Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 251/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 251 13 Νοεμβρίου 2007
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕL 31/6.2.2003).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, καθώς και του άρθρου 4 του ν.1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄− 34), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 6 παρ. 4 του ν.1440/1984 (ΦΕΚ Α΄− 70), 7 του ν.1775/1988 (ΦΕΚ Α΄ − 101) και 48 του ν.3427/2005 (ΦΕΚ Α΄ − 312) και του άρθρου 3 του ν.1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 του ν.1892/1990 (ΦΕΚ Α΄− 101).
Τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.1975/1991 (ΦΕΚ Α΄− 184), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.2452/1996 (ΦΕΚ Α΄− 283).
Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα [π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α΄ − 98)], καθώς και της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.2469/1997 (ΦΕΚ Α΄ − 38).
Το άρθρο 1 του π.δ/τος 205/2007 «Συγχώνευση Υπουργείων» (ΦΕΚ Α΄− 231).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλούνται σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού οι ακόλουθες δαπάνες: Α. Επί του Κρατικού Προϋπολογισμού:
Ετήσια δαπάνη από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 περίπτ. ιστ΄ και 12 παρ. 5, η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί επειδή εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα (αριθμός δικαιούχων οικονομικού βοηθήματος αλλοδαπών). Επίσης προκαλείται ετήσια δαπάνη από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 ύψους 75.000 ΕΥΡΩ περίπου, που συγχρηματοδοτείται κατά τα δύο (2) πρώτα έτη εφαρμογής των ανωτέρω Οδηγιών από το κοινοτικό πρόγραμμα EQUAL. Οι ανωτέρω δαπάνες θα καλύπτονται από πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Φ. 15−220, ΚΑΕ 5216) και του προϋπολογισμού του πρώην Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (Ε.Φ. 43 −110, ΚΑΕ 1111, 0824, 0871 και 5143), κατά περίπτωση.
Ενδεχόμενη ετήσια δαπάνη από την εφαρμογή διατάξεων των άρθρων: 3 παρ. 3, 5 παρ. 1, 2 και 3, 9 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 2 και 13 παρ. 6 και 10, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 3.495.000 ΕΥΡΩ περίπου και θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Φ. 15−220, ΚΑΕ 5216), του προϋπολογισμού του ΥΠ.Ε.Π.Θ. (Ε.Φ. 19−210 και 19−220, ΚΑΕ 2426, 2436 και 2439), του προϋπολογισμού του πρώην ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. (Ε.Φ. 07−120, ΚΑΕ 3213) και του προϋπολογισμού του πρώην Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (Ε.Φ. 43−110, ΚΑΕ 1111, 0824, 0871 και 5143), κατά περίπτωση. Καθόσον αφορά το μέρος της δαπάνης που προκαλείται από την εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 1 και 9 παρ. 1 θα καλύπτεται από κοινοτική χρηματοδότηση (75% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων). Β. Επί του προϋπολογισμού των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων: Ετήσια δαπάνη από την εφαρμογή των άρθρων 8 και 14 παρ. 1 και 2, η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, επειδή εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα (αριθμός εξεταζομένων αλλοδαπών, είδος πραγματοποιούμενων εξετάσεων) και θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των οικείων νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Γ. Επί του προϋπολογισμού του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ): Ετήσια δαπάνη από την εφαρμογή του άρθρου 11, η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, επειδή εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα (αριθμός προσερχομένων αλλοδαπών στα προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ) και θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του ΟΑΕΔ.
Την υπ’ αριθμ. 204/2007 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΄Αρθρο 1 (΄Αρθρο 2 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος: 5005 στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ν.δ.3989/1959 (ΦΕΚ Α΄ − 201), και το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν.389/1968 (ΦΕΚ Α΄ − 125).
- β) «Αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι το αίτημα που
υποβάλλει στις ελληνικές αρχές υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση για διεθνή προστασία σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης. Κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας τεκμαίρεται ότι είναι αίτηση ασύλου, εκτός εάν ο αιτών ζητά ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, η οποία είναι δυνατόν να ζητηθεί αυτοτελώς.
- γ) «Αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο υπήκοος τρίτης
χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση ασύλου επί της οποίας δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση, περιλαμβανομένων και των υπηκόων τρίτων χωρών που προωθούνται στην Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου της 182−2003 (ΕΕL 50/25.2.2003).
- δ) «Μέλη της οικογένειας» αιτούντος άσυλο υπό την
προϋπόθεση ότι η οικογένεια υπήρχε πριν την είσοδό τους στη χώρα μας, θεωρούνται: i. Ο σύζυγος ή ο εκτός γάμου συμβιών με τον αιτούντα άσυλο, στα πλαίσια σταθερής σχέσης. ii. Τα ανήλικα και άγαμα τέκνα των προαναφερομένων, ανεξαρτήτως εάν γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου ή είναι υιοθετημένα. iii. Οι γονείς και τα ενήλικα τέκνα του αιτούντος, που είναι οικονομικώς εξαρτώμενα από αυτόν ή πάσχουν από πνευματική ή σωματική αναπηρία και δεν δύνανται να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση.
- ε) «Πρόσφυγας» είναι ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο
ανιθαγενής στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
- στ) «Ασυνόδευτος ανήλικος» είναι ο υπήκοος τρίτης
χώρας ή ο ανιθαγενής ηλικίας κάτω των 18 ετών, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με το νόμο ή το έθιμο, για όσο χρόνο δεν έχει τεθεί υπό την ουσιαστική φροντίδα ενός τέτοιου προσώπου, ή ο ανήλικος που αφέθηκε ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα.
- ζ) «Εκπρόσωπος ασυνόδευτου ανηλίκου» είναι το
πρόσωπο που ορίζεται από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Ανηλίκων, ή όπου δεν υπάρχει Εισαγγελέας Ανηλίκων, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
- η) «Συντηρών» είναι ο πρόσφυγας που υποβάλλει αίτηση οικογενειακής επανένωσης.
- θ) «Οικογενειακή επανένωση» είναι η είσοδος και η
διαμονή στη Χώρα των μελών της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή ενότητα, εφόσον οι οικογενειακοί δεσμοί δημιουργήθηκαν πριν από την είσοδο του συντηρούντος.
- ι) «Κράτηση» είναι ο περιορισμός σε ειδικό χώρο, κατά
τις κείμενες διατάξεις, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας αυτού.
- ια) «Κέντρο Φιλοξενίας» είναι κάθε χώρος ο οποίος,
κατά τις κείμενες διατάξεις, χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία των αιτούντων, εξαιρουμένων των χώρων κράτησης.
- ιβ) «Αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης αίτησης
ασύλου» είναι οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας που είναι υπεύθυνες για να κινήσουν τη διαδικασία και να εξετάσουν το αίτημα παροχής ασύλου, ήτοι: Τα Τμήματα Ασύλου των Διευθύνσεων Αλλοδαπών Αττικής και Θεσσαλονίκης, τα Τμήματα Ασφαλείας των Κρατικών Αερολιμένων και οι Υποδιευθύνσεις καθώς και τα Τμήματα Ασφαλείας των Αστυνομικών Διευθύνσεων. Οι Υπηρεσίες αυτές διεξάγουν τις συνεντεύξεις με τους αιτούντες, αναφέρουν στην Κεντρική Αρχή του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και φέρουν την ευθύνη για την καταγραφή των αιτούντων και την έκδοση των εγγράφων τους.
- ιγ) Κεντρική αρχή είναι η Διεύθυνση Αλλοδαπών του
Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
- ιδ) «Αρμόδιες αρχές υποδοχής και φιλοξενίας» είναι
οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που μεριμνούν για την εφαρμογή πλήρους δέσμης μέτρων σχετικών με την υποδοχή και φιλοξενία των αιτούντων.
- ιε) «Συνθήκες υποδοχής» είναι η πλήρης δέσμη μέτρων
που εφαρμόζεται προς όφελος των αιτούντων κατά το παρόν διάταγμα.
- ιστ) «Υλικές συνθήκες υποδοχής» είναι οι συνθήκες
υποδοχής που περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα. ΄Αρθρο 2 (΄Αρθρο 3 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Πεδίο εφαρμογής
Το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση ασύλου στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, εφόσον καλύπτονται από την αίτηση αυτή.
Το παρόν προεδρικό διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α. Επί αιτήσεων χορηγήσεως διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται στις Ελληνικές διπλωματικές αρχές και μόνιμες αντιπροσωπείες στο εξωτερικό. β. Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 80/ 2006 «Παροχή προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών» (ΦΕΚ Α΄ 82).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΄Αρθρο 3 (΄Αρθρο 5 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Ενημέρωση
Οι αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης αίτησης ασύλου ενημερώνουν τον αιτούντα αμέσως, και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερών, χορηγώντας σε αυτόν ενημερωτικό έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί. Στο έντυπο αυτό, που εκδίδεται με μέριμνα του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, περιγράφεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησης, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αιτούντος, με ιδιαίτερη αναφορά στην υποχρέωσή του να συνεργάζεται στενά και να θέτει εαυτόν στη διάθεση των αρμοδίων αρχών κατά το χρόνο της εξέτασης του αιτήματός του, καθώς και οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις αυτές. της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και η λειτουργία της Αντιπροσωπείας της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, και των λοιπών οργανώσεων που παρέχουν συνδρομή και νομική υποστήριξη στους αιτούντες άσυλο.
Εάν ο αιτών δεν κατανοεί τις γλώσσες στις οποίες έχει εκδοθεί το προαναφερόμενο ενημερωτικό έντυπο ή εάν είναι αναλφάβητος, ενημερώνεται προφορικά με τη συνδρομή διερμηνέα και συντάσσεται σχετική έκθεση που τηρείται στο φάκελο του αιτούντος. ΄Αρθρο 4 Υποχρεώσεις των αιτούντων άσυλο.
Οι αιτούντες οφείλουν να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή είναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση της αίτησης. Ειδικότερα σε κάθε περίπτωση υποχρεούνται να: α. εμφανίζονται ενώπιον των αρμόδιων αρχών αυτοπροσώπως χωρίς καθυστέρηση ή σε καθορισμένο χρόνο, β. παραδίδουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους και τα οποία σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης, όπως τα διαβατήριά τους, γ. ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης για τον παρόντα τόπο διαμονής τους, όταν διαμένουν εκτός Κέντρου φιλοξενίας, δ. συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια κάθε νόμιμης έρευνας σχετικά με την αίτησή τους και ε. δακτυλοσκοπούνται, εφόσον είναι άνω των 14 ετών (άρθρο 4 του Κανονισμού 2725/2000/ΕΚ του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2000, ΕΕL 316/15.12.2000).
Με αποδεικτικό που συντάσσεται σχετικώς βεβαιώνεται η ενημέρωση του αιτούντος για τις ως άνω υποχρεώσεις του, καθώς και η τυχόν παράδοση από αυτόν των εγγράφων της περίπτωσης β΄ της προηγούμενης παραγράφου. ΄Αρθρο 5 (΄Αρθρο 6 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Επίσημα έγγραφα.
Στον αιτούντα άσυλο, η αρμόδια αρχή παραλαβής και εξέτασης αμέσως μετά το αποτέλεσμα της δακτυλοσκόπησης και σε κάθε περίπτωση εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της αίτησης, χορηγεί ατελώς δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού με το οποίο του επιτρέπεται η παραμονή στην ελληνική επικράτεια για όσο διάστημα εξετάζεται η αίτησή του. Στο δελτίο αυτό αναφέρεται εάν ο κάτοχος δικαιούται να κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλη την ελληνική επικράτεια ή σε τμήμα της. Το δελτίο φέρει τη φωτογραφία του αιτούντος, είναι εξάμηνης διάρκειας, και ανανεώνεται επί εξάμηνο έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης. Το δελτίο παραδίδεται υποχρεωτικά από τον αλλοδαπό στην αρμόδια υπηρεσία κατά την επίδοση σε αυτόν της οριστικής απόφασης επί του αιτήματος ασύλου και εν συνεχεία καταστρέφεται, συντασσόμενου προς τούτο σχετικού πρακτικού. Με αντίστοιχο δελτίο εφοδιάζονται και τα μέλη της οικογένειας του αλλοδαπού.
Δεν χορηγείται το προαναφερόμενο δελτίο, όταν ο αιτών κρατείται ή όσο διαρκεί η εξέταση της αίτησης που έχει υποβληθεί στα σύνορα, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ.61/1999 (ΦΕΚ Α΄− 63).
Το δελτίο που αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν πιστοποιεί την ταυτότητα του αιτούντος άσυλο.
Στις περιπτώσεις που συντρέχουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι, οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία του αιτούντος σε άλλο κράτος, η Κεντρική αρχή χορηγεί σ’ αυτόν ταξιδιωτικό έγγραφο, ύστερα από σχετική αίτηση που υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης. ΄Αρθρο 6 (΄Αρθρο 7 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια, ή στην περιοχή που τους ορίζει η Κεντρική Αρχή, και να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους. Η οριζόμενη περιοχή δεν μπορεί να θίγει την ιδιωτική ζωή των αιτούντων και πρέπει να παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα άσκησης όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτούντες οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης διαμονής τους. Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση για την αλλαγή του τόπου διαμονής.
Σε αιτούντα ο οποίος δε διαθέτει στέγη ή επαρκείς πόρους για να καλύψει τις ανάγκες στέγασής του, παρέχεται στέγη σε Κέντρο Φιλοξενίας ή άλλο χώρο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3, ύστερα από αίτησή του, που υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης.
Το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης γνωστοποιεί στην Κεντρική Αρχή τα διαθέσιμα Κέντρα Φιλοξενίας, καθώς και τους λοιπούς χώρους οι οποίοι κρίνονται κατάλληλοι για τη στέγαση των αιτούντων. Η κατανομή κάθε αιτούντος στα κέντρα και τους χώρους αυτούς γίνεται από την Κεντρική Αρχή, αφού ληφθούν υπόψη η διατήρηση της οικογενειακής ενότητας των αιτούντων, η λειτουργία φορέων κοινωνικών παροχών, η διαφύλαξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των αιτούντων και η δυνατότητα μετακίνησης των αιτούντων στον οριζόμενο τόπο διαμονής.
Η ίδρυση, διοικητική υπαγωγή, στελέχωση και λειτουργία νέων κέντρων φιλοξενίας, καθορίζονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του ν.1975/1991 (ΦΕΚ Α΄−184), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.2452/1996 (ΦΕΚ Α΄−283).
Η Κεντρική Αρχή σε συνεργασία με την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αποφασίζει για τη διαμονή των αιτούντων σε συγκεκριμένο τόπο, όταν συντρέχουν προς τούτο λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση της αίτησής τους.
Η Κεντρική Αρχή δύναται να χορηγεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις άδεια προσωρινής απομάκρυνσης από τον τόπο διαμονής ή την περιοχή κυκλοφορίας του αιτούντος. Τυχόν απορριπτική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Δεν απαιτείται άδεια όταν είναι αναγκαία η παρουσία του αιτούντος ενώπιον δημόσιων αρχών ή δικαστηρίων. Διατήρηση οικογενειακής ενότητας Οι αρμόδιες αρχές κατά την παρεχόμενη στον αιτούντα στέγαση λαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειας του, που βρίσκεται στη χώρα, εφόσον συναινεί προς τούτο και ο ίδιος. ΄Αρθρο 8 (΄Αρθρο 9 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Ιατρικές εξετάσεις Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το καθιστούν αναγκαίο, οι αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης της αίτησης ασύλου καθώς και οι αρμόδιες αρχές υποδοχής και φιλοξενίας ζητούν την υποβολή των αιτούντων σε ιατρική εξέταση, η οποία διενεργείται δωρεάν από δημόσιο φορέα υγείας, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχουν από ασθένεια που εγκυμονεί κίνδυνο επιδημίας κατά τα οριζόμενα στις οικείες πράξεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας ή άλλες λοιμώδεις νόσους ή μεταδοτικές παρασιτικές ασθένειες, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διατάξεων προστασίας εφαρμοστέων στους Έλληνες πολίτες. ΄Αρθρο 9 (΄Αρθρο 10 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ) Εκπαίδευση των ανηλίκων
Τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων και οι ανήλικοι αιτούντες έχουν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα υπό προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες, εφόσον δεν εκκρεμεί εκτελεστό μέτρο απομάκρυνσης κατά των ιδίων ή των γονέων τους.
Η ένταξη στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να καθυστερεί πέραν των τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης του ανηλίκου ή των γονέων του. Το διάστημα αυτό μπορεί να φθάνει το έτος όταν παρέχεται ειδική γλωσσική εκπαίδευση προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα. Όταν, για ειδικούς λόγους που αφορούν τον ανήλικο, είναι αδύνατη η πρόσβασή του στο εκπαιδευτικό σύστημα, είναι δυνατόν να λαμβάνονται τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Η πρόσβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο λόγω της ενηλικίωσης του ανήλικου. ΄Αρθρο 10 (΄Αρθρο 11 Οδηγίας 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου) Απασχόληση
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.