Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου — ΦΕΚ A' 223/2012
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 223 12 Νοεμβρίου 2012 ΠΡΑΞΗ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Αριθμ. Πράξης 38 της 9−11−2012 Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 (Α΄ 119), όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση 8 της υποπαραγράφου Δ1 της παραγράφου Δ του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Έχοντας υπόψη: 1) Τις διατάξεις:
- α) της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010,
όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 9 του ν. 4051/2012 (Α΄ 40) και τροποποιήθηκε με την περίπτωση 8 της υποπαραγράφου Δ1 της παραγράφου Δ του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012,
- β) της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010,
όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 9 του ν. 4051/2012,
- γ) του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α΄ 98). 2) Την ανάγκη ρύθμισης των όρων παροχής κεφαλαιακής ενίσχυσης στα πιστωτικά ιδρύματα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είτε με τη μορφή της ανάληψης κοινών μετοχών κατά τη διαδικασία αύξησης του μετοχικού τους κεφαλαίου είτε με την απόκτηση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών έκδοσης των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων. 3) Την ανάγκη καθορισμού των όρων απόκτησης και άσκησης δικαιωμάτων που συνδέονται με τους τίτλους παραστατικούς δικαιωμάτων κτήσης μετοχών που εκδίδει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τις κοινές μετοχές που αποκτά στα πιστωτικά ιδρύματα και κάθε συναφούς τεχνικού θέματος. 4) Την από 15.3.2012 Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Τράπεζας της Ελλάδος, σχέδιο της οποίας εγκρίθηκε με το ν. 4060/2012 «Έγκριση Σχεδίου Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας, του ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και της Τράπεζας της Ελλάδος και παροχή εξουσιοδοτήσεων για την υπογραφή της κύριας σύμβασης» (Α΄ 65). 5) Την από 8.11.2012 εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών. 6) Το γεγονός ότι από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζει:
Άρθρο 1
Θέματα ανάληψης μετοχών από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
Το Ταμείο καλύπτει τις αδιάθετες κοινές μετοχές που εκδίδονται στο πλαίσιο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που αποφασίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα κατ’ εφαρμογή του νόμου 3864/2010 και της παρούσας πράξης, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το συνολικό ποσό της αύξησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα υπέρ το άρτιο ποσά, ορίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα και δεν μπορεί: αα. Να υπολείπεται του ποσού που ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος και που απαιτείται, ώστε ο συντελεστής κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων (CoreTier 1 ratio) του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτός ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 27 του ν. 3601/2007 (Α΄178), να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 6%. Ειδικά για το σκοπό της παρούσας διάταξης δεν συνυπολογίζονται στα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων, οι προνομιούχες μετοχές του ν. 3723/2008 (Α΄250), ούτε οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες του παρόντος νόμου, έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, και ββ. να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτές ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 και του παρόντος άρθρου. (β) Η τιμή διάθεσης των κοινών μετοχών που καλύπτει 5649 αα. Όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, είναι ίση με ή κατώτερη από την μικρότερη εκ των ακόλουθων δύο τιμών: (i) ποσοστό 50% επί της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής διάθεσης των μετοχών, και (ii) την τιμή κλεισίματος της μετοχής στην οργανωμένη αγορά κατά την ημέρα διαπραγμάτευσης που προηγείται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής διάθεσης των μετοχών. ββ. Όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα οι μετοχές των οποίων δεν είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή οι μετοχές των οποίων τελούν σε αναστολή διαπραγμάτευσης για περισσότερες από δέκα (10) ημέρες διαπραγμάτευσης εντός του διαστήματος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της μέσης χρηματιστηριακής τιμής, είναι ίση με ή κατώτερη από ποσοστό 50% επί της εύλογης αξίας της μετοχής του πιστωτικού ιδρύματος. Η κατά τα ανωτέρω εύλογη αξία προσδιορίζεται από το μέσο όρο των, πριν την κεφαλαιακή ενίσχυση, αξιών της μετοχής, όπως αυτός προκύπτει από τις εκτιμήσεις δύο (2) ανεξάρτητων, από το πιστωτικό ίδρυμα, ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων, που διενεργούνται με κοινά αποδεκτές μεθόδους και κριτήρια, βάσει των ανωτέρω κριτηρίων. Οι εν λόγω ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία ορίζονται από το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, αντίστοιχα. Σε περίπτωση απόκλισης των μέσων τιμών των δύο εκτιμήσεων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 15%, η αξία προσδιορίζεται οριστικά από τρίτο ανεξάρτητο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τις δύο αρχικές εκτιμήσεις. (γ) Η τιμή διάθεσης των κοινών μετοχών για τους συμμετέχοντες στην αύξηση επενδυτές, πλην του Ταμείου, δεν μπορεί να υπολείπεται της τιμής διάθεσης των κοινών μετοχών που καλύπτει το Ταμείο. (δ) Τηρούνται οι όροι της σύμβασης προεγγραφής της παραγράφου 10 του άρθρου 6 του ν. 3864/2010.
Το άθροισμα του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη και τα υπέρ το άρτιο ποσά, και του ποσού της συνολικής ονομαστικής αξίας των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010, δεν δύναται να υπολείπεται του ποσού των συνολικών κεφαλαιακών αναγκών του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτό ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους σκοπούς του άρθρου 7 του ως άνω νόμου. Πριν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προβεί σε μείωση του μετοχικού του κεφαλαίου ή/και του αριθμού των υφιστάμενων κοινών μετοχών του, στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 10 του άρθρου 2, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του άρθρου 14 του κ.ν 2190/1920.
Για την εφαρμογή της παρούσας πράξης, η μέση χρηματιστηριακή τιμή της κοινής μετοχής πιστωτικού ιδρύματος ισούται με το κλάσμα όπου αριθμητής είναι το άθροισμα των γινομένων σε ημερήσια βάση της τιμής κλεισίματος επί τον όγκο συναλλαγών της μετοχής για όλες τις ημέρες της ορισμένης περιόδου και παρονομαστής είναι το άθροισμα του ημερήσιου όγκου συναλλαγών για όλες τις ημέρες της περιόδου, όπως αποτυπώνονται στην σχετική οργανωμένη αγορά. Για τον υπολογισμό του προηγούμενου εδαφίου δεν λαμβάνονται υπόψη οι συναλλαγές πακέτων επί μετοχών. Σε περίπτωση που κατά το διάστημα υπολογισμού διενεργηθούν εταιρικές πράξεις επί της μετοχής, η εν λόγω τιμή αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις μεθόδους αναπροσαρμογής της οργανωμένης αγοράς. Εάν οι μετοχές διαπραγματεύονται σε περισσότερες της μίας οργανωμένες αγορές, ως οργανωμένη αγορά για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοείται η κύρια οργανωμένη αγορά διαπραγμάτευσης των μετοχών.
Άρθρο 2
Υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες
Το Ταμείο προβαίνει σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3864/2010, στην κάλυψη υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών, τις οποίες εκδίδει πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου και της παρούσας πράξης. Οι ομολογίες δύνανται να εκδοθούν σε άυλη μορφή και να καταχωρηθούν, μετά από αίτηση του Ταμείου, στα ηλεκτρονικά αρχεία μη εισηγμένων τίτλων που τηρεί η εταιρία Ελληνικά Χρηματιστήρια ΑΕ.
Οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες εκδίδονται μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή της παρούσας πράξης και του ν. 3864/2010. Η έκδοση τους δύναται να προηγείται ή να έπεται της ολοκλήρωσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του άρθρου 7 του ν. 3864/2010.
Η συνολική ονομαστική αξία των μετατρέψιμων ομολογιών ορίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα και σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ του ποσού των συνολικών κεφαλαιακών αναγκών του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτό ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και του ποσού που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με την υποπερίπτωση (αα) της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
Οι ομολογίες προσμετρώνται στα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων (Core Tier 1) του πιστωτικού ιδρύματος. Τα καθαρά έσοδα της έκδοσης των ομολογιών χρησιμοποιούνται από το πιστωτικό ίδρυμα για την ενίσχυση του συντελεστή κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων στα επίπεδα που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνοντας υπόψη και τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.
Οι ομολογίες κατέχονται μόνο από το Ταμείο ή από το πιστωτικό ίδρυμα συνεπεία άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς, σύμφωνα με την παράγραφο
Εκδίδονται στην ονομαστική τους αξία και είναι αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης, εκτός αν εξαγοραστούν ή μετατραπούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. τους έναντι του πιστωτικού ιδρύματος και κατατάσσονται ως εξής: (α) Ικανοποιούνται μετά τις απαιτήσεις των: (αα) καταθετών ή άλλων πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος με δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης, και (ββ) πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος μειωμένης κατάταξης στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κάτοχοι τίτλων που κατατάσσονται στα πρόσθετα βασικά ίδια κεφάλαια (β) Ικανοποιούνται στην ίδια τάξη: (αα) μεταξύ τους χωρίς οποιαδήποτε προτίμηση, (ββ) με τους πιστωτές που συμφωνείται ότι κατατάσσονται στην ίδια τάξη με τις απαιτήσεις εκ των ομολογιών και (γγ) με τους κατόχους άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων που κατατάσσονται στα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων, πλην των υπό (γ) και (γ) Ικανοποιούνται πριν τις απαιτήσεις των κοινών μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των λοιπών χρηματοοικονομικών μέσων που κατατάσσονται στην ίδια τάξη με τις κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος.
Οι ομολογίες αποφέρουν συμβατικό τόκο λογιζόμενο με ετήσιο επιτόκιο 7%, προσαυξανόμενο κατά 50 μονάδες βάσης ετησίως. Τα ποσά των τόκων καταβάλλονται σε ετήσια βάση σε μετρητά, εκτός αν υφίσταται περίπτωση αντικατάστασης της καταβολής τόκων με καταβολή σε είδος, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 11, η καταβολή τόκων σε μετρητά αντικαθίσταται αυτόματα, κατά το αναγκαίο μέτρο, με καταβολή σε είδος, μέσω της έκδοσης νέων κοινών μετοχών του πιστωτικού ιδρύματος σε τιμή έκδοσης ίση με την μέση χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής, κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία όφειλαν να καταβληθούν οι τόκοι, στις κάτωθι περιπτώσεις: (α) σε περίπτωση που η καταβολή από το πιστωτικό ίδρυμα οποιουδήποτε ποσού τόκων σε μετρητά θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση του με την υποχρέωση τήρησης των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και ειδικότερα του ελάχιστου συντελεστή κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων, ή (β) σε περίπτωση ανεπαρκών ποσών προς διανομή εφόσον μια τέτοια πληρωμή θα έθετε, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε κίνδυνο την συμμόρφωση του πιστωτικού ιδρύματος με την υποχρέωση τήρησης των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και ειδικότερα του ελάχιστου συντελεστή κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων. Σε περίπτωση μη εισηγμένων μετοχών, η τιμή έκδοσης ισούται με την μέση χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής, κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία σταμάτησε η διαπραγμάτευση των μετοχών. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως διανεμητέα ποσά ορίζονται τα καθαρά κέρδη του πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη βάση για το οικονομικό έτος που προηγείται της ημερομηνίας καταβολής τόκων.
Πέντε (5) έτη μετά την ημερομηνία έκδοσης των ομολογιών, το ανεξόφλητο κεφάλαιο των ομολογιών μετατρέπεται υποχρεωτικά σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος στην τιμή μετατροπής που ορίζεται με την παράγραφο 10.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 11, η τιμή μετατροπής των ομολογιών σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος ισούται με το 50% της τιμής διάθεσης των κοινών μετοχών που εκδίδονται στο πλαίσιο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3864/2010 και καλύπτονται από το Ταμείο. Εάν οι ομολογίες εκδοθούν πριν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η τιμή μετατροπής ισούται με το 50% της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας έκδοσης των ομολογιών και αναπροσαρμόζεται αυτόματα στην τιμή του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ολοκληρωθεί η αύξηση και επιτευχθεί η ελάχιστη προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 7α του ν. 3864/2010 συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Αν δεν πραγματοποιηθεί αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3864/2010, η τιμή μετατροπής των ομολογιών ισούται με το 25% της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας έκδοσης των ομολογιών, ή, σε περίπτωση που είτε οι κοινές μετοχές δεν είναι εισηγμένες είτε δεν διαπραγματεύονται σε οργανωμένη αγορά για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10 ημερών διαπραγμάτευσης εντός του παραπάνω 50ήμερου διαστήματος, με το 25% της εύλογης αξίας της τιμής της μετοχής του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με την υποπερίπτωση (ββ) της περίπτωσης β) της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η τιμή μετατροπής αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση εταιρικών πράξεων.
Το πιστωτικό ίδρυμα δύναται σε κάθε περίπτωση να αποφασίσει να μην καταβάλει τόκο επί των ομολογιών. Στην περίπτωση αυτή, οι τόκοι δεν είναι απαιτητοί και δεν συντρέχει γεγονός καταγγελίας του ομολογιακού δανείου, αλλά το σύνολο των ομολογιών μετατρέπεται υποχρεωτικά (κατά συνολικό ποσό κεφαλαίου και τόκων) σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος, σε τιμή μετατροπής, η οποία ισούται με το 65% της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται καταβλητέοι. Σε περίπτωση που είτε οι κοινές μετοχές δεν είναι εισηγμένες, είτε δεν διαπραγματεύονται σε οργανωμένη αγορά για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ημερών διαπραγμάτευσης εντός του παραπάνω 50ήμερου διαστήματος, τότε η τιμή μετατροπής ισούται με το 65% της εύλογης αξίας της τιμής της μετοχής του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με την υποπερίπτωση (ββ) της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας πράξης. Πριν την λήψη απόφασης περί μη καταβολής τόκου, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προβεί σε μείωση του μετοχικού του κεφαλαίου ή/και του αριθμού των υφισταμένων κοινών μετοχών του στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να καταστεί δυνατή η μετατροπή των
Εάν λάβει χώρα γεγονός βιωσιμότητας ή έκτακτο γεγονός σε σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τις παραγράφους 13 ή 14 αντίστοιχα, το σύνολο των ομολογιών μετατρέπεται υποχρεωτικά σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος στην τιμή μετατροπής της παραγράφου 10.
Γεγονός βιωσιμότητας συντρέχει αν ληφθεί απόφαση περί παροχής ενίσχυσης στο πιστωτικό ίδρυμα από τον δημόσιο τομέα ή περί παροχής άλλης αντίστοιχης ενίσχυσης, χωρίς την οποία το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος. Δεν θεωρείται γεγονός βιωσιμότητας η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος και η έκδοση των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών κατά το άρθρο 7 του ν. 3864/2010.
Έκτακτο γεγονός υφίσταται όταν ο προβλεπόμενος, σύμφωνα με την EBA/REC/2011/1 Σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, συντελεστής των κύριων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, καταστεί μικρότερος του 7%.
Σε περίπτωση που, βάσει νέας νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, οι ομολογίες παύουν να προσμετρώνται στα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων, το πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται: (α) Να εξοφλήσει το σύνολο των ομολογιών ή, καθ’ υπόδειξη της Τράπεζας της Ελλάδος, τμήμα αυτών, πλέον δεδουλευμένων τόκων. (β) Να συμφωνήσει με το Ταμείο, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν την εφαρμογή της ως άνω νέας διάταξης, την τροποποίηση των χαρακτηριστικών των ομολογιών ώστε αυτές να υπάγονται στα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ανάμεσα στο Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, οι ομολογίες που δεν έχουν εξοφληθεί ή επαναγοραστεί από το πιστωτικό ίδρυμα μετατρέπονται υποχρεωτικά σε κοινές μετοχές στην τιμή μετατροπής της παραγράφου 10.
Το Ταμείο μετατρέπει αμέσως το σύνολο των ομολογιών σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος στην τιμή μετατροπής της παραγράφου 10, σε περίπτωση που, ενώ η κεφαλαιακή ενίσχυση του πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβάνει την αύξηση του μετοχικού του κεφαλαίου, δεν επιτευχθεί η ελάχιστη προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 α του ν. 3864/2010 συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στην αύξηση αυτή.
⋯
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.