Νόμοι — ΦΕΚ A' 222/2001

Type Νόμος
Publication 2001-10-08
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 222 8 Οκτωβρίου 2001

Τροποποίηση της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρα?τείας και των διοικητικών δικαστηρίων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1
1.

Oι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν από την παράγρα?φο 1 του άρθρου 29 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α΄), αντι?καθίστανται ως εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφε?τείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομι?κών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν:

των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,

του παρόντος και τις μεταβολές της κατάστασης των εφέ?δρων αξιωματικών,

φύση της σχέσης που το συνδέει,

τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους,

και φροντιστηρίων,

απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρούμενων επί μα?κρόν ρυμοτομικών βαρών,

2.

Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τε?λευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρα?τείας αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν:

μελών του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού των ανώ?τατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πανεπιστημίων), εκτός από τους λέκτορες,

Άρθρο 2

Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 702/1977 αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5 Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκει?νται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακο?πής».

Άρθρο 3

Μετά το άρθρο 5 του ν. 702/1977 προστίθεται άρθρο 5 Α ως εξής: «Άρθρο 5 Α Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της πα?ραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπό?κεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) το διορισμό ή την πρόσληψη ή τη μονιμοποίηση, τη μετάταξη, την επιλογή ή προαγωγή σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος ή Διεύθυνσης και τη λύ?3119 λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) το διορι?σμό ή τη μονιμοποίηση των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας, την αποστρα?τεία τους και την προαγωγή τους στους βαθμούς του Συ?νταγματάρχη και του Ταξίαρχου ή αντίστοιχους, γ) την ει?σαγωγή και οριστική απομάκρυνση μαθητών των παρα?γωγικών σχολών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και τις μεταβολές της κατάστασης των έφεδρων αξιωματικών, δ) την εκλογή και γενικά την υπηρεσιακή κατάσταση των λεκτόρων των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πανεπιστημίων).»

Άρθρο 4
1.

Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετεί?ου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των υπαλληλικών προσφυγών, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 103 του Συντάγματος, οι οποί?ες υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επι?κρατείας.

2.

Για την εκδίκαση των πιο πάνω προσφυγών εφαρμό?ζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 41- 44 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄), όπως ισχύουν κάθε φορά.

3.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 κα?ταργείται.

Άρθρο 5

Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικατα?στάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999, αντικαθίσταται ως εξής: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλί?ου της Επικρατείας είναι κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές».

Άρθρο 6
1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: «Με απόφαση της Ολομέλειας εν συμβουλίω που αναρ?τάται στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας γί?νεται η συγκρότηση των Τμημάτων με την κατανομή σε αυτά των μελών του Συμβουλίου και των Παρέδρων.»

2.

Στο άρθρο 9 του π.δ. 18/1989 προστίθεται η ακόλου?θη παράγραφος 2 και αναριθμούνται οι παράγραφοι 2 και 3 ως παράγραφοι 3 και 4. «2. Με όμοια απόφαση της Ολομέλειας μπορεί να ανα?τίθεται σε Αντιπρόεδρο που δεν προΐσταται Τμήματος η άσκηση καθηκόντων αναπλήρωσης Προέδρου Τμήμα?τος».

Άρθρο 7

Η παράγραφος 7 του άρθρου 14 του π.δ. 18/1989 αντι?καθίσταται ως εξής: «7. Αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσότερων Τμημάτων, η υπόθεση εισάγεται στο Τμήμα που είναι αρμόδιο για τη χρονολογικά προηγούμενη πράξη και εκδικάζεται από αυτό. Αν η πράξη αυτή προσβάλλεται απαραδέκτως, το Τμήμα μπορεί είτε να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθε?ση είτε να την παραπέμψει κατά τα λοιπά στον αρμόδιο σχηματισμό. Οι διατάξεις για το απαράδεκτο λόγω έλλει?ψης συνάφειας εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί αιτήσεων αναιρέσεως».

Άρθρο 8

Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του π.δ. 18/1989, όπως έχει τελικά αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρ?θρου 32 του ν. 2721/1999, αντικαθίσταται ως εξής: «4. Όταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχη?ματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικά?σιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείο?ντα ή στο δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο 17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρε?σείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέω?ση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέ?δρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο εί?κοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει είτε στο δικηγόρο που εκ?προσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζή?τηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικό?γραφο είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δή?λωσε κατά το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονο?μίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγ?γραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής. Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοι?νοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υπο?θέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσεί?ων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση το Δι?καστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη δυ?σχέρεια της κοινοποίησης, μπορεί, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναβάλει περαιτέρω τη συζήτη?ση της υπόθεσης».

Άρθρο 9
1.

Της Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστη?ρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των δικαστικών λειτουργών αυτών προΐσταται αντιστοίχως Αντιπρόε?δρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού 3120 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συ?νεδρίου ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που σύμφωνα με την μέχρι τώρα ισχύουσα νομοθεσία ανήκουν στον Προϊ?στάμενο της Επιθεώρησης Σύμβουλο της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και την άσκηση πει?θαρχικής δίωξης κατά το άρθρο 99 του Κώδικα κατάστα?σης δικαστικών λειτουργών.

3.

Τον Προϊστάμενο της Επιθεώρησης Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρί?ου αναπληρώνει, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, αντιστοίχως Σύμβουλος Επικρατείας ή Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ορίζεται με απόφαση της Ολο?μέλειας του οικείου Δικαστηρίου.

4.

Στην κλήρωση για τον ορισμό Επιθεωρητών, κατά το άρθρο 82 παράγραφος 2 του ν. 1756/1988, όπως το άρ?θρο αυτό αντικαταστάθηκε με το στοιχείο Β της παρα?γράφου 10 του άρθρου 3 του ν. 2479/1997, μετέχουν κα?τά περίπτωση όλοι οι Σύμβουλοι της Επικρατείας και οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 10
1.

Οι διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5 και 8 του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις.

2.

Αιτήσεις ακυρώσεως και υπαλληλικές προσφυγές που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρα?τείας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, διαβιβάζονται στο κατά τόπο αρμό?διο διοικητικό εφετείο με πράξη του Προέδρου του οικεί?ου δικαστικού σχηματισμού.

3.

Επί αιτήσεων αναιρέσεως με αντικείμενο της διαφο?ράς κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επι?κρατείας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α΄). Ο αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι' αυτόν ευρύτερες οικο?νομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του αρμό?διου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη.

Άρθρο 11
1.

Στο άρθρο 115 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) προστίθεται παράγραφος 3 και οι παράγρα?φοι 3 και 4 αναριθμούνται σε παραγράφους 4 και 5: «3. Προκειμένου περί απαιτήσεων για κάθε είδους απο?δοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργα?νισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθ?μίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημόσιου δικαί?ου, έστω και αν βασίζονται σε παράνομες πράξεις ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, εφαρμόζο?νται οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων και όταν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς, έστω και μη ισόποσες, απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζο?νται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγ?ματική βάση. Ομοδικία συντρέχει και όταν για τους προ?σφεύγοντες ή ενάγοντες έχει εκδοθεί μία πράξη με ξεχω?ριστά για τον καθένα κεφάλαια ή περισσότερες αυτοτελείς για τον καθένα πράξεις. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η συνδρομή και των προϋποθέσεων της συνάφειας, εκτός από την προϋπόθεση της κατά τόπο αρ?μοδιότητας του δικαστηρίου ως προς όλες τις πράξεις. Σε περίπτωση ομοδικίας κατά την παρούσα παράγραφο ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο δεν μπορεί να υπερβαίνει τoυς εκατό (100)».

2.

Οι διατάξεις που προστίθενται με την προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς κατά τη δη?μοσίευση του παρόντος νόμου υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Προσφυγές ή αγωγές που ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοι?κητικής Δικονομίας και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες για έλλειψη ομοδικίας ή συνάφειας, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που θεσπίζονται με τις διατάξεις της προη?γούμενης παραγράφου, μπορούν να ασκηθούν εκ νέου μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του πα?ρόντος.

Άρθρο 12
1.

Το άρθρο 8 του ν. 1071/1980 αντικαθίσταται ως εξής: «Σε ειρηνοδίκη Α΄ τάξης προάγεται ο ειρηνοδίκης Β΄ τά?ξης μετά οκτώ (8) έτη ευδόκιμης υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν ή δεκαέξι (16) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στους βαθμούς του ειρηνοδίκη Δ΄, Γ΄ και Β΄ τάξης. Σε περίπτωση που δεν έχει προαχθεί ακόμη σε ειρηνοδίκη Α΄ τάξης, ει?ρηνοδίκης Β΄ τάξης με δεκαοκτώ (18) έτη υπηρεσίας στους βαθμούς του ειρηνοδίκη Δ΄, Γ΄ και Β΄ τάξης κατά τα ανωτέρω, τότε αυτός προάγεται σε προσωποπαγή θέση ειρηνοδίκη Α΄ τάξης με μεταφορά της οργανικής θέσης που κατείχε ως ειρηνοδίκης Β΄ τάξης. Την προσωποπαγή αυτή θέση διατηρεί μέχρις ότου κε?νωθεί οργανική θέση ειρηνοδίκη Α΄ τάξης, την οποία κα?ταλαμβάνει αυτοδικαίως, οπότε η προσωποπαγής θέση των ειρηνοδικών Β΄ τάξης.»

2.

Το άρθρο 10 του ν. 1183/1981 αντικαθίσταται ως εξής: «Σε ειρηνοδίκη Β΄ τάξης προάγεται ο ειρηνοδίκης Γ΄ τά?ξης μετά πέντε (5) έτη ευδόκιμης υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν ή οκτώ (8) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στους βαθ?μούς του ειρηνοδίκη Δ΄ και Γ΄ τάξης. Σε περίπτωση που δεν έχει προαχθεί ακόμη σε ειρηνοδίκη Β΄ τάξης, ειρηνο?δίκης Γ΄ τάξης με δεκατέσσερα (14) έτη υπηρεσίας στους βαθμούς του ειρηνοδίκη Δ΄ και Γ΄ τάξης κατά τα ανωτέρω, τότε αυτός προάγεται σε προσωποπαγή θέση ειρηνοδίκη Β΄τάξης με μεταφορά της οργανικής θέσης που κατείχε ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3121 των ειρηνοδικών Δ΄ και Γ΄ τάξης».

3.

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2002.

Άρθρο 13

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως Νόμου του Κράτους. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2001

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Μ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ Γ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2001

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.