Νόμοι — ΦΕΚ A' 246/2021

Type Νόμος
Publication 2021-12-10
State In force
Source ΦΕΚ
articles 172
Reform history JSON API
1.

Τα Συμβούλια Σπουδών από την 20ή Σεπτεμβρίου έως τη 10η Οκτωβρίου κάθε έτους καταρτίζουν τα προγράμματα σπουδών του επομένου έτους, μετά από εισήγηση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης με τον επακριβή καθορισμό των διδακτικών ενοτήτων, της διδακτέας ύλης, των διδασκόντων για κάθε κατεύθυνση σπουδών, των ωρών διδασκαλίας και της μεθόδου διδασκαλίας κάθε διδακτικής ενότητας, των εκπαιδευτικών επισκέψεων στα δικαστικά καταστήματα με παρακολούθηση δικών ή διασκέψεων, των σεμιναρίων, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που πραγματοποιούνται από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Συμβουλίου της Ευρώπης, των ημερίδων, καθώς και των λεπτομερειών ως προς την πραγματοποίηση της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων. Έμφαση πρέπει να δίδεται σε θέματα που αφορούν ιδίως: α) στην καλλιέργεια του ελεύθερου φρονήματος των δικαστικών λειτουργών και στην ανάδειξη της ανάγκης προσήλωσης στις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, β) στη μεθοδολογία επεξεργασίας φακέλων, γ) στη σύνταξη εισηγήσεων ή σχεδίων αποφάσεων ή προσωρινής δικαστικής προστασίας ή κατηγορητηρίων ή εγγράφων προτάσεων σε Δικαστικά Συμβούλια ή βουλευμάτων ή διατάξεων,

  • δ) στη συμμετοχή σε εικονικές δίκες με την επεξεργασία

πραγματικών υποθέσεων και στην αντιμετώπιση ζητη εμβάθυνση υποθέσεων που ήδη έχουν απασχολήσει τη νομολογία ή υποθέσεων που έχουν συζητηθεί, αλλά εκκρεμεί η σχετική διάσκεψη, στ) σε τομείς όπου υπάρχουν ουσιώδεις αλλαγές της νομοθεσίας και της νομολογίας κατά τα τελευταία έτη, ζ) σε πρακτικά ζητήματα που συνδέονται με τη άσκηση των καθηκόντων τους, όπως η διαχείριση του χρόνου για την επεξεργασία των υποθέσεων, η συμπεριφορά προς τους συναδέλφους, τους δικαστικούς υπαλλήλους, τους δικηγόρους και τους διαδίκους, η) στη δημιουργία ομάδων εργασίας και την ανάθεση ρόλων σε αυτές (workshops) και θ) σε θέματα τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων τεχνητής νοημοσύνης, που σχετίζονται με τη νομική επιστήμη.

2.

Αν συντρέχει σοβαρός λόγος, είναι δυνατή η αλλαγή στα προγράμματα σπουδών κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του οικείου Συμβουλίου Σπουδών.

Άρθρο 26

Διάρκεια πρώτου σταδίου κατάρτισης Απουσίες

1.

Το πρώτο στάδιο κατάρτισης με τα δύο (2) επιμέρους στάδια, όπως προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 23, διαρκεί από την 1η Φεβρουαρίου έως την 31η Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

2.

Η συμμετοχή των εκπαιδευομένων στην κατάρτιση είναι υποχρεωτική. Για τον λόγο αυτόν οι εκπαιδευόμενοι υπογράφουν καθημερινά στο δελτίο παρακολούθησης, το οποίο έχει συνταχθεί από τη γραμματεία της Σχολής, φέρει δε και την υπογραφή του διδάσκοντος.

3.

Κατά τη διάρκεια της φοίτησης στη σχολή λαμβάνονται από τον διδάσκοντα για κάθε διδακτικό δίωρο παρουσίες. Σε περίπτωση καθυστερημένης προσέλευσης, ο διδάσκων δικαιούται να απαγορεύσει στον εκπαιδευόμενο την είσοδο στην αίθουσα και ο τελευταίος θεωρείται απών κατά το συγκεκριμένο διδακτικό δίωρο. Η γραμματεία της Σχολής καταχωρίζει τις απουσίες στο ηλεκτρονικό σύστημα διαχείρισης απουσιών.

4.

Αν εκπαιδευόμενος απουσιάζει αδικαιολόγητα για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών και άνω συνολικά σε αμφότερα τα επιμέρους στάδια του πρώτου σταδίου κατάρτισης, είναι δυνατόν να διακοπεί η εκπαίδευσή του και να διαγραφεί από τη Σχολή κατόπιν απόφασης του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών, η οποία εκδίδεται μετά από αιτιολογημένη πρόταση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. Ο εκπαιδευόμενος καλείται ενώπιον του Συμβουλίου Σπουδών να διατυπώσει τις απόψεις του. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο εκπαιδευόμενος μπορεί να ασκήσει εγγράφως ένσταση μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της σχετικής απόφασης. Επί της ενστάσεως αποφαίνεται αμελλητί το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής. Σε περίπτωση διαγραφής του εκπαιδευόμενου καταλογίζονται σε βάρος του υποχρεωτικά οι αποδοχές που έχει λάβει μετά από απόφαση του Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων.

5.

Εκπαιδευόμενος, ο οποίος απουσιάζει δικαιολογημένα από τη Σχολή για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και άνω συνολικά σε αμφότερα τα επιμέρους στάδια του πρώτου σταδίου κατάρτισης, παραπέμπεται στο αρμόδιο Συμβούλιο Σπουδών προκειμένου να κριθεί, αν πρέπει να επαναλάβει το πρόγραμμα σπουδών της κατεύθυνσης, στην οποία έχει εγγραφεί με την επόμενη εκπαιδευτική σειρά. Η απόφαση εκδίδεται μετά από αιτιολογημένη πρόταση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. Ο εκπαιδευόμενος καλείται ενώπιον του Συμβουλίου Σπουδών να διατυπώσει τις απόψεις του. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο εκπαιδευόμενος μπορεί να ασκήσει εγγράφως ένσταση μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν. Επί της ενστάσεως αποφαίνεται αμελλητί το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής. Αν ο εκπαιδευόμενος επαναλάβει το πρόγραμμα σπουδών της κατεύθυνσής του, δεν λαμβάνει αποδοχές για χρονικό διάστημα ίσο με αυτό της δικαιολογημένης απουσίας του.

6.

Οι απουσίες χαρακτηρίζονται ως δικαιολογημένες σε περίπτωση ασθένειας κατόπιν γνωμάτευσης ιατρού κρατικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου ή, σε ιδιαίτερα έκτακτες περιστάσεις, ιδιώτη ιατρού ή όταν οφείλονται σε σπουδαίο λόγο, η ύπαρξη ή μη του οποίου κρίνεται από τον οικείο Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης.

7.

Σε κάθε εκπαιδευόμενο που ασθενεί ή χρήζει ανάρρωσης αποδεδειγμένα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6, χορηγείται αναρρωτική άδεια ύστερα από απόφαση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. Με όμοια απόφαση χορηγείται σε εκπαιδευόμενη που κυοφορεί άδεια για χρονικό διάστημα πριν και μετά από τον τοκετό ύστερα από αίτησή της. Για τις προϋποθέσεις χορήγησης των αδειών αυτών και τη διαδικασία διαπίστωσης της συνδρομής τους εφαρμόζονται τα άρθρα 52 και 54 έως 56 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων (ν. 3528/2007, Α’ 26). Με απόφαση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης χορηγείται άδεια απουσίας για οποιονδήποτε άλλον σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 27

Αξιολόγηση κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης

1.

Οι εκπαιδευόμενοι κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης αξιολογούνται από επτά (7) βασικούς διδάσκοντες, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, και συγκεκριμένα: α) από τον οικείο Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης που ακολουθούν, ο οποίος δεν δύναται να έχει λιγότερες από επτά (7) ημέρες διδασκαλίας και β) από έξι (6) διδάσκοντες που έχουν τις περισσότερες ημέρες διδασκαλίας στην ίδια κατεύθυνση, οι οποίες δεν μπορούν να είναι λιγότερες των δέκα (10) για τον κάθε ένα. Ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και οι βασικοί διδάσκοντες υποχρεούνται αφενός να αναλαμβάνουν τη διδασκαλία τουλάχιστον δύο (2) μαθημάτων έκαστος χωρίς τη συμμετοχή άλλου διδάσκοντος σε αυτά και αφετέρου να απαντούν μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας MOODLE σε ερωτήματα των σπουδαστών που αφορούν ειδικά και επίκαιρα νομικά ζητήματα. Για τις κατευθύνσεις Πολιτι διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου έως την 30ή Ιουνίου, κατά το οποίο διεξάγεται η κοινή εκπαίδευση των κατευθύνσεων αυτών και σε τρεις (3) για το υπόλοιπο διάστημα της ξεχωριστής εκπαίδευσης του πρώτου σταδίου κατάρτισης. Το ίδιο ισχύει και για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, κατά τις διακρίσεις του τρίτου έως και του έκτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 23. Οι διδάσκοντες αυτοί δεν επιτρέπεται να αναλάβουν διδασκαλία μαθημάτων σε άλλη κατεύθυνση.

2.

Οι βασικοί διδάσκοντες έχουν κατά το ήμισυ μερική απαλλαγή από τα καθήκοντά τους.

3.

Ο γενικός βαθμός προόδου στο πρώτο στάδιο κατάρτισης αποτελείται από τον μέσο όρο των επιμέρους βαθμών προόδου ως προς έκαστο μάθημα του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και των έξι (6) διδασκόντων. Θεωρούνται επιτυχόντες οι εκπαιδευόμενοι που έλαβαν γενικό βαθμό προόδου τουλάχιστον οκτώ (8) υπό την προϋπόθεση ότι σε τέσσερα (4) τουλάχιστον από τα αξιολογούμενα μαθήματα δεν έλαβαν βαθμολογία χαμηλότερη του οκτώ (8). Οι αποτυχόντες από το πρώτο στάδιο κατάρτισης το επαναλαμβάνουν με την επόμενη εκπαιδευτική σειρά χωρίς να λαμβάνουν, κατά το στάδιο αυτό, αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 22. Σε περίπτωση εκ νέου αποτυχίας για τον ίδιο λόγο διαγράφονται από τη σχολή. Στις περιπτώσεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρ.  1 αρχικά καταρτίζονται χωριστά οι πίνακες αξιολόγησης προόδου για το κάθε επιμέρους στάδιο εκπαίδευσης, στη συνέχεια δε οι επιμέρους αυτοί βαθμοί συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό του γενικού βαθμού προόδου κατά το πρώτο εδάφιο.

4.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου κατάρτισης οι εκπαιδευόμενοι αξιολογούνται από τους βασικούς διδάσκοντες της παρ. 1 για τις επιστημονικές γνώσεις, την ικανότητα ανάλυσης και σύνθεσης, την ευθυκρισία, την ικανότητα διατύπωσης συλλογισμών, επιχειρημάτων και συμπερασμάτων, την επιμέλεια, τον ζήλο, την εργατικότητα, το ήθος και τη συμπεριφορά, όπως τα χαρακτηριστικά αυτά προκύπτουν από τη γενικότερη συμμετοχή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία και την επίδοσή τους στη σύνταξη εισηγήσεων ή σχεδίων αποφάσεων ή προσωρινής δικαστικής προστασίας ή κατηγορητηρίων ή εγγράφων προτάσεων στο Δικαστικό Συμβούλιο ή βουλευμάτων ή διατάξεων, καθώς και στη συμμετοχή τους σε εικονικές δίκες και διασκέψεις.

5.

Οι διδάσκοντες που αξιολογούν τους εκπαιδευόμενους υποβάλλουν ηλεκτρονικά τη βαθμολογία για όλους τους εκπαιδευόμενους στη γραμματεία της Σχολής το αργότερο έως την 31η Οκτωβρίου. Η βαθμολογική κλίμακα εκτείνεται από μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15). Η ατομική βαθμολογία κάθε εκπαιδευόμενου γνωστοποιείται προς αυτόν ηλεκτρονικά εντός του πρώτου πενθημέρου του μηνός Νοεμβρίου του έτους φοίτησης στη Σχολή.

6.

Οι εκπαιδευόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά και ανώνυμα έγγραφες αξιολογήσεις, με τις οποίες αξιολογούν όλους τους διδάσκοντες, διατυπώνοντας τις απόψεις τους ιδίως για την προετοιμασία αυτών για το μάθημα, τη μεθοδολογία που ακολουθούν για τη διδασκαλία των μαθημάτων, τη μεταδοτικότητά τους και τη συμπεριφορά των διδασκόντων προς τους ίδιους. Επίσης αξιολογούν το πρόγραμμα σπουδών της κατεύθυνσης που παρακολουθούν, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που μπορεί να βελτιώσει την εκπαιδευτική διαδικασία στη Σχολή.

Άρθρο 28

Εξετάσεις αποφοίτησης

1.

Από την 8η έως τη 18η Νοεμβρίου οι εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι έλαβαν κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης γενικό βαθμό προόδου τουλάχιστον οκτώ (8) και θεωρούνται επιτυχόντες κατά την παρ. 2 του άρθρου 26, προσέρχονται ενώπιον τριμελούς επιτροπής σε εξετάσεις αποφοίτησης, οι οποίες περιλαμβάνουν γραπτή δοκιμασία. Η γραπτή δοκιμασία περιλαμβάνει τρεις εξετάσεις επί πρακτικών θεμάτων ανά κατεύθυνση και ανά τμήμα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λειτουργούν χωριστά τμήματα εντός της ίδιας κατεύθυνσης, ως εξής:

  • α) Κατεύθυνση Διοικητικής Δικαιοσύνης: αα) Για το

τμήμα που αφορά στην πλήρωση θέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επιλέγονται δικογραφίες με εντοπισμένα ζητήματα με έμφαση: i) στο συνταγματικό δίκαιο, ii) στο διοικητικό δίκαιο και iii) στο δίκαιο διοικητικών διαφορών. αβ) Για το τμήμα που αφορά στην πλήρωση θέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιλέγονται δικογραφίες με εντοπισμένα ζητήματα με έμφαση: i) στο συνταγματικό δίκαιο, ii) στο δημοσιονομικό δίκαιο και iii) στο δίκαιο διοικητικών διαφορών αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  • β) Κατεύθυνση Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης:

δικογραφίες με εντοπισμένα ζητήματα με έμφαση: βα) Στο αστικό δίκαιο, στο εμπορικό δίκαιο και στην πολιτική δικονομία, ββ) στο αστικό δίκαιο και στην πολιτική δικονομία ή με σύνθεση του πρώτου και του δεύτερου στοιχείου και βγ) στο ποινικό δίκαιο, στο πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα και των ειδικών ποινικών νόμων και στην ποινική δικονομία ή με σύνθεση αυτών και σε συνδυασμό ως προς όλα τα ανωτέρω και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

  • γ) Κατεύθυνση Εισαγγελέων: Δικογραφίες με εντοπισμένα ζητήματα με έμφαση: γα) Στο ποινικό δίκαιο, στο

πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα και των ειδικών ποινικών νόμων, γβ) στην ποινική δικονομία ή με σύνθεση του πρώτου και του δεύτερου στοιχείου και γγ) στο Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο.

  • δ) Κατεύθυνση Ειρηνοδικών: Δικογραφίες με εντοπισμένα ζητήματα με έμφαση: δα) Στο αστικό δίκαιο, στο

εμπορικό δίκαιο και στην πολιτική δικονομία, δβ) στο αστικό δίκαιο και στην πολιτική δικονομία ή με σύνθεση του πρώτου και του δεύτερου στοιχείου και δγ) στο ποινικό δίκαιο και στην ποινική δικονομία.

2.

Η εξεταστική επιτροπή για κάθε κατεύθυνση χωριστά, προκειμένου δε για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, που αποτελείται από δύο τμήματα, για κάθε επιτροπής και ο αναπληρωτής του. Καθήκοντα γραμματέα και αναπληρωτή του ανατίθενται σε υπαλλήλους της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

3.

Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποτελείται: α) Για το τμήμα που αφορά στην κάλυψη προκηρυχθεισών θέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από: αα) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αβ) έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας και αγ) έναν (1) Πρόεδρο Εφετών των Διοικητικών Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης, β) για το τμήμα που αφορά στην κάλυψη προκηρυχθεισών θέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από: βα) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ββ) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και βγ) έναν (1) Αντεπίτροπο της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Η επιτροπή για την κατεύθυνση Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν (1) Αρεοπαγίτη και γ) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

5.

Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων αποτελείται από: α) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, β) έναν (1) Αρεοπαγίτη και γ) έναν (1) Εισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης.

6.

Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Ειρηνοδικών αποτελείται από: α) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν (1) Εισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, και γ) έναν (1) Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία. Ο δικαστικός λειτουργός της περ. α) που συμμετέχει ως μέλος στην επιτροπή αυτήν είναι διαφορετικός από τον αντίστοιχο δικαστικό λειτουργό της παρ. 4.

7.

Τα μέλη των ανωτέρω επιτροπών ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τους δικαστικούς λειτουργούς που προΐστανται του οικείου Δικαστηρίου ή της οικείας Εισαγγελίας. Τα μέλη των επιτροπών αυτών δεν επιτρέπεται να έχουν την ιδιότητα του διδάσκοντος στη Σχολή ή να μετέχουν στα όργανα διοίκησής της.

8.

Όσοι διετέλεσαν μέλη επιτροπών των εξετάσεων αποφοίτησης οποιασδήποτε κατεύθυνσης και τμήματος δεν μπορούν να ορισθούν εκ νέου πριν από την πάροδο διετίας για την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων. Αντιθέτως, μπορούν να ορισθούν πριν από την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος μέλη επιτροπών του εισαγωγικού διαγωνισμού.

9.

Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων διενεργείται και από τα τρία μέλη της επιτροπής, τακτικά ή αναπληρωματικά. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των εξεταζομένων στα γραπτά δοκίμια, καθώς και η βαθμολογία κάθε μέλους της επιτροπής καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί, το οποίο αφαιρείται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής μετά από την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης σε όλες τις θεματικές ενότητες. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε σημείωση των μελών της επιτροπής επί του γραπτού του εξεταζομένου. Η βαθμολογία παραδίδεται στη γραμματεία της Σχολής εντός πενθημέρου από την κάθε γραπτή δοκιμασία. Ο μέσος όρος των βαθμών των τριών βαθμολογητών αποτελεί τον βαθμό του εξεταζόμενου στο γραπτό δοκίμιο της κάθε θεματικής ενότητας.

10.

Ο βαθμός στις γραπτές εξετάσεις αποφοίτησης κάθε εκπαιδευόμενου αποτελείται από τον μέσο όρο των βαθμών των γραπτών δοκιμίων της κάθε θεματικής ενότητας της παρ. 1 ανά κατεύθυνση και τμήμα. Θεωρούνται επιτυχόντες όσοι έλαβαν βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8). Δεκαδικοί πέραν του εκατοστού δεν λαμβάνονται υπόψη.

11.

Οι εξετάσεις αποφοίτησης διενεργούνται στο κατάστημα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Το πρόγραμμα, οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι επιτηρούν τους εξεταζόμενους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζεται από την εξεταστική επιτροπή.

12.

Τα αποτελέσματα των εξετάσεων αποφοίτησης αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Σχολής το αργότερο μέχρι την 20ή Νοεμβρίου.

Άρθρο 29

Πίνακες επιτυχόντων μετά από το τέλος του πρώτου σταδίου κατάρτισης

1.

Η γραμματεία της Σχολής, μετά από τη λήψη των βαθμολογιών προόδου από τους βασικούς διδάσκοντες και των βαθμολογιών των εξετάσεων αποφοίτησης από τις οικείες επιτροπές κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης, συντάσσει για κάθε κατεύθυνση πίνακες επιτυχόντων, οι οποίοι αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Σχολής.

2.

Όσοι εκπαιδευόμενοι δεν συμπεριληφθούν στους πίνακες επιτυχόντων λόγω αποτυχίας τους στις εξετάσεις αποφοίτησης, επαναλαμβάνουν το πρώτο στάδιο κατάρτισης με την αμέσως επόμενη εκπαιδευτική σειρά χωρίς να έχουν δικαίωμα να λάβουν τις αποδοχές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 22. Αν δεν συμπεριληφθούν εκ νέου στους πίνακες επιτυχόντων, διαγράφονται από τη Σχολή.

3.

Η σειρά επιτυχίας στους πίνακες επιτυχόντων καθορίζεται με βάση τον συνυπολογισμό των βαθμών που έλαβε κάθε εκπαιδευόμενος, ως εξής: α) κατά τον εισαγωγικό διαγωνισμό στη Σχολή με συντελεστή βαρύτητας τριάντα τοις εκατό (30%), β) κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης, ο μέσος όρος των βαθμών προόδου με συντελεστή βαρύτητας τριάντα τοις εκατό (30%), ο οποίος, με εξαίρεση την κατεύθυνση των εισαγγελέων, αναλύεται στο επιμέρους στάδιο από την 1η Φεβρουαρίου έως την 30ή Ιουνίου με συντελεστή βαρύτητας δέκα τοις εκατό (10%) και στο επιμέρους στάδιο από την 1η Ιουλίου έως την 31η Οκτωβρίου με συντελεστή βαρύτητας είκοσι τοις εκατό (20%) και γ) κατά τις εξετάσεις αποφοίτησης με συντελεστή βαρύτητας σαράντα τοις εκατό (40%). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας.

4.

Μεταξύ των εκπαιδευομένων, που έχουν λάβει τον ίδιο βαθμό επιτυχίας, προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερο βαθμό στις εξετάσεις αποφοίτησης. Αν

Άρθρο 30

Κατανομή στα τμήματα στην κατεύθυνση Διοικητικής Δικαιοσύνης Οι εκπαιδευόμενοι από την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στους πίνακες επιτυχόντων, γνωστοποιούν μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά από την ανάρτηση των πινάκων με δήλωσή τους στη γραμματεία της Σχολής το τμήμα ή, κατά σειρά προτίμησης, τα τμήματα που επιθυμούν να ακολουθήσουν. Η κατανομή ανάλογα με τις οργανικές θέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρωθούν σύμφωνα με την προκήρυξη του εισαγωγικού διαγωνισμού, αφορά: α) στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εξής:

  • αα) υποψήφιοι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της

Επικρατείας και αβ) υποψήφιοι πάρεδροι διοικητικών δικαστηρίων, β) στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως εξής: βα) υποψήφιοι δόκιμοι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ββ) υποψήφιοι δόκιμοι εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η κατανομή γίνεται με απόφαση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, η οποία εκδίδεται, σύμφωνα με τον βαθμό επιτυχίας της παρ. 3 του άρθρου 29 που έλαβε ο κάθε εκπαιδευόμενος, καθώς και τη δήλωση προτίμησής του, σε συνδυασμό με τις οργανικές θέσεις της προκήρυξης.

Άρθρο 31

Πρακτική άσκηση - Αξιολόγηση Πίνακες επιτυχόντων μετά από το τέλος του δευτέρου σταδίου κατάρτισης

1.

Το δεύτερο στάδιο κατάρτισης περιλαμβάνει την πρακτική άσκηση στα δικαστικά καταστήματα και διαρκεί από την 24η Νοεμβρίου του έτους της εγγραφής στη Σχολή έως την 31η Μαΐου του έτους που ακολουθεί. Πραγματοποιείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εφόσον αφορά στους υποψήφιους δόκιμους εισηγητές σε αυτό και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον αφορά στους υποψήφιους δόκιμους εισηγητές σε αυτό ή αντίστοιχους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η πρακτική άσκηση των υποψήφιων παρέδρων των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, των υποψήφιων δοκίμων εισαγγελικών παρέδρων και των υποψήφιων δοκίμων Ειρηνοδικών διενεργείται στη Θεσσαλονίκη σε πρωτοβάθμια δικαστήρια όλων των κλάδων και στην αντίστοιχη εισαγγελία.

2.

Με απόφαση του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου ή του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του Διευθύνοντος την εισαγγελία, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Γενικού Διευθυντή, ορίζονται με ενιαύσια θητεία οι εποπτεύοντες δικαστικοί λειτουργοί, καθώς και εκείνοι οι οποίοι πρόκειται να έχουν την ευθύνη της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων κάθε εκπαιδευτικής σειράς. Για το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο οι εποπτεύοντες δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να φέρουν τον βαθμό του Συμβούλου, οι δε εκπαιδευτές τον βαθμό του Παρέδρου. Στα λοιπά πρωτοβάθμια δικαστήρια και την οικεία εισαγγελία πρωτοδικών οι εποπτεύοντες δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να φέρουν τον βαθμό του Προέδρου Εφετών και του Εισαγγελέα Εφετών αντίστοιχα, οι δε εκπαιδευτές τον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και του Εισαγγελέα Πρωτοδικών αντίστοιχα. Σε κάθε εκπαιδευτή ορίζονται από τους εποπτεύοντες δικαστικούς λειτουργούς μέχρι πέντε (5) εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι εναλλάσσονται με τέτοιον τρόπο κατά τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης, ώστε όλοι οι εκπαιδευτές να έχουν την ευθύνη όλων των εκπαιδευομένων, οι δε εκπαιδευόμενοι να εκπαιδεύονται σε περισσότερα αντικείμενα.

3.

Κατά την πρακτική άσκηση οι εκπαιδευόμενοι επεξεργάζονται υπό την καθοδήγηση των εποπτευόντων και των εκπαιδευτών, υποθέσεις, οι οποίες τους ανατίθενται, συντάσσουν εισηγήσεις ή σχέδια δικαστικών αποφάσεων ή εισαγγελικών προτάσεων ή εισαγγελικών διατάξεων ή κατηγορητηρίων ή βουλευμάτων. Στο πλαίσιο της πρακτικής άσκησης οι εκπαιδευόμενοι καλούνται και παρίστανται κατά την προανάκριση ή ανάκριση χωρίς να έχουν δικαίωμα λόγου ή ψήφου στις συνεδριάσεις των δικαστηρίων κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και στις διασκέψεις, χωρίς η συμμετοχή τους να καταχωρίζεται στις εκθέσεις, στα πρακτικά ή στις αποφάσεις.

4.

Οι παρ. 2 έως 7 του άρθρου 26 εφαρμόζονται αναλόγως και κατά το δεύτερο στάδιο κατάρτισης των εκπαιδευομένων.

5.

Κατά τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης και ανά τακτά χρονικά διαστήματα πραγματοποιούνται ενημερωτικές και εκπαιδευτικές συναντήσεις, στις οποίες είναι υποχρεωτική η συμμετοχή των υπευθύνων της πρακτικής άσκησης. Η συχνότητα, ο τόπος και ο χρόνος των συναντήσεων αυτών καθορίζονται κάθε φορά από τον εποπτεύοντα. Ο Γενικός Διευθυντής της Σχολής ή ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης μπορούν να ενημερώνονται για την πορεία της εκπαίδευσης των εκπαιδευομένων ανά κατεύθυνση ή τμήμα οποτεδήποτε το κρίνουν σκόπιμο. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να πραγματοποιούν συναντήσεις με τους εποπτεύοντες, τους εκπαιδευτές και τους εκπαιδευόμενους.

6.

Οι εκπαιδευόμενοι αξιολογούνται με βάση:

  • α) Το ήθος, τη συμπεριφορά και τη γενική παρουσία

τους στο δικαστήριο,

  • β) την εργατικότητα και την επιμέλειά τους,
  • γ) την επιστημονική τους κατάρτιση,
  • δ) τη συνεργασία τους με τους εκπαιδευτές και τους

άλλους δικαστικούς λειτουργούς,

  • ε) την ικανότητα επεξεργασίας φακέλου δικογραφίας

και την επιχειρηματολογία που διατυπώνουν στις διασκέψεις, κατά τις οποίες παρευρίσκονται και

  • στ) την ικανότητα συγγραφής εισηγήσεων ή σχεδίων δικαστικών αποφάσεων ή εισαγγελικών προτάσεων

ή εισαγγελικών διατάξεων ή κατηγορητηρίων ή βουλευμάτων. κατάταξης των εκπαιδευόμενων σε πέντε (5) αξιολογικές ομάδες. Στην τελευταία ομάδα κατατάσσονται οι σπουδαστές εκείνοι των οποίων η επίδοση θεωρείται ανεπαρκής. Η τελική κατάταξη κάθε εκπαιδευόμενου στο στάδιο της πρακτικής άσκησης, προκύπτει από το άθροισμα των προσαυξήσεων που αντιστοιχούν στις κατατάξεις όλων των εκπαιδευτών, ως εξής:

  • α) Στην ομάδα 1 αντιστοιχεί προσαύξηση ένα κόμμα

δύο (1,2),

  • β) στην ομάδα 2 αντιστοιχεί προσαύξηση ένα κόμμα

δεκαπέντε (1,15),

  • γ) στην ομάδα 3 αντιστοιχεί προσαύξηση ένα κόμμα

ένα (1,1) και

  • δ) στην ομάδα 4 αντιστοιχεί προσαύξηση ένα (1).
7.

Η γραμματεία της Σχολής, μετά από τη λήψη των αποτελεσμάτων αξιολόγησης της πρακτικής άσκησης, συντάσσει τους πίνακες επιτυχόντων για τους εκπαιδευόμενους κάθε τμήματος ανά κατεύθυνση, οι οποίοι αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Σχολής. Σε καθέναν από τους πίνακες αυτούς εγγράφονται οι εκπαιδευόμενοι ανάλογα με το άθροισμα των προσαυξήσεων που αντιστοιχούν στις κατατάξεις των εκπαιδευτών, όπως διαμορφώθηκαν κατά το δεύτερο στάδιο κατάρτισης. Σε περίπτωση συγκέντρωσης του ίδιου αθροίσματος προηγείται ο εκπαιδευόμενος με τον υψηλότερο μέσο όρο βαθμολογίας στις προηγούμενες δοκιμασίες, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 32.

8.

Όσοι εκπαιδευόμενοι καταταγούν στην ομάδα 5 από την πλειοψηφία των εκπαιδευτών, θεωρούνται αποτυχόντες και επαναλαμβάνουν το στάδιο της πρακτικής άσκησης με την αμέσως επόμενη εκπαιδευτική σειρά, χωρίς να λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 22. Αν η επίδοσή τους θεωρηθεί και πάλι ανεπαρκής, διαγράφονται από τη Σχολή.

Άρθρο 32

Καθορισμός σειράς στους πίνακες αρχαιότητας

1.

Η σειρά του κάθε εκπαιδευόμενου στον αντίστοιχο πίνακα αρχαιότητας, ανάλογα με την κατεύθυνση και το τμήμα που έχει ακολουθήσει, προκύπτει από τους βαθμούς και την κατάταξη που έλαβε στα επιμέρους στάδια κατάρτισης ως εξής:

  • α) Εξάγεται τελικός βαθμός με βάση:
  • αα) τον βαθμό που έλαβε κατά τον εισαγωγικό διαγωνισμό, με συντελεστή βαρύτητας τρία δέκατα (0,3),
  • αβ) τον μέσο όρο των βαθμών προόδου που έλαβε

κατά τα δύο (2) επιμέρους στάδια του πρώτου σταδίου κατάρτισης, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή βαρύτητας ένα δέκατο (0,1) για το πρώτο επιμέρους στάδιο και δύο δέκατα (0,2) για το δεύτερο επιμέρους στάδιο και συνολικά τρία δέκατα (0,3),

  • αγ) τον βαθμό που έλαβε στις εξετάσεις αποφοίτησης,

με συντελεστή βαρύτητας τέσσερα δέκατα (0,4). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας.

  • β) Ο τελικός βαθμός κάθε εκπαιδευόμενου πολλαπλασιάζεται με το άθροισμα των προσαυξήσεων που αντιστοιχούν στις κατατάξεις όλων των εκπαιδευτών, όπως

διαμορφώθηκαν κατά το στάδιο της πρακτικής άσκησης, διαιρείται με τον αριθμό των εκπαιδευτών και δεν μπορεί να υπερβαίνει τον βαθμό δεκαπέντε (15).

2.

Η γραμματεία της Σχολής συντάσσει για κάθε τμήμα ανά κατεύθυνση πίνακα, στον οποίο εγγράφονται οι εκπαιδευόμενοι και ο οποίος αναρτάται στην ιστοσελίδα της Σχολής.

3.

Μεταξύ των εκπαιδευομένων με τον ίδιο βαθμό μετά από την προσαύξηση, προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερη αξιολόγηση κατά το δεύτερο στάδιο κατάρτισης. Σε περίπτωση κατά την οποία ο βαθμός παραμένει ίδιος, προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερο βαθμό κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης. Στην περίπτωση που

Άρθρο 33

Υποχρεωτική διακοπή της εκπαίδευσης Η εκπαίδευση διακόπτεται υποχρεωτικά για τον εκπαιδευόμενο, κατόπιν απόφασης του Γενικού Διευθυντή, αν: α) Διαπιστωθεί ότι δεν είχε τις προϋποθέσεις, ή συνέτρεχε κώλυμα συμμετοχής του είτε στον εισαγωγικό διαγωνισμό είτε κατά την εγγραφή του στη Σχολή, β) δημιουργηθεί μετά από την εγγραφή του κώλυμα διορισμού του ως δικαστικού λειτουργού, γ) απουσιάζει αδικαιολόγητα για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών συνολικά είτε κατά το πρώτο είτε κατά το δεύτερο στάδιο κατάρτισης, εφόσον τηρηθεί η διαδικασία που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 26, δ) επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της διαγραφής από τη Σχολή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 37 ή ε) πάσχει από ανίατη ασθένεια, η οποία εμποδίζει την πρόοδο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων [ν. 3528/2007 (Α’ 26)].

Άρθρο 34

Αξιολόγηση ήθους και συμπεριφοράς Ψυχιατρική διερεύνηση

1.

Μετά από την ολοκλήρωση και του δευτέρου σταδίου κατάρτισης, το αργότερο έως τις 5 Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το έτος εγγραφής στη Σχολή, σε ειδική συνεδρίαση του Συμβουλίου Σπουδών, οι επιτυχόντες εκπαιδευόμενοι κρίνονται ως προς το αν θεωρούνται κατάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού, τα οποία πρόκειται να τους ανατεθούν. Η κρίση αυτή μπορεί να αποβεί αρνητική, μόνον εφόσον διαπιστωθεί, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση, ότι ο εκπαιδευόμενος δεν διαθέτει το προσήκον δικαστικό ήθος ή ότι εμφανίζει προβλήματα συμπεριφοράς, τα οποία είτε δυσχεραίνουν τη συνεργασία του με τους

2.

Για τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του εκπαιδευόμενου, η προσωπική αντίληψη των προσώπων που μετέχουν στη συνεδρίαση, καθώς και τα πορίσματα ψυχιατρικής διερεύνησης της προσωπικότητάς του, η οποία πραγματοποιείται τόσο μεταξύ των μηνών Απριλίου και Ιουνίου του έτους της εγγραφής του στη Σχολή, δηλαδή κατά τη διάρκεια του πρώτου επιμέρους σταδίου του πρώτου σταδίου κατάρτισης, όσο και κατά τη διάρκεια του δεύτερου σταδίου κατάρτισης μεταξύ των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου του επόμενου έτους της εγγραφής του στη Σχολή, δηλαδή σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη η πρακτική άσκηση. Η ψυχιατρική διερεύνηση, η οποία περιλαμβάνει γραπτή και προφορική ψυχομετρική δοκιμασία, διενεργείται από τριμελή επιτροπή που αποτελείται από έναν (1) διευθυντή και δύο (2) επιμελητές Α’ ή Β’ ψυχιατρικής μονάδας κρατικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου.

3.

Στη συνεδρίαση του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών προσκαλούνται από τον Πρόεδρο και διατυπώνουν εγγράφως ή προφορικώς τη γνώμη τους ένας ή περισσότεροι βασικοί διδάσκοντες της οικείας κατεύθυνσης, εφόσον διαπίστωσαν ότι ορισμένοι από τους εκπαιδευόμενους θεωρούνται ακατάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για τον εποπτεύοντα την πρακτική άσκηση σε κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία που είχε υπό την ευθύνη του τους εκπαιδευόμενους. Στην περίπτωση αυτή, στη συνεδρίαση του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών καλείται και ο εκπαιδευόμενος για να εκφράσει τις απόψεις του.

4.

Η απόφαση του Συμβουλίου Σπουδών λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του και εκδίδεται την ίδια ημέρα της συνεδρίασης. Ο εκπαιδευόμενος, που βλάπτεται από την απόφαση, δικαιούται να ασκήσει ένσταση στο Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτόν με ηλεκτρονικό μήνυμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής, το οποίο κρίνει κατά τον νόμο και την ουσία, συνέρχεται και αποφασίζει εντός πέντε (5) ημερών από την άσκηση της ενστάσεως. Εάν η απόφαση περί ακαταλληλότητας του εκπαιδευομένου επικυρωθεί, ο τελευταίος διαγράφεται οριστικά από τη Σχολή.

Άρθρο 35

Παράταση δευτέρου σταδίου κατάρτισης Μετά από την ολοκλήρωση των σταδίων κατάρτισης της προεισαγωγικής εκπαίδευσης και τη διαμόρφωση του πίνακα αρχαιότητας κάθε κλάδου, η πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων παρατείνεται στα ίδια δικαστήρια ή την αρμόδια εισαγγελία μέχρι τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος διορισμού τους σε οργανική θέση δόκιμου δικαστικού λειτουργού. Κατά τη διάρκεια της παράτασης, οι εκπαιδευόμενοι ασχολούνται με τις ίδιες δραστηριότητες, υφίστανται την αυτή εποπτεία και λαμβάνουν από τη Σχολή τις ίδιες αποδοχές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 22.

Άρθρο 36

Διορισμός - Μη αποδοχή Δοκιμαστική υπηρεσία

1.

Οι εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι περατώνουν επιτυχώς όλα τα στάδια κατάρτισης, διορίζονται σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών στον κλάδο, στον οποίον αντιστοιχεί η κατεύθυνση και, όπου υπάρχει, το τμήμα της Σχολής, στο οποίο είχαν καταταγεί μετά από το πέρας του πρώτου επιμέρους σταδίου του πρώτου σταδίου κατάρτισης με τις ειδικότερες σε αυτό διακρίσεις, οι οποίες αφορούν αφενός στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, αφετέρου στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας αυτού.

2.

Εκπαιδευόμενος, ο οποίος δεν αποδέχεται τον διορισμό του, υποχρεώνεται να επιστρέψει τις αποδοχές, που είχε εισπράξει κατά τη διάρκεια της κατάρτισής του στη Σχολή. Ο διοριζόμενος έχει την υποχρέωση να υπηρετήσει στο δικαστικό σώμα διπλάσιο χρόνο από εκείνον της κατάρτισης στη Σχολή. Αν ο διοριζόμενος παραιτηθεί νωρίτερα, επιστρέφει ποσοστό των αποδοχών, που είχε εισπράξει κατά τη διάρκεια της κατάρτισης, ανάλογο προς τον υπολειπόμενο χρόνο υποχρεωτικής υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα. Οι εγγραφόμενοι εκ νέου στη Σχολή λόγω αλλαγής κατεύθυνσης δεν δικαιούνται των αποδοχών του άρθρου 22.

3.

Για όσους διορίζονται σε θέσεις δικαστικών λειτουργών, ο χρόνος κατάρτισης στη Σχολή θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ως προς τον καθορισμό της σειράς αρχαιότητας και ως προς όλα τα λοιπά θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασής τους, εκτός από το δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών.

4.

Οι διοριζόμενοι διανύουν πραγματική υπηρεσία δόκιμου δικαστικού λειτουργού δέκα (10) μηνών.

Άρθρο 37

Πειθαρχικά παραπτώματα Πειθαρχικά όργανα - Πειθαρχική διαδικασία

1.

Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εκπαιδευόμενου που μπορεί να του καταλογισθεί και αφορά στη συμπεριφορά, η οποία δεν συνάδει με την ιδιότητα του υποψήφιου δικαστικού λειτουργού.

2.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους εκπαιδευόμενους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές έξι (6) μηνών και γ) η διαγραφή από τη Σχολή. Η τελευταία πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί είτε για αδικαιολόγητες απουσίες που υπερβαίνουν τις τριάντα (30) σε κάθε εκπαιδευτικό στάδιο, εφόσον τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 26, είτε για άλλες πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν ιδιαιτέρως αναξιοπρεπή συμπεριφορά ή υποδηλώνουν ότι ο εκπαιδευόμενος δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του που καθορίζονται από τις ειδικότερες ρυθμίσεις του παρόντος και προκύπτουν από την ιδιότητα του σπουδαστή της Σχολής. Διοικητικό Εφετείο και ε) το Συμβούλιο της Επικρατείας.

4.

Αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης στην οποία ανήκει ο εκπαιδευόμενος. Πριν από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης διεξάγεται άτυπη προκαταρκτική εξέταση, η οποία μπορεί να ανατεθεί σε διδάσκοντα, ο οποίος έχει την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού. Εκείνος που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση έχει το δικαίωμα να εξετάσει ανωμοτί μάρτυρες και να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, συντάσσει δε πόρισμα ύστερα από την κλήση για παροχή εξηγήσεων του εκπαιδευόμενου, του οποίου διερευνώνται οι πράξεις ή οι παραλείψεις. Το πόρισμα παραδίδεται στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο οποίος αποφαίνεται, αν πρέπει να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

5.

Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την κλήση του εγκαλούμενου εκπαιδευόμενου σε απολογία. Στην κλήση αυτή τάσσεται εύλογη προθεσμία, η οποία μπορεί να παραταθεί για διπλάσιο χρόνο ύστερα από αίτηση του εγκαλούμενου. Ο τελευταίος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων πριν να απολογηθεί. Αν τα στοιχεία, ύστερα από την απολογία του εγκαλούμενου, κριθούν επαρκή, ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης παύει την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Αν όμως τα στοιχεία κριθούν ανεπαρκή, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη διενεργεί διοικητική ανάκριση, ή την αναθέτει σε διδάσκοντα, ο οποίος έχει την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, διαφορετικό εκείνου που είχε διενεργήσει την άτυπη προκαταρκτική εξέταση. Κατά τη διοικητική ανάκριση οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως. Είναι δυνατόν να εξεταστεί και ο εγκαλούμενος, κατά τη διοικητική ανάκριση, ο οποίος στην περίπτωση αυτή καταθέτει ανωμοτί. Ο διενεργών τη διοικητική ανάκριση προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται η αναζήτηση εγγράφων και η διενέργεια αυτοψίας. Μετά από την ολοκλήρωση συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων, η διοικητική ανάκριση περατώνεται με την κλήση σε απολογία του εγκαλούμενου, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων πριν να απολογηθεί. Για την απολογία του εγκαλούμενου τίθεται στη σχετική κλήση εύλογη προθεσμία, η οποία μπορεί να παραταθεί για διπλάσιο χρόνο ύστερα από αίτηση του εγκαλούμενου. Μετά από το πέρας της διοικητικής ανάκρισης ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης υποβάλλει την πρότασή του για τον εγκαλούμενο στον Γενικό Διευθυντή μαζί με τον πειθαρχικό φάκελο της υπόθεσης. Αν προτείνεται να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της διαγραφής από τη Σχολή, η υπόθεση εισάγεται από τον Γενικό Διευθυντή απευθείας προς κρίση ενώπιον του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών.

6.

Ο Γενικός Διευθυντής, ύστερα από την εξέταση του πειθαρχικού φακέλου του εγκαλούμενου αποφασίζει:

  • α) Την απαλλαγή του εγκαλούμενου, β) την παραγγελία για συμπληρωματική διοικητική ανάκριση, αν κρίνει ότι απαιτείται η διευκρίνιση ορισμένων ζητημάτων,

από τον οικείο Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, την οποία, στην περίπτωση αυτή, διενεργεί ο τελευταίος και γ) την επιβολή στον εγκαλούμενο, με αιτιολογημένη απόφαση, της πειθαρχικής ποινής της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου έως τις αποδοχές έξι (6) μηνών. Αν αποφασίστηκε η διενέργεια συμπληρωματικής διοικητικής ανάκρισης, μετά από το πέρας αυτής, ο πειθαρχικός φάκελος του εγκαλούμενου υποβάλλεται εκ νέου στον Γενικό Διευθυντή, ο οποίος αποφασίζει είτε την απαλλαγή του εγκαλούμενου είτε την επιβολή σε αυτόν, με αιτιολογημένη απόφαση, της πειθαρχικής ποινής της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου. Αν όμως ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης προτείνει να επιβληθεί στον εγκαλούμενο η πειθαρχική ποινή της διαγραφής από τη Σχολή, η πειθαρχική υπόθεση εισάγεται από τον Γενικό Διευθυντή απευθείας προς κρίση ενώπιον του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, συγκροτείται χωρίς τη συμμετοχή του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, αλλά μετέχει σε αυτό Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης άλλης κατεύθυνσης, ο οποίος ορίζεται κατόπιν κληρώσεως με τον νόμιμο αναπληρωτή του από τους λοιπούς Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. Το Συμβούλιο Σπουδών είναι αρμόδιο είτε με αιτιολογημένη απόφαση να επιβάλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή είτε να απαλλάξει τον εγκαλούμενο.

7.

Η απόφαση, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή σε εκπαιδευόμενο, τίθεται στον ατομικό του φάκελο.

8.

Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. [ν. 3528/2007 (Α’ 26)].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Άρθρο 38

Σκοπός διαρκούς επιμόρφωσης Η διαρκής επιμόρφωση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών αποσκοπεί αφενός στον εμπλουτισμό των γνώσεων τους και αφετέρου στη συνεχή ενημέρωσή τους σε συναφή προς την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου θέματα.

Άρθρο 39

Προγράμματα επιμόρφωσης

1.

Το Συμβούλιο Σπουδών κάθε κατεύθυνσης, ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της ίδιας κατεύθυνσης, καταρτίζει τον μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους το ετήσιο πρόγραμμα επιμόρφωσης. Το πρόγραμμα επιμόρφωσης των Εισαγγελέων εισηγείται ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Εισαγγελέων. Το ετήσιο πρόγραμμα επιμόρφωσης

2.

Στα προγράμματα επιμόρφωσης που διοργανώνονται από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών μπορεί να συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

3.

Στο ετήσιο πρόγραμμα επιμόρφωσης καθορίζονται οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες πρόκειται να αναπτυχθούν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του και διατυπώνονται τα επιμέρους προγράμματα επιμόρφωσης. Σε καθένα από αυτά προσδιορίζονται ειδικότερα: α) Το θέμα της επιμόρφωσης, β) ο κλάδος και οι κατηγορίες των δικαστικών λειτουργών στους οποίους απευθύνεται το κάθε επιμέρους πρόγραμμα, γ) ο χρόνος, η διάρκεια και ο τόπος πραγματοποίησης και δ) η μέθοδος της επιμόρφωσης.

4.

Η εκπόνηση των επιμέρους προγραμμάτων επιμόρφωσης ολοκληρώνεται τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από την πραγματοποίησή τους, τα οποία κοινοποιούνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποστέλλονται στις δικαστικές υπηρεσίες, των οποίων οι λειτουργοί καλούνται να μετάσχουν, για περαιτέρω ενημέρωση.

Άρθρο 40

Τακτικά και έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης

1.

Τα προγράμματα επιμόρφωσης διακρίνονται σε τακτικά και έκτακτα. Τα τακτικά προγράμματα περιλαμβάνουν τα υποχρεωτικά και τα προαιρετικά επιμορφωτικά προγράμματα, τα οποία διαμορφώνονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να συμμετέχουν, εκ περιτροπής, όλοι οι εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί.

2.

Τα υποχρεωτικά προγράμματα επιμόρφωσης απευθύνονται σε δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέχρι και τον βαθμό του Παρέδρου, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μέχρι και τον βαθμό του Εφέτη και σε δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων μέχρι και τον βαθμό του Εφέτη ή του Αντεισαγγελέα Εφετών, τους Ειρηνοδίκες και τους Πταισματοδίκες. Τα προγράμματα αυτά εντάσσονται σε τέσσερις κύκλους επιμόρφωσης, οι οποίοι περιλαμβάνουν: α) ο πρώτος κύκλος, την οργάνωση της διοίκησης των δικαστηρίων, τη δικαστική επικοινωνία, τη δικαστική δεοντολογία, τη μεθοδολογία του δικαστικού έργου και τη διαχείριση του χρόνου στην άσκηση των καθηκόντων,

  • β) ο δεύτερος κύκλος, το οικονομικό δίκαιο και ιδίως

θέματα που αφορούν την ενέργεια, την κεφαλαιαγορά, τον ανταγωνισμό και την προστασία του καταναλωτή,

  • γ) ο τρίτος κύκλος, τη νομική εμβάθυνση σε θεματικές

ανάλογα με τον κλάδο της δικαιοσύνης που αφορούν και

  • δ) ο τέταρτος κύκλος, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικαστικοί λειτουργοί, στους οποίους απευθύνονται τα υποχρεωτικά προγράμματα επιμόρφωσης, οφείλουν να συμμετέχουν ετησίως σε ένα (1) από αυτά, από οποιονδήποτε κύκλο κατ’ επιλογή τους, μέχρι να συμπληρώσουν, τουλάχιστον μία (1) φορά, όλους τους κύκλους των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης. Πάντως, είναι δυνατή η ολοκλήρωση των προγραμμάτων αυτών σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) ετών, όχι όμως πέραν των οκτώ (8) ετών. Η επιμόρφωση αυτή σε όλους τους κύκλους περιλαμβάνει, ιδίως, τη δημιουργία ομάδων εργασίας (workshops), τα πορίσματα των οποίων αποτελούν αντικείμενο συζήτησης από όλους όσοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα επιμόρφωσης. Μετά το πέρας κάθε υποχρεωτικού επιμορφωτικού προγράμματος, σε όλους όσοι συμμετείχαν στις ομάδες εργασίας (workshops) και συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο του άρθρου 43, χορηγείται πιστοποιητικό παρακολούθησης, το οποίο τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο.

3.

Τα προαιρετικά προγράμματα επιμόρφωσης απευθύνονται σε δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και βαθμών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται το πέμπτο και το έκτο εδάφιο της παρ. 2.

4.

Τα έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης απευθύνονται σε δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και βαθμών, οι οποίοι καλούνται να εφαρμόσουν νέες ρυθμίσεις με επείγοντα χαρακτήρα σε διάφορους κλάδους του δικαίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται το πέμπτο και το έκτο εδάφιο της παρ. 2.

Άρθρο 41

Επιλογή των δικαστικών λειτουργών που επιμορφώνονται

1.

Η επιλογή των δικαστικών λειτουργών που καλούνται να μετάσχουν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα επιμόρφωσης διενεργείται με τα εξής κριτήρια: α) Την εμπειρία σε σχέση με το θέμα που έχει επιλεγεί, β) τον χρόνο παραμονής που υπολείπεται στον κατεχόμενο βαθμό, γ) την άσκηση καθηκόντων συναφών προς το θέμα, δ) την προηγούμενη συμμετοχή σε πρόγραμμα με το ίδιο ή παρεμφερές θέμα, ε) τα ειδικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί λόγω μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου και στ) την απρόσκοπτη λειτουργία κάθε δικαστικής υπηρεσίας.

2.

Η επιλογή γίνεται με αιτιολογημένη απόφαση του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου ή του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή του προϊστάμενου της οικείας εισαγγελίας σύμφωνα με τα κριτήρια της παρ. 1 και τις δηλώσεις ενδιαφέροντος που υποβάλλονται, καθώς και τις θέσεις επιμόρφωσης που αφορούν το συγκεκριμένο δικαστήριο ή την εισαγγελία. Σε περίπτωση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε υποχρεωτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης, στην επιλογή λαμβάνεται υπόψη η παρ. 2 του άρθρου 40. Τα ατομικά στοιχεία όσων έχουν επιλεγεί διαβιβάζονται το ταχύτερο δυνατόν στη Σχολή.

3.

Η Σχολή προσκαλεί όσους έχουν επιλεγεί για να μετάσχουν στο αντίστοιχο πρόγραμμα επιμόρφωσης και δεσμεύει για τον καθένα από αυτούς τη σχετική πίστωση για την κάλυψη των δαπανών μετακίνησης, διαμονής, διατροφής και ημερήσιας αποζημίωσης. Μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, όσοι πρόκειται να επιμορφωθούν δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση συμμετοχής στο πρόγραμμα, παρά μόνο προσωπικού κωλύματος. Η αδυναμία συμμετοχής πρέπει να γνωστοποιείται στη Σχολή εγκαίρως, με αίτηση του δικαστικού λειτουργού που πρόκειται να επιμορφωθεί, η οποία διαβιβάζεται από τον ίδιο ή τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας.

4.

Οι δικαστικοί λειτουργοί που πρόκειται να επιμορφωθούν οφείλουν να συμπληρώσουν μέχρι την έναρξη της επιμόρφωσης τα προβλεπόμενα απογραφικά δελτία, διαφορετικά αποκλείονται από το συγκεκριμένο επιμορφωτικό πρόγραμμα.

Άρθρο 42

Θεματολόγιο προγραμμάτων υποχρεωτικής επιμόρφωσης Οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι συμμετέχουν στα προγράμματα υποχρεωτικής επιμόρφωσης, παρακολουθούν τους τέσσερις (4) κύκλους που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 40, με τα εξής ιδίως αντικείμενα:

  • α) Εξελίξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της

νομολογίας του Δικαστηρίου, του Γενικού Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

  • β) ανθρώπινα δικαιώματα, προστασία του ασθενέστερου στο δίκαιο και δικαστική αντιμετώπιση μειονοτήτων,
  • γ) δικαιώματα ανηλίκων και αρχές της φιλικής στα παιδιά δικαιοσύνης,
  • δ) δικαιώματα ατόμων με αναπηρία,
  • ε) εξελίξεις σε ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης και

ενιαίου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας,

  • στ) νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις σε ζητήματα διοικητικού, δημοσιονομικού, αστικού, εμπορικού,

ποινικού και εργατικού δικαίου,

  • ζ) προβλήματα του δικονομικού συστήματος στη διοικητική, πολιτική και ποινική δίκη,
  • η) νέες μορφές οργανωμένου οικονομικού και ηλεκτρονικού εγκλήματος, καθώς και ζητήματα σχετικά με

τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,

  • θ) αντιμετώπιση εξαρτημένων ατόμων, εφαρμοζόμενες μέθοδοι, λειτουργούσες μονάδες απεξάρτησης ή

επανένταξης,

  • ι) λειτουργία σωφρονιστικού συστήματος και προσέγγιση των επιμέρους προβλημάτων του,
  • ια) επίδραση και εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και

ιδίως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών συστημάτων στη διαμόρφωση του δικαίου, στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και στην εργασία των δικαστικών λειτουργών,

  • ιβ) πολεοδομία, χωροταξία, δημόσια έργα,
  • ιγ) προστασία φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, βιώσιμη ανάπτυξη,
  • ιδ) αστική ευθύνη,
  • ιε) πνευματική ιδιοκτησία,
  • ιστ) ενέργεια, κεφαλαιαγορά, ανταγωνισμός, προστασία καταναλωτή,
  • ιζ) καταπολέμηση της δωροδοκίας και της διαφθοράς,
  • ιη) αρχές μακροοικονομίας και μικροοικονομίας και
  • ιθ) τραπεζικό δίκαιο και χρηματοοικονομικά.
Άρθρο 43

Αξιολόγηση προγραμμάτων επιμόρφωσης Στο τέλος κάθε προγράμματος επιμόρφωσης, οι συμμετέχοντες συμπληρώνουν ειδικό ερωτηματολόγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται ερωτήσεις για το γνωστικό αντικείμενο του σεμιναρίου και για την αξιολόγηση της διοργάνωσης, των συντελεστών και του οφέλους που αποκόμισαν από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα.

Άρθρο 44

Τόπος και χρόνος διεξαγωγής των προγραμμάτων επιμόρφωσης

1.

Η επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών παρέχεται μέσω προγραμμάτων επιμόρφωσης που διεξάγονται στην έδρα της Σχολής, στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης στην Κομοτηνή και στην Αθήνα. Η επιμόρφωση παρέχεται και στην έδρα των κατά τόπους Εφετείων. Η επιμόρφωση στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται στους χώρους της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών και του Κέντρου Διεθνούς Ευρωπαϊκού και Οικονομικού Δικαίου, ενώ στην Κομοτηνή, την Αθήνα και στις κατά τόπον εφετειακές περιφέρειες σε κατάλληλους χώρους που επιλέγονται από τον οικείο Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης.

2.

Τα προγράμματα επιμόρφωσης διοργανώνονται σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο εκτός αυτής των δικαστικών διακοπών.

3.

Τα προγράμματα επιμόρφωσης που διοργανώνονται στις κατά τόπον εφετειακές περιφέρειες μπορούν να πραγματοποιούνται με την ίδια ή διαφορετική θεματική, καθώς και με τους ίδιους ή διαφορετικούς εισηγητές. Σε ετήσια βάση διεξάγονται τουλάχιστον τέσσερα (4) προγράμματα επιμόρφωσης στις κατά τόπον εφετειακές περιφέρειες και εντός τετραετίας καλύπτεται το σύνολο των εφετειακών περιφερειών της χώρας με τη διοργάνωση τουλάχιστον ενός (1) προγράμματος για κάθε εφετειακή περιφέρεια.

Άρθρο 45

Υπεύθυνος προγράμματος επιμόρφωσης Εισηγητές - Προσωπικό υποστήριξης

1.

Μετά από την κατάρτιση του προγράμματος επιμόρφωσης, υπεύθυνος για την πραγματοποίησή του είναι ο οικείος Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. Αν πρόκειται για κοινό πρόγραμμα επιμόρφωσης, υπεύθυνοι είναι οι οικείοι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των κατευθύνσεων, στις οποίες αφορά το πρόγραμμα. Υπεύθυνος του προγράμματος επιμόρφωσης της κατά τόπον εφετειακής περιφέρειας είναι ο διευθύνων το εφετείο ή την εισαγγελία της οικείας περιφέρειας. Αναπληρωτής τους είναι ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός της ίδιας περιφέρειας.

2.

Τα πρόσωπα της παρ. 1 εξειδικεύουν, κατά περίπτωση, το κάθε επιμέρους πρόγραμμα επιμόρφωσης, ορίζουν, αντικαθιστούν και συντονίζουν τους εισηγητές εισηγητή, είναι αρμόδια για την επίλυση οποιουδήποτε οργανωτικού ζητήματος και γενικά επιμελούνται τα σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος. Στα προγράμματα επιμόρφωσης που πραγματοποιούνται στις κατά τόπον εφετειακές περιφέρειες συνεργάζονται ο υπεύθυνος του προγράμματος επιμόρφωσης με τον οικείο ή τους οικείους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, αναλόγως αν το πρόγραμμα αφορά σε μία (1) ή περισσότερες κατευθύνσεις.

3.

Οι εισηγητές έχουν την υποχρέωση να παρουσιάσουν την εισήγησή τους προφορικά και να καταθέσουν το σχετικό κείμενο στο Τμήμα Επιμόρφωσης της Σχολής εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση του προγράμματος επιμόρφωσης. Οι εισηγήσεις αναρτώνται στη διαδικτυακή πλατφόρμα (MOODLE), καθώς και στην ιστοσελίδα της Σχολής.

4.

Με απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Διοίκησης και Οικονομικού επιλέγεται, μεταξύ των υπαλλήλων της Σχολής, το προσωπικό υποστήριξης των επιμορφωτικών προγραμμάτων.

Άρθρο 46

Μέθοδοι επιμόρφωσης Η επιμόρφωση διενεργείται με: α) Τη δημιουργία ομάδων εργασίας (workshops) στο πλαίσιο διαλέξεων, ημερίδων, σεμιναρίων ή συνεδρίων, β) την αποστολή ημεδαπών δικαστικών λειτουργών σε επιμορφωτικά προγράμματα, τα οποία διοργανώνονται στο εξωτερικό και γ) εκπαιδευτικές επισκέψεις σε σωφρονιστικά καταστήματα, θεραπευτικές μονάδες, ειδικές υπηρεσίες ή σώματα ερευνών ή δίωξης του εγκλήματος, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή συναφείς οργανισμούς και άλλους χώρους ή φορείς που έχουν σχέση με το θέμα του προγράμματος επιμόρφωσης.

Άρθρο 47

Διεθνή εκπαιδευτικά προγράμματα

1.

Με απόφαση του Συμβουλίου Σπουδών κάθε κατεύθυνσης, η οποία λαμβάνεται ύστερα από εισήγηση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, η Σχολή μπορεί να διοργανώσει, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με αντίστοιχους δικαστικούς ή εκπαιδευτικούς φορείς των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικά προγράμματα κατάρτισης ή επιμόρφωσης για δικαστικούς λειτουργούς που προέρχονται από τα κράτη αυτά ή από τρίτες χώρες. Για τον σκοπό αυτόν, η Σχολή συμμετέχει στις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τη Δικαστική Εκπαίδευση (EJTN), του Ευρωπαϊκού Δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των υπευθύνων ή των φορέων που παρέχουν Δικαστική Εκπαίδευση (Δίκτυο της Λισαβώνας), της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (E.A.S.O.) και της Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Δικαίου (E.R.A.).

2.

Τα προγράμματα αυτά έχουν ως στόχο: α) Τη διεύρυνση της συνεργασίας με τους αντίστοιχους φορείς των άλλων χωρών και την αξιοποίηση της εμπειρίας τους, β) την ανάπτυξη της δικαστικής εκπαίδευσης σε ορισμένες από τις χώρες αυτές, στις οποίες δεν υπάρχει ανάλογη εμπειρία, γ) την ενίσχυση του κράτους δικαίου μέσα από τη δικαστική εκπαίδευση και δ) την επικοινωνία μεταξύ των δικαστικών λειτουργών των χωρών που συμμετέχουν και τη διευκόλυνση της συνεργασίας τους σε υποθέσεις με διεθνείς προεκτάσεις. Τα προγράμματα του παρόντος απευθύνονται ιδίως σε δικαστικούς λειτουργούς των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

3.

Η Σχολή προσκαλεί στα προγράμματα αυτά, μέσω των αρμόδιων φορέων της αλλοδαπής, τους δικαστικούς λειτουργούς άλλων χωρών. Στα ίδια προγράμματα είναι δυνατόν να προσκαλούνται και ημεδαποί δικαστικοί λειτουργοί, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 41.

Άρθρο 48

Διεθνείς εκπαιδευτικές ανταλλαγές

1.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Συμβουλίου Σπουδών και γνώμη του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου ή του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή του διευθύνοντος την οικεία εισαγγελία, μπορεί να χορηγείται σε δικαστικούς λειτουργούς ειδική άδεια για τη συμμετοχή τους σε προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης ειδικών για τη δικαστική εκπαίδευση ευρωπαϊκών ή διεθνών οργανισμών, καθώς και για την εκπροσώπηση της χώρας σε συνεδριάσεις των οργανισμών αυτών. Κατά τη διάρκεια της ειδικής αυτής άδειας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μήνα, δεν καταβάλλονται στους συμμετέχοντες δικαστικούς λειτουργούς αποδοχές επιπλέον αυτών της οργανικής τους θέσης, εκτός των δαπανών μετακίνησης, όπως προβλέπονται από την υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ’ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94).

2.

Η Σχολή τηρεί πίνακες δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι επιθυμούν να συμμετέχουν στα προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης, τα οποία διοργανώνονται από τους παραπάνω φορείς της αλλοδαπής και πραγματοποιούνται στο εξωτερικό. Για τον σκοπό αυτόν, ζητεί κατ’ έτος την υποβολή αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος και φροντίζει να ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις που λαμβάνει από φορείς της αλλοδαπής. Ως προς την επιλογή των ενδιαφερομένων, εφαρμόζονται τα κριτήρια που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 41.

3.

Η Σχολή δημιουργεί την κατάλληλη υποδομή και καταρτίζει προγράμματα για την υποδοχή αλλοδαπών δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες που προβλέπονται στη χώρα τους ή στο πλαίσιο διεθνών προγραμμάτων, επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ένα στάδιο κατάρτισης ή επιμόρφωσης στην Ελλάδα, είτε στην ίδια τη Σχολή είτε σε ημεδαπές δικαστικές υπηρεσίες. Για τον σκοπό αυτόν, το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής, ύστερα από πρόταση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και γνώμη του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου ή του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του Προϊσταμένου της οικείας εισαγγελίας, επιλέγει με τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 41 τους δικαστικούς

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ

Άρθρο 49

Εκπαιδευτικό προσωπικό

1.

Η κατάρτιση και η επιμόρφωση παρέχονται από:

  • α) Εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον: αα) Εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας

ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό, αβ) Προέδρου Πρωτοδικών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ή Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό, αγ) Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό και αδ) Ειρηνοδίκη Α’ Τάξης, ο οποίος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον είκοσι (20) έτη παραμονής στην υπηρεσία,

  • β) μέλη διδακτικού ερευνητικού προσωπικού των νομικών σχολών από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή

και άνω,

  • γ) μέλη Διοικητικών Συμβουλίων εγνωσμένου κύρους

επιστημονικών ενώσεων, δημόσιους λειτουργούς, δικηγόρους με δεκαπενταετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία και άλλους ειδικούς επιστήμονες,

  • δ) επίτιμους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς,
  • ε) ομότιμους καθηγητές των Νομικών Σχολών,
  • στ) ειρηνοδίκες που αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία, έχοντας συμπληρώσει τουλάχιστον είκοσι (20)

έτη υπηρεσίας,

  • ζ) ειδικούς στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών για

τη διδασκαλία θεμάτων εφαρμοσμένης πληροφορικής.

2.

Το Συμβούλιο Σπουδών κάθε κατεύθυνσης, αμέσως μετά από την κατάρτιση του προγράμματος σπουδών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25, καθορίζει τις κατηγορίες των διδασκόντων που πρόκειται να διδάξουν καθένα από τα προβλεπόμενα στο πρόγραμμα μαθήματα, οι οποίες όμως δεν συμπλέκονται μεταξύ τους, αλλά καθορίζονται οι διδάσκοντες σε κάθε μάθημα από μια και μόνο κατηγορία, καθώς και τον αριθμό τους. Η απόφαση αυτή αναρτάται στην ιστοσελίδα της Σχολής και στη Διαύγεια.

3.

Οι ενδιαφερόμενοι, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την αποστολή στις δικαστικές υπηρεσίες πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, αποστέλλουν ηλεκτρονικά σχετική αίτηση συνοδευόμενη από βιογραφικό σημείωμα, στο οποίο αναγράφονται τα τυπικά προσόντα και η εμπειρία τους στο συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα αντικείμενα που επιθυμούν να διδάξουν στη Σχολή. Μετά από την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης κάθε κατεύθυνσης εισηγούνται αιτιολογημένα για κάθε υποψήφιο διδάσκοντα στο οικείο Συμβούλιο Σπουδών, το οποίο συγκαλείται από τον Γενικό Διευθυντή το αργότερο μέχρι την 20ή Νοεμβρίου κάθε έτους, προκειμένου να καταρτιστεί ο πίνακας διδασκόντων.

4.

Τα κριτήρια για την επιλογή των διδασκόντων, τα οποία βαθμολογούνται με κλίμακα από μηδέν (0) έως δέκα (10), είναι τα εξής: α) Η ειδική ενασχόληση με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας σαράντα τοις εκατό (40%). Εφόσον ο διδάσκων έχει ήδη διδάξει στη Σχολή, συνεκτιμώνται για τη βαθμολόγηση του κριτηρίου αυτού και οι κατά την παρ. 5 του άρθρου 27 αξιολογήσεις των σπουδαστών ως προς αυτόν, β) η συγγραφή βιβλίων ή μελετών σχετικών με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας τριάντα τοις εκατό (30%), γ) η συμμετοχή σε συνέδρια και ημερίδες ως εισηγητές σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας είκοσι τοις εκατό (20%), δ) η ύπαρξη διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σχετικού με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας δέκα τοις εκατό (10%).

5.

Στον πίνακα διδασκόντων κάθε κατεύθυνσης ορίζονται συγκεκριμένα το μάθημα ή τα μαθήματα που πρόκειται να διδάξει κάθε διδάσκων, καθώς και οι ώρες διδασκαλίας. Ο πίνακας αυτός εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής εντός του Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η εγγραφή στον πίνακα διδασκόντων ισχύει για μία τριετία. Ο Γενικός Διευθυντής εκδίδει πράξη ανάθεσης διδασκαλίας σε κάθε διδάσκοντα.

6.

Το ωριαίο πρόγραμμα διδασκαλίας καταρτίζεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή, η οποία εκδίδεται μετά από εισήγηση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης.

7.

Ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης κάθε κατεύθυνσης, εφόσον διαπιστώσει ότι διδάσκων δεν είναι συνεπής στην εκτέλεση των καθηκόντων του, εισηγείται στον Γενικό Διευθυντή να εισαχθεί το θέμα στο οικείο Συμβούλιο Σπουδών, προκειμένου ο διδάσκων αυτός να διαγραφεί από τον πίνακα διδασκόντων, να ανακληθεί η πράξη ανάθεσης διδασκαλίας και να αντικατασταθεί από άλλον διδάσκοντα. Στην περίπτωση αυτή, καλείται ο διδάσκων να παραστεί στο Συμβούλιο Σπουδών για να διατυπώσει τις απόψεις του. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο διδάσκων μπορεί να ασκήσει εγγράφως ένσταση μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν. Επί της ένστασης αποφαίνεται αμελλητί το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής.

Άρθρο 50

Εκπαίδευση των εκπαιδευτών

1.

Το εκπαιδευτικό προσωπικό, που εγγράφεται στους πίνακες διδασκόντων της οικείας κατεύθυνσης στην αρχή κάθε τριετίας, παρακολουθεί πριν από την ανάληψη των διδακτικών καθηκόντων του ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης, το οποίο αφορά, κατά το στάδιο της προεισαγωγικής εκπαίδευσης, τη μέθοδο διδασκαλίας που πρέπει να ακολουθηθεί για να ανταποκρίνεται στους στόχους της Σχολής, προκειμένου οι σπουδαστές, ως μελλοντικοί δικαστικοί λειτουργοί, να μπορέσουν να ασκήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο τους. και Επιμόρφωσης και εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής. Το ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης διεξάγεται εντός του μηνός Ιανουαρίου από τον Γενικό Διευθυντή, τους οικείους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και τους βασικούς διδάσκοντες της αντίστοιχης κατεύθυνσης. Οι διδάσκοντες κάθε κατεύθυνσης παρακολουθούν το πρόγραμμα, το οποίο διαρκεί συνολικά για όλες τις κατευθύνσεις οκτώ (8) ημέρες, για δυο (2) ημέρες από πέντε (5) ώρες την ημέρα, ανά κατεύθυνση. Η παρακολούθηση του προγράμματος παρέχεται είτε στις εγκαταστάσεις της Σχολής με φυσική παρουσία, είτε μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας.

3.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος άρθρου το ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης πραγματοποιείται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από τον Γενικό Διευθυντή και τους οικείους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης.

Άρθρο 51

Διοικητικό προσωπικό - Οργανικές μονάδες

1.

Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών συνιστώνται: α) Μία (1) θέση Γενικού Διευθυντή, β) μία (1) θέση Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων, γ) μία (1) θέση Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης για την κατεύθυνση της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και Ειρηνοδικών, δ) μία (1) θέση Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων και ε) μία (1) θέση Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης.

2.

Οι θέσεις των υπαλλήλων της Σχολής ορίζονται σε είκοσι μία (21). Διακρίνονται σε κατηγορίες και κατανέμονται ανά κλάδο ως εξής: α) Δώδεκα (12) θέσεις ΠΕ Γραμματέων, β) μία (1) θέση ΠΕ Εφοριακών, γ) μία (1) θέση ΠΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου και Διοικητικής Υποστήριξης, δ) τέσσερις (4) θέσεις ΔΕ Γραμματέων, ε) μία (1) θέση εσωτερικού ελεγκτή, στ) μία (1) θέση ΠΕ Πληροφορικής και ζ) μία (1) θέση ΔΕ ή ΥΕ Οδηγού. Επιπλέον προβλέπονται στη Σχολή τρεις (3) θέσεις υπαλλήλων με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου, οι οποίες αφορούν σε: α) μία (1) θέση ΠΕ ιατρού εργασίας,

  • β) μία (1) θέση ΠΕ τεχνικού ασφαλείας και γ) μία (1) θέση

ΠΕ ή ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου.

3.

Οι οργανικές μονάδες της Σχολής συγκροτούν τη Διεύθυνση Διοίκησης και Οικονομικού, στην οποία προΐσταται υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ Γραμματέων, διαρθρώνεται δε ως εξής: α) Πρώτο Τμήμα Προεισαγωγικής Εκπαίδευσης, το οποίο περιλαμβάνει: αα) Την Κατεύθυνση της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και Ειρηνοδικών και αβ) την κατεύθυνση των Εισαγγελέων,

  • β) Δεύτερο Τμήμα Προεισαγωγικής Εκπαίδευσης, το

οποίο περιλαμβάνει: την Κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, η οποία περιλαμβάνει το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και το τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αυτού,

  • γ) Τμήμα Εφαρμογής Προγραμμάτων Επιμόρφωσης, δ)

Τμήμα Διεθνών Σχέσεων, ε) Τμήμα Οικονομικού Προγραμματισμού και στ) Τμήμα Εφαρμογής Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, καθορίζονται οι αρμοδιότητες των οργανικών της μονάδων. Με όμοια απόφαση συνιστώνται, αναδιαρθρώνονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται κλάδοι και θέσεις κάθε βαθμού και ειδικότητας μόνιμου ή με οποιαδήποτε σχέση προσωπικού και προσδιορίζονται ειδικά τυπικά προσόντα κάθε κλάδου ή ειδικότητας.

4.

Οι θέσεις του διοικητικού προσωπικού καλύπτονται με μόνιμο προσωπικό μέσω διαγωνισμού. Είναι δυνατή η πλήρωση των θέσεων αυτών με απόσπαση δικαστικών υπαλλήλων και υπαλλήλων φορέων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Από τους υπαλλήλους προτιμώνται, όσοι αποδεδειγμένα γνωρίζουν σε άριστο βαθμό τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα και συνεκτιμάται η άριστη ή πολύ καλή γνώση και άλλων ξένων γλωσσών. Η απόσπαση διαρκεί για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, το οποίο μπορεί να παρατείνεται για τέσσερις (4) ακόμα τριετίες.

5.

Για τους υπαλλήλους που ήδη ασχολούνται με τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, την πραγματοποίηση και τη διαχείριση των χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση δράσεων, η απόσπαση μπορεί να παρατείνεται, κατ’ εξαίρεση, μέχρι τη λήξη των προγραμμάτων αυτών.

6.

Όσοι αποσπασμένοι δικαστικοί υπάλληλοι στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, η οποία θεωρείται δικαστική υπηρεσία, συμπληρώσουν σε αυτήν συνολικό χρόνο υπηρεσίας δεκαπέντε (15) ετών, μετατάσσονται σε αυτή ύστερα από αίτησή τους, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Οι ανωτέρω δικαστικοί υπάλληλοι πρέπει, κατά το δυνατόν, να προέρχονται ισομερώς από το προσωπικό των γραμματειών των δικαστηρίων της Διοικητικής Κατεύθυνσης, της Πολιτικής - Ποινικής Κατεύθυνσης και της αντίστοιχης των Ειρηνοδικών, καθώς και της Κατεύθυνσης των Εισαγγελέων.

7.

Η απόσπαση, η ανανέωση ή η διακοπή της πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η διαδικασία της απόσπασης του υπαλλήλου, εκκινεί με την ανάρτηση στη Διαύγεια και στην ιστοσελίδα της Σχολής πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και ολοκληρώνεται με την έκδοση της παραπάνω υπουργικής απόφασης εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών. Η απόσπαση του υπαλλήλου μπορεί να διακοπεί με την ίδια διαδικασία και πριν από τη λήξη του χρόνου απόσπασης. Δικαστικός υπάλληλος, του οποίου η απόσπαση δεν ανανεώθηκε ή διακόπηκε για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να αποσπασθεί εκ νέου στη Σχολή.

8.

Οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών εξακολουθούν να λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών τους, με τα πάσης οι προϋποθέσεις καταβολής τους.

9.

Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών λειτουργεί μη δανειστική βιβλιοθήκη προς εξυπηρέτηση των διδασκόντων και των σπουδαστών. Η προβλεπόμενη θέση ΠΕ ή ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου καλύπτεται με την απόσπαση που αναφέρεται στην παρ. 4.

Άρθρο 52

Αποζημιώσεις και δαπάνες που αφορούν την κατάρτιση και τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση - Εκκαθάριση αρχείων Νομικές υποθέσεις της Σχολής

1.

Οι δαπάνες μετακίνησης και διαμονής που αφορούν στην κατάρτιση και τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, καλύπτονται σύμφωνα με την υποπαρ. Δ9 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής μετά από πρόταση σε αυτό του Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων, καθορίζονται οι κάθε είδους αποζημιώσεις, αμοιβές, και γενικώς κάθε δαπάνη σχετική με την κατάρτιση των εκπαιδευομένων και τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών που καταβάλλονται:

  • α) Στον Γενικό Διευθυντή, στον Διευθυντή Οικονομικού

Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων και στους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης,

  • β) στον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και των Συμβουλίων Σπουδών, γ) στο εν γένει διδακτικό προσωπικό της Σχολής που αναλαμβάνει είτε την

κατάρτιση των εκπαιδευομένων είτε τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, δ) στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς που συμμετέχουν στα προγράμματα επιμόρφωσης της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και ε) στα μέλη των επιτροπών του εισαγωγικού διαγωνισμού και των εξετάσεων αποφοίτησης, στους βαθμολογητές, στους εξεταστές, στους επιτηρητές και στο λοιπό προσωπικό που ασχολείται με τη διεξαγωγή των παραπάνω διαγωνισμών και εξετάσεων, καθώς και όλων των εξετάσεων που διενεργούνται στη Σχολή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, πραγματοποιείται εκκαθάριση των αρχείων της Σχολής. Κατά την εκκαθάριση των αρχείων καταστρέφονται έγγραφα τα οποία δεν έχουν υπηρεσιακή χρησιμότητα ή ιστορική αξία. Η εκκαθάριση των αρχείων πραγματοποιείται από τριμελή επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον προϊστάμενο Διεύθυνσης και δύο υπαλλήλους της Σχολής και συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Η επιτροπή συντάσσει αναλυτικό πρωτόκολλο.

3.

Η Σχολή, στις δικαστικές και εν γένει σε όλες τις νομικές υποθέσεις που την αφορούν, υποστηρίζεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του (ν. 4831/2021, Α’ 170). Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του Οργανισμού του ΝΣΚ, η αρμοδιότητα της υποβολής ερωτημάτων προς το ΝΣΚ και της αποδοχής ή μη των σχετικών γνωμοδοτήσεων, καθώς και της έγκρισης ή μη των πρακτικών του ΝΣΚ επί των δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων της Σχολής ανήκει στον Γενικό Διευθυντή αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 53

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Η οικονομική διαχείριση της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4270/2014 (Α’ 143) με τον τρόπο και τα όργανα που καθορίζει ειδικός κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται, ύστερα από πρόταση του Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων, από το Διοικητικό Συμβούλιο και κυρώνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

2.

Το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποτελείται από έντεκα (11) μέλη και συγκεκριμένα: α. Τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β. τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γ. τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, δ. τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ε. τον Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, στ. τον Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ή της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, οι οποίοι ορίζονται εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία, ζ. τον Πρόεδρο της Ένωσης των Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, οι οποίοι ορίζονται εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία, η. ένα μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) από τη βαθμίδα του Καθηγητή των Νομικών Σχολών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης που ορίζεται με απόφαση της οικείας Γενικής Συνέλευσης εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία, και θ. τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή Πειραιώς ή Θεσσαλονίκης, εκ περιτροπής, με ενιαύσια θητεία.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)