Νόμοι — ΦΕΚ A' 258/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 258 22 Νοεμβρίου 2007
Aντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ
Άρθρο 1
Σύσταση Εθνικού Συμβουλίου για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής
Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών Εθνικό Συμβούλιο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Το Συμβούλιο αποτελεί συμβουλευτικό όργανο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για θέματα που σχετίζονται με τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση και περιορισμό του προβλήματος της φοροδιαφυγής.
Αρμοδιότητες του Συμβουλίου αποτελούν: α. H υποβολή προτάσεων για τη λήψη μέτρων σε θέματα που σχετίζονται με τον προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας, ιδίως στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με ιδιαίτερη έμφαση στο Φ.Π.Α., καθώς και σε θέματα λαθρεμπορίου και εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας με σκοπό τον περιορισμό της φοροδιαφυγής στην άμεση και έμμεση φορολογία. β. Η υποβολή προτάσεων που σκοπεύουν στην απλοποίηση ή και στην κατάργηση διαδικασιών για την άμεση εξυπηρέτηση των φορολογουμένων. γ. Η υπόδειξη διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που δημιουργούν κατά την εφαρμογή τους σύγχυση και είναι επιδεκτικές διαφόρων ερμηνειών. δ. Η συζήτηση όλων των προτάσεων που υποβάλλονται από οποιονδήποτε παραγωγικό φορέα, από Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και λοιπές δημόσιες υπηρεσίες που άπτονται θεμάτων περιορισμού της φοροδιαφυγής και άλλων συναφών θεμάτων.
Άρθρο 2
Συγκρότηση Συμβουλίου
Το Συμβούλιο αποτελείται από: α. τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ως Πρόεδρο β. τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών αρμόδιο επί φορολογικών θεμάτων, ως Αντιπρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνει και τον Πρόεδρο σε περίπτωση κωλύματός του γ. τον Γενικό Γραμματέα Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών δ. τον Γενικό Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων ε. έναν Αντιπρόεδρο ή Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στ. τον Ειδικό Γραμματέα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) ζ. τον Γενικό Διευθυντή Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η. τον Γενικό Διευθυντή Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών θ. τον Γενικό Διευθυντή Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Επίσης, στο Συμβούλιο μετέχουν ως μέλη οι νόμιμοι εκπρόσωποι των παρακάτω φορέων: α. Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.) β. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) γ. Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.) δ. Ελληνική Ένωση Τραπεζών ε. Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) στ. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.) ζ. Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπορίου Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) η. Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος θ. Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών ι. Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Τ.Ε.) ια. Ελληνική Εταιρία Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών ιβ. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ιγ. Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος ιδ. Των Πανελληνίων Ενώσεων Λογιστών ιε. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος ιστ. ΠΟΕ – Δ.Ο.Υ. ιζ. Ομοσπονδία Τελωνειακών ιη. Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων. Στο ως άνω Συμβούλιο δύνανται να συμμετέχουν και εκπρόσωποι των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να τροποποιείται η συγκρότηση του Συμβουλίου, τόσο ως προς τον αριθμό όσο και τις ιδιότητες των μελών. 5055 συνδρομή του έργου του Συμβουλίου, καθώς και για τη μελέτη ειδικών θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου.
Για τη συμμετοχή των μελών στο Συμβούλιο δεν καταβάλλεται αποζημίωση.
Άρθρο 3
Λειτουργία του Συμβουλίου
Το Συμβούλιο συνεδριάζει τακτικώς ανά εξάμηνο και εκτάκτως μετά από πρόσκληση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Συμβούλιο και ορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και τον τόπο της συνεδρίασης.
Την υποστήριξη της εν γένει λειτουργίας του Συμβουλίου έχει η Διεύθυνση Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ρυθμίζονται και άλλα θέματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία του Συμβουλίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 4
Κίνητρα εθελοντικής συμμόρφωσης
Ο φορολογούμενος, εφόσον επιλεγεί για προσωρινό ή τακτικό έλεγχο, μπορεί να υποβάλει αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογιών, τελών και εισφορών, με μείωση στο 1/2 των πρόσθετων φόρων που προβλέπονται επί εκπροθέσμων δηλώσεων από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄). Το παραπάνω δικαίωμα ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από της επίδοσης στον φορολογούμενο επί αποδείξει σχετικής έγγραφης πρόσκλησης της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής.
Στις περιπτώσεις εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, μειώνονται στο 1/5 και τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 4 και 5 του ν. 2523/1997 πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις που σχετίζονται άμεσα με τις υποβαλλόμενες δηλώσεις ή τη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα πρόστιμα του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, η ανωτέρω μείωση ισχύει με την προϋπόθεση ότι η φορολογητέα ύλη που σχετίζεται με τις οικείες παραβάσεις έχει δηλωθεί σε όλες τις φορολογίες. Εφόσον με τις υποβαλλόμενες κατά τα ανωτέρω δηλώσεις δηλώνεται μέρος της φορολογητέας ύλης που έπρεπε να δηλωθεί, η βάση υπολογισμού των οικείων προστίμων περιορίζεται κατά το μέρος της φορολογητέας ύλης που δηλώθηκε, εφόσον συντρέχει περίπτωση. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν εφόσον η σχετική πράξη συμβιβασμού του προστίμου και μείωσης αυτού στο 1/5 υπογραφεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, προσαυξημένης κατά δύο (2) επιπλέον εργάσιμες για τις Δ.Ο.Υ. ημέρες. Για το σκοπό αυτόν ο φορολογούμενος υποβάλλει στην αρμόδια ελεγκτική αρχή ειδική δήλωση − αναφορά για το είδος της παράβασης που σχετίζεται με τις υποβαλλόμενες δηλώσεις ή τη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη, η οποία αποτελεί δικαιολογητική βάση επιβολής του προστίμου, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να απαιτείται ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής.
Σε περίπτωση μη άμεσης καταβολής, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2523/1997, του 1/5 του βάσει συμβιβασμού προστίμου στο πλαίσιο εφαρμογής των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο, ο επιτευχθείς συμβιβασμός θεωρείται ως μη γενόμενος και η οικεία πράξη επιβολής του προστίμου δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Επί προστίμων του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 που μειώνονται στο 1/5 στο πλαίσιο εφαρμογής των οριζομένων στην παράγραφο 2, εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, επιβάλλεται με συμπληρωματική πράξη το υπόλοιπο ποσό του προστίμου που αντιστοιχεί στα 4/5 αυτού, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 περί μείωσης επί συμβιβασμού.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζονται ο τρόπος, οι διαδικασίες, καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων.
Άρθρο 5
Ρυθμίσεις για νέους επιτηδευματίες
Επί παραβάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α΄) νέων επιτηδευματιών, οι οποίες αφορούν τις τρεις πρώτες διαχειριστικές περιόδους από την έναρξη της δραστηριότητάς τους, δεν επιβάλλονται τα προβλεπόμενα πρόστιμα Κ.Β.Σ. και τα τηρηθέντα βιβλία δεν χαρακτηρίζονται ανεπαρκή εκ των παραβάσεων αυτών, ανεξαρτήτως του είδους και της έκτασης της παράβασης.
Για τους ίδιους ως άνω επιτηδευματίες και για τις ίδιες διαχειριστικές περιόδους, δεν επιβάλλονται επίσης οι πρόσθετοι φόροι της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2523/1997 επί ανακρίβειας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω μη ορθού κατά τις ισχύουσες διατάξεις λογιστικού προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος, εκτός αν πρόκειται: α. Για δηλώσεις για τις οποίες η ανακρίβεια οφείλεται μερικά ή ολικά σε λανθασμένη μεταφορά των δεδομένων των βιβλίων και στοιχείων. β. Για δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που βαρύνονται με παραβάσεις: αα. Έκδοσης εικονικών ή πλαστών ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντισυμβαλλόμενο φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών ως προς την ποσότητα ή την αξία φορολογικών στοιχείων ή νόθευσης τέτοιων στοιχείων. ββ. Καταχώρισης στα τηρηθέντα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο.
Τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους δεν ισχύουν εφόσον πριν από τη διάπραξη της σχετικής παράβασης έχει γίνει αποδεδειγμένα υπόδειξη στον επιτηδευματία από οποιονδήποτε φορολογικό έλεγχο ή φορολογική αρχή για την ορθή εφαρμογή των οικείων κατά περίπτωση φορολογικών διατάξεων.
Ως προς την έννοια του νέου επιτηδευματία ισχύουν ανάλογα οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 8 του άρθρου 5 και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 9 του άρθρου 6 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄).
Άρθρο 6
Κίνητρα για την αποκάλυψη φαινομένων παραβατικής συμπεριφοράς επί φορολογικών υποθέσεων
Στην περίπτωση που καταγγελθεί από επιτηδευματία ή άλλο φορολογούμενο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και πιστο αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων του γενικώς ή του φορολογικού ελέγχου ειδικότερα, ο επιτηδευματίας ή άλλος φορολογούμενος, από τον οποίο ζητήθηκε η παροχή ανταλλάγματος απαλλάσσεται των προστίμων, προσαυξήσεων και ποινικών κυρώσεων για τις παραβάσεις που επιδιωκόταν η συγκάλυψη. Ειδικά στις περιπτώσεις φορολογικού ελέγχου, η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή καταλαμβάνει κάθε είδους φορολογική παράβαση του ελεγχομένου που είχε ήδη διαπιστωθεί στο πλαίσιο εκτέλεσης του διαταχθέντος ελέγχου ή περαιτέρω θα διαπιστωθεί στο πλαίσιο ολοκλήρωσης αυτού, εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο έλεγχος ολοκληρώνεται από υπαλλήλους άλλης ελεγκτικής αρχής που ορίζονται με απόφαση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής επιθεώρησης, ο οποίος και προΐσταται του ελέγχου.
Στις περιπτώσεις των δύο τελευταίων εδαφίων της προηγούμενης παραγράφου, πέραν των οριζομένων σε αυτά, δεν διενεργείται επίσης τακτικός (οριστικός) φορολογικός έλεγχος στον καταγγέλλοντα επιτηδευματία για την τρέχουσα κατά το χρόνο της δωροδοκίας χρήση, καθώς και για τις επόμενες συνεχόμενες δύο (2) χρήσεις. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν ισχύουν αν πρόκειται για χρήσεις για τις οποίες διαπιστώνονται ουσιαστικές παραβάσεις του Κ.Β.Σ. από οποιονδήποτε άλλον έλεγχο. Ως ουσιαστικές παραβάσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω νοούνται οι παραβάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 6 του άρθρου 30 του Κ.Β.Σ., ανεξάρτητα από το είδος και την έκτασή τους, καθώς και την τελική επίπτωσή τους επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου του Κ.Β.Σ.. Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων, για τον τακτικό (οριστικό) έλεγχο των χρήσεων για τις οποίες διαπιστώνονται ουσιαστικές παραβάσεις ισχύουν ανάλογα ως προς τα όργανα διενέργειάς του τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν επί υποθέσεων στις οποίες η δωροδοκία τελείται από την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος νόμου και μετά.
Επί υποθέσεων με δωροδοκίες που έχουν τελεστεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, συνεχίζουν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α΄).
Άρθρο 7
Κίνητρα για την αποκάλυψη φαινομένων παραβατικής συμπεριφοράς επί τελωνειακών υποθέσεων Σε περίπτωση που καταγγελθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο δωροδοκία τελούμενη από υπάλληλο τελωνειακής αρχής, κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εφόσον αυτή πιστοποιηθεί με συμμετοχή της αστυνομικής ή άλλης αρμόδιας αρχής, τα ανωτέρω πρόσωπα, από τα οποία ζητήθηκε η δωροδοκία, απαλλάσσονται των πάσης φύσεως ασφαλιστικών μέτρων, των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων, καθώς και της αστικής ευθύνης για τις παραβάσεις που επιδιωκόταν η συγκάλυψη. Ειδικά στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω πρόσωπα υπόκεινται σε έλεγχο από Τελωνειακές Αρχές ή άλλες Τελωνειακές Ελεγκτικές Υπηρεσίες, η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή αφορά τις παραβάσεις που είχαν διαπιστωθεί στο πλαίσιο εκτέλεσης του διαταχθέντος ελέγχου, καθώς και αυτές που θα διαπιστωθούν στο πλαίσιο ολοκλήρωσής του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο έλεγχος ολοκληρώνεται από υπαλλήλους διαφορετικής Τελωνειακής Αρχής ή άλλης Τελωνειακής Ελεγκτικής Υπηρεσίας, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Οικονομικής Επιθεώρησης, ο οποίος και προΐσταται του ελέγχου.
Άρθρο 8
Εκπτώσεις δαπανών από το εισόδημα του φορολογουμένου
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε. όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄) και ισχύει προστίθεται νέα περίπτωση η΄, ως εξής: «η) Ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) του συνολικού ετήσιου ποσού των πιο κάτω δαπανών, που δεν μπορεί να υπερβεί τα οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, στις οποίες υποβάλλεται ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα τέκνα που τους βαρύνουν:
- αα) του ποσού που καταβάλλεται για δαπάνες δεξιώσεων
γάμων και βαπτίσεων, καθώς και σε ταβέρνες και εστιατόρια και σε κάθε είδους χώρους εστίασης και ψυχαγωγίας, με εξαίρεση τα εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης και αυτά που είναι εντός ξενοδοχείων και πλοίων,
- ββ) του ποσού της δαπάνης που καταβάλλεται σε μεσίτες ακινήτων, ωδεία, σχολές χορού και ρυθμικής, σχολές
πολεμικών τεχνών, γυμναστήρια, κολυμβητήρια, ινστιτούτα ή κέντρα αδυνατίσματος και αισθητικής, κομμωτήρια, διαιτολόγους, διατροφολόγους, ομοιοπαθητικούς, λογοθεραπευτές και μασέρ,
- γγ) του ποσού της δαπάνης που καταβάλλεται για παροχή υπηρεσιών επισκευής κλιματισμού (ψύξης – θέρμανσης)
και εξαερισμού,
- δδ) του ποσού της δαπάνης που καταβάλλεται για παροχή υπηρεσιών σε υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, ελαιοχρωματιστές και λοιπά επαγγέλματα που αφορούν επισκευή
και συντήρηση οικοδομών. Το ποσό των δαπανών αυτών υπολογίζεται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους και εκπίπτει από το συνολικό τους εισόδημα, εφόσον έχει περιληφθεί στην αρχική δήλωση. Μερίζεται δε μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος του καθενός που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής.»
Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται και προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, ως εξής: «Επίσης, εκπίπτει ποσοστό μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) για ασφάλιστρα κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, για δικαστικές δαπάνες, για αμοιβή δικηγόρου για δίκες μισθωτικών διαφορών ή διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στη συνέχεια για δαπάνες επισκευής και συντήρησης για όλες γενικά τις οικοδομές. Σε περίπτωση που καταβάλλονται σε υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, ελαιοχρωματιστές και λοιπά επαγγέλματα που αφορούν επισκευή και συντήρηση οικοδομών δαπάνες για παροχή υπηρεσιών οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό της έκπτωσης του προηγούμενου εδαφίου, το υπερβάλλον ποσό αυτών προστίθεται στις δαπάνες της υποπερίπτωσης δδ΄ της περίπτωσης η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε..»
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Αυγούστου 2007 και μετά. Στο τέλος της παραγράφου 21 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: «Στον επόμενο μήνα μετά την έκδοση των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που ορίζονται από την παράγραφο αυτή, εκδίδεται νέα απόφαση του ίδιου Υπουργού η οποία περιλαμβάνει συγκεντρωτικά και κατά κατηγορία όλες τις δαπάνες των οποίων η αναγνώριση ή μη από το φορολογικό έλεγχο είναι υποχρεωτική, καθώς και τις διαχειριστικές περιόδους στις οποίες αναφέρονται, όπως αυτές έχουν ορισθεί με όλες τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, οι οποίες έχουν εκδοθεί από το έτος 2005 μέχρι τον ως άνω οριζόμενο χρόνο.»
Άρθρο 10
Σύσταση Μονάδας Φορολογικής Πολιτικής
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 του ν. 1682/1987 (ΦΕΚ 14 Α΄) μετά το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ προστίθενται δύο νέες περιπτώσεις γ΄ και δ΄ που έχουν ως εξής: «γ) Μονάδα Φορολογικής Πολιτικής, στην οποία συνιστώνται δέκα (10) ενιαίες θέσεις ειδικών ερευνητών και επιστημόνων συνεργατών.
- δ) Γραμματεία αυτής, στην οποία προΐσταται οικονομολόγος που έχει την απαιτούμενη κατάρτιση και εμπειρία.
Το έργο της Γραμματείας υποβοηθείται από υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Εφοριακών.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.