Νόμοι — ΦΕΚ A' 265/2006

Type Νόμος
Publication 2006-12-12
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 265 5 Δεκεμβρίου 2006

Tροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Αύξηση επιδόματος εξομάλυνσης

1.

Το επίδομα εξομάλυνσης της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α΄) από 1ης Ιανουαρίου 2006 καταβάλλεται ως εξής: Για σύνταξη μέχρι 317€ Επίδομα 19€ » από 317,01€ » 456€ » 22€ » » 456,01€ » 761€ » 33€ » » 761,01€ » 1.100€ » 56€ » » 1.100,01€ » 1.300€ » 59€ » » 1.300,01€ » 1.500€ » 62€ » » 1.500,01€ » 1.800€ » 65€ » » 1.800,01€ » 2.100€ » 68€ » » 2.100,01€ » 2.400€ » 71€ » » 2.400,01€ » 3.000€ » 76€ » » 3.000,01€ » 3.500€ » 80€ » » 3.500,01€ και άνω » 85€

2.

Τα ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται για τις ακόλουθες κατηγορίες συνταξιούχων ως εξής: Α. Για τους δικαστικούς λειτουργούς μέχρι του βαθμού του Πρωτοδίκη κατά 23€ και άνω του βαθμού αυτού κατά 27€. Β. Για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μέχρι του βαθμού του δικαστικού αντιπροσώπου κατά 23€ και άνω του βαθμού αυτού κατά 27€. Γ. Για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. κατά βαθμό ως ακολούθως: α. Μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. i. Καθηγητής: 22€. ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 16€. iii. Επίκουρος Καθηγητής: 15€. iv. Λέκτορας: 13€. β. Μέλη Ε.Π. τωνΤ.Ε.Ι. i. Καθηγητής: 20€. ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 16€. iii. Επίκουρος Καθηγητής: 12€. iv. Καθηγητής Εφαρμογών: 8€. Δ. Για τους Βουλευτές κατά 61€.

3.

Εφόσον το δικαιούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, επίδομα εξομάλυνσης είναι μικρότερο αυτού που καταβαλλόταν την 31η Δεκεμβρίου 2005, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική και αμεταβίβαστη.

4.

Τα ποσά των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α), όπως ισχύουν, αυξάνονται από 1ης Ιανουαρίου 2006 σε 102,30, 182,60 και 261,80 ευρώ, αντίστοιχα.

5.

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων − Κ.Π.Σ. − (π.δ. 168/2000 ΦΕΚ 155 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1ης Ιανουαρίου 2006 ως εξής: «1. Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη ανικανότητας που αναγνωρίζεται στους ανάπηρους πολέμου οπλίτες, των οποίων η σύνταξη δεν κανονίζεται με βάση το μισθό ενεργείας, είναι ίση με 1,219% του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά, ανά εκατοστό ανικανότητας.»

6.

Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3408/ 2005 (ΦΕΚ 272 Α΄) εξακολουθούν να ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2006.

Άρθρο 2

Συντάξιμος μισθός πολιτικών υπαλλήλων Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων λαμβάνεται υπόψη από 1ης Ιουλίου 2007 και ποσό εκατόν σαράντα ευρώ και ογδόντα λεπτών (140,80 €), το οποίο από την ίδια ημερομηνία υπόκειται σε κράτηση για κύρια σύνταξη. Η διαφορά μεταξύ της κανονιζόμενης σύνταξης με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής και της σύνταξης που δικαιούνται τα πρόσωπα αυτά την 30ή Ιουνίου 2007, θα καταβληθεί τμηματικά, κατά ένα τέταρτο (1/4) ετησίως, με ημερομηνία έναρξης την 1η Ιουλίου 2007. Οι συντάξεις όσων από τους ανωτέρω έχουν αποχωρήσει ή θα αποχωρήσουν έως και την 30ή Ιουνίου 2007 αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. 2813 Στρατιωτικών Συντάξεων (Κ.Π.Σ.Σ.), του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (Κ.Π.Σ.) και του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων (Κ.Σ.Π.Σ.)

1.

Οι διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της περί πτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κ.Π.Σ.Σ. (π.δ. 166/2000, ΦΕΚ 153 Α΄), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής: «Για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από υπερφωσφατασαιμία ή από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.» 2.α. Η παρ. 12 του άρθρου 1 του Κ.Π.Σ.Σ., όπως ισχύει, αντικαθίσταται από της ισχύος του ν. 3329/2005 (ΦΕΚ 81 Α΄), ως εξής: «12.α. Οι μόνιμοι υπάλληλοι των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και των Νοσοκομείων του άρθρου 7 του ν. 3329/2005 και της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (ΦΕΚ 37 Α΄), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. Όσοι από τους ανωτέρω υπαλλήλους έχουν ασφαλισθεί σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης από 1ης Ιανουαρίου 1993 και μετά, διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως και 18 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α). β. Οι υπάλληλοι των Δ.ΥΠΕ. και των Νοσοκομείων της περ. α΄ της παρούσας παραγράφου που υπηρετούσαν στις Υπηρεσίες αυτές κατά τη δημοσίευση του ν.3329/2005, εξακολουθούν να διέπονται, από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3329/2005, από το ασφαλιστικό−συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, στο οποίο υπάγονταν κατά την ημερομηνία αυτή και η εφεξής υπηρεσία τους υπολογίζεται ότι διανύεται στο καθεστώς αυτό. γ. Οι υπάλληλοι των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 (ΦΕΚ 30 Α΄), που υπηρετούσαν σε αυτές κατά τη δημοσίευση του ν. 3329/2005, υπάγονται από της ισχύος του ν. 3106/2003, στο ασφαλιστικό−συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης του ασφαλιστικού φορέα που είχαν επιλέξει με δήλωσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004 (ΦΕΚ 52 Α΄), εάν δε δεν είχαν υποβάλει την ανωτέρω δήλωση υπάγονται, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, σε αυτό του Δημοσίου και η εφεξής υπηρεσία τους στις Μονάδες αυτές, θεωρείται ότι διανύεται στο αντίστοιχο καθεστώς.» β. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α΄) έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τον Διοικητή και τον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των Δ.Υ.ΠΕ., καθώς και για τον Διοικητή και τον Αναπληρωτή Διοικητή των Νοσοκομείων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής.

3.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 13 του άρθρου 1 του Κ.Π.Σ.Σ., όπως ισχύει, αντικαθίσταται, ως εξής: «Στον παραπάνω απαιτούμενο χρόνο συνυπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο οι ανωτέρω διετέλεσαν μετακλητοί Νομάρχες ή υπηρέτησαν ως Περιφερειακοί Διευθυντές ή ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α΄ βαθμίδας των προαναφερόμενων ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών επί μία τετραετία και υπό τον όρο της εξαγοράς.»

4.

Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Κ.Π.Σ.Σ. έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα των διατάξεων του άρθρου 14 του καταστατικού του πρώην Ταμείου Ασφαλίσεως Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος (ΤΑΚΕ).

5.

α. Η παράγραφος 14 του άρθρου 9 του Κ.Π.Σ.Σ. ορίζεται περ. 14α και το τελευταίο εδάφιο αυτής αντικαθίσταται, ως εξής: «Τη σύνταξη αυτή δικαιούνται όσοι διετέλεσαν σε θέση Γενικού Διευθυντή για μία τουλάχιστον τριετία, με εξαίρεση τις περιπτώσεις θανάτου ή απόλυσης λόγω νόσου ή τριακονταπενταετίας ή ορίου ηλικίας ή κατάργησης της θέσης τους, καθώς και την περίπτωση της παρ. 12 του άρθρου 8 του ν. 3260/2004 (ΦΕΚ 151 Α΄).» β. Στο τέλος της παρ. 14 του άρθρου 9 του Κ.Π.Σ.Σ., όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση β΄, ως εξής: «β. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους διετέλεσαν σε θέση Γενικού Διευθυντή και δεν επανεπιλέχθηκαν για τη θέση αυτή, καταλαμβάνοντας θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης από την οποία και αποχώρησαν από την Υπηρεσία, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής.» γ. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί αντίθετα από όσα ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής, αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτές, από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα έκδοσης της σχετικής πράξης.

6.

Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Επίσης θεωρείται ως συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ο χρόνος αδείας των διατάξεων των παραγράφων 1 των άρθρων 51 και 53 του ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α΄) με την προϋπόθεση της καταβολής από τον υπάλληλο των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών.»

7.

α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 11 του Κ.Π.Σ.Σ. αντικαθίσταται, ως εξής: «8. Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας αν χρησίμευσε ή θα χρησιμεύσει σύμφωνα με νόμο για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ως τακτικού ή με σύμβαση υπαλλήλου ασφαλισμένου σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό Οργανισμό κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου ή σε διεθνή Οργανισμό στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς και αν για το χρόνο αυτόν καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί, μετά την απομάκρυνση του υπαλλήλου ή του υπηρετούν σε διεθνείς Οργανισμούς αν καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο οι κρατήσεις που προβλέπονται κατά περίπτωση από τις διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 1902/1990 και 20 παρ. 2 του ν. 2084/1992.» β. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 11 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Επίσης ο περιορισμός του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν ισχύει για τους υπαλλήλους που έχουν τρία παιδιά και άνω και κατέχουν σύμφωνα με το νόμο δύο θέσεις στο Δημόσιο.» γ. Στο τέλος του άρθρου 15 του Κ.Π.Σ.Σ., όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 14, ως εξής: «14. Οι συντάξεις των προσώπων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού, υπολογίζονται επί των πράγματι καταβαλλόμενων συντάξιμων αποδοχών για τις οποίες έχουν παρακρατηθεί εισφορές για κύρια σύνταξη υπέρ Δημοσίου.» δ. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 58 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Επίσης το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού, όπως ισχύει, καθώς και τις οικογένειες όσων εξ αυτών έχουν πεθάνει.»

8.

α. Η διάταξη της υποπερίπτωσης iii της περίπτωσης μη’ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κ.Π.Σ.Σ. αντικαθίσταται, ως εξής: «iii. Εχει παρασχεθεί μετά την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών.» β. Στο τέλος της περίπτωσης μη΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κ.Π.Σ.Σ. προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων διετέλεσαν ή διατελούν Γενικοί Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων και Υπουργικού Συμβουλίου, Γενικοί Γραμματείς Προϊστάμενοι Γενικών Γραμματειών, Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών, καθώς και Γενικοί Γραμματείς ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών στους οποίους μετέχει και η Ελλάδα.»

9.

Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 14 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, αρχίζουν από την κατάθεση των σχετικών δικαιολογητικών στην Υπηρεσία Συντάξεων.»

10.

α. Η παρ. 13 του άρθρου 1 του Κ.Π.Σ.Σ., που προ στέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004, λαμβάνει αριθμό 14. β. Η παρ. 11α του άρθρου 15 του Κ.Π.Σ.Σ., που προστέθηκε με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3075/2002, καθώς και η παρ. 12 του ίδιου άρθρου που προστέθηκε με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3029/2002, αναριθμούνται και λαμβάνουν αριθμό 10 και 11, αντίστοιχα.

11.

Στο τέλος της παραγράφου 12 του άρθρου 43 του Κ.Π.Σ.Σ. προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Επίσης οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφιο πρώτο και 3−10 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και στα πρόσωπα των παραγράφων 9 και 11 του άρθρου 41 του Κώδικα αυτού.»

12.

Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του Κ.Π.Σ.Σ. αντικαθίστανται, ως εξής: «Η προηγούμενη διάταξη δεν ισχύει όταν η σύνταξη είναι προσωπική ή πολεμική ή στρατιωτική που εξομοιώνεται με πολεμική ή γενικά σύνταξη παθόντος στην Υπηρεσία και εξαιτίας της Υπηρεσίας.»

13.

Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 59 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Η παρακράτηση των ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπονται από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν πραγματοποιείται, εφόσον ο πολιτικός ή στρατιωτικός υπάλληλος υποβάλλει σχετική δήλωση στην Υπηρεσία του, οπότε και ο χρόνος παροχής υπηρεσίας από την ημερομηνία υποβολής της ανωτέρω δήλωσης, δεν υπολογίζεται στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο, κατά περίπτωση.»

14.

Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 61 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Η ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία δεν ισχύει για τους δικαιούχους της σύνταξης του θανόντος.»

15.

α. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 90 του Κ.Π.Σ., όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής: «1. Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη, που αναγνωρίζεται στις οικογένειες των έγγαμων οπλιτών που σκοτώθηκαν ή εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή νόσο απότοκο των κακουχιών του πολέμου, ορίζεται στο ποσό που αναλογεί σε ανάπηρο οπλίτη που φέρει ανικανότητα 40%, σύμφωνα με το άρθρο 88 του Κώδικα αυτού.» β. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 91 του Κ.Π.Σ., όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής: «1. Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη, που αναγνωρίζεται στις οικογένειες των άγαμων οπλιτών που σκοτώθηκαν ή εξαφανίσθηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή νόσο απότοκο των κακουχιών του πολέμου, ορίζεται στο ποσό που αναλογεί σε ανάπηρο οπλίτη που φέρει ανικανότητα 40%, σύμφωνα με το άρθρο 88 του Κώδικα αυτού.» γ. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 110 του Κ.Π.Σ. αντικαθίστανται, ως εξής: «2. Το κατώτατο όριο πολεμικής σύνταξης ή βοηθήματος, που δεν καθορίζονται με βάση μισθό ενεργείας, ορίζεται ίσο με το ποσό της σύνταξης ανάπηρου πολέμου οπλίτη με ποσοστό ανικανότητας 40%, όπως ισχύει κάθε φορά.» δ. Στο τέλος του άρθρου 55 του Κ.Π.Σ.Σ. προστίθεται παράγραφος 7, ως εξής: «7. Το κατώτατο όριο των συντάξεων των προσώπων της παρ. 5 του άρθρου 45 του Κώδικα αυτού, ορίζεται ίσο με το κατώτατο όριο των πολεμικών συντάξεων, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά.» ε. Από την 1η Ιανουαρίου 2007 αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής οίκοθεν όλες οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου, αμάχου πληθυσμού και ειρηνικής περιόδου, καθώς και των οικογενειών τους, που δεν καθορίζονται με βάση μισθό ενεργείας και που έχουν αναγνωριστεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006, η δε διαφορά μεταξύ της σύνταξης που κανονίζεται ή αναπροσαρμόζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής και της δικαιούμενης κατά την 31η Δεκεμβρίου 2006, θα καταβληθεί κατά το ήμισυ από 1ης Ιανουαρίου 2007 και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από 1ης Ιανουαρίου 2008.

1.

Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1813/1988 (ΦΕΚ 243 Α΄) έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε όσα από τα πρόσωπα της περ. α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν.1517/1985 (ΦΕΚ 25 Α΄) εξήλθαν της Υπηρεσίας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου θα γίνει μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από την 1η του επόμενου μήνα της ημερομηνίας δημοσίευσης του νόμου αυτού.

2.

Στο τέλος του άρθρου 8 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής: «6. Η παρακράτηση των ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού δεν πραγματοποιείται, εφόσον ο στρατιωτικός υποβάλλει σχετική δήλωση στην Υπηρεσία του, οπότε και ο χρόνος υπηρεσίας από την ημερομηνία υποβολής της ανωτέρω δήλωσης, δεν υπολογίζεται στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο, κατά περίπτωση.»

3.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1ης Ιανουαρίου 2005, ως εξής: «1. Το ποσό της σύνταξης, που χορηγείται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού στους από ίδιο δικαίωμα συνταξιούχους δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 55 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.»

4.

Οι διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 3 του ν. 2320/ 1995 (ΦΕΚ 133 Α΄) έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους Γενικούς Διευθυντές αποχωρούν από την Υπηρεσία βάσει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3260/2004.

5.

Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2703/ 1999 προστίθεται περίπτωση γ, ως εξής: «γ. Το μη μόνιμο προσωπικό του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ» που είχε αποχωρήσει από την Υπηρεσία πριν από την 31.5.1999 και είχε παράλληλα ασφάλιση στο Ταμείο Νομικών ή στο Τ.Σ.Α.Υ., μπορεί να αναγνωρίσει στο Ι.Κ.Α. τον ασφαλιστικό χρόνο που διήνυσε στο καταργούμενο Ταμείο, με την προϋπόθεση ότι κατά την αποχώρησή του δεν επεστράφησαν οι εισφορές που κατέβαλλε στο Ταμείο αυτό.»

6.

α. Οι διατάξεις της περ. γ΄ της παρ. 15 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 4 του ν. 1897/1990 (ΦΕΚ 120 Α) και 1, 2 και 3 του ν. 1977/1991 (ΦΕΚ 185 Α). β. Οι διατάξεις της παρ. 23 του άρθρου 2 του ν. 3075/2002 καταργούνται. γ. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Π.Σ.Σ. έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα των άρθρων 1, 2 και 4 του ν. 1897/ 1990.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.