Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου — ΦΕΚ A' 228/2012

Type Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου
Publication 2012-11-18
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 228 18 Νοεμβρίου 2012

Δημοσιονομικοί κανόνες και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος.

2.

Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης:

πρακτικές για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης για την ορθή εκτέλεση των δημόσιων προϋπολογισμών εντός των ορίων και στόχων που αποφασίζονται από τη Βουλή,

πρακτικές ώστε να επιτευχθεί παρακολούθηση της ορθής εκτέλεσης των προϋπολογισμών και της οικονομικής διαχείρισης των δημοσίων επιχειρήσεων και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στο κεφάλαιο Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), όπως αυτοί έχουν εγκριθεί στα πλαίσια του κρατικού προϋπολογισμού,

πρακτικές ώστε να επιτευχθεί παρακολούθηση της ορθής εκτέλεσης των προϋπολογισμών και της οικονομικής διαχείρισης των ΟΤΑ,

να εκπληρώσουν την αποστολή τους προκειμένου να επιτευχθεί χρηστή δημοσιονομική διαχείριση,

κατάθεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αίτηση τους να παραμείνουν στην Υπηρεσία και μέχρι την επιλογή και τοποθέτηση νέων προϊσταμένων,

διασφάλιση της οικονομικής της αυτοτέλειας και να καθοριστεί ο λογαριασμός, στον οποίον πιστώνονται τα έσοδα που προκύπτουν από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

3.

Την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Δημοσιονομικοί κανόνες και πρακτικές

1.

Μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και των υπολοίπων Υπουργείων συνάπτονται ξεχωριστά μέχρι την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μνημόνια συνεργασίας με στόχο την ομαλή εκτέλεση του Προϋπολογισμού και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Στα μνημόνια περιλαμβάνονται τουλάχιστον: α) οι τριμηνιαίοι στόχοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού κάθε φορέα, β) προκαθορισμένες διορθωτικές παρεμβάσεις σε περίπτωση εμφάνισης αποκλίσεων από τους στόχους, γ) οι επιπτώσεις στην περίπτωση μη υλοποίησης των διορθωτικών παρεμβάσεων, δ) ο χρόνος και το είδος των δημοσιονομικών αναφορών που υποβάλλει ο κάθε φορέας, ε) δεσμεύσεις ότι υφίστανται και λειτουργούν εσωτερικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμοί που να διασφαλίζουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή μέτρα που λαμβάνονται για τη βελτίωση τους, στ) ο ρυθμός αποδέσμευσης των εγκεκριμένων πιστώσεων του προϋπολογισμού, ζ) οι προθεσμίες, εντός των οποίων θα πρέπει να ανταποκριθεί το Υπουργείο Οικονομικών σε ερωτήματα, διευκρινίσεις ή επιλύσεις διαφορών μεταξύ των Υπουργείων και των Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ), η) συγκεκριμένοι στόχοι για την τήρηση του λειτουργικού μητρώου δεσμεύσεων

2.

Αντίστοιχα μνημόνια συνεργασίας δύνανται να συνάπτονται μεταξύ του κάθε Υπουργείου και των υπευθύνων των εποπτευόμενων φορέων, το περιεχόμενο των οποίων επιλέγεται από τον οικείο Υπουργό. Σε κάθε περίπτωση μνημόνια συνεργασίας θα συ5681 παρούσας.

3.

Όλα τα νομικά πρόσωπα − φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να έχουν εγκρίνει τον προϋπολογισμό κάθε έτους μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους, στο οποίο αναφέρεται ο προϋπολογισμός. Σε περίπτωση μη έγκρισης του προϋπολογισμού, εκτός εάν αυτό οφείλεται σε αποχρώντες αντικειμενικούς λόγους που γνωστοποιούνται αμελλητί στον Υπουργό Οικονομικών και αναγνωρίζονται ως τέτοιοι με απόφαση του, καμία δαπάνη, πλην των πληρωμών συντάξεων, αποδοχών προσωπικού και απόδοσης των επ’ αυτών κρατήσεων, δεν θεωρείται νόμιμη.

4.

Μέχρι την 15η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με ευθύνη του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών, κάθε Υπουργείο υποβάλλει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μηνιαίο πρόγραμμα εκτέλεσης του προϋπολογισμού του, τόσο για τα έσοδα όσο και για τις υποχρεώσεις, στη βάση του οποίου καθορίζονται τριμηνιαίοι στόχοι για την διαφορά μεταξύ εσόδων και υποχρεώσεων, οι οποίοι μετά τη συμφωνία τους με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους συμπεριλαμβάνονται στο μνημόνιο συνεργασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της παρούσας. Όμοιο πρόγραμμα εκτέλεσης του προϋπολογισμού τους υποβάλλουν μέχρι την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στα άρθρα 2 και 3 της παρούσας, στο Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του εποπτεύοντος Υπουργείου και μέσω αυτού στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, όλα τα νομικά πρόσωπα και οι λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που ο προϋπολογισμός τους υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και το οποίο με όμοια απόφαση μπορεί να αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος.

5.

Σε περίπτωση που από τα μηνιαία στοιχεία εκτέλεσης των προϋπολογισμών των υπουργείων και των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, τα οποία σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποβάλλουν πρόγραμμα μηνιαίας εκτέλεσης του προϋπολογισμού τους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, διαπιστώνεται αρνητική απόκλιση άνω του 10% από τους τριμηνιαίους δημοσιονομικούς στόχους για τη διαφορά μεταξύ εσόδων και υποχρεώσεων, περικόπτεται, με απόφαση του Διευθυντή Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης, ποσό πιστώσεων για λειτουργικές δαπάνες των υπουργείων ή επιχορήγηση ή απόδοση πόρων ή οποιασδήποτε μορφής ενίσχυση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, ίσο με το ποσό της υπέρβασης πέραν του ανωτέρω ποσοστού. Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται, εάν δεν έχουν υλοποιηθεί οι αναφερόμενες στην περίπτωση β της παραγράφου 1 της παρούσας διορθωτικές παρεμβάσεις. Εάν, βάσει των απολογιστικών στοιχείων του επόμενου τριμήνου προκύψει ότι οι αποκλίσεις έχουν εξισορροπηθεί, το ποσό των πιστώσεων που έχει περικοπεί, δύναται να επαναδιατεθεί.

6.

Σε περίπτωση που για δυο συνεχόμενα τρίμηνα διαπιστώνεται απόκλιση άνω του 10% από τους δημοσιονομικούς στόχους και δεν έχουν ληφθεί τα αναφερόμενα στην περίπτωση β της παραγράφου 1 της παρούσας μέτρα, ο Υπουργός Οικονομικών ορίζει Επόπτη Οικονομικών Υπηρεσιών σε εποπτευόμενους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις του οποίου καθορίζονται με την απόφαση ορισμού του.

7.

Από 1/1/2014 δεν επιτρέπεται ο δανεισμός φορέων για άλλους σκοπούς πλην επενδύσεων. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται η έγκριση του Υπουργού Οικονομικών.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται λεπτομέρειες για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. ΄Αρθρο 2 Μηχανισμός παρακολούθησης ετήσιων προϋπολογισμών για τις ΔΕΚΟ και τα ΝΠΙΔ του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005

1.

Οι ΔΕΚΟ και τα ΝΠΙΔ του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 υποβάλλουν στη Διεύθυνση ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομικών τους ετήσιους προϋπολογισμούς τους, οι οποίοι θα πρέπει να είναι σύμφωνοι με τους δημοσιονομικούς στόχους του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως τροποποιείται και ισχύει κάθε φορά, καθώς και τους τριμηνιαίους στόχους για τις βασικές κατηγορίες εσόδων και εξόδων. Πέραν των όσων ορίζονται στο άρθρο 7 του ν. 3429/2005, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ψήφισης του Κρατικού Προϋπολογισμού, οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των ως άνω φορέων εξειδικεύονται σε μηνιαία και τριμηνιαία βάση από τη Διεύθυνση ΔΕΚΟ, σε συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων, και κοινοποιούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες των εποπτευόντων Υπουργείων και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Οι διοικήσεις των φορέων πρέπει να διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρχουν αρνητικές αποκλίσεις και να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα απαραίτητα μέτρα προς το σκοπό αυτό. Η εκτέλεση των ετήσιων εγκεκριμένων προϋπολογισμών των προαναφερόμενων φορέων παρακολουθείται σε μηνιαία και τριμηνιαία βάση από τη Διεύθυνση ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομικών, και εφόσον είναι Φορείς Γενικής Κυβέρνησης, και από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

2.

Στην περίπτωση αρνητικών αποκλίσεων στα οικονομικά αποτελέσματα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 της παρούσας. Επιπλέον, για τις ΔΕΚΟ και τα ΝΠΙΔ του Κεφ. Α΄ του ν. 3429/2005:

ισόποσα και το εγκεκριμένο ποσό ακαθάριστου δανεισμού από τη Διεύθυνση ΔΕΚΟ, η οποία υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αρμόδια για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου. Εάν, βάσει των κές αποκλίσεις, τότε το ύψος της επιχορήγησης του Κρατικού Προϋπολογισμού και το εγκεκριμένο ποσό ακαθάριστου δανεισμού για το εν λόγω διάστημα αναπροσαρμόζονται στα αρχικά εγκεκριμένα όρια και τυχόν ποσά που έχουν παρακρατηθεί από την εγκεκριμένη επιχορήγηση, αποδίδονται στο φορέα με την επόμενη μηνιαία δόση

λαμβάνουν επιχορηγήσεις ή ενίσχυση οποιασδήποτε μορφής από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, η παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ακολουθεί ης διατάξεις της περίπτωσης 2α της παρούσας υποπαραγράφου

δεν λαμβάνουν επιχορήγηση ή ενίσχυση οποιασδήποτε μορφής από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε περίπτωση τριμηνιαίας αρνητικής απόκλισης στα οικονομικά αποτελέσματα προ φόρων, τόκων και προβλέψεων, η Διεύθυνση ΔΕΚΟ υποχρεούται να μειώσει ισόποσα το εγκεκριμένο ποσό δανειοδότησης και να ενημερώσει την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Εάν, βάσει των τριμηνιαίων απολογιστικών στοιχείων ο προϋπολογισμός εξισορροπηθεί και αντισταθμιστούν οι αρνητικές αποκλίσεις, το εγκεκριμένο ποσό ακαθάριστου δανεισμού αποκαθίσταται σε εκείνο που είχε αρχικά εγκριθεί για το αναφερόμενο διάστημα.

3.

Σε κάθε περίπτωση και εφόσον διαπιστωθεί αρνητική απόκλιση από τους τριμηνιαίους στόχους στα οικονομικά αποτελέσματα προ επιχορηγήσεων, φόρων, τόκων και προβλέψεων σε ποσοστό μεγαλύτερο από 10% σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα, σε κάποιον εκ των φορέων της προηγούμενης παραγράφου, η καταβολή των αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αναστέλλεται έως την εξισορρόπηση του αρχικώς εγκεκριμένου προϋπολογισμού και την αντιστάθμιση τυχόν αρνητικών αποκλίσεων. Εάν και τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα προ επιχορηγήσεων, φόρων, τόκων και προβλέψεων αποκλίνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10%, τότε η θητεία των εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συγκεκριμένου φορέα λήγει αυτοδίκαια εντός ενός μηνός από τη διαπίστωση της εν λόγω απόκλισης.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζονται συγκεκριμένοι αντικειμενικοί λόγοι και εξωγενείς παράγοντες, για τους οποίους μπορεί να αναθεωρηθούν οι ετήσιοι προϋπολογισμοί. Στην περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση κάποιου φορέα διαπιστώσει αδυναμία εκτέλεσης του ετήσιου εγκεκριμένου προϋπολογισμού που οφείλεται αποκλειστικά σε κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση, οφείλει να υποβάλλει άμεσα στη Διεύθυνση ΔΕΚΟ, αίτημα αναθεώρησης αυτού, συνοδευμένο με σχετική τεκμηριωμένη έκθεση για την αναγκαιότητα και τους λόγους αναθεώρησης. Η ανωτέρω Διεύθυνση, εξετάζει το αίτημα εντός 15 ημερών και, εφόσον κρίνει αυτό βάσιμο και επαρκώς αιτιολογημένο, εισηγείται στη Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών του αρ. 10 του Ν. 3429/2005 την αναθεώρηση του συγκεκριμένου προϋπολογισμού, αφού έχει σε κάθε περίπτωση προηγουμένως ελέγξει ότι, σε επίπεδο συνόλου φορέων του Κεφαλαίου Α΄ του Ν. 3429/2005, τηρούνται οι δημοσιονομικοί στόχοι του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως ισχύει κάθε φορά. Στην συνέχεια, κοινοποιεί την απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής στον ενδιαφερόμενο φορέα, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και των εποπτευόντων Υπουργείων.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύνανται να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία παρακολούθησης της εκτέλεσης των εγκεκριμένων προϋπολογισμών, την επιβολή των όσων προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και τα υποβαλλόμενα από τους φορείς στοιχεία.

6.

Η υποπαράγραφος Δ.3 της παραγράφου Δ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222) καταργείται.

Άρθρο 3

Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

1.

Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ (εφεξής «Παρατηρητήριο») με σκοπό τη συνεχή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων που εντάσσονται στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Στόχος του Παρατηρητηρίου είναι η επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, καθώς και απολογισμών και η ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ σύμφωνα με τις οδηγίες των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών και με τα οριζόμενα στην ισχύουσα δημοσιονομική νομοθεσία.

2.

Το Παρατηρητήριο συγκροτείται με Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, το Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, τον αρμόδιο Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ο οποίος ορίζεται με απόφαση του ΔΣ της Κεντρικής ΄Ενωσης Δήμων Ελλάδας, προκειμένου για δήμους, ή έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, προκειμένου για περιφέρειες, έναν εμπειρογνώμονα εγνωσμένου κύρους, έναν εκπρόσωπο του Λογιστηρίου του Κράτους, η σύμφωνη γνώμη του οποίου απαιτείται για την έκδοση απόφασης από το Παρατηρητήριο.

3.

Το Παρατηρητήριο υποστηρίζεται διοικητικά από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία δύναται να αποσπάται ή να μετατάσσεται εξειδικευμένο προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης. Ο Γενικός Διευθυντής των Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών επιλαμβάνεται όλων των σχετικών θεμάτων, με προτάσεις και εισηγήσεις προς το Παρατηρητήριο.

4.

Το Παρατηρητήριο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της εν γένει πορείας των οικονομικών και της επιχειρησιακής δράσης των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων, όπως αποτυπώνονται στο «Ολοκληρωμένο Πλαίσιο Δράσης» (ΟΠΔ). Το ΟΠΔ συνοψίζει το πενταετές επιχειρησιακό πρόγραμμα δράσης, το ετήσιο πρόγραμμα δράσης και τον ετήσιο προϋπολογισμό του ΟΤΑ και των νομικών του προσώπων και εγκρίνεται από την αρμόδια για την εποπτεία του αρχή. Η αρχή αυτή υποχρεούται να αποστέλλει στο Παρατηρητήριο, σε ηλεκτρονική μορφή, το ΟΠΔ, το οποίο αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και του οικείου ΟΤΑ. Το ΟΠΔ περιλαμβάνει υποχρεωτικά μηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους, δράσεις και προθεσμίες σε συμμόρφωση με τον κανόνα του ισοσκελισμού του προϋπολογισμού και τα μνημόνια συνεργασίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 της παρούσας.

5.

Το Παρατηρητήριο αξιολογεί τις προβλέψεις εσόδων που παρουσιάζουν οι ΟΤΑ και διατυπώνει προτάσεις περί τροποποίησης τους, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Το Παρατηρητήριο με βάση μηναία στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, που παρακολουθεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, καθώς και με πρόσθετα στοιχεία που παρέχει ο ΟΤΑ, εφόσον του ζητηθεί, αξιολογεί και ελέγχει την πορεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Σε περίπτωση που διαπιστώσει απόκλιση από τους τριμηνιαίους δημοσιονομικούς στόχους άνω του 10%, το Παρατηρητήριο ενημερώνει εντός μηνός από τη λήξη του τριμήνου, τον ΟΤΑ και την αρμόδια για την εποπτεία του Αρχή, παρέχοντας οδηγίες και εισηγούμενο μεθόδους για τη διόρθωση της απόκλισης. Ο ΟΤΑ υποχρεούται άμεσα να λάβει υπόψη του πς επισημάνσεις του Παρατηρητηρίου, καθώς και όλα τα προσήκοντα μέτρα, ενημερώνοντας σχετικά το Παρατηρητήριο.

6.

Εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού του ΟΤΑ εξακολουθεί να παρουσιάζει για δύο συνεχόμενα τρίμηνα απόκλιση από τους στόχους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και διαπιστωθεί ότι δεν έχουν ληφθεί τα προσήκοντα μέτρα, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Παρατηρητηρίου, ο ΟΤΑ υπάγεται υποχρεωτικά σε Πρόγραμμα Εξυγίανσης. Ο τρόπος υλοποίησης του Προγράμματος καθορίζεται από το Παρατηρητήριο, ενώ η ένταξη στο ανωτέρω Πρόγραμμα συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής, κατά περίπτωση μέρους ή του συνόλου, των κάτωθι παρεμβάσεων:

προβλέπονται από τη νομοθεσία προς διασφάλιση της είσπραξης των απαιτήσεων του ΟΤΑ και της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής,

ν. 3852/2010 (Α΄ 87), οι πόροι του οποίου διατίθενται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση του προγράμματος εξυγίανσης,

δικαιώματα και εισφορές,

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.