Νόμοι — ΦΕΚ A' 243/2004
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 243 7 Δεκεμβρίου 2004
Κύρωση του Πρωτοκόλλου που καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου 43 παράγραφος 1 της Σύμβασης για την Ίδρυ?ση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση Ευ?ρωπόλ), το οποίο τροποποιεί την εν λόγω Σύμβαση.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το Πρωτόκολλο που καταρτί?σθηκε βάσει του άρθρου 43 παράγραφος 1 της Σύμβα?σης για την Ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση Ευρωπόλ), το οποίο τροποποιεί την εν λόγω Σύμβαση, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27 Νο?εμβρίου 2003, το κείμενο του οποίου σε πρωτότυπο στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής: 6173 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ (ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΥΡΩΠΟΛ), ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ του παρόντος Πρω?τοκόλλου, τα οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβα?ση Ευρωπόλ), και κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ στην Πράξη του Συμβουλίου της Ευρω?παϊκής Ένωσης της 27.11.2003, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΕΞΗΣ: (1) Η Σύμβαση Ευρωπόλ χρειάζεται να τροποποιηθεί υπό το πρίσμα των συζητήσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου. (2) Χρειάζεται να παρέχονται στην Ευρωπόλ η αναγκαία στήριξη και τα απαραίτητα μέσα ώστε να δύναται να λει?τουργεί αποτελεσματικά ως βασικός άξονας της ευρωπαϊ?κής αστυνομικής συνεργασίας. (3) Είναι ανάγκη να επέλθουν οι απαιτούμενες τροποποιή?σεις στη Σύμβαση Ευρωπόλ προκειμένου να ενισχυθεί η υπη?ρεσία επιχειρησιακής στήριξης της Ευρωπόλ σε σχέση με τις εθνικές αστυνομικές αρχές. (4) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι η Ευρωπόλ δια?δραματίζει βασικό ρόλο στη συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών όσον αφορά τη διερεύνηση του διασυνο?ριακού εγκλήματος, με την υποστήριξη της πρόληψης, της ανάλυσης και της διερεύνησης του εγκλήματος στο επίπεδο της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Συμβούλιο να παρέχει την αναγκαία στήριξη στην Ευρωπόλ, ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: ΑΡΘΡΟ 1 Η Σύμβαση Ευρωπόλ τροποποιείται ως ακολούθως: 1) Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 2 Στόχος
Στόχος της Ευρωπόλ είναι, στο πλαίσιο της αστυνομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, δυνάμει της Συνθή?κης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και βάσει των προβλεπομένων στην παρούσα Σύμβαση μέτρων, να βελτιώσει την αποτελε?σματικότητα των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και τη μεταξύ τους συνεργασία κατά την πρόληψη και την καταπο?λέμηση της βαρείας διεθνούς εγκληματικότητας, εφόσον υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ή επαρκείς λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι υπάρχει δομή οργανωμένου εγκλήματος και δύο ή περισσότερα κράτη μέλη θίγονται κατά τρόπον ώστε, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση, τη βαρύτητα και τις επιπτώσεις των αξιόποινων πράξεων, να επιβάλλεται η κοινή δράση των κρατών μελών. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, οι κατωτέρω μορφές εγκληματικότητας θεωρού?νται βαρεία διεθνής εγκληματικότητα: εγκλήματα που δια?πράττονται ή είναι πιθανό να διαπραχθούν κατά την εκτέλε?ση τρομοκρατικών πράξεων που στρέφονται κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της προσωπικής ελευθερίας ή της ατομικής ιδιοκτησίας· παράνομη διακίνηση ναρκωτικών^ παράνομες πράξεις ξεπλύματος χρημάτων· διακίνηση πυρη?νικών και ραδιενεργών ουσιών· διακίνηση λαθρομετανα?στών· εμπορία ανθρώπων· εμπορία κλαπέντων οχημάτων, καθώς και οι μορφές εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο Παράρτημα ή επιμέρους εκφάνσεις αυτών.
Με πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου, το Συμβούλιο καθορίζει ομόφωνα τις προτεραιότητες για την Ευρωπόλ στον τομέα της καταπολέμησης και πρόληψης των μορφών βαρείας διεθνούς εγκληματικότητας που εμπίπτουν στην αρ?μοδιότητά της.
Η αρμοδιότητα της Ευρωπόλ για ορισμένη μορφή εγκλημα?τικότητας ή για τις συγκεκριμένες εκφάνσεις μιας μορφής εγκλη?ματικότητας περιλαμβάνει τις συναφείς αξιόποινες πράξεις. Εντούτοις, δεν περιλαμβάνει τα κύρια εγκλήματα από τα οποία πηγάζουν παράνομες πράξεις ξεπλύματος χρημάτων, όταν αυτά αφορούν μορφές εγκληματικότητας που δεν εμπίπτουν στην αρ?μοδιότητα της Ευρωπόλ βάσει της παραγράφου 1. Θεωρούνται συναφείς και λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στα άρθρα 8 και 10: - οι αξιόποινες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση των πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ, - οι αξιόποινες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση των πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ, - οι αξιόποινες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας των πράξεων που εμπί?πτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.
Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, νοούνται ως «αρμόδιες αρχές» όλες οι υφιστάμενες στα κράτη μέλη δη?μόσιες υπηρεσίες, εφόσον αυτές είναι, σύμφωνα με το εθνι?κό δίκαιο, υπεύθυνες για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων.» 2) Το άρθρο 3 τροποποιείται ως ακολούθως: (α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Περαιτέρω, η Ευρωπόλ δύναται, στα πλαίσια του στόχου που ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 και ανάλογα με το δυναμικό προσωπικού, τις δημοσιονομικές της δυνατότη?τες καθώς και τα όρια που θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο, να επικουρεί τα κράτη μέλη» παρέχοντας συμβουλές και διεξά?γοντας έρευνες ιδίως στους ακόλουθους τομείς: 1) εκπαίδευσης των μελών των αρμόδιων αρχών τους, 2) οργάνωσης και εξοπλισμού των εν λόγω αρχών μέσω της διευκόλυνσης της παροχής τεχνικής υποστήριξης μεταξύ κρατών μελών, 3) μεθόδων πρόληψης της εγκληματικότητας, 4) τεχνικών και εγκληματολογικών μεθόδων της αστυνο?μίας καθώς και των ανακριτικών διαδικασιών.» (β) Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «4. Με την επιφύλαξη της Σύμβασης «προς καταστολήν της παραχαράξεως και κιβδηλείας», η οποία υπεγράφη στη Γε?νεύη στις 20 Απριλίου 1929 και του Πρωτοκόλλου της, η Ευ?ρωπόλ ενεργεί επίσης ως σημείο επαφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια των επαφών της με τρίτα κράτη και ορ?γανισμούς για την καταστολή της παραχάραξης και κιβδη?λείας του ευρώ.» 3) Το άρθρο 4 τροποποιείται ως ακολούθως: (α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Η Εθνική Υπηρεσία αποτελεί τη μοναδική υπηρεσία-σύν?δεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων εθνικών αρχών. Εντούτοις, κάθε κράτος μέλος δύναται να επιτρέπει τις απευ?θείας επαφές μεταξύ των οικείων αρμόδιων αρχών και της Ευ?ρωπόλ, υπό τους όρους που καθορίζει το συγκεκριμένο κρά?τος μέλος, συμπεριλαμβανομένης της προγενέστερης συμ?μετοχής της Εθνικής Υπηρεσίας. Η Εθνική Υπηρεσία λαμβάνει ταυτόχρονα από την Ευρω?πόλ όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρ?κεια των απευθείας επαφών μεταξύ της Ευρωπόλ και των οι?κείων αρμόδιων αρχών. Οι σχέσεις μεταξύ της Εθνικής Υπη?ρεσίας και των αρμόδιων αρχών διέπονται από το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, και ιδίως από τους σχετικούς εθνικούς συ?νταγματικούς κανόνες». (β) Στην παράγραφο 5, η φράση «όπως ορίζονται στο άρ?θρο Κ.2, παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση» αντικαθίσταται από τη φράση «όσον αφορά την τή?ρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας». 6174 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) συμβουλών.» 4) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 6α Επεξεργασία πληροφοριών από την Ευρωπόλ Προς στήριξη της εκτέλεσης των καθηκόντων της, η Ευ?ρωπόλ μπορεί επίσης να επεξεργάζεται δεδομένα προκειμέ?νου να διαπιστώσει εάν τα εν λόγω δεδομένα είναι χρήσιμα για τα καθήκοντά της και μπορούν να καταχωρηθούν στο αυ?τοματοποιημένο σύστημα συλλογής πληροφοριών που ανα?φέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Τα συμβαλλόμενα μέρη που συνεδριάζουν στα πλαίσια του Συμβουλίου, με την πλειοψηφία των δύο τρίτων, καθορίζουν τους όρους για την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά και τη χρήση τους, καθώς και τα χρονικά όρια για την αποθήκευση και τη διαγραφή των δεδομένων αυτών τα οποία δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους έξι μήνες, με τη δέουσα τήρηση των αρχών του άρθρου 14. Το Διοικητικό Συμβούλιο ετοιμάζει την απόφαση των συμβαλλομένων μερών και συμβουλεύεται την κοινή εποπτική αρχή του άρθρου 24.» 5) To άρθρο 9 τροποποιείται ως ακολούθως: (α) Στην παράγραφο 1, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Οι Εθνικές Υπηρεσίες, οι αξιωματικοί σύνδεσμοι και ο Διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές ή οι δεόντως εξου?σιοδοτημένοι υπάλληλοι της Ευρωπόλ έχουν δικαίωμα να ει?σάγουν αμέσως και να ανακτούν δεδομένα από το σύστημα πληροφοριών.» (β) Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «4. Πέραν των Εθνικών Υπηρεσιών και προσώπων που ανα?φέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές οι οποίες ορίζονται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να συμβουλεύονται το σύστημα πληροφοριών της Ευρωπόλ. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της αναζήτησης αναφέ?ρει μόνο εάν τα ζητούμενα δεδομένα είναι διαθέσιμα στο σύ?στημα πληροφοριών της Ευρωπόλ. Στη συνέχεια, περαιτέρω πληροφορίες μπορούν να λαμβάνονται από την Εθνική Υπη?ρεσία Ευρωπόλ. Οι πληροφορίες σχετικά με τις οικείες αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί, συμπεριλαμβανομένων των μεταγενέστερων τροποποιήσεων, διαβιβάζονται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύει τις πληροφορίες στην Επί?σημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» 6) To άρθρο 10 τροποποιείται ως ακολούθους: (α) Στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίστα?ται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την πραγματοποίη?ση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2, παράγραφος 1 στόχου, η Ευρωπόλ δύναται να αποθηκεύει, να μεταβάλλει και να χρη?σιμοποιεί σε άλλα αρχεία δεδομένων, εκτός από τα δεδομέ?να μη προσωπικού χαρακτήρα και δεδομένα σχετικά με αξιό?ποινες πράξεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρω?πόλ, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν τις συναφείς αξιόποινες πράξεις, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, και τα οποία προ?ορίζονται να υποστούν συγκεκριμένες εργασίες ανάλυσης, και αφορούν:» (β) Στην παράγραφο 2, το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «(1) οι αρμόδιοι για τις αναλύσεις και λοιποί υπάλληλοι της Ευ?ρωπόλ, οι οποίοι ορίζονται από τη διεύθυνση της Ευρωπόλ,» (γ) Στην παράγραφο 2, μετά το σημείο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Μόνον οι αρμόδιοι για τις αναλύσεις είναι εντεταλμένοι να εισάγουν δεδομένα στο οικείο αρχείο και να τα τροποποιούν· όλοι οι συμμετέχοντες μπορούν να ανακτούν δεδομένα από το αρχείο.» (δ) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «5. Εφόσον παρέχεται το δικαίωμα στην Ευρωπόλ, δυνάμει των νομικών μέσων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνών νο?μικών μέσων, να συμβουλεύεται αυτομάτως άλλα συστήμα?τα πληροφοριών, η Ευρωπόλ μπορεί να ανακτά κατ' αυτόν τον τρόπο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 2. Οι ισχύουσες διατάξεις των νομικών μέσων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνών νο?μικών μέσων διέπουν τη χρήση των δεδομένων αυτών από την Ευρωπόλ.» (ε) Στην παράγραφο 8, η δεύτερη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Η διάδοση ή η λειτουργική εκμετάλλευση των διαβιβασθέ?ντων δεδομένων αποφασίζεται από το κράτος μέλος που δια?βίβασε τα δεδομένα στην Ευρωπόλ. Εάν δεν μπορεί να καθο?ρισθεί ποιο κράτος μέλος διαβίβασε τα δεδομένα στην Ευρω?πόλ, η απόφαση για τη διάδοση ή την επιχειρησιακή εκμετάλλευση των δεδομένων λαμβάνεται από τους συμμε?τέχοντες στην ανάλυση. Το κράτος μέλος ή ο συμμετέχων εμπειρογνώμων που λαμβάνουν μέρος σε μία ανάλυση εν εξε?λίξει δεν μπορούν, ιδίως, να διαδίδουν ή να χρησιμοποιούν τα δεδομένα χωρίς να έχουν προηγουμένως συμφωνήσει τα κράτη μέλη που συμμετείχαν από την αρχή.» (στ) Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «9. Η Ευρωπόλ μπορεί να καλεί εμπειρογνώμονες τρίτων κρα?τών ή οργανισμών υπό την έννοια της παραγράφου 4 να συμμε?τέχουν στις δραστηριότητες μιας ομάδας ανάλυσης, εφόσον: (1) ισχύει συμφωνία μεταξύ της Ευρωπόλ και του τρίτου κράτους ή οργανισμού, η οποία περιέχει τις δέουσες διατά?ξεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμ?βανομένης της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρα?κτήρα, καθώς και σχετικά με την εμπιστευτικότητα των ανταλλασσόμενων πληροφοριών, (2) η συνεργασία με τους εμπειρογνώμονες του τρίτου κρά?τους ή οργανισμού είναι προς το συμφέρον των κρατών μελών, (3) το διεξαγόμενο έργο ανάλυσης αφορά άμεσα το τρίτο κράτος ή οργανισμό· και (4) όλοι οι συμμετέχοντες υπό την έννοια της παραγράφου 2 συμφωνούν με τη συμμετοχή των εμπειρογνωμόνων του τρίτου κράτους ή οργανισμού στις δραστηριότητες της ομά?δας ανάλυσης. Η συμμετοχή εμπειρογνωμόνων τρίτου κράτους ή οργανι?σμού στις δραστηριότητες μιας ομάδας ανάλυσης εξαρτάται από τους διακανονισμούς μεταξύ της Ευρωπόλ και του εν?διαφερόμενου τρίτου κράτους ή οργανισμού. Οι κανόνες που διέπουν τέτοιους διακανονισμούς καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του. Οι λεπτομέρειες των διακανονισμών μεταξύ της Ευρωπόλ και των τρίτων κρατών ή οργανισμών αποστέλλο?νται στην κοινή εποπτική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 24, η οποία μπορεί να απευθύνει τις παρατηρήσεις που κρί?νει απαραίτητες στο Διοικητικό Συμβούλιο.» 7) Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 12 Εντολή δημιουργίας αρχείου δεδομένων
Για κάθε αυτοματοποιημένο αρχείο δεδομένων, που πε?ριέχει προσωπικά δεδομένα, το οποίο τηρεί για την εκπλή?ρωση των καθηκόντων της, σύμφωνα με το άρθρο 10, η Ευ?ρωπόλ καθορίζει στην εντολή δημιουργίας αρχείου τα ακό?λουθα:» ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6175 (4) τη φύση των δεδομένων που αποθηκεύονται, και τυχόν δεδομένα απαριθμούμενα στην πρώτη πρόταση του άρθρου 6 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ια?νουαρίου 1981, τα οποία είναι αυστηρώς απαραίτητα, (5) το είδος δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που χρη?σιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία του αρχείου, (6) την παροχή ή εισαγωγή των προς αποθήκευση δεδομένων, (7) τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αρχείου, καθώς και τους παραλήπτες και τη σχετική διαδικασία, (8) τις προθεσμίες εξέτασης των δεδομένων και τη διάρ?κεια αποθήκευσης, (9) τη μέθοδο κατάρτισης του ημερολογίου καταχωρήσεων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο και η κοινή εποπτική αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 24 ειδοποιούνται αμέσως από τον δι?ευθυντή της Ευρωπόλ σχετικά με την εντολή για τη δημιουρ?γία του αρχείου δεδομένων και παραλαμβάνουν τον φάκελο. Η κοινή εποπτική αρχή δύναται να διατυπώνει προς το Δι?οικητικό Συμβούλιο όλες τις παρατηρήσεις που θεωρεί απα?ραίτητες. Ο Διευθυντής της Ευρωπόλ δύναται να ζητήσει από την κοινή εποπτική αρχή να προβεί στην ενέργεια αυτή εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος.
Ανά πάσα στιγμή, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να δώ?σει εντολή στο Διευθυντή της Ευρωπόλ να τροποποιήσει την εντολή για τη δημιουργία του αρχείου δεδομένων ή να κλεί?σει το αρχείο αυτό. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει για την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική τροποποίηση ή το κλείσιμο παράγει αποτελέσματα.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.