Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 268/2006
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 268 19 Δεκεμβρίου 2006 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ Περί των Ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών. 1 ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ Διόρθωση Σφάλματος στην εισαγωγή του υπ’ αριθμ. 172/2006 Κανονισμού της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος .............................................................................. 2 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ (1) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 176/2006 Περί των Ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις των άρθρων 4, περιπτ. ε, και 36, παραγρ. 6 του νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
Την Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σύρου, Τήνου, Ανδρου, Κέας και Μήλου Δωροθέου, Προέδρου της Ειδικής Κληρικολαϊκής Επιτροπής της συσταθείσης με απόφαση της Δ.Ι.Σ. για τα θέματα των Ιεροψαλτών,
Την υπ’ αριθμ. 75/20.9.2005 Γνωμοδότηση του Ειδικού Επιστημονικού Συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αναστασίου Μαρίνου,
Την από 4.10.2005 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου,
Την από 12.10.2006 απόφαση Αυτής, ψηφίζει: Τον υπ’ αριθμ. 176/2006 Κανονισμό «Περί των Ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών», έχοντα ως εξής : ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 176/2006 «Περί των Ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Γενικές Αρχές ΄Αρθρο 1 Σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι:
- α) Να προσδιορίσει με κάθε δυνατή σαφήνεια τα δικαιώματα και καθήκοντα των Ιεροψαλτών προς ενημέρωση αυτών
των ιδίων, των Ιερέων, των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων και του Χριστεπωνύμου Πληρώματος.
- β) Να αποτρέψει τυχόν φαινόμενα ελλείψεως αρμονικής
συνεργασίας μεταξύ του Ιεροψάλτη, των Εφημερίων και των Μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του Χριστεπωνύμου Πληρώματος.
- γ) Να καταστήσει εμφανή τη σπουδαιότητα του Ιεροψαλτικού
Λειτουργήματος στη ζωή της Εκκλησίας μας και την ανάγκη διατηρήσεως της πατρώας μουσικής μας παραδόσεως.
- δ) Να τονίσει την ανάγκη συνεχούς μέριμνας τόσο για την
αναβάθμιση του Ιεροψαλτικού Λειτουργήματος, όσο και για την εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους όλων των πιστών για την επάνδρωση των Ιερών Αναλογίων με τα κατάλληλα πρόσωπα. ΄Αρθρο 2
Ο Ιεροψάλτης λογίζεται κατώτερος Κληρικός της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, προ δε του διορισμού του και της αναλήψεως υπηρεσίας σε κάποιο Ιερό Ναό, ευκταίο είναι να δέχεται την κεκανονισμένη χειροθεσία, εφ’ όσον διαθέτει τα κανονικά προσόντα.
Ο Ιεροψάλτης, επειδή ασκεί ιερό Λειτούργημα, είναι άμεσος και βασικός συνεργάτης του Λειτουργού Ιερέως και εκπροσωπεί το πλήρωμα της Εκκλησίας στο λειτουργικό και τελετουργικό μέρος. Παραλλήλως είναι καλλιτέχνης με σπουδές και πείρα στη Μουσική και το τελετουργικό της Εκκλησίας μας, θεματοφύλακας ενός πραγματικού θησαυρού της Εθνικής μας Παραδόσεως και μαζί με τον Λειτουργό Ιερέα, «χειραγωγός» των πιστών στην προσευχή και στην κατάνυξη για την σωτηρία και τον αγιασμό τους. ΄Αρθρο 3
Σε κάθε Ενοριακό Ιερό Ναό ιδρύονται δύο θέσεις Ιεροψαλτών, και συγκεκριμένα του Πρωτοψάλτη (Δεξιού) και του Λαμπαδάριου (Αριστερού).
Στους ανωτέρω Ιερούς Ναούς δύνανται να προσλαμβάνονται και βοηθοί Ιεροψάλτες (Δομέστικοι) ή Μέλη πολυμελούς Βυζαντινού Χορού του Ναού.
Ο Ιεροψάλτης, διορίζεται σε μία εκ των ανωτέρω δυο θέσεων και συνδέεται με τον Ενοριακό Ναό, όπου διακονεί με εργασιακή σχέση δημοσίου δικαίου, προσλαμβάνεται δε κατά τη διαδικασία του επομένου άρθρου.
Άρθρο 4
Διορισμός Ιεροψαλτών
Προκειμένου να πληρωθεί κενή θέση Ιεροψάλτου Ενοριακού Ναού, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ενημερώνει εγγράφως την Ιερά Μητρόπολη και το Σύλλογο Ιεροψαλτών της περιοχής, αν υπάρχει. Στη συνέχεια προβαίνει σε σχετική ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται σε δυο (2) Εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να είναι τοπική του Νομού, στον οποίο βρίσκεται ο Ιερός Ναός προς πλήρωση θέσης του οποίου γίνεται η προκήρυξη. Στην ανακοίνωση ορίζεται η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Ο διορισμός Ιεροψάλτη γίνεται με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη μετά από πρόταση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και μετά από αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής Κρίσεως Ιεροψαλτών, η οποία είναι συμβουλευτική. Εάν τό Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαφωνεί με τη γνώμη της Επιτροπής, οφείλει να αιτιολογήσει τη διαφορετική πρότασή του. 2849 μήνα Ιανουάριο κάθε τρίτου έτους, ισχύει για μία τριετία και αποτελείται : α. Από εκπρόσωπο του Μητροπολίτη, οριζόμενο από αυτόν ως Πρόεδρο. β. Από τον Πρωτοψάλτη του Καθεδρικού Ναού της οικείας Μητροπόλεως. γ. Από τον Πρόεδρο του οικείου Συλλόγου Ιεροψαλτών ή από ένα Μέλος αυτού, προτεινόμενο από το Διοικητικό Συμβούλιο τούτου. Εάν υπάρχουν περισσότεροι Σύλλογοι προτιμάται ο Πρόεδρος του αρχαιότερου. Εάν δεν υφίσταται Σύλλογος, ορίζεται ως μέλος ο αρχαιότερος εν ενεργεία Ιεροψάλτης της έδρας της Ιεράς Μητροπόλεως. δ. Από τον Πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, του Ναού, όπου θα προσληφθεί ο Ιεροψάλτης. ε. Από ένα Καθηγητή με ειδίκευση στη Βυζαντινή Εκκλησια– στική μουσική, μαζί με τους αναπληρωτές τους. Η Επιτροπή νομίμως συνεδριάζει και αν ακόμα εξ αρχής ελλείπει ή εκ των υστέρων εξέλιπε ένα από τα Μέλη της.
Η Επιτροπή, έχοντας υπ’ όψη: α) τους μουσικούς τίτλους,
- β) τα φωνητικά προσόντα, όπως αυτά προκύπτουν από τη
δοκιμασία των υποψηφίων επί του αναλογίου, γ) τις γραμματικές γνώσεις, δ) τη γνώση του Τυπικού της Εκκλησίας, ε) την προϋπηρεσία, στ) το ήθος, ζ) άλλα σχετικά στοιχεία, τα οποία θα προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος, για το σχηματισμό πλήρους εικόνας της προσωπικότητός του, αποφασίζει για την καταλληλότητα ή μη των υποψηφίων και τη σειρά κατάταξής τους, και συντάσσει πλήρες και λεπτομερές πρακτικό, με το οποίο αιτιολογεί την κρίση της.
Οι Ιεροψάλτες κατατάσσονται με την απόφαση διορισμού τους σε κατηγορία ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα ως ακολούθως: Α. Στην Ε΄ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που ψάλλουν εμπειρικά. Β. Στην Δ΄ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν πτυχίο τετραετούς φοίτησης σε αναγνωρισμένες Εκκλησιαστικές Μουσικές Σχολές της Ιεράς Μητροπόλεως ή φοιτούν σε Μουσική Σχολή. Γ. Στην Γ΄ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν πτυχίο Ιεροψάλτου ή Βυζαντινής μουσικής Σχολών αναγνωρισμένων από το Κράτος (πενταετούς φοιτήσεως). Δ. Στην Β΄ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν δίπλωμα Εκκλησιαστικής Μουσικής αναγνωρισμένων Σχολών Βυζαντινής Μουσικής ή Ωδείων. Ε. Στην Α΄ κατηγορία οι Ιεροψάλτες Μουσικολόγοι και Διδάκτορες Μουσικών Πανεπιστημιακών Σχολών.
Την κατά κατηγορίες κατάταξη των Ιεροψαλτών κάθε Μητροπολιτικής περιφέρειας, πραγματοποιεί ο οικείος Μητροπολίτης, αφού υποβληθούν σε αυτόν από τους Ιεροψάλτες των Ενοριακών Ιερών Ναών τα τυπικά τους προσόντα. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Μητροπολίτου δύναται κάθε ενδιαφερόμενος να υποβάλει ένσταση στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία και αποφαίνεται τελεσιδίκως.
Κατώτατο όριο ηλικίας διορισμού του Ιεροψάλτου είναι το 18° έτος της ηλικίας.
Η τυφλότητα δεν αποτελεί κώλυμα διορισμού σε θέση Ιεροψάλτου. ΄Αρθρο 5 Όλοι οι διοριζόμενοι Ιεροψάλτες ασφαλίζονται στό Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) σύμφωνα με τις περί αυτού εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Καθήκοντα Ιεροψαλτών
Άρθρο 6
Ο Ιεροψάλτης οφείλει να έχει πλήρη συνείδηση των εκ της ιδιότητός του, ως κατωτέρου κληρικού, απορρεόντων καθηκόντων. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να διάγει ως πιστός και ευλαβής Ιεροψάλτης τόσο εντός, όσο και εκτός του Ιερού Ναού.
Ο Ιεροψάλτης αποτελεί τον βασικό συνεργάτη του Ιερέως του Ιερού Ναού, τον οποίο οφείλει να σέβεται αβίαστα και να θεωρεί Πνευματικό Προϊστάμενο και Πατέρα του. Μαζί του συνεννοείται σε ό,τι αφορά στο λατρευτικό και λειτουργικό μέρος. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί συνεχής και έντονη δυσαρμονία μεταξύ τους, επιλαμβάνεται και επιλύει ταύτην τελικώς ο Μητροπολίτης.
Τα καθήκοντα των Ιεροψαλτών ως προς τον χρόνο απασχολήσεώς τους αναγράφονται στό Ωρολόγιο Πρόγραμμα των Ιερών Ακολουθιών κάθε Ιεράς Μητροπόλεως. Τυχόν παρεκκλίσεις από τις ρυθμίσεις αυτές, όπου οι ειδικές συνθήκες το επιβάλλουν, δύναται να υπάρχουν μετά από απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση του Μητροπολίτου. Κάθε Ιεροψάλτης δικαιούται να λαμβάνει γνώση των υποχρεώσεών του, ώστε να αποδέχεται αυτές προ του διορισμού του. Ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Προϊσταμένου Εφημερίου του Ναού το δικαίωμα να παραχωρήσει στον Ιεροψάλτη άδεια απουσίας από ορισμένες υποχρεώσεις του και την δυνατότητα αντικαταστάσεώς του είτε από άλλο συνάδελφο είτε από βοηθό.
Ο Ιεροψάλτης οφείλει να ψάλλει σεμνοπρεπώς και συνετώς και να εκτελεί τους ύμνους με πιστότητα προς το βυζαντινό ύφος από διφθέρας από τα κλασικά μουσικά κείμενα. Τούτο, βεβαίως, δε σημαίνει ότι σε ορισμένα μαθήματα δεν δύναται να βάλει την προσωπική του έμπνευση, χωρίς όμως να αλλοιώνει τόν χαρακτήρα και τό ήθος του μουσικού μαθήματος.
Κατά την διάρκεια της Ιεράς Ακολουθίας ο Ιεροψάλτης αποδεικνύει με την στάση και τις κινήσεις του στο Αναλόγιο ότι εκτελεί προσευχητικό έργο. Το κλίμα και το πνεύμα αυτό προσπαθεί με πολλή διακριτικότητα να μεταδώσει και στους βοηθούς του και τους συγκροτούντες τον χορό.
Η συνεργασία μεταξύ των δυο Ιεροψαλτών αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση για την ύπαρξη αρμονικού κλίματος και αποδοτικής προσφοράς στον Ιερό Ναό. Οφείλουν, λοιπόν, οι δυο Ιεροψάλτες να συνεννοούνται μεταξύ τους σε κάθε περίπτωση, ώστε να αποφεύγονται εκνευρισμοί και εντάσεις, οι οποίες μειώνουν την απόδοσή τους, αλλά και τους εκθέτουν.
Η διά βίου επιμόρφωση κάθε Ιεροψάλτη πρέπει να αποτελεί διαρκές μέλημά του.
Η αυθαίρετη, σκόπιμη και αδικαιολόγητη απουσία από τα ιεροψαλτικά καθήκοντα αποτελεί για τον Ιεροψάλτη υπηρεσιακό παράπτωμα, που ελέγχεται και τιμωρείται αρμοδίως.
Ο ιεροψάλτης οφείλει:
- α) Να τηρεί επ’ ακριβώς το καθωρισμένο ωράριο.
- β) Να παίρνει ευχή, «καιρόν» από τον Λειτουργό Ιερέα.
- γ) Να έχει πλήρη γνώση του Τυπικού και να το τηρεί.
- δ) Να φέρει ράσο σεμνοπρεπώς κατά την Ακολουθία.
- ε) Να δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα δια την προσέλκυση
νέων στο Αναλόγιο.
- στ) Στα πλαίσια της συνεργασίας του Ιεροψάλτη με τους
Συναδέλφους του, εντάσσεται και η ενεργός συμμετοχή του σε όλες τις εργασίες και εκδηλώσεις του Συλλόγου Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως, στην οποία ανήκει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Δικαιώματα Ιεροψαλτών
Άρθρο 7
Το ύψος της αμοιβής εκάστου Ιεροψάλτη τελεί σε συνάρτηση με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του, την κατηγορία στην οποία έχει καταταγή, καθώς και με την συμβολή του στην πνευματική πρόοδο της Ενορίας και τις οικονομικές δυνατότητες του Ναού, αποτελεί δε, αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ αυτού και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Το ύψος της αμοιβής αναγράφεται στον Προϋπολογισμό του Ιερού Ναού και τελεί υπό την έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Πέρα της συμφωνημένης αμοιβής, ο Ιεροψάλτης λαμβάνει:
- α) Δώρο Χριστουγέννων.
- β) Δώρο Πάσχα.
- γ) Επίδομα αδείας.
Οι ανωτέρω μισθοί αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο με αύξηση, κατά την κρίση των οικείων Εκκλησιαστικών Συμβουλίων.
Ο Ιεροψάλτης κατ’ έτος λαμβάνει μηνιαία άδεια με πλήρεις αποδοχές. Η αναπλήρωσή του κατά το διάστημα τούτο και ο χρόνος λήψεως της αδείας ορίζεται κατόπιν συμφωνίας των Ιεροψαλτών του Ναού και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η δαπάνη της αναπληρώσεως κατά τον χρόνο της κανονικής άδειας του Ιεροψάλτη βαρύνει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο.
Ο Ιεροψάλτης δικαιούται μέρος των προσφερομένων από τους πιστούς για την τέλεση ιεροπραξιών. Επίσης όπου οι πιστοί επιθυμούν να συμμετάσχει χορωδία, προτιμάται αυτή του Ναού.
Σε κάθε Ιερά Μητρόπολη δύναται να συσταθεί Ταμείο Αλληλοβοήθειας προς ενίσχυση των υπηρετούντων σε πτωχές Ενορίες Ιεροψαλτών. Η σύσταση, η λειτουργία και οι πόροι του Ταμείου επαφίενται στην ποιμαντική μέριμνα των οικείων Μητροπολιτών.
Άρθρο 8
Αποχώρηση − Απόλυση Ιεροψαλτών
Η παραίτηση Ιεροψάλτη υποβάλλεται εγγράφως στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού, στον οποίο διακονεί και διαβιβάζεται στον αρμόδιο για την αποδοχή της Μητροπολίτη. Σε κάθε περίπτωση, ο παραιτηθείς Ιεροψάλτης δεν δύναται να εγκαταλείψει την θέση του, πριν παρέλθει δίμηνο από της υποβολής της παραιτήσεώς του. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα διορίζεται σε άλλο Ναό.
Ιεροψάλτες, που δεν μπορούν να ασκήσουν το έργο τους λόγω νόσου, απολύονται ύστερα από πρόταση του Εκκλησιαστικού, Συμβουλίου και απόφαση του οικείου Μητροπολίτου, κατόπιν προηγουμένης σύμφωνης γνωμάτευσης της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας, όπου υπηρετούν.
Σε περίπτωση αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων Ιεροψάλτη που συνδέεται με τα φωνητικά του προσόντα, αυτός απολύεται με πρόταση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κρίσεων του άρθρου 4 του παρόντος και απόφαση του οικείου Μητροπολίτου.
Ιεροψάλτης ο οποίος συμπληρώνει το εβδομηκοστό (70°) έτος της ηλικίας του, υποχρεωτικώς υποβάλλει την έγγραφη παραίτησή του στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Το όριο ηλικίας του Ιεροψάλτου δύναται να παραταθεί με απόφαση του οικείου Μητροπολίτου ως το 75° έτος της ηλικίας αυτού με δυνατότητα ακόμη περαιτέρω παρατάσεως έως πέντε (5) ετών, εφ’ όσον τούτο αιτηθεί εγγράφως από τον ίδιο και υπάρχει και η σύμφωνη γνώμη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Σε περίπτωση αποχώρησης Ιεροψάλτη λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας ή απόλυσης λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας άσκη σης καθηκόντων προσφέρεται ως δώρο υπό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ποσό το ύψος του οποίου καθορίζεται υπ’ αυτού.
Άρθρο 9
Πειθαρχικές διατάξεις
Πειθαρχικά παραπτώματα των Ιεροψαλτών αποτελούν ιδίως:
- α) Η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής ή ανάξια για Ιεροψάλτη διαγωγή κατά ή και πέραν από την άσκηση των καθηκόντων του.
- β) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων.
- γ) Η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση
των καθηκόντων του.
- δ) Η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης Εκκλησιαστικής Αρχής, δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με
σκόπιμη χρησιμοποίηση εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με προδήλως απρεπείς εκφράσεις.
- ε) Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς Ιερείς, Μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, Ενορίτες ή συναδέλφους Ιεροψάλτες.
Πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους Ιεροψάλτες είναι:
- α) Η έγγραφη επίπληξη.
- β) Το πρόστιμο έως τις αποδοχές τριών (3) μηνών.
- γ) Η προσωρινή παύση από τρείς (3) έως και έξι (6) μήνες
με πλήρη στέρηση των αποδοχών.
- δ) Η οριστική παύση.
Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη μετά από πρόταση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Ουδεμία πειθαρχική ποινή επιβάλλεται αν ο Ιεροψάλτης δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία και έχει το δικαίωμα να λάβει πλήρη γνώση της εναντίον του κατηγορίας και των στοιχείων που τη στηρίζουν. Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών, ενώ μπορεί να παραταθεί ως το τριπλάσιο της αρχικής μετά από έγγραφη αίτηση του διωκομένου Ιεροψάλτη.
Όταν Ιεροψάλτης αποχωρεί, λόγω παραιτήσεως ή απολύσεως, τo Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του χορηγεί βεβαίωση για τον χρόνο απασχολήσεώς του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 10
Ετήσια Εορτή Ιεροψαλτών
Καθιερώνεται η 4η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμά την μνήμη του μεγάλου Μελωδού και Υμνογράφου Αυτής Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ως Πανελλήνια Ημέρα Εορτής της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος και πάντων των κατά τόπους Συλλόγων Ιεροψαλτών.
Τα Προεδρεία της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος (ΟΜ.Σ.Ι.Ε.) και των Τοπικών Συλλόγων Ιεροψαλτών, σε συνεργασία με την οικεία Μητρόπολη καταρτίζουν κάθε φορά το σχετικό Πρόγραμμα για την έδρα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και των Ιερών Μητροπόλεων.
Η Κυριακή μετά την 4ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, ορίζεται ως ημέρα τιμής του Ιεροψάλτη. Την ημέρα αυτή σε όλους τους Ιερούς Ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος καθιερώνεται να τελείται δοξολογική δέηση και να γίνεται ειδική ομιλία, για να εξαρθεί και τιμηθεί πρεπόντως το έργο του Ιεροψάλτη και να προβληθεί ευρύτερα και κατάλληλα η Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική.
Άρθρο 11
Ηθικές αμοιβές Ιεροψαλτών
Καθιερώνονται οι εξής ηθικές αμοιβές των Ιεροψαλτών:
- α) ΕΠΑΙΝΟΣ,
- β) ΕΥΑΡΕΣΚΕΙΑ,
- γ) Τιμητικό ΔΙΠΛΩΜΑ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ της Εκκλησίας της
Ελλάδος, με ειδικό μετάλλιο και,
- δ) Το ΠΑΡΑΣΗΜΟ της Εκκλησίας της Ελλάδος του Αποστόλου Παύλου με Δίπλωμα.
Οι ανωτέρω ηθικές αμοιβές απονέμονται στους εν ενεργεία Ιεροψάλτες ή τους διατελέσαντες, οι οποίοι έχουν διακριθεί για την μουσική τους κατάρτιση, τη φωνητική απόδοση, το εξαίρετο ήθος και την εν γένει συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της Βυζαντινής, Εκκλησιαστικής Μουσικής και της Ψαλτικής Τέχνης. Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ύστερα από απόφασή της, ή μετά από πρόταση του οικείου Μητροπολίτου.
Προτάσεις για απονομή ηθικών αμοιβών είναι δυνατόν να υποβάλουν και τα Διοικητικά Συμβούλια των Τοπικών Συλλόγων προς τον οικείο Μητροπολίτη, ή το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος (ΟΜ.Σ.Ι.Ε.) προς τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
Κοινωνία αγάπης ΄Αρθρο 12 Σχέσεις Ιεροψαλτών και Ιεράς Μητροπόλεως Οι Ιεροψάλτες συνειδητοποιώντας ότι είναι εκ των «λοιπών τον καταλόγου τον Ιερατικού» και ότι αναλαμβάνουν το έργο αυτών «δι’ επιθέσεως των χειρών» του Επισκόπου και ειδικής «ευχής», δεν πρέπει να λησμονούν ότι επιτελούν ιερό λειτούργημα και υπηρετούν «Θεώ Ζώντι». Επομένως, αποτελούν μέλη της στρατευόμενης Εκκλησίας, που έχει κεφαλή «εις τύπον και τόπον Χριστού» τον Επίσκοπο, τον οποίο φυσικό είναι να βλέπουν ως πατέρα και ποιμένα τους. Κατά συνέπεια οι Ιεροψάλτες πρέπει να αισθάνονται σεβασμό και αγάπη προς τον Προεστώτα της Τοπικής Εκκλησίας, ανάλογος δε να είναι και η στάση τους απέναντι του. Τούτο, βεβαίως, δεν αφαιρεί το δικαίωμα από τον Ιεροψάλτη να ζητήση με τον προσήκοντα τρόπον την δικαίωσή του, στην περίπτωση κατά την οποία φρονεί ότι αδικείται και να χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για τον σκοπό αυτό.
Άρθρο 13
Σχέσεις Ιεροψαλτών με τους Ιερείς του Ιερού Ναού, του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και των Ενοριτών
Οι καλές σχέσεις του Ιεροψάλτη με τους Ιερείς του Ιερού Ναού, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τους Ενορίτες, επιβάλλονται πρωτίστως από την ιερότητα του λειτουργήματος αυτού, είναι δε και απόρροια τόσο του χαρακτήρα και της εκ μέρους αυτού πλήρους συνειδητοποιή– σεως της ιδιότητος, αλλά και της στάσης του Ιεροψάλτη, έναντι όλων όσοι προαναφέρθηκαν. Οπωσδήποτε ο Ιεροψάλτης, επειδή ευρίσκεται, όπως και όλοι όσοι διακονούν σε Ιερό Ναό, σε θέση ορατή από όλους, οφείλει να ακτινοβολεί από ανωτερότητα και χριστιανικό ήθος.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφεύγονται φραστικές ακρότητες, οξυθυμία και εκφράσεις καταφρονητικές στις συναλλαγές και σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω, αμοιβαίως. Σε κάθε, περίπτωση, η αναξιοπρεπής συμπεριφορά οιουδήποτε εκκλησιαστικού παράγοντα απέναντι των άλλων, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και επισύρει για τον Ιεροψάλτη τις προβλεπόμενες από τον παρόντα Κανονισμό κυρώσεις.
Άρθρο 14
Σχέσεις Ιεροψαλτών προς τους Συναδέλφους αυτών και το Σύλλογο Ιεροψαλτών Ο Ιεροψάλτης αντιμετωπίζει τους άλλους Ιεροψάλτες όχι ως ανταγωνιστές ή υπονομευτές του έργου του, αλλά ως «συνδιακόνους» και αγαπητούς συναδέλφους. Εγωισμοί, μικρότητες και διαβολές του ενός κατά του άλλου, απάδουν προς την ιδιότητά του. Με το αυτό πνεύμα, ο Ιεροψάλτης οφείλει να αντιμετωπίζει τους συναδέλφους του, ως μέλος του Συνδέσμου των Ιεροψαλτών, στα πλαίσια του οποίου οφείλει να προσφέρει, πλην της οικονομικής συνδρομής του, ότι συντελεί στην ευόδωση των σκοπών του Συλλόγου.
Άρθρο 15
Ακροτελεύτια διάταξη Η ισχύς του Κανονισμού τούτου, μετά την ψήφισή του από την Ιερά Συνοδό της Ιεραρχίας, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το Περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
Άρθρο 16
Κάλυψη δαπάνης Από τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού προκαλείται δαπάνη σε βάρος των Νομικών Προσώπων των Ιερών Ναών της Εκκλησίας της Ελλάδος, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Αθήνα 12 Οκτωβρίου 2006 † Ο Αθηνών ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, Πρόεδρος Ο Αρχιγραμματεύς † Ο εκλεγείς Μητροπολίτης Κορίνθου Διονύσιος Ακριβές αντίγραφον Ο Αρχιγραμματεύων † Ο Αρχιμ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΜΙΣΙΑΚΟΥΛΗΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ F (2) Στην εισαγωγή του υπ’ αριθμ. 172/2006 Κανονισμού της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ, ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ» που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 255/23.11.2006 (τ.Α΄/σελίς 2751) αντικαθίστανται τα παρακάτω εδάφια: Από το εσφαλμένο: «10. Ότι τέλος η Εκκλησία, ως εκ της φύσεως της ως «Κοινωνίας» και ως εκ της διδασκαλίας της περί του ανθρωπίνου προσώπου, περί του ξένου, περί της ισότητος μεταξύ των προσώπων ανεξαρτήτως φυλετικής, κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής και άλλης διακρίσεως, δεν προσφέρει μόνον την αγαπητική διακονία της προς πάντας αδιακρίτως, αλλά αποτελεί και τον καλύτερο παιδαγωγό αγάπης, κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης αναγνωρίζουσα δε και διακρίνουσα στο πολυσύνθετο, πολυεπίπεδο και πολυσχιδές φαινόμενο της μετανάστευσης, της προσφυγιάς και των συνδεομένων με αυτές κοινωνικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών προκλήσεων και προβλημάτων ένα ευδιάκριτο «σημείο των καιρών» (Ματθαίου 16,4), που χρήζει της αναλύσεως και ερμηνείας του υπό το φως του Ευαγγελίου, αναμιμνησκομένη και της Κυριακής Εντολής για την «συναγωγή» του ξένου.
Την από 18.4.2006 Γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Την από 2.5.2006 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.
Την από 13.10.2006 Απόφασιν Αυτής.» Στο ορθό: «10. Ότι η Εκκλησία, εκ της φύσεώς της ως «Κοινωνίας» και εκ της διδασκαλίας της περί του ανθρωπίνου προσώπου, περί του ξένου, περί της ισότητος μεταξύ των προσώπων ανεξαρτήτως φυλετικής, κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής και άλλης διακρίσεως, δεν προσφέρει μόνον την αγαπητική διακονία της προς πάντας αδιακρίτως, αλλά αποτελεί και τον καλύτερο παιδαγωγό αγάπης, κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης.
Ότι στο πολυσύνθετο, πολυεπίπεδο και πολυσχιδές φαινόμενο της μετανάστευσης και της προσφυγιάς και των συνδεομένων με αυτές κοινωνικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών προκλήσεων και προβλημάτων, η Εκκλησία, αναμιμνησκομένη και της Κυριακής Εντολής για την «συναγωγή» του ξένου, αναγνωρίζει και διακρίνει ένα ευδιάκριτο «σημείο των καιρών» (Ματθαίου 16,4), που χρήζει της αναλύσεως και ερμηνείας του υπό το φως του Ευαγγελίου.
Την από 18.4.2006 Γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Την απο 2.5.2006 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.