Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 249/2020
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 324 Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπόψη:
τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 και του άρθρου 13 του Συντάγματος,
τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1, του άρθρου 3, της περ. ε του άρθρου 4, του άρθρου 9, του άρθρου 42, της παρ. 2 του άρθρου 46 και της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 146), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32),
τις διατάξεις του εδαφίου 4 της παρ. 2 του άρθρου 3 της από 11.5.1988 «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή», η οποία κυρώθηκε διά του άρθρου 1 του ν. 1811/1988 (Α΄ 231),
τις διατάξεις της υποπαρ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32),
τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του υπ’ αρ. 3/1977 Κανονισμού «Περί των αρμοδιοτήτων, συνθέσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.)» (Α΄ 273),
την υπό στοιχεία Ι΄/ΕΗΔΙV/8.10.2020 εισήγηση της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο. περί διορθώσεως ημαρτημένων και βελτιώσεων επί του Κανονισμού υπ’ αρ. 317/2020 (Α΄ 97),
το από 3.11.2020 υπηρεσιακό σημείωμα του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Νομικής Υπηρεσίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,
την από 6.11.2020 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ψηφίζει τον υπ’ αρ. 324/2020 Κανονισμό έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 324/2020 «Οργανισμός της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) της Εκκλησίας της Ελλάδος»
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ
ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 1
Σύσταση
Η συσταθείσα δυνάμει του υπ’ αρ. 100/1998 Κανονισμού (Α΄ 261) Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) αποτελεί υπηρεσία οργανική μονάδα επιπέδου Γενικής Διευθύνσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος υποκείμενη στον ιεραρχικό έλεγχο της Ιεράς Συνόδου (εφεξής στο παρόν «Ε.Κ.Υ.Ο.» ή «υπηρεσία»).
Η λειτουργία της υπηρεσίας διέπεται από τους Ιερούς Κανόνες, τον ν. 590/1977, την λοιπή νομοθεσία που αφορά στην Εκκλησία της Ελλάδος και τους Κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου.
Η άσκηση των αρμοδιοτήτων του άρθρου 2 του παρόντος Κανονισμού συνιστά τον σκοπό της υπηρεσίας, επί τω τέλει της προαγωγής του πνευματικού έργου της Εκκλησίας, της διακονίας του λαού της Ελλάδας και της κοινωνικής προσφοράς και αλληλεγγύης.
α΄. Το σύνολο των κατ’ άρθρο 8 του ν. 4684/1930 (Α΄ 150) και τα εκτελεστικά του διατάγματα προσδιορισθέντων ακινήτων της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας, τα οποία διοικεί και διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, διά της Ε.Κ.Υ.Ο., ως οιονεί καθολική διάδοχος του «Οργανισμού Διοικήσεως Μοναστηριακής και Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.), αργότερα μετονομασθέντος ως «Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Δ.Ε.Π.) και ως «Οργανισμού Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.), από την ημερομηνία καταργήσεως του τελευταίου (13.10.1988), εξακολουθούν να αποτελούν (Α΄ 150), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αφ’ ετέρου των σκοπών, που θεραπεύονται από τους πόρους της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό. β΄. Όλες οι χρηματικές αξιώσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, τις οποίες διαχειρίζεται η Ε.Κ.Υ.Ο., οιασδήποτε μορφής (όπως παρακαταθέσεις χρημάτων σε πιστωτικά ιδρύματα, αξιογραφικοί ή παραξιογραφικοί τίτλοι, απαιτήσεις εκ συμβάσεων κ.λπ.), ακόμη και εάν προέρχονται αιτιωδώς από έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (π.χ. τραπεζικές συναλλαγές, μισθώσεις ακινήτων), τάσσονται προς άμεση εξυπηρέτηση των κατωτέρω ειδικών δημόσιων σκοπών, ήτοι για: αα) την άμεση αρωγή και οικονομική υποστήριξη των υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος, ββ) την επιχορήγηση των εποπτευομένων νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, γγ) την επιχορήγηση των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 (Ι. Μητροπόλεων, Ι. Μονών, Ενοριών κ.λπ.) και δδ) την προαγωγή του αγιαστικού, θρησκευτικού, εκκλησιαστικού πνευματικού έργου και φιλανθρωπικών, μορφωτικών και εν γένει φιλοκοινωνικών σκοπών της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. γ΄. Όλες οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Ελλάδος περί τη διοίκηση και διαχείριση της ρευστοποιητέας περιουσίας της παρ. 4 του παρόντος άρθρου τελούν υπό τους όρους του άρθρου 20 του ν. 4684/1930 περί του Ο.Δ.Ε.Π., τον οποίο διαδέχθηκε από την κατάργησή του η Εκκλησία της Ελλάδος.
Άρθρο 2
Αρμοδιότητες
Στην αρμοδιότητα της Ε.Κ.Υ.Ο. ως υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ανήκει: α΄. η διοίκηση, διαχείριση, αξιοποίηση και δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της προσδιορισθείσας κατά το άρθρο 8 του ν. 4684/1930 (Α΄ 150) και τα σε εκτέλεσή του σχετικά προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα) ως ρευστοποιητέας (εκποιητέας) μοναστηριακής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθ’ όσον κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 1811/1988 (Α΄ 231), ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργήθηκε από της δημοσιεύσεως του ν. 1811/1988 και έκτοτε περιήλθε στην Εκκλησία της Ελλάδος, ως οιονεί καθολική διάδοχό του, η διοίκηση και διαχείριση της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας, β΄. η διοίκηση, διαχείριση, αξιοποίηση, δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της κατά τα ως άνω προσδιορισθείσας ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας των Ιερών Μονών, οι οποίες συνεβλήθησαν με το Δημόσιο στην από 11.5.1988 Σύμβαση, η οποία κυρώθηκε διά του άρθρου 1 του ν. 1811/1988 (Α΄ 231), γ΄. η διοίκηση, διαχείριση, αξιοποίηση, δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της ανήκουσας κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον καταργηθέντα Ο.Δ.Ε.Π. ακίνητης, κινητής και άυλης περιουσίας, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην Εκκλησία της Ελλάδος κατόπιν της καταργήσεως του Ο.Δ.Ε.Π., δ΄. η διοίκηση, διαχείριση αξιοποίηση, δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση κάθε άλλης ακίνητης, κινητής και άυλης περιουσίας, η οποία ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην Εκκλησία της Ελλάδος ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ε΄. η διοίκηση, διαχείριση αξιοποίηση, δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση της περιουσίας, η οποία παραχωρήθηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος δυνάμει της από 18.9.1952 Συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Δ.Ε.Π. και της Εκκλησίας της Ελλάδος (κυρωθείσας διά του ν.δ. της 26.9.1952, Α΄ 289) και των τροποποιητικών της Συμβάσεων, καθώς και η άσκηση παντός δικαιώματος (της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Μονών και του καταργηθέντος Ο.Δ.Ε.Π.), το οποίο απορρέει ή ερείδεται επί των ανωτέρω Συμβάσεων, περιλαμβανομένης και της αρμοδιότητας εισηγήσεων στη Δ.Ι.Σ. προς άσκηση, κατόπιν εγκρίσεως αυτής, των δικαιωμάτων, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 26 του ν.δ. 3096/1954 (Α΄ 253), και προς εκτέλεση των σχετικών αποφάσεών της, στ΄. η αρμοδιότητα εισηγήσεως κανονιστικών πράξεων προς τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της διοικήσεως, ελέγχου, διαφυλάξεως και καταγραφής, λογιστικής διαχειρίσεως, αναθέσεως, εκπονήσεως και διενέργειας έργων, μελετών, προμηθειών και υπηρεσιών, εκποιήσεως και εκμισθώσεως και για κάθε εν γένει ζήτημα της διαχειρίσεως και αξιοποιήσεως της ακίνητης, κινητής ή άυλης περιουσίας, η οποία ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ή κατά διοίκηση και διαχείριση στην Εκκλησία της Ελλάδος (παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 590/1977, ως ισχύει).
Η Ε.Κ.Υ.Ο. σχεδιάζει και επιμελείται, κατόπιν εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ., της ιδρύσεως από την Εκκλησία της Ελλάδος εταιρειών κάθε νομικής μορφής και της συμμετοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος σε αυτές, εισηγείται προς τη Δ.Ι.Σ. τα μέλη διοικήσεως των εταιρειών και την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις οποίες μετέχει αμέσως ή εμμέσως η Εκκλησία της Ελλάδος και εισηγείται προς τη Δ.Ι.Σ. εν γένει περί της ιδρύσεως εταιρειών, δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 590/1977, της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 2778/1999 και της εν ισχύι εκάστοτε νομοθεσίας.
Κατόπιν αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. δύναται να μετέχει σε προτεινόμενες συνεργασίες οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού περιεχομένου μετ’ εξουσιοδοτημένων φορέων άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (της περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 590/1977).
Όσες αρμοδιότητες δεν απονέμονται διά του παρόντος στην Ε.Κ.Υ.Ο. ανήκουν στη Δ.Ι.Σ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 3
Διάρθρωση Ε.Κ.Υ.Ο. Η Ε.Κ.Υ.Ο. έχει την ακόλουθη διάρθρωση:
Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.). 1.1. Αυτοτελές Γραφείο Γραμματείας Δ.Ε.
Γενική Διεύθυνση. 2.1. Διεύθυνση Διοικήσεως. 2.2. Διεύθυνση Ακίνητης Περιουσίας. 2.5. Διεύθυνση Αναπτύξεως. 2.6. Τεχνικό Συμβούλιο. 2.7. Αυτοτελές Γραφείο Νομικού Συμβούλου. 2.8. Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων. 2.9. Αυτοτελές Γραφείο Διασφαλίσεως Ποιότητας. 2.10. Αυτοτελές Γραφείο Μακεδονίας Θράκης. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (Δ.Ε.)
Άρθρο 4
Ιεραρχική θέση και συγκρότηση της Δ.Ε.
Η Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.) αποτελεί συλλογικό όργανο διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, ελέγχει και συντονίζει τις δραστηριότητες της Ε.Κ.Υ.Ο.
Η Δ.Ε. συγκροτείται εκ τεσσάρων Αρχιερέων και ενός Ηγουμένου Ιεράς Μονής με τα αντίστοιχα αναπληρωματικά τους μέλη.
Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Αρχιερεύς. Σε περίπτωση που απουσιάζει ή κωλύεται ο Πρόεδρος της Δ.Ε., την ημερήσια διάταξη των συνεδριών υπογράφει και προεδρεύει στη συνεδρία ο επόμενος κατά τα πρεσβεία Αρχιερωσύνης Αρχιερεύς.
Εισηγητής της Δ.Ε. είναι ο Γενικός Διευθυντής της Ε.Κ.Υ.Ο. Όταν ο Γενικός Διευθυντής κωλύεται να μετάσχει, αναπληρούται είτε από τον αναπληρωτή Γεν. Διευθυντή, εφ’ όσον έχει ορισθεί, είτε από υπάλληλο της υπηρεσίας, που ορίζει ο ίδιος. Στον Γενικό Διευθυντή υποβάλλονται όλα τα θέματα των υπηρεσιών της Ε.Κ.Υ.Ο. για τη λήψη αποφάσεων.
Γραμματέας ορίζεται από τη Δ.Ε. κληρικός ή λαϊκός υπάλληλος της υπηρεσίας, ο οποίος παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Στις συνεδριάσεις της Δ.Ε. δύναται να κληθούν ειδικοί επιστημονικοί ή τεχνικοί σύμβουλοι για να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί συγκεκριμένων θεμάτων της ημερήσιας διάταξης είτε αμισθί είτε επ’ αμοιβή. Ομοίως δύναται να παρίσταται ο Νομικός Σύμβουλος της Ε.Κ.Υ.Ο., όταν καλείται για την παροχή απαντήσεων σε αναφυόμενα νομικά ερωτήματα. Τα ανωτέρω πρόσωπα καλούνται στη συνεδρίαση είτε από τον Γενικό Διευθυντή να γνωμοδοτήσουν επί της εισηγήσεώς του είτε από τον Πρόεδρο της Δ.Ε. προς παροχή γνώμης κατά τη συζήτηση θέματος της ημερήσιας διάταξης και αποχωρούν προ της λήψεως αποφάσεων.
Η πρόσκληση του Προέδρου με την ημερήσια διάταξη και το εισηγητικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή κοινοποιείται το αργότερο 48 ώρες προ της συνεδριάσεως της Δ.Ε.
Άρθρο 5
Διορισμός της Δ.Ε.
Τα πέντε τακτικά μέλη της Δ.Ε. και τα πέντε αναπληρωματικά μέλη της Δ.Ε. ορίζονται από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Δ.Ι.Σ.), για τριετή θητεία δυναμένη να ανανεούται.
Η Δ.Ι.Σ. δύναται να αντικαταστήσει ορισμένα ή και όλα τα μέλη της Δ.Ε., τακτικά ή αναπληρωματικά, και προ της λήξεως της θητείας τους.
Κατόπιν του διορισμού των επί θητεία μελών της Δ.Ε., η Δ.Ε. συγκροτείται σε σώμα από τον Πρόεδρό της.
Άρθρο 6
Λειτουργία της Δ.Ε.
Η Δ.Ε. συνέρχεται σε τακτική συνεδρίαση μία φορά τον μήνα προ της συνεδρίας της Δ.Ι.Σ. και εκτάκτως όταν κριθεί απαραίτητο από τον Πρόεδρό της. Η Δ.Ε. βρίσκεται σε απαρτία εφόσον είναι παρόντες τουλάχιστον τρία μέλη της. Οι συνεδριάσεις επιτρέπονται και με τηλεδιάσκεψη μέσω πλατφόρμας, που αναγράφεται στην πρόσκληση και στο πρακτικό συνεδρίας.
Οι αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία τουλάχιστον εκ τριών (3) ψήφων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Για κάθε απόφαση της Δ.Ε. απαιτείται προηγούμενη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο. κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 2 της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 7 του παρόντος.
Ενισχυμένη πλειονοψηφία τουλάχιστον των 2/3 των Συνοδικών Μελών της Δ.Ι.Σ. απαιτείται για την λήψη απόφασης της Δ.Ι.Σ. επί εισηγήσεων της Δ.Ε., οι οποίες αφορούν: α΄. Τις δικαιοπραξίες της παρ. 2, ως και τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του στοιχείου η΄ της παρ. 3 του άρθρου 7 του παρόντος. β΄. Την αγορά ή πώληση ή αξιοποίηση ή μετατροπή μετοχών και εν γένει κινητών αξιών, όπως και τη συμμετοχή σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, repos και εν γένει σε τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα. γ΄. Την κατασκευή κτιρίων και έργων υποδομής, την αγορά και πώληση ακινήτων. δ΄. Τη μείωση ή διατήρηση σταθερού μισθώματος για χρονικό διάστημα άνω των τριών ετών, εφ’ όσον το αρχικό μίσθωμα υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500,00 €) ή ζητείται περαιτέρω μείωση ή διατήρηση σταθερού μισθώματος ανεξαρτήτως του ύψους του μισθώματος. ε΄. Την παροχή επιχορηγήσεων άνω των τριάκοντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €). στ΄. Τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε επιχειρήσεις, την ίδρυση από την Εκκλησία της Ελλάδος κάθε νομικής μορφής εταιρειών και την παραχώρηση ακινήτων προς διαχείριση από τις εταιρείες της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 590/1977, οποιασδήποτε νομικής μορφής. ζ΄. Τον δανεισμό από πιστωτικά ή επενδυτικά ιδρύματα, καθώς και για τη χορήγηση εγγυήσεων από την Εκκλησία της Ελλάδος υπέρ των κάθε νομικής μορφής εταιρειών της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 590/1977.
Το πρακτικό συνεδρίασης της Δ.Ε. συντάσσεται από τον γραμματέα και επικυρώνεται από τον Πρόεδρό της. Η υπογραφή του Προέδρου της Δ.Ε. ή του αναπληρωτή του αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξεως της Δ.Ε. Τα πρακτικά εκάστης συνεδριάσεως καταχωρίζονται σε Η/Υ, τηρούνται ως ψηφιακά αρχεία και εκτυπούμενα αντίγραφα των πρακτικών της Δ.Ε. εκδίδει ο Γραμματέας της Δ.Ε. κατόπιν εντολής του Προέδρου ή του Γενικού Διευθυντή. Επί επειγόντων θεμάτων τα πρακτικά συντάσσονται και επικυρώνονται αυθημερόν από τον Πρόεδρο της Δ.Ε., τον Γενικό Διευθυντή και τον Γραμματέα.
Θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως συζητούνται στη Δ.Ε. κατόπιν εισηγήσεως του Γενικού Διευθυντή και της σύμφωνης γνώμης της πλειονοψηφίας των μελών της.
Τα μέλη της Δ.Ε. και οι προσκαλούμενοι ειδικοί επιστημονικοί ή τεχνικοί σύμβουλοι της παρ. 6 του άρθρου 4 του παρόντος μέσω της Γραμματείας της Γενικής Διευθύνσεως λαμβάνουν γνώση των στοιχείων των φακέλων που χρήζουν μελέτης για την εξέταση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης προκειμένου να διαμορφώσουν γνώμη επ’ αυτών.
Άρθρο 7
Αρμοδιότητες της Δ.Ε.
α΄. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφασίζει ή εισηγείται επί παντός θέματος αναγομένου στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας κατά το άρθρο 2 του παρόντος. β΄. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν γραπτών ή προφορικών εισηγήσεων του Γενικού Διευθυντή της Ε.Κ.Υ.Ο. Για την αιτιολόγηση των εισηγήσεων ο Γενικός Διευθυντής, πέρα από την προφορική ή γραπτή γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου της Ε.Κ.Υ.Ο., δύναται να συνυποβάλλει εισηγήσεις των αρμοδίων Διευθύνσεων, γνωμοδοτήσεις του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων ή των ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών συμβούλων.
Οι αποφάσεις της Δ.Ε. είναι οριστικές, εκτός εάν αφορούν αγορά ή αντιπαροχή ή ανταλλαγή ακινήτων ή μακροχρόνια μίσθωση ακινήτων, ήτοι αρχική μίσθωση πέραν της δωδεκαετίας ή ανανέωση μισθώσεως πέραν της τριετίας ή τη μίσθωση ακινήτων δι’ ανταλλάγματος ή μηνιαίου μισθώματος άνω των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €) ή την πώληση ακινήτων άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €) ή την αποποίηση κληρονομικού δικαιώματος, οπότε απαιτείται απόφαση της Δ.Ι.Σ.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.