των συλλογών, η επάρκεια και η καταλληλότητα των εγκαταστάσεων, του απασχολούμενου προσωπικού και των άλλων μέσων και τρόπων επίτευξης των στόχων του μουσείου.
Η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία μουσείων της παρ. 2, καθώς και για την πιστοποίηση, τη διάρκεια και την ανανέωση αυτής, κατά την παρ. 3, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και εξειδικεύει τις μελέτες, πιστοποιητικά και λοιπά στοιχεία που απαιτούνται, καθώς και τη δημοσιότητα που λαμβάνει η πιστοποίηση. Με όμοια απόφαση ορίζονται η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση μουσείων, η διάρκεια και η ανανέωση αυτής κατά την παρ. 4 και εξειδικεύονται οι μελέτες, πιστοποιητικά και λοιπά στοιχεία που απαιτούνται, καθώς και η δημοσιότητα που λαμβάνει η αναγνώριση. Η διαδικασία, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα στοιχεία των εδαφίων πρώτου και δεύτερου μπορούν να προσδιορίζονται κατά κατηγορίες μουσείων, οι οποίες καθορίζονται με κριτήρια, όπως, ενδεικτικά, το περιεχόμενο των συλλογών, η γεωγραφική περιοχή που καλύπτουν ή οι φορείς στους οποίους ανήκουν.
Τα μουσεία οφείλουν να είναι ανοικτά στο κοινό σε προκαθορισμένες ημέρες και ώρες. Οφείλουν επίσης να διευκολύνουν την πρόσβαση στις συλλογές τους για λόγους μελέτης και έρευνας.
Τα μουσεία διέπονται από εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, ο οποίος, προκειμένου για τα μουσεία της παρ. 2, καταρτίζεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, μετά από γνώμη του Συμβουλίου και προκειμένου για τα αναγνωρισμένα μουσεία της παρ. 4, καταρτίζεται από το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τις οικείες για τα μουσεία αυτά διατάξεις και κοινοποιείται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Τα αντικείμενα που φυλάσσονται στα μουσεία της παρ. 2 και στα αναγνωρισμένα μουσεία της παρ. 4, καταχωρίζονται στο Εθνικό Αρχείο Μνημείων, με ευθύνη της διοίκησης αυτών.
Τα μουσεία της παρ. 2 και τα αναγνωρισμένα, κατά την παρ. 4, μουσεία οφείλουν να ενημερώνουν εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για κάθε μεταβολή του αριθμού και της κατάστασης των αντικειμένων των συλλογών τους. Η ενημέρωση πραγματοποιείται τακτικά κατά τον τελευταίο μήνα κάθε ημερολογιακού έτους και σε έκτακτες περιστάσεις, όπως, ενδεικτικά φθορά, απώλεια, κλοπή, αμέσως μετά το γεγονός της μεταβολής. Αν κάποιο αντικείμενο διατρέχει άμεσο κίνδυνο φθοράς, απώλειας ή καταστροφής, εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 27. Σε περίπτωση κλοπής ή και παράνομης εξαγωγής, εφαρμόζεται το άρθρο 30.
Για τον εμπλουτισμό των συλλογών των μουσείων με μνημεία εφαρμόζεται η παρ. 5 του άρθρου 31. Τα μουσεία αυτά απαγορεύεται να αποκτούν ή να δέχονται ως δάνειο ή παρακαταθήκη πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή, παράνομη ανασκαφή ή από άλλη παράνομη ενέργεια ή ότι έχουν αποκτηθεί ή εξαχθεί κατά παράβαση της νομοθεσίας του κράτους προέλευσής τους και οφείλουν να ενημερώνουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Υπηρεσία για κάθε τέτοια προσφορά.
Τα αντικείμενα των συλλογών των μουσείων δεν υπόκεινται σε κατάσχεση.
α. Η μεταβίβαση της κυριότητας των αντικειμένων των συλλογών των μουσείων της παρ. 2 δεν επιτρέπεται, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 25, που εφαρμόζεται αναλόγως προκειμένου για πολιτιστικά αγαθά που δεν αποτελούν μνημεία. β. Η μεταβίβαση της κυριότητας αντικειμένων συλλογών μουσείων που ανήκουν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα και είναι αναγνωρισμένα κατά την παρ. 4, είναι δυνατή, κατ’ εξαίρεση, είτε προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού είτε, μετά από έγκριση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, κατά προτίμηση προς άλλα τέτοια νομικά πρόσωπα, προκειμένου να κατατεθούν σε συλλογή μουσείου. γ. Η μεταβίβαση της κυριότητας είτε προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού είτε μετά από έγκριση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, που χορηγείται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, κατά προτίμηση προς άλλα νομικά πρόσωπα, προκειμένου να κατατεθούν σε συλλογή μουσείου. δ. Η ανταλλαγή αντικειμένων συλλογών αναγνωρισμένων μουσείων, τα οποία δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για αυτές ή για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας με αντικείμενα συλλογών μουσείων της αλλοδαπής που έχουν ιδιαίτερη σημασία, μπορεί να επιτραπεί, κατ’ εξαίρεση, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. ε. Οι περιορισμοί της παρ. 12 δεν ισχύουν προκειμένου για ανανεώσιμα και αντικαταστατά δείγματα συλλογών φυσικής ιστορίας. στ. Η μεταβίβαση που πραγματοποιείται κατά παράβαση της παρ. 12 είναι άκυρη.
α. Ο δανεισμός και η προσωρινή εξαγωγή αντικειμένων των συλλογών των μουσείων της παρ. 2 και των αναγνωρισμένων μουσείων της παρ. 4 επιτρέπονται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 25 και της παρ. 11 του άρθρου 34 αντίστοιχα. β. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, επιτρέπεται, για την προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας και εφόσον παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για την ασφαλή μεταφορά, έκθεση και επιστροφή τους, η μακρόχρονη εξαγωγή αντικειμένων των συλλογών μουσείων πλην αυτών της παρ. 2, προκειμένου να εκτεθούν σε μουσεία, μουσειακούς ή εκθεσιακούς χώρους, ιδίως όταν η ονομασία του τόπου έκθεσής τους ταυτίζεται με ή περιέχει εκείνη του εξάγοντος μουσείου και εκτίθενται μόνο δικές τους συλλογές. Με την ίδια απόφαση προσδιορίζονται οι ειδικότεροι όροι της εξαγωγής, καθώς και η διάρκειά της, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι πέντε (25) έτη, δυνάμενη να ανανεώνεται ανά πενταετία και έως είκοσι πέντε (25) έτη. Η παρ. 4 του άρθρου 34 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Η λειτουργία των αναγνωρισμένων μουσείων, κατά την παρ. 4, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η δε απόφαση αναγνώρισης δύναται να ανακαλείται, μετά από γνώμη του Συμβουλίου, εάν παύσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της ή παραβιασθούν άλλες διατάξεις του παρόντος.
Τα αναγνωρισμένα μουσεία, κατά την παρ. 4, μπορούν να τυγχάνουν οικονομικής ενίσχυσης από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, προτίμησης ως προς την ένταξη σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα ή στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων - Εθνικό Σκέλος, καθώς και των προνομίων των παρ. 6 του άρθρου 28 και 11 του άρθρου 31. Τα μνημεία, κατά τις διατάξεις αυτές, αποκτώνται από αναγνωρισμένα μουσεία που έχουν ίδια νομική προσωπικότητα ή από νομικά πρόσωπα στα οποία ανήκουν αναγνωρισμένα μουσεία, υπό τον όρο ότι κατατίθενται στις συλλογές τους.
Για τις ανάγκες ανέγερσης, επέκτασης, εγκατάστασης, ανάδειξης και λειτουργίας μουσείου της παρ. 2 μπορεί να γίνει απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά κτιρίων ή εκτάσεων γης, σύμφωνα με το άρθρο 18 και να ορίζεται ζώνη προστασίας στον περιβάλλοντα χώρο τους, σύμφωνα με το άρθρο 17.
Άρθρο 45Α
Παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση απώλειας ή φθορών κινητών μνημείων και έργων τέχνης
Επιτρέπεται η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αναλαμβάνεται η υποχρέωση να καταβληθεί χρηματική αποζημίωση για απώλειες ή φθορές που είναι δυνατόν να προκληθούν σε αρχαιότητες, έργα τέχνης, έργα πολιτιστικής και ιστορικής αξίας, κινητά μνημεία, τα οποία: α) Εκτίθενται, μεμονωμένα ή ως μέρος συνόλου, δυνάμει συμβάσεων προσωρινού ή μακροχρόνιου δανεισμού από αλλοδαπά μουσεία ή από φορείς της αλλοδαπής σε εκθέσεις περιοδικού χαρακτήρα στην ημεδαπή, οι οποίες διοργανώνονται ή συνδιοργανώνονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ή από ημεδαπά δημόσια μουσεία ή από μουσεία που έχουν ιδρυθεί με νόμο. β) Εκτίθενται σε εκθέσεις περιοδικού χαρακτήρα στην αλλοδαπή, οι οποίες διοργανώνονται ή συνδιοργανώνονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ή από μουσεία της περ. α).
Οι εκθέσεις των περ. α) ή β) της παρ. 1 πρέπει να έχουν ιδιαίτερη πολιτιστική ή ιστορική αξία ή να αποσκοπούν στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού ή να αποβλέπουν στην εκπλήρωση σχετικών υποχρεώσεων, οι οποίες απορρέουν από διεθνείς ή διακρατικές συμβάσεις πολιτιστικού χαρακτήρα.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταρτίζεται ο Γενικός Κανονισμός Εγγύησης και Προδιαγραφών Ασφαλείας Συλλογών και Εκθεμάτων για τα μουσειακά αντικείμενα και τα εκθέματα του παρόντος. Με τον Κανονισμό αυτόν καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις παροχής της εγγύησης της παρ. 1, όπως η διάρκεια της παρεχόμενης εγγύησης, οι δικαιούχοι της αποζημίωσης, οι κίνδυνοι και οι περιπτώσεις απώλειας ή φθοράς η επέλευση των οποίων γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, οι λόγοι και περιπτώσεις απαλλαγής από την ανωτέρω υποχρέωση, η διαδικασία καταβολής της αποζημίωσης και τα αρμόδια όργανα, η διαδικασία διοικητικής επίλυσης διαφορών σε περίπτωση αμφισβήτησης του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης και οι κανόνες λειτουργίας της Επιτροπής των παρ. 7, 8, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται και οι προδιαγραφές ασφαλείας, όπως οι όροι συσκευασίας, αποσυσκευασίας, μεταφοράς, εγκατάστασης, επιθεώρησης, διαμόρφωσης ειδικών περιβαλλοντικών συνθηκών, πυρασφάλειας και συστημάτων φύλαξης και συναγερμού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Μεταξύ των μουσειολογικών προδιαγραφών προστασίας και ασφάλειας, που πρέπει να πληρούν τα μουσεία της περ. α) της παρ. 1, προκειμένης της και φωτισμού, πυρανίχνευση και πυροπροστασία, καθώς και ικανοποιητική λειτουργία συστημάτων εικοσιτετράωρης παρακολούθησης και συναγερμού. Για την πιστοποίηση της συνδρομής των εν λόγω προδιαγραφών τα ενδιαφερόμενα για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του παρόντος μουσεία υποβάλλουν σχετική μουσειολογική αναφορά στην επιτροπή της παρ. 8.
Για την εγγύηση της παρ. 1 προβλέπεται στον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό αυτοτελής Κωδικός Αριθμός Εξόδων (Κ.Α.Ε.). Το ύψος της ετήσιας πίστωσης που εγγράφεται στον ανωτέρω Κωδικό καθορίζεται ύστερα από γνώμη της γνωμοδοτικής επιτροπής της παρ. 8, η οποία διατυπώνεται εντός του πρώτου τετραμήνου κάθε έτους, με βάση την αποτίμηση της αξίας των μουσειακών αντικειμένων και των εκθεμάτων των εκθέσεων που πρόκειται να διοργανωθούν το επόμενο έτος.
Η εγγύηση της παρ. 1 παρέχεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της επιτροπής της παρ. 8, η οποία αποφαίνεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 1 και οι όροι του Κανονισμού της παρ.
Για τη διαπίστωση της συνδρομής των όρων του Κανονισμού στην περίπτωση αντικειμένων που εκτίθενται σε δημοσίου χαρακτήρα μουσεία ως τμήματα συλλογών αυτών, η επιτροπή της παρ. 8 μπορεί να διενεργεί αυτοψία. Με την κοινή υπουργική απόφαση για την παροχή εγγύησης μπορεί να τίθενται και πρόσθετοι όροι, πέραν εκείνων που περιλαμβάνονται στον Γενικό Κανονισμό Προδιαγραφών Ασφαλείας, για την πληρέστερη προστασία των εκθεμάτων ή μουσειακών αντικειμένων.
Για την καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους για απώλειες ή φθορές που καλύπτονται από την εγγύηση της παρ. 1, καθώς και για τον καθορισμό του ύψους αυτής εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνωμοδότηση της επιτροπής της παρ. 8. Η επιτροπή αποφαίνεται για την έκταση της φθοράς και το ύψος του ποσού της αποζημίωσης που αναλογεί για την αποκατάστασή της, καθώς και για το ύψος του ποσού της αποζημίωσης σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής εκθέματος.
Η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που έχει εγγραφεί στον αντίστοιχο αυτοτελή Κωδικό Αριθμό Εξόδων (Κ.Α.Ε.) του Κρατικού Προϋπολογισμού, συνεπάγεται απόσβεση της υποχρέωσης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έχει αναληφθεί, σύμφωνα με την παρ. 1.
Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού συνιστάται Γνωμοδοτική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από:
- α) τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, β) τον προϊστάμενο
της Διεύθυνσης Μουσείων, γ) τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Νεότερου Πολιτιστικού Αποθέματος και Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, δ) τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού, ε) τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών,
- στ) τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων, ζ) έναν (1) υπάλληλο του
Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος προτείνεται από τον Υπουργό Οικονομικών, η) δύο (2) πρόσωπα με εμπειρία στον τομέα συντήρησης και διοργάνωσης εκθέσεων, που ορίζονται με διετή θητεία από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η Επιτροπή σύμφωνα με τα ανωτέρω διατυπώνει γνώμη σχετικά με: α) το ύψος της ετήσιας πίστωσης που εγγράφεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό για την εγγύηση της παρ. 1, β) τη συνδρομή των προϋποθέσεων παροχής της εγγύησης αυτής, γ) τη θέση πρόσθετων όρων που απαιτούνται για την παροχή κρατικής εγγύησης, δ) την καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους για απώλειες ή φθορές που καλύπτονται από την εγγύηση αυτή, καθώς και τον καθορισμό του ύψους της, ε) κάθε άλλο ζήτημα για το οποίο ο Γενικός Κανονισμός Εγγύησης και Προδιαγραφών Ασφαλείας Συλλογών και Εκθεμάτων της παρ. 3 προβλέπει γνωμοδότηση της Επιτροπής. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ο πρόεδρος της Επιτροπής, καθώς και η υπηρεσία ή οι υπάλληλοι του υπουργείου που αναλαμβάνουν τη γραμματειακή υποστήριξή της.
Κατά τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες ισχύος της παρούσας διάταξης μετά την έκδοση του Γενικού Κανονισμού Εγγύησης και Προδιαγραφών Ασφαλείας της παρ. 3, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου αφορά αποκλειστικά τις εκθέσεις που οργανώνει ή συνδιοργανώνει το Ελληνικό Δημόσιο στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή. Μετά την παρέλευση του ως άνω χρονικού διαστήματος, η εγγύηση θα αφορά και τις υπόλοιπες εκθέσεις, οι οποίες διοργανώνονται ή συνδιοργανώνονται από ημεδαπά δημόσια μουσεία ή από μουσεία που έχουν ιδρυθεί με νόμο.
ΤΜΗΜΑ VI
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΩΝ
Άρθρο 46
Πρόσβαση και χρήση μνημείων και χώρων
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)