Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 25/2015
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 25 24 Φεβρουαρίου 2015 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Τύπος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως των Εφημερίων και Διακόνων, και διαδικασία συμπληρώσεως αυτής ........................................................................................................ 1 Περί της αξιολογήσεως των εκκλησιαστικών υπαλλήλων ....................................................................................................... 2 ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ Διόρθωση σφάλματος στο π.δ. 111/2014 «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 178/Α΄/29−8−2014 ....................................................... 3 ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (1) ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 264/2015 Τύπος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως των Εφημερίων και Διακόνων, και διαδικασία συμπληρώσεως αυτής. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
Τα άρθρα 1 παρ. 2 και 38 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Το άρθρο 11 του Κανονισμού 230/2012 «Περί Εφημερίων και Διακόνων» (ΦΕΚ 73/Α΄/2012).
Το υπ’ αριθμ. 53/30−4−2014 Προεδρικόν Διάταγμα (ΦΕΚ 105/Α΄/2012).
Την από 31−8−2012 απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, περί του τύπου του Εντύπου Αξιολογήσεως των εφημερίων και διακόνων.
Την από 10−10−2012 απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου περί της αξιολογήσεως των εφημερίων και διακόνων.
Την υπ’ αριθμ. 2932/16−10−2012 Εγκύκλιον της Ιεράς Συνόδου «Περί του εντύπου της Εκθέσεως Αξιολογήσεως των Εφημερίων και Διακόνων και του τρόπου συμπληρώσεως αυτής».
Την από 3−2−2015 απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.
Το γεγονός ότι εκ της παρούσης δεν προκαλείται δαπάνη, αποφασίζει: Εγκρίνει και δημοσιεύει την υπ’ αριθμ. 264/2014 Κανονιστικήν Διάταξιν ως εξής: Κανονιστική Διάταξις αρ. 264/2015 «Τύπος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως των Εφημερίων και Διακόνων, και διαδικασία συμπληρώσεως αυτής»
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής και τύπος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως
Έκθεση Αξιολογήσεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 του Κανονισμού 230/2012 (ΦΕΚ 73/Α΄/2012), συντάσσεται για όλους τους Εφημερίους και τους Διακόνους, καθώς επίσης και για τους Ιεροκήρυκες που κατέχουν εφημεριακή θέση. Οι Ιεροκήρυκες του Ν. 1811/1987 και του Ν. 817/1978, αν και λογίζονται ως εκκλησιαστικοί υπάλληλοι (άρθρ. 1 παρ. 2 του Κανονισμού 5/1978), αξιολογούνται σύμφωνα με το υπόδειγμα και τις διατάξεις της παρούσης, ένεκα της λειτουργικής, διδακτικής και ποιμαντικής φύσεως της τε ιερωσύνης και της ειδικής αυτών διακονίας.
Ο ακριβής τύπος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως των Κληρικών (Εφημερίων και Διακόνων) περιέχεται στο Παράρτημα της παρούσης, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας αποτελεί.
Άρθρο 2
Χρόνος διενεργείας της αξιολογήσεως − αξιολογητές
Η Έκθεση Αξιολογήσεως συντάσσεται εντός του πρώτου τριμήνου εκάστου έτους, αφορά στην κατά το παρελθόν έτος αποτύπωση της διακονίας του εφημερίου, ιεροκήρυκος ή διακόνου, και χρησιμεύει αποκλειστικώς στην απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, το οποίο σύμφωνα με το άρθρ. 11 παρ. 2 του Κανονισμού 230/2012 επέχει θέση Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αποφαινομένου περί των βαθμολογικών προαγωγών των εφημερίων και διακόνων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ν. 4024/2011. Για τις βαθμολογικές προαγωγές των Ιεροκηρύκων του Ν. 817/1978 και του Ν. 1811/1988 αρμόδια είναι το Τριμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Ιερών Μητροπόλεων και το Τριμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Εκκλησιαστικών Οργανισμών αντίστοιχα, αμφότερα εδρεύοντα παρά τη Ιερά Συνόδω.
Ως πρώτος αξιολογητής ορίζεται, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Κανονισμού 230/2012, ο Αρχιερατικός Επίτροπος της περιφερείας, όπου διακονεί ο Κληρικός. Ως δεύτερος αξιολογητής ορίζεται από τον Κανονισμό ο 193
Σε περίπτωση κατά την οποία, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του πρώτου ή του δεύτερου αξιολογητή, ή και των δύο, κατά τις πρόνοιες του ανωτέρω Κανονισμού, είτε επειδή δεν υφίστανται Αρχιερατικοί Επίτροποι, είτε επειδή ο οικείος Μητροπολίτης δεν έχει διορίσει Πρωτοσύγκελλο ή Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο, είτε επειδή ο κρινόμενος είναι ο ίδιος ο Πρωτοσύγκελλος ή ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος η κάποιος από τους Αρχιερατικούς Επιτρόπους, είτε επειδή κατά τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου υφίστανται βάσιμες υπόνοιες μεροληψίας εκ μέρους κάποιου αξιολογητή και αυτός πρέπει να εξαιρεθεί, τότε ως αξιολογητής ορίζεται με πράξη του Μητροπολίτου Κληρικός, ο οποίος παρέχει ηυξημένα εχέγγυα δικαίας αντιμετωπίσεως των Κληρικών, κατά κρίσιν αγαθού ανδρός. Υπ’ αυτή την έννοια τεκμαίρονται π.χ. οι δύο Κληρικοί−μέλη του Επισκοπικού Δικαστηρίου της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή οι δύο Εφημέριοι−μέλη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 3
Αυτοαξιολόγηση
Σύμφωνα με το άρθρο 11, παρ. 1, εδ. 3 του Κανονισμού 230/2012, το πρώτο μέρος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως συντάσσεται από τον ίδιο τον αξιολογούμενο Κληρικό. Και τούτο διότι ο αξιολογούμενος Κληρικός δεν αποτελεί μόνον το αντικείμενο της αξιολογήσεως, αλλά συμμετέχει σ’ αυτήν εκφέροντας τον δικό του λόγο και καταθέτοντας τη δική του άποψη. Έτσι, εκπληρώνεται και η συνταγματική επιταγή περί προηγουμένης ακροάσεως του διοικουμένου (άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος). Προς τούτο δηλώνονται τα στοιχεία του προσώπου και η υφιστάμενη υπηρεσιακή κατάσταση, καθώς και οι βασικοί τίτλοι σπουδών, εκείνοι δηλαδή που λαμβάνονται υπ’ όψη για την κατάταξη του Κληρικού σε συγκεκριμένη μισθολογική κατηγορία (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ).
Κατόπιν ο Κληρικός καλείται να περιγράψει: α) τα καθήκοντά του κατά τον χρόνο της Αξιολογήσεως (δηλαδή κατά το παρελθόν έτος) καθώς και την ανταπόκρισή του σε αυτά, β) τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπισε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, και γ) την τυχόν επιμόρφωσή του, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά την υπό αξιολόγηση περίοδο, είτε από πιστοποιημένους φορείς είτε από Συνέδρια, επιμορφωτικά Προγράμματα κ.λπ.
Το πρώτο μέρος κατακλείεται με την αυτοβαθμολόγηση του αξιολογουμένου Κληρικού στα επί μέρους κριτήρια, τα οποία εν συνεχεία θα βαθμολογήσουν οι αξιολογητές. Η βαθμολογία του Κληρικού στον εαυτό του είναι ενδεικτική, δεν λαμβάνεται υπόψη από τους βαθμολογητές και δεν συνυπολογίζεται κατά τον προσδιορισμό του μέσου όρου της βαθμολογίας, η οποία προσμετράται για τον σχηματισμό κρίσεως από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Άρθρο 4
Γενικές αρχές της αξιολογήσεως Η συμπλήρωση του εντύπου πρώτα από τον αξιολογούμενο και έπειτα από τους αξιολογητές, γίνεται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην παρούσα και με σημείωση πραγματικών γεγονότων και στοιχείων. Προσωπικοί χαρακτηρισμοί η εκτιμήσεις δέον όπως αποφεύγονται. Η βαθμολογία πρέπει να είναι αντικειμενική, προσεκτική και με μεγάλη διάκριση εκ μέρους των αξιολογητών. Δεν είναι δυνατόν να βαθμολογούνται όλοι με την ίδια βαθμολογία, διότι με τον τρόπο αυτό αδικούνται οι εργατικοί και επαναπαύονται οι ράθυμοι.
Άρθρο 5
Αξιολόγηση από τον Α΄ αξιολογητή
Κατά το άρθρο 11, παρ. 1, εδ. 4 του Κανονισμού 230/2012, το δεύτερο μέρος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως συντάσσεται από τον πρώτο αξιολογητή.
Ο βαθμολογητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη του ότι η αξιολόγηση Κληρικού είναι εξ ορισμού δύσκολη, και τούτο διότι υφίστανται τμήματα της ποιμαντικής διακονίας εξ αρχής απόρρητα, ή καλυπτόμενα από την αναγκαία διάκριση, ώστε να μη καθίστανται εμφανή (π.χ. το απόρρητο της Εξομολογήσεως, η προστασία προσωπικών δεδομένων των βοηθουμένων από τις προνοιακές δραστηριότητες της Εκκλησίας). Εν όψει αυτού, η αξιολόγηση απαιτεί διάκριση, αντικειμενικότητα και σφαιρικότητα. Η δυσχέρεια της αξιολογήσεως επιτείνεται από το γεγονός ότι η αξιολόγηση πρέπει να αποτυπωθεί σε βαθμολογική κλίμακα (από το 0 έως το 10), ενώ για τους βαθμούς 9 και 10, αλλά και τους κάτω του 4, απαιτείται σαφής και συγκεκριμένη αιτιολογία, αναφέροντας πραγματικά στοιχεία ή περιστατικά και πάντως αποφεύγοντας τις προσωπικές εκτιμήσεις ή χαρακτηρισμούς.
Το πρώτο, το οποίο βαθμολογείται, είναι η απόδοση του Κληρικού στα Γενικά Εφημεριακά Καθήκοντα, συνδεόμενη άμεσα με την κατάρτιση αυτού, νοούμενη όχι μόνον ως απόκτηση τίτλων σπουδών, αλλά κυρίως ως γνώση και βίωση της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Στις τρεις υποομάδες ελέγχεται: α) η διαρκής κατάρτιση και ενημέρωση του Κληρικού, β) η δυνατότητα εξωτερικεύσεως και μεταλαμπαδεύσεως των θεολογικών γνώσεων και των πνευματικών εμπειριών, αλλά και γ) η συνέπεια κατά την άσκηση των εφημεριακών καθηκόντων (φυσική παρουσία του Κληρικού στον Ιερό Ναό, συνέπεια στην πραγματοποίηση των Ακολουθιών και των ποιμαντικών δραστηριοτήτων, ανταπόκριση στις απαιτήσεις της Ενορίας κ.λπ.).
Δεύτερο στοιχείο βαθμολογήσεως είναι η ποιμαντική διακονία, όπως αυτή διαπιστώνεται στην πράξη (Ειδικά Εφημεριακά καθήκοντα). Στις τρεις υποομάδες βαθμολογείται: α) η διακονία στο παγιωμένο ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τους Ιερούς Κανόνες και το Τυπικό της Εκκλησίας μας, τις Εγκυκλίους της Ιεράς Συνόδου και του επιχωρίου Μητροπολίτη, αλλά και την εντόπια συνήθεια και πρακτική, β) η ικανότητα ανταποκρίσεως σε ειδικές συνθήκες και έκτακτες ποιμαντικές καταστάσεις, εφ’ όσον υπάρξουν, οπότε και αποτυπώνεται ο ζήλος και η πιστότητα στο ιερατικό καθήκον, και γ) βαθμολογείται ο,τι εξωτερικεύει την ιεραποστολική διάθεση και επιθυμία με την ανάληψη πρωτοβουλιών, την εφαρμογή καινοτόμων ποιμαντικών μεθόδων, αλλά και την εφευρετικότητα με την υποβολή και υλοποίηση προτάσεων για στοχευμένη ποιμαντική δράση.
Σημαντικό στοιχείο του «αλιέως των ανθρώπων» είναι η προσεγμένη, φιλάδελφη και πνευματική συμπεριφορά. Ήδη το άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού 230/2012 ορίζει την έννοια του Εφημερίου ως εξής: «Εφημέριος καλείται Κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, με βαθμό Πρεσβυτέρου, κανονικώς χειροτονημένος και κανονικώς εξαρτημένος εκ του επιχωρίου Μητροπολίτου, ο οποίος καλύπτει τις λατρευτικές, τις ποιμαντικές και τις προνοιακές ανάγκες της ενορίας, εντασσόμενος σε μία από τις ειδικότερες κατηγορίες, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 1 του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 8/1979 «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 1/5.1.1980)». Επομένως το πρώτιστο που βαθμολογείται είναι η συμπεριφορά και συνεργασία με τον επιχώριο Μητροπολίτη (α), αλλά και τα διοικητικά όργανα κιθάρα», όχι μόνον για τον εαυτό του, αλλά γιατί γίνεται επί πλέον η γέφυρα ενότητος και ο σύνδεσμος του ποιμνίου της Ενορίας προς τον Επίσκοπο. Επομένως, πέραν της αρμόζουσας συμπεριφοράς και συνεργασίας με την οικεία εκκλησιαστική αρχή, απαραίτητη και εκ των ων ουκ άνευ είναι και η δέουσα συμπεριφορά προς το Χριστεπώνυμο πλήρωμα (β), ώστε να προσωποποιεί τον Ιερέα ως πατέρα του. Ομοίως, βαθμολογείται και η συμπεριφορά και συνεργασία με συνεφημερίους και τοπικές αρχές (γ), μιας που σε περιόδους κρίσιμες, όπως η σύγχρονη, η συνεργασία είναι απαραίτητο στοιχείο υπερβάσεως προβλημάτων και ανακουφίσεως του ανθρώπινου πόνου.
Στοιχείο το οποίο βαθμολογεί ο πρώτος βαθμολογητής είναι και η επιμόρφωση. Πρωτίστως επιβάλλεται να λαμβάνεται υπ’ όψη η επιμόρφωση, η οποία πραγματοποιείται από πιστοποιημένους προς τούτο φορείς (α). Γι’ αυτό και σε κάθε περίπτωση, οι βεβαιώσεις τέτοιων φορέων λαμβάνονται υπ’ όψη και αυτοτελώς κατά τις βαθμολογικές προαγωγές των Κληρικών, ιδίως σε περιπτώσεις ισοβαθμίας. Επειδή όμως, λόγοι τοπικής σκοπιμότητος και ποιμαντικής αναγκαιότητος επιβάλλουν την καθιέρωση και τη διοργάνωση από τις Ιερές Μητροπόλεις κατά τόπους επιμορφωτικών σεμιναρίων, ημερίδων και Ιερατικών Συνάξεων η Συνεδρίων, η συμμετοχή σε αυτά λαμβάνεται υπ’ όψη κατά την αξιολόγηση του Κληρικού (β), ασχέτως του γεγονότος ότι δεν παρέχεται βεβαίωση από πιστοποιημένο φορέα επιμορφώσεως, χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική επίδοση και βαθμολογείται αναλόγως. Ως εξαιρετική επίδοση (γ) λογίζονται επίσης η συμμετοχή του Κληρικού ως ομιλητή σε Συνέδριο, η συγγραφή (π.χ. άρθρογραφία, έκδοση βιβλίων ...), η ενεργός συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα της Μητροπόλεως (π.χ. Καθηγητής Σχολής Βυζαντινής Μουσικής, Σχολής Γονέων ...) κ.λπ. Αυτονόητο είναι ότι πρωταρχική αναγκαιότητα αποτελεί η επιμόρφωση των Κληρικών από πιστοποιημένο φορέα, ενώ όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως συμπληρωματικά.
Τέλος, ο πρώτος αξιολογητής οφείλει να καταθέσει ελευθέρως και κατά την κρίσιν του, τις προτάσεις η τις παρατηρήσεις του για τη βελτίωση της αποδόσεως του αξιολογουμένου. Αυτό το τμήμα δεν βαθμολογείται, ούτε λαμβάνεται υπ’ όψη κατά την κρίση προαγωγής του Εφημερίου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Υφίσταται ως αφορμή προτροπής, αλλά και προηγούμενης καταγραφής προειδοποιήσεων προς τον αξιολογούμενο, από κάποιον, κατά τεκμήριο εμπειρότερό του, Κληρικό. Επειδή δε οι Εκθέσεις Αξιολογήσεως είναι προσβάσιμες από αυτούς στους οποίους αφορούν, η όποια πρόταση ή παρατήρηση έχει χαρακτήρα επίσημο και ουσιαστικό και επιβάλλεται να διατυπώνεται μετά προσοχής.
Άρθρο 6
Αξιολόγηση από τον Β΄ αξιολογητή Κατά το άρθρο 11, παρ. 1, εδ. 4 του Κανονισμού 230/2012, το τρίτο μέρος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως συντάσσεται από τον δεύτερο αξιολογητή. Όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για τον τρόπο βαθμολογήσεως από τον πρώτο βαθμολογητή, ισχύουν αναλόγως και για το δεύτερο. Η ουσιαστική διαφορά έγκειται στο ότι σε περίπτωση αποκλίσεως της βαθμολογίας του δευτέρου από τον πρώτο αξιολογητή, η οποία υπερβαίνει τις δύο μονάδες, τότε ο δεύτερος αξιολογητής οφείλει να αιτιολογήσει σαφώς και συγκεκριμένως την διαφοροποίησή του αυτή. Η ειδική τούτη αιτιολογία δεν μπορεί να στηριχθεί σε αξιολογικούς χαρακτηρισμούς, αλλά σε πραγματικά περιστατικά.
Άρθρο 7
Αξιολόγηση των ειδικών εφημεριακών καθηκόντων Κατά το άρθρο 11, παρ. 2, στοιχ. β , σε περίπτωση κατά την οποία στον Εφημέριο έχει ανατεθεί ιδιαίτερη υπευθυνότητα (π.χ. Προεδρία Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ευθύνη Φιλοπτώχου Ταμείου, ευθύνη Νεότητος, ευθύνη κάποιου Ιδρύματος, κ.λπ.), για την ιδιαίτερη αυτή υπευθυνότητα αξιολογείται ειδικώς από τον γενικώς αρμόδιο της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως για τη συγκεκριμένη διακονία (για τα ανωτέρω παραδείγματα αντιστοίχως, από τον Πρωτοσύγκελλο η Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο, από τον υπεύθυνο του Γενικού Φιλοπτώχου Ταμείου, από τον υπεύθυνο του Γραφείου Νεότητος.... κ.λπ.). Σε περίπτωση κατά την οποία σε έναν Εφημέριο έχουν ανατεθεί περισσότερα του ενός ειδικά εφημεριακά καθήκοντα, τότε αξιολογείται βαθμολογούμενος διαδοχικώς από τους αντιστοίχους αρμοδίους και εξάγεται ο μέσος όρος.
Άρθρο 8
Σημείωση ποινών Στο τέλος της Εκθέσεως Αξιολογήσεως και προ της θεώρησής της από τον οικείο Μητροπολίτη, αναγράφονται οι ποινές, οι οποίες κατεγνώσθησαν σε βάρος του αξιολογούμενου Κληρικού κατά το παρελθόν έτος. Για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων οι ποινές καταχωρίζονται χωρίς να προσδιορίζεται, ούτε καν γενικώς, το παράπτωμα εξ αιτίας του οποίου επιβλήθηκαν (π.χ. «αργία ενός μηνός» και όχι «αργία ενός μηνός ένεκεν πλημμελούς εκτελέσεως των εφημεριακών καθηκόντων»). Οι ποινές δεν υπόκεινται σε (αρνητική) βαθμολόγηση. Καταχωρίζονται και λαμβάνονται υπ’ όψη από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο κατά την διαδικασία συντάξεως των πινάκων προακτέων και μη προακτέων του άρθρου 8, παρ. 2 του Ν. 4024/2011.
Άρθρο 9
Θεώρηση Η Έκθεση Αξιολογήσεως του Εφημερίου ή Διακόνου, ολοκληρώνεται με την θεώρησή της από τον οικείο Μητροπολίτη.
Άρθρο 10
Τελική διάταξη Ο αξιολογούμενος έχει το δικαίωμα να δει την συμπληρωμένη Έκθεση Αξιολογήσεώς του, και εάν το ζητήσει να λάβει αντίγραφο αυτής.
Άρθρο 11
Έναρξη ισχύος Η ισχύς της παρούσης Κανονιστικής Διατάξεως άρχεται από της δημοσιεύσεώς της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
Άρθρο 12
Μεταβατική διάταξη Εκθέσεις Αξιολογήσεως Εφημερίων, Ιεροκηρύκων και Διακόνων, οι οποίες διενεργήθησαν κατά τα έτη 2013 και 2014 σε εφαρμογή των από 31−8−2012 και 12−10−2012 Αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. και της υπ’ αριθμ. 2932/2012 Συνοδικής Εγκυκλίου, είναι καθ’ όλα έγκυρες. ̌̈̔̄ ̖̏̊̔̒̓̒̎̌̕ _____ ___ '̄ΕΌΐ. ̓ΕΝΘ.: _____ ̳Α___________________ ΘϜ ________ 20 ̈̍̋̈̊̕ ̄̑̌̒̎̒̆̊̊̕̕ ̛̍̎̊̔̌̍̐ (̳ΚΐΉΕϟΝΑ Ύ΅ϟ ̇΅ΎϱΑΝΑ) ̷ΘΓΙΖ _ ̄'. ̖̙̒̌̈̌̄̕ ̗̗̄̑̌̒̎̒̆̒̏̈̐̒ ̍̄̌ ̗̖̄̒̄̑̌̒̎̒̆̊̊̕ (̕ΙΐΔΏΕЏΑΉΘ΅ ΦΔϱ ΘϱΑ ΦΒΓΏΓ·ΓϾΐΉΑΓ) ____ ___ ___ (̳ΔЏΑΙΐΓ) (͢ΑΓΐ΅) (̓΅ΘΕЏΑΙΐΓ) ____ __ _______ (̍΅Θ·ΓΕϟ΅) (̅΅ΌΐϱΖ) (̖ϟΘΏΓΖ ΌνΗΖ)
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.