Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 249/2005

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2005-10-18
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 249 7 Οκτωβρίου 2005 4225 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ

203.

Καθορισμός του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που καταβάλλει το Επικουρικό Ταμείο Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων στους μετόχους του. ................................................................................. 1 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ «Τροποποίηση και συμπλήρωση του υπ’ αριθμ. 100/ 1998 Κανονισμού “Περί συστάσεως ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.)”». ......................................................................................... 2 ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ (1) ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΡΙΘΜ. 203 Καθορισμός του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που καταβάλλει το Επικουρικό Ταμείο Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων στους μετόχους του.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις:

1.

Της παρ. 2 του άρθρου 80 του ν.2676/1999 «Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α.1)».

2.

Του άρθρου 90 του π.δ/τος 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ 98.Α).

3.

Την υπ’ αριθμ. 80015/22.4.2004 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας» (Β.598), όπως τροποποιήθηκε με τις υπ’ αριθμ. 80026/ 9.6.2004 (Β 883) και 80045/23.8.2004 (Β. 1293) όμοιες.

4.

Τη γνώμη του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων όπως διατυπώθηκε στα υπ.αριθμ.868/11/ 12.7.2004 (θέμα 2ο) και 880Λ//16.5.2005 (θέμα 5°) πρακτικά του Διοικητικού του Συμβουλίου.

5.

Την από Οκτωβρίου 2002 συνταχθείσα αναλογιστική μελέτη.

6.

Την υπ’ αριθμ. 22629/276/2.11.2004 οικονομική έκθεση της Δ/νσης Αναλογιστικών Μελετών.

7.

Τη γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης, που διατυπώθηκε κατά την 7Π Συνεδρίαση του Α. Κλιμακίου στις 21.4.2005 και 10η Συνεδρίαση του Α Κλιμακίου στις 2.6.2005.

8.

Το γεγονός ότι από το διάταγμα αυτό δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ούτε και του προϋπολογισμού του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων.

9.

Την 231/2005 γνωμοδότηση του ΣΤΕ μετά από πρόταση του Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Το εφάπαξ βοήθημα των εξερχόμενων της υπηρεσίας μετόχων του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων που έχουν ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 του ν.2084/92 (Α. 165) από 1.1.2006 και εφεξής υπολογίζεται με σταθερό συντελεστή 0,0920 επί των τακτικών μηνιαίων ασφαλιστικών αποδοχών των επί το σύνολο των μηνών ασφάλισης αυτών. Ως τακτικές μηνιαίες ασφαλιστικές αποδοχές για τον υπολογισμό του βοηθήματος αυτού νοούνται το πηλίκον της διαίρεσης του τμήματος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τους εξήντα (60) τελευταίους μήνες που προηγούνται της αποστρατείας - διαγραφής του, συμπεριλαμβανομένου και του μήνα της διαγραφής, επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες υπέρ του ταμείου κρατήσεις χωρίς να υπολογίζονται δώρα εορτών και επίδομα αδείας, δια του αριθμού των εξήντα (60) μηνών ασφάλισης της οριζόμενης κατά τα ανωτέρω χρονικής περιόδου. Οι κατά τα ανωτέρω οριζόμενες τακτικές μηνιαίες ασφαλιστικές αποδοχές είναι το σύνολο του βασικού μισθού και το 1/5 του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, όπου υπάρχει. Το υπολογιζόμενο κατά τον ανωτέρω τρόπο εφάπαξ βοήθημα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό που διαμορφώθηκε την 31.12.2005 σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος που έχουν τις ίδιες ασφαλιστικές προϋποθέσεις. Κάθε διάταξη της νομοθεσίας του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων που ρυθμίζει διαφορετικά το παραπάνω θέμα καταργείται.

Άρθρο 2

Η ισχύς του Διατάγματος αυτού, αρχίζει από 1.1.2006. Στον Υφυπουργό Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2005

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΝΙΚ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ F (2) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 158/2003 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του υπ’ αριθμ. 100/1998 Κανονισμού “Περί συστάσεως ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.)”». Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψιν:

1.

τας διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος,

2.

τας διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 3, 4 περ. ε.9, 42, 46 και 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 “Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος” (Φ.Ε.Κ. Α 146/1977),

3.

τας διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1181/1988 (Φ.Ε.Κ. Α 231/1988),

4.

την ανάγκην συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων επί σκοπώ βελτιώσεως των δομών της Υπηρεσίας και της περαιτέρω προστασίας και αξιοποιήσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

5.

την από 1.7.2003 απόφασιν της Δ.Ι.Σ.,

6.

την από 6.11.2003 απόφασιν Αυτής, ΨΗΦΙΖΕΙ Τον υπ’ αριθμ. 158/2003 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΝ έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 158/2003 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ’ αριθμ. 100/1998 Κανονισμού “Περί συστάσεως ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.)”». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α Άρθρον 1

1.

Η συσταθείσα, δια του υπ’ αριθμ. 100/1998 Κανονισμού (ΦΕΚ 261/Α/20.11.1998), Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) τελεί υπό την άμεσον εποπτείαν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

2.

Η λειτουργία αυτής διέπεται από τούς Ιερούς Κανόνας, τους νόμους του Κράτους και δη τον ν. 590/1977 (Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος) και τούς Κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου.

3.

Η υπ’ αυτής ασκουμένη Διοίκησις και Διαχείρισις αποσκοπεί εις την προαγωγήν του πνευματικού έργου της Εκκλησίας, εις την διακονίαν του Λαού της Ελλάδος και εις την κοινωνικήν προσφοράν και αλληλεγγύην. Άρθρον 2

1.

Η Ε.Κ.Υ.Ο., ως Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, διοικεί, διαχειρίζεται και αξιοποιεί: α. άπασαν την περιελθούσαν εις την διοίκησιν και διαχείρισιν της Εκκλησίας της Ελλάδος ρευστοποιητέαν μοναστηριακήν, κινητήν και ακίνητον, περιουσίαν, β. άπασαν την πέραν ταύτης κινητήν και ακίνητον περιουσίαν του πρ. Ο.Δ.Ε.Π., γ. άπαντα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία περιήλθον εις το Εκκλησιαστικόν Νομικόν Πρόσωπον της Εκκλησίας της Ελλάδος από της καταστάσεως Αυτής ως διαδόχου του Ο.Δ.Ε.Π. εν έτει 1988 και εντεύθεν ή θα περιέλθουν εις Αυτήν καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις το μέλλον.

2.

Η Ε.Κ.Υ.Ο., συμφώνως τω άρθρ. 46 παρ. 3 του ν. 590/1977 και τω άρθρ. 52 παρ. 2 του ν. 2778/1999, σχεδιάζει και επιμελείται, κατόπιν εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ., των της ιδρύσεως υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και της συμμετοχής Της εις αυτάς.

3.

Κατόπιν ειδικών Αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. μετέχει εις προτεινομένας συνεργασίας οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού περιεχομένου με εξουσιοδοτημένους φορείς άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (άρθρ. 9 παρ. δ του ν. 590/1977). Άρθρον 3 Η Ε.Κ.Υ.Ο., ως Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος (διαδόχου του πρώην ΟΔΕΠ κατά τας διατάξεις του αρθρ. 3 του ν. 1811/1988), έχει την αρμοδιότητα εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών δι' εκκλησιαστικάς κατασκευάς, συμφώνως τω άρθρ. 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 και τω άρθρ. 5 παρ. 14 του ν. 2940/2001, ως και της παρακολουθήσεως και στηρίξεως εκκλησιαστικών έργων. Η εν λόγω αρμοδιότης ασκείται δια του παρ' Αυτή Γραφείου Ναοδομίας, της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Άρθρον 4 Η Ε.Κ.Υ.Ο. έχει την ακόλουθον διάρθρωσιν:

1.

Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.)

2.

Γενική Διεύθυνσις 2.1. Διεύθυνσις Διοικήσεως 2.2. Διεύθυνσις Περιουσίας 2.3. Διεύθυνσις Οικονομικών 2.4. Διεύθυνσις Τεχνικών Υπηρεσιών 2.5. Γραφείον Εσωτερικού Ελέγχου 2.6. Γραμματεία Δ.Ε. 2.7. Γραφείον Νομικών Υποθέσεων 2.8. Γραφείον Προγραμματισμού 2.9. Γραφείον Θεσσαλονίκης 2.10. Γραφείον Δημοσίων Σχέσεων

3.

Διεύθυνσις Οικονομικής Επιθεωρήσεως ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (Δ.Ε.) Άρθρον 5 Ιεραρχική θέσις και σύνθεσις της Δ.Ε.

1.

Η Δ.Ε. είναι η υπερκειμένη ιεραρχικώς βαθμίς της Υπηρεσίας ταύτης, ελέγχουσα και συντονίζουσα τας δραστηριότητας αυτής.

2.

Συγκροτείται εκ τριών Αρχιερέων, ενός Ηγουμένου Ιεράς Μονής και τριών λαϊκών, επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, εχόντων γνώσεις και εμπειρίαν περί τα οικονομικά και νομικά θέματα.

3.

Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Αρχιερεύς.

4.

Γενικός Εισηγητής της Δ.Ε. είναι ο Γεν. Διευθυντής. Άπαντα τα θέματα των υπηρεσιών της Ε.Κ.Υ.Ο. δια την λήψιν αποφάσεων εισηγείται ο Γενικός Διευθυντής, τηρουμένων των διαδικασιών της ιεραρχικής προωθήσεώς των.

5.

Γραμματεύς ορίζεται υπό της Δ.Ε. κληρικός η λαϊκός της Υπηρεσίας ταύτης. Άρθρον 6 Συγκρότησις της Δ.Ε.

1.

Τα Μελη της Δ.Ε. διορίζονται μετά των αναπληρωτών αυτών, δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.), δια μίαν τριετίαν, δυναμένην να ανανεούται.

2.

Η Δ.Ι.Σ. δύναται, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως Αυτής, να αντικαταστήση, ωρισμένα ή άπαντα τα Μέλη της Δ.Ε., τακτικά ή αναπληρωματικά, δια το υπόλοιπον της θητείας των, εφ’ όσον συντρέχει αποχρών προς τούτο λόγος. Άρθρον 7 Λειτουργία της Δ.Ε.

1.

Η Δ.Ε. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον πέντε Μελών αυτής, εξ ων τρία κληρικά.

2.

Αι αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

3.

Ενισχυμένη πλειοψηφία τουλάχιστον εκ πέντε ψήφων απαιτείται: α. Δια τας δικαιοπραξίας της παρ. 2 και της παρ. 3 στοιχ. δ τοῦ άρθρου 8 του παρόντος. β. Δια την χρησιμοποίησιν των διαθεσίμων ή των κονδυλίων εκ του Προϋπολογισμού της Ε.Κ.Υ.Ο. προς αγοράν κινητών αξιών ή ακινήτων. γ. Δια την αγοράν ή πώλησιν ή αξιοποίησιν ή μετατροπήν μετοχών δια την κατασκευήν κτηρίων και έργων υποδομής, αγοράν ακινήτων κ.λ.π. δ. Δια την συμμετοχήν της Εκκλησίας της Ελλάδος εις επιχειρήσεις, δια την υπ’ Αυτής ίδρυσιν Α.Ε. ή Ε.Π.Ε., δι’ επιχορηγήσεις άνω των τριάκοντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (“30.000,00” €), δια την μείωσιν η διατήρησιν σταθερού μισθώματος δια χρονικόν διάστημα μέχρι δύο ετών, δια την πώλησιν ακινήτων, δια τον δανεισμόν υπό Πιστωτικών ή Επενδυτικών Ιδρυμάτων, δια την χορήγησιν εγγυήσεων υπό της Ιδίας υπέρ των εκκλησιαστικών Α.Ε. ή Ε.Π.Ε. και δια την παραχώρησιν ακινήτων προς διαχείρισιν από τας εκκλησιαστικάς Α.Ε. ή Ε.Π.Ε. ε. Δια την συμμετοχήν εις ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, repos και εν γένει εις νέα τραπεζικά προϊόντα.

4.

Τα Πρακτικά εκάστης Συνεδριάσεως καταχωρίζονται εις Η/Υ και CD και εκτυπούμενα βιβλιοδετούνται μετά των συνοδευτικών στοιχείων εκάστου θέματος, επικυρούνται δε κατά την έναρξιν της επομένης Συνεδριάσεως και εν συνεχεία υπογράφονται δεόντως. Τα Πρακτικά τηρούνται εις δύο πρωτότυπα, εξ ων το μεν εν εις το Αρχείον της Γραμματείας της Δ.Ε. το δε έτερον εις το Κεντρικόν Αρχείον της Υπηρεσίας. Ενυπόγραφα αντίγραφα τούτων εκδίδει ο Γραμματεύς της Δ.Ε. κατόπιν εντολής του Γεν. Διευθυντού. Επί επειγόντων θεμάτων τα Πρακτικά συντάσσονται και επικυρούνται αυθημερόν υπό του Προέδρου της Δ.Ε., του Γεν. Διευθυντού της Υπηρεσίας και του Γραμματέως.

5.

Επείγοντα θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως, συζητούνται εις την Δ.Ε. μετά από πρότασιν του Προέδρου και ομόφωνον γνώμην των Μελών Της.

6.

Τα Μελη της Δ.Ε. δύνανται να αιτούνται από τον Γεν. Διευθυντήν η τας αρμοδίας Διευθύνσεις πάντα τα χρήζοντα μελέτης στοιχεία εκ των φακέλλων των υπό εξέτασιν θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως, προκειμένου να διαμορφώσουν γνώμην επ’ αυτών. Άρθρον 8 Αρμοδιότητες της Δ.Ε.

1.

α. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφασίζει επί παντός θέματος αναγομένου εις τας εν άρθρω 2 του παρόντος Κανονισμού περιγραφομένας αρμοδιότητας της Υπηρεσίας ταύτης. β. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν γραπτών Εισηγήσεων του Γεν. Διευθυντού της Ε.Κ.Υ.Ο., καταχωρουμένων επακριβώς εις τα Πρακτικά. Αι εισηγήσεις προσυπογράφονται υπό των εκάστοτε αρμοδίων Διευθύνσεων και περιλαμβάνουν κατά περίπτωσιν και Γνωμοδότησιν του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων.

2.

Αι αποφάσεις της Δ.Ε. είναι οριστικαί, εκτός εάν αφορούν εις την αγοράν ή πώλησιν χρεωγράφων, εις την αγοράν ή πώλησιν ή αντιπαροχήν ή ανταλλαγήν ακινήτων ή την μακροχρόνιον μίσθωσιν τούτων (αρχικήν μίσθωσιν πέραν της δωδεκαετίας ή ανανέωσιν πέραν της εξαετίας) ή την μίσθωσιν με μηνιαίον μίσθωμα ανώτερον των πέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (5.000,00 €), οπότε χρήζουν της εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ. δια να καταστούν οριστικαί.

3.

Η Διοικούσα Επιτροπή: α. Εγκρίνει τούς γενικούς Όρους των Διακηρύξεων των πλειοδοτικών η μειοδοτικών Διαγωνισμών μετά των σχετικών τευχών. β. Εγκρίνει τα αποτελέσματα των δημοπρασιών και διαγωνισμών των αφορώντων εις δικαιοπραξίας της παρ. 2 του παρόντος άρθρου ή εις μισθώσεις ακινήτων με μηνιαίον μίσθωμα άνω των χιλίων ΕΥΡΩ (1.000,00 €). γ. Ψηφίζει αφ’ ενός μεν τον Προϋπολογισμόν και αφ’ ετέρου τον Απολογισμόν και τον Ισολογισμόν εκάστου έτους, τούς οποίους υποβάλλει εις την Δ.Ι.Σ. προς έγκρισιν. Ο Προϋπολογισμός, ο Απολογισμός και ο Ισολογισμός συνοδεύονται υπό αντιστοίχων Εκθέσεων της Οικονομικής Επιθεωρήσεως. δ. Αποφασίζει περί δικαστικών και εξωδίκων συμβιβασμών, διαιτησίας, παραιτήσεων από δικαίωμα αγωγής η ένδικα μέσα, που έχουν σχέσιν με την εν γένει εκκλησιαστικήν περιουσίαν. ε. Τροποποιεί τον Εσωτερικόν Κανονισμόν συστάσεως των θέσεων του προσωπικού και της ειδικωτέρας ς. Προτείνει εις την Δ.Ι.Σ. τον διορισμόν τακτικών υπαλλήλων εις υπαρχούσας κενάς οργανικάς θέσεις μονίμου ή ειδικού επιστημονικού ή βοηθητικού προσωπικού, ως και την πρόσληψιν προσωπικού με σύμβασιν εργασίας ωρισμένου χρόνου άνω των οκτώ μηνών ή με σύμβασιν έργου. ζ. Αποφασίζει δια την πρόσληψιν προσωπικού εις την Ε.Κ.Υ.Ο. με συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου, μη υπερβαινούσας τούς οκτώ μήνας ή συμβάσεως έργου, προς αντιμετώπισιν απροβλέπτου ή επειγούσης ή ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης. η. Αποφασίζει δια την ανανέωσιν των συμβάσεων του προσωπικού, την σύναψιν συμβάσεων με Ιατρόν εργασίας και ημερομίσθιον εργατοτεχνικόν προσωπικόν. θ. Εγκρίνει τας δαπάνας ποσών από είκοσι χιλιάδων ΕΥΡΩ (20.000,00 €) έως πεντήκοντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (50.000,00 €). Δι’ ανωτέρας του ποσού αυτού δαπάνας εισηγείται εις την Δ.Ι.Σ. την έγκρισίν των. ι. Εγκρίνει, προς αντιμετώπισιν μικροδαπανών είτε της Αρχιγραμματείας της Ιεράς Συνόδου, είτε των Συνοδικών Επιτροπών, είτε της Ε.Κ.Υ.Ο., την προκαταβολήν ποσού έως επτά χιλιάδων ΕΥΡΩ (7.000,00 €), επί αποδόσει λογαριασμού, του οποίου υπόλογος είναι ο εκάστοτε οριζόμενος διαχειριστής αυτού. ια. Μελετά και εγκρίνει τας προτεινομένας διεθνείς συμμετοχάς οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού χαρακτήρος μετά των Πατριαρχείων και των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, κατά το άρθρ. 2 παρ. 3 του παρόντος Κανονισμού. ιβ. Κατόπιν Εισηγήσεως του Γεν. Διευθυντού ορίζει ένα των Διευθυντών ως αναπληρωτήν του απουσιάζοντος ή δι’ οιανδήποτε αιτίαν κωλυομένου Γεν. Διευθυντού. ιγ. Ενεργεί, ητιολογημένως, ό,τι ενδείκνυται δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Υπηρεσίας. Άρθρον 9 Αρμοδιότητες του Προέδρου της Δ.Ε.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.