Νόμοι — ΦΕΚ A' 256/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 256 17 Δεκεμβρίου 2008
Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου για την επανεισδοχή ατόμων ευρισκομένων σε παράνομη κατάσταση και του σχετικού Πρωτοκόλλου Εφαρμογής της.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνονται και έχουν την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου για την επανεισδοχή ατόμων ευρισκομένων σε παράνομη κατάσταση και του σχετικού Πρωτοκόλλου Εφαρμογής της, που υπογράφηκαν στη Βέρνη, στις 28 Αυγούστου 2006, των οποίων το κείμενο σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: 4099 της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου για την Επανεισδοχή ατόμων ευρισκόμενων σε παράνομη κατάσταση Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας Και Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο Εφεξής αναφερόμενα ως «τα Συμβαλλόμενα Μέρη», με στόχο την ανάπτυξη και προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, στα πλαίσια των διεθνών προσπαθειών για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες που τα δεσμεύουν, και επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, Συμφώνησαν τα ακόλουθα: Ι. Επανεισδοχή υπηκόων των Συμβαλλομένων Μερών
Άρθρο 1
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατόπιν αιτήματος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, επαναδέχεται στο έδαφός του χωρίς διατυπώσεις οποιοδήποτε άτομο το οποίο δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για είσοδο ή παραμονή, που ισχύουν στην επικράτεια του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, υπό τον όρο ότι αποδεικνύεται ή ότι εγκύρως πιθανολογείται ότι το άτομο αυτό διαθέτει την υπηκοότητα του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Η παράγραφος 1 ισχύει εάν η υπηκοότητα αποδεικνύεται ή εγκύρως πιθανολογείται, επί τη βάσει των εγγράφων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου Εφαρμογής που συνήφθη από τα αντίστοιχα Υπουργεία αμφότερων των Συμβαλλόμενων Μερών.
Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα επαναδέχεται το εν λόγω άτομο υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, εάν έρευνες αποκαλύψουν μεταγενέστερα ότι αυτός/αυτή πράγματι δεν κατείχε την υπηκοότητα του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα όταν αυτός/αυτή εγκατέλειψε το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους. Το αντίστοιχο αίτημα θα πρέπει να υποβάλλεται από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο αρχικά απευθύνεται το αίτημα, εντός τριάντα (30) ημερών από την επανεισδοχή.
Άρθρο 2
Εάν η υπηκοότητα εγκύρως πιθανολογείται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου Εφαρμογής, οι διπλωματικές ή προξενικές αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θα εκδίδουν το απαραίτητο ταξιδιωτικό έγγραφο χωρίς καθυστέρηση.
Εάν τα υποβληθέντα έγγραφα για την τεκμηρίωση της υπηκοότητας αμφισβητούνται, ή εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα έγγραφα, οι διπλωματικές ή προξενικές αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θα εξετάσουν το εν λόγω άτομο όσο το δυνατόν συντομότερα και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες μετά την παραλαβή του αιτήματος. Η εξέταση θα οργανώνεται από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, σε συνεργασία με τα προξενικά γραφεία του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Εάν μετά τη διενεργηθείσα εξέταση, μπορεί να αποδειχθεί ότι το εν λόγω άτομο έχει την υπηκοότητα του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, η διπλωματική ή προξενική αρχή θα εκδίδει, χωρίς καθυστέρηση, το απαραίτητο ταξιδιωτικό έγγραφο, το αργότερο μέσα σε τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες μετά την εξέταση.
Άρθρο 3
Οι πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στο αίτημα επανεισδοχής, καθώς και οι τρόποι διαβίβασης του αιτήματος, περιγράφονται στο Πρωτόκολλο Εφαρμογής.
Οι δαπάνες μεταφοράς που σχετίζονται με την επανεισδοχή του ατόμου, μέχρι τα σύνορα του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θα βαρύνουν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
Στην περίπτωση της παραγράφου 3 του Άρθρου 1 της παρούσας Συμφωνίας, οι δαπάνες μεταφοράς οι σχετικές με την επανεισδοχή του ατόμου μέχρι τα σύνορα του αρχικά αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, θα βαρύνουν το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο αρχικά απευθύνθηκε το αίτημα. II. Επανεισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών ή απάτριδων.
Άρθρο 4
Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα πρέπει χωρίς διατυπώσεις να επαναδέχεται τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους απάτριδες, οι οποίοι σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια εισόδου ή παραμονής, εφ’ όσον μπορεί να αποδειχθεί ή εγκύρως να πιθανολογηθεί ότι τα εν λόγω άτομα είχαν εισέλθει στην επικράτεια του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους αφού είχαν διαμείνει, κατοικήσει ή διέλθει από την επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, κατά την διάρκεια των τελευταίων δώδεκα (12) μηνών.
Εάν ένας υπήκοος τρίτης χώρας ή ένας άπατρις, ο οποίος έχει εισέλθει στην επικράτεια του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν πληροί τις ισχύουσες προϋποθέσεις εισόδου ή παραμονής και εάν το άτομο αυτό κατέχει ισχύουσα θεώρηση ή ισχύουσα άδεια παραμονής, που του χορηγήθηκε από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, το τελευταίο θα επαναδέχεται, χωρίς διατυπώσεις το άτομο αυτό, μετά από αίτημα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
Εάν οι αρμόδιες αρχές και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών έχουν εκδώσει θεώρηση ή άδεια παραμονής στο άτομο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Άρθρου, η ευθύνη για την επανεισδοχή ανήκει στο Συμβαλλόμενο Μέρος του οποίου η θεώρηση ή η άδεια παραμονής λήγει αργότερα.
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να επαναπροωθούν απευθείας στη Χώρα προέλευσής τους τα άτομα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 5
Η υποχρέωση επανεισδοχής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 4 της παρούσης Συμφωνίας, δεν ισχύει για τις ακόλουθες περιπτώσεις : ή ισχύουσα άδεια παραμονής που είχε εκδοθεί από τις Αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους ή στον οποίον οι αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους είχαν εκδώσει άδεια παραμονής μετά την είσοδο,
- β) για έναν υπήκοο τρίτης χώρας ή για έναν απάτριδα του οποίου η επανεισδοχή δεν ζητήθηκε από το
αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος εντός δώδεκα (12) μηνών μετά την παράνομη είσοδο ή για έναν υπήκοο τρίτης χώρας ή για έναν απάτριδα, που είχε εγκαταλείψει το έδαφος του Κράτους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα περισσότερο από έναν (1) χρόνο πριν,
- γ) για έναν υπήκοο ή έναν απάτριδα, σύμφωνα με τη
Συνθήκη της Νέας Υόρκης τη σχετική με το καθεστώς των Απάτριδων της 28ης Σεπτεμβρίου 1954, μιας γειτονικής τρίτης χώρας που έχει συνάψει συμφωνία Επανεισδοχής με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με την οποία το άτομο μπορεί να επιστραφεί πίσω,
- δ) για έναν υπήκοο τρίτης χώρας ή για ένα άτομο το
οποίο το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος έχει αναγνωρίσει είτε ως πρόσφυγα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης τη σχετική με το καθεστώς των Προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, είτε ως απάτριδα σύμφωνα με την Σύμβαση της Νέας Υόρκης, τη σχετική με το καθεστώς των απατρίδων της 28ης Σεπτεμβρίου 1954.
Άρθρο 6
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της παρούσης Συμφωνίας ισχύει, εάν η είσοδος ενός υπηκόου τρίτης χώρας ή ενός απάτριδος στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα ή η παραμονή του/της εκεί μπορεί να αποδειχθεί ή εγκύρως να πιθανολογηθεί, ιδιαιτέρως επί τη βάσει ενός εγγράφου ή αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο Αρθρο 4 του Πρωτοκόλλου Εφαρμογής.
Οι πληροφορίες οι οποίες πρέπει να περιέχονται στο αίτημα επανεισδοχής, καθώς επίσης και οι τρόποι διαβίβασης του αιτήματος, περιγράφονται στο Πρωτόκολλο Εφαρμογής.
Οι δαπάνες μεταφοράς του εν λόγω ατόμου στα σύνορα του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, βαρύνουν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
Άρθρο 7
Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα επαναδέχεται στο έδαφός του άτομα όταν μεταγενέστεροι έλεγχοι, που διεξήχθησαν μετά την επανεισδοχή τους στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα ανακαλύψουν ότι τα εν λόγω άτομα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 4 της παρούσας Συμφωνίας κατά το χρόνο της αναχώρησής τους από το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
Το αντίστοιχο αίτημα, θα υποβάλλεται από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο αρχικά απευθύνεται το αίτημα, μέσα σε χρονική περίοδο τριάντα (30) ημερών μετά από την επανεισδοχή.
Οι δαπάνες μεταφοράς οι σχετιζόμενες με την επανεισδοχή του ατόμου, στα σύνορα του αρχικά αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους θα βαρύνουν το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο αρχικά απευθύνεται το αίτημα. ΙΙΙ. Διέλευση για τους σκοπούς επανεισδοχής
Άρθρο 8
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μετά από αίτημα του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, θα επιτρέπει τη διέλευση από το έδαφός του των υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι απομακρύνονται ή τους έχει απαγορευθεί η είσοδος από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος. Η διέλευση θα γίνεται αεροπορικώς. Δεν απαιτείται η έκδοση θεώρησης διέλευσης από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για ολόκληρο το ταξίδι ενός υπηκόου τρίτης χώρας προς τη χώρα προορισμού και θα επαναδέχεται το εν λόγω άτομο εάν, για οποιοδήποτε λόγο, η απομάκρυνση ή η άρνηση εισόδου δεν μπορούν να εκτελεσθούν.
Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος πρέπει να ενημερώνει το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, εάν το υπό διέλευση άτομο πρόκειται να συνοδεύεται από συνοδούς αστυνομικούς. Το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορεί: − να εξασφαλίζει το ίδιο τη συνοδεία, όπου στην περίπτωση αυτή οι προκαλούμενες δαπάνες βαρύνουν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος. − Να εξασφαλίζει τη συνοδεία, σε συνεργασία με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος. − Να εξουσιοδοτεί το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να ενεργήσει συνοδεία μέσα στο έδαφός του.
Άρθρο 9
Το αίτημα για εξουσιοδότηση διέλευσης για λόγους απομάκρυνσης ή μετά από άρνηση εισόδου, θα διαβιβάζεται απ’ ευθείας από την μία υπεύθυνη αρχή προς την άλλη, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Πρωτόκολλο Εφαρμογής.
Άρθρο 10
Εάν η διέλευση πραγματοποιείται υπό αστυνομική συνοδεία, οι συνοδοί αστυνομικοί του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους θα φέρουν πολιτική περιβολή, θα είναι άοπλοι και θα είναι εφοδιασμένοι με έγκριση διέλευσης.
Κατά την διάρκεια της διέλευσης οι συνοδοί αστυνομικοί είναι υπεύθυνοι για την επιτήρηση του υπηκόου της τρίτης χώρας και εξασφαλίζουν την επιβίβαση του εν λόγω ατόμου στο αεροπλάνο. Δέχονται βοήθεια από τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα και υπάγονται στην δικαιοδοσία του τελευταίου.
Εάν είναι απαραίτητο, το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για την επιτήρηση του υπηκόου της τρίτης χώρας και για την επιβίβασή του στο αεροπλάνο.
Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος πρέπει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζει ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας θα διέρχεται μέσω του αεροδρομίου του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. οποίο πρόκειται να απομακρυνθεί ή για το οποίο υπάρχει άρνηση εισόδου αρνηθεί να επιβιβαστεί, ή εάν η επιβίβαση είναι αδύνατη, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα αναλάβει εκ νέου το άτομο αυτό αμέσως ή εντός σαράντα−οκτώ (48) ωρών το πολύ από την άφιξη στο αεροδρόμιο.
Άρθρο 12
Εάν οι αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα συμμετέχουν στη διέλευση, θα ενημερώνουν τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλομένου Μέρους για όλα τα συμβάντα που έλαβαν χώρα κατά την διέλευση.
Άρθρο 13
Οι αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θα παρέχουν στους συνοδούς αστυνομικούς του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους την ίδια προστασία και βοήθεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την Συμφωνία αυτή, όπως θα παρείχαν στους αντίστοιχους αστυνομικούς της δικής τους χώρας.
Οι συνοδοί αστυνομικοί του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, σε σχέση με ποινικά αδικήματα διαπραττόμενα σε βάρος τους ή διαπραττόμενα απ’ αυτούς, θα έχουν την ίδια αντιμετώπιση όπως οι αντίστοιχοι αστυνομικοί του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους επί του εδάφους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Υπόκεινται στους νόμους περί αστικής και ποινικής ευθύνης του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Η εφαρμογή των νόμων περί αστικής και ποινικής ευθύνης ανήκει κατ’ αρχάς στην δικαιοδοσία του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δεν επιθυμεί να ασκήσει τη νόμιμη δικαιοδοσία του, θα ενημερώνει το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος χωρίς καθυστέρηση. Το τελευταίο θα ασκεί τότε την δική του νόμιμη δικαιοδοσία, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.
Άρθρο 14
Οι συνοδοί αστυνομικοί του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, οι οποίοι, επί τη βάσει αυτής της Συμφωνίας πραγματοποιούν τη διέλευση επί του εδάφους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, πρέπει ανά πάσα στιγμή να μπορούν να αποδείξουν την ταυτότητά τους, τη φύση της αποστολής τους και την υπηρεσιακή τους θέση, επιδεικνύοντας την εξουσιοδότηση διέλευσης, που έχει εκδοθεί από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Άρθρο 15
Εάν ένας συνοδός αστυνομικός του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, καθ’ ον χρόνο εκτελεί τα καθήκοντά του/της σύμφωνα με την Συμφωνία αυτή επί του εδάφους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, υποστεί ζημιά, που θα προκύψει ή θα σχετίζεται με την αποστολή του/της, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος καλύπτει την ζημία, χωρίς να αιτείται αποζημίωση από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος.
Εάν ένας συνοδός αστυνομικός του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, καθ’ ον χρόνο εκτελεί τα καθήκοντά του/της, σύμφωνα μ’ αυτή την Συμφωνία, επί του εδάφους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, προκαλέσει ζημία προκύπτουσα από ή σχετιζόμενη με την αποστολή του/της, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα είναι υπεύθυνο για τις ζημιές αυτές, σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Το Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου προκλήθηκε η ζημιά η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του παρόντος Άρθρου, θα αποκαθιστά τη ζημιά αυτή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για ζημιά προκαλούμενη από τους δικούς του αστυνομικούς.
Το Συμβαλλόμενο Μέρος του οποίου συνοδοί αστυνομικοί προκάλεσαν ζημιά σε οποιοδήποτε άτομο στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, θα αποδίδει στο τελευταίο εις το ακέραιο οποιαδήποτε ποσά κατέβαλε στα θύματα ή σε άτομα στα οποία έχει δοθεί το σχετικό δικαίωμα εκ μέρους των θυμάτων.
Με την επιφύλαξη της άσκησης των δικαιωμάτων του απέναντι σε τρίτα μέρη και με την εξαίρεση της παραγράφου 4 του παρόντος Άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, θα αποφεύγει στην περίπτωση την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του παρόντος Άρθρου να ζητά αποζημίωση για ζημιές που υπέστη από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος.
Άρθρο 16
Η διέλευση για λόγους απομάκρυνσης ή μετά από άρνηση εισόδου μπορεί ειδικώς να μην επιτραπεί: − Εάν στη χώρα προορισμού ο υπήκοος τρίτης χώρας διατρέχει τον κίνδυνο να διωχθεί για λόγους φυλής, θρησκείας, υπηκοότητας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων, − Εάν στην χώρα προορισμού ο υπήκοος τρίτης χώρας κινδυνεύει να κατηγορηθεί ή να καταδικασθεί για πράξεις, που διεπράχθησαν πριν από τη διέλευση. − Εάν η διέλευση του εν λόγω ατόμου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Άρθρο 17
Οι δαπάνες διέλευσης μέχρι τα σύνορα της χώρας προορισμού, καθώς και οι δαπάνες που προκύπτουν από μία πιθανή επιστροφή, θα βαρύνουν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος. IV. Προστασία δεδομένων
Άρθρο 18
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.