Νόμοι — ΦΕΚ A' 272/2005

Type Νόμος
Publication 2005-11-09
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 272 4 Νοεμβρίου 2005 4509

Αύξηση συντάξεων Δημοσίου και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Αύξηση επιδόματος εξομάλυνσης

1.

α. Το επίδομα εξομάλυνσης της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α΄) από 1ης Ιανουαρίου 2005 καταβάλλεται ως εξής: Για σύνταξη μέχρι 308 € Επίδομα 15 € » από 308,01 € » 456 € » 17 € » » 456,01 € » 761 € » 27 € » » 761,01 € » 1.100 € » 45 € » » 1.100,01 € » 1.300 € » 46 € » » 1.300,01 € » 1.500 € » 47 € » » 1.500,01 € » 1.800 € » 48 € » » 1.800,01 € » 2.100 € » 49 € » » 2.100,01 € » 2.400 € » 50 € » » 2.400,01 € » 3.000 € » 51 € » » 3.000,01 € » 3.500 € » 53 € » » 3.500,01 € και άνω » 55 € β. Εφόσον το δικαιούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, επίδομα εξομάλυνσης είναι μικρότερο αυτού που καταβαλλόταν την 31η Δεκεμβρίου 2004, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική και αμεταβίβαστη.

2.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 55 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000, ΦΕΚ 153 Α΄), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται από 1ης Ιανουαρίου 2005 ως εξής: «5. Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου γενικά, καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του επιδόματος εξομάλυνσης, καθώς και του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, σε ποσοστό σαράντα τρία επί τοις εκατό (43%) του μηνιαίου βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά.»

3.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων (π.δ. 167/2000, ΦΕΚ 154 Α΄), αντικαθίστανται από 1ης Ιανουαρίου 2005 ως εξής: «2. Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιοδοτούμενων από το Δημόσιο σιδηροδρομικών συνταξιούχων και βοηθηματούχων, καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του επιδόματος εξομάλυνσης, καθώς και του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, σε ποσοστό σαράντα τρία επί τοις εκατό (43%) του μηνιαίου βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά.»

4.

Τα ποσά των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄), όπως ισχύουν, αυξάνονται από 1η Ιανουαρίου 2005 σε 93, 166 και 238 ευρώ, αντίστοιχα.

5.

Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (π.δ. 168/2000, ΦΕΚ 155 Α΄), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται από 1ης Ιανουαρίου 2005 ως εξής: «1. Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη ανικανότητας που αναγνωρίζεται στους αναπήρους πολέμου οπλίτες, των οποίων η σύνταξη δεν κανονίζεται με βάση το μισθό ενεργείας, είναι ίση με 1,206% του μηνιαίου βασικού μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά, ανά εκατοστό ανικανότητας.»

6.

Ειδικά για το έτος 2005 και μόνο για τον υπολογισμό της σύνταξης, τα ποσά των περιπτώσεων α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α΄), λαμβάνονται υπόψη αυξημένα σε ποσοστό 3,6%. Το ίδιο ισχύει και για τα ποσά των παραγράφων 2, 3 περ. ζ΄, 5 και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α΄), τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της βουλευτικής σύνταξης.

Άρθρο 2

Επιστροφή ειδικής μηνιαίας εισφοράς συνταξιούχων Δημοσίου και φορέων Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης

1.

Τα ποσά της ειδικής μηνιαίας εισφοράς υπέρ του Δημοσίου, που παρακρατήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2001 μέχρι 30 Ιουνίου 2004 από τις συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄) και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004 (ΦΕΚ 52 Α΄), η οποία καταργήθηκε από 1ης Ιουλίου 2004 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3245/2004 (ΦΕΚ 110 Α΄), επιστρέφονται από 1ης Ιουλίου 2006, ως εξής: Για συνολικό ποσό επιστροφής μέχρι 200,00 €, εφάπαξ. Για ποσό από 300,01 € έως 400,00 €, σε τρεις ισόποσες Για ποσό από 400,01 € έως 500,00 €, σε τέσσερες ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. Για ποσό από 500,01 € και άνω, σε πέντε ισόποσες

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημόσιους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς είτε αυτές βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για τις συντάξεις των σιδηροδρομικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α΄).

3.

Τα ποσά της ειδικής μηνιαίας εισφοράς υπέρ του Λογαριασμού Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Λ.Α.Φ.Κ.Α.) που παρακρατήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1999 μέχρι 30 Ιουνίου 2004 από τις συντάξεις των συνταξιούχων των φορέων Kύριας και Επικουρικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 2084/1992, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄) και 39 του ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α΄) και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 του ν.3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α΄), η οποία καταργήθηκε από 1ης Ιουλίου 2004 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3245/ 2004, επιστρέφονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.

Ποσά που οφείλονται κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, σε όσους συνταξιούχους πέθαναν, καταβάλλονται, σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτές, στα δικαιούχα της σύνταξης πρόσωπα, και αν δεν υπάρχουν δικαιούχοι, στους κληρονόμους, εφόσον οι τελευταίοι υποβάλουν σχετική έγγραφη αίτηση μέσα σε ένα εξάμηνο από την ισχύ του νόμου αυτού.

5.

Τα ποσά που επιστρέφονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, απαλλάσσονται των κρατήσεων φόρου εισοδήματος, καθώς και κάθε άλλης κράτησης ή εισφοράς υπέρ Δημοσίου και φορέων Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης.

Άρθρο 3

Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου

1.

α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 13 του άρθρου 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως αυτή είχε προστεθεί με την παρ. 8 περ. α΄ του άρθρου 10 του ν. 3075/2002, αντικαθίσταται ως εξής: «Στον παραπάνω αξιούμενο χρόνο συνυπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο οι ανωτέρω διετέλεσαν μετακλητοί Νομάρχες ή υπηρέτησαν ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α΄ βαθμίδας των παραπάνω αναφερόμενων ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών επί μία τετραετία και υπό τον όρο της εξαγοράς.» β. Η περ. β΄ της παρ. 13 του άρθρου 15 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως αυτή είχε προστεθεί με την παρ. 8 περ. β΄ του άρθρου 10 του ν. 3075/2002, αντικαθίσταται ως εξής: «β. Εφόσον τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης έχουν και χρόνο υπηρεσίας που λογίζεται συντάξιμος κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού ή χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών, υπό τον όρο της εξαγοράς ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α΄ βαθμίδας σε ανεξάρτητα Διεθνή Ιδρύματα και Οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα, η αμέσως ανωτέρω σύνταξή τους προσαυξάνεται κατά τόσα τριακοστά πέμπτα ποσοστού του μηνιαίου συντάξιμου μισθού της θέσης του Γενικού Γραμματέα κατά περίπτωση, όσα τα έτη της υπηρεσίας αυτής.»

2.

Τα πρώτα εδάφια των περιπτώσεων β΄ των παραγράφων 1 των άρθρων 5 και 31 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000) τροποποιούνται ως εξής: «β. Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε έχοντας τις παραπάνω προϋποθέσεις, καθώς και του συνταξιούχου είτε αυτά γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν είτε είναι θετά είτε αναγνωρίσθηκαν είτε γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους από μητέρα υπάλληλο ή συνταξιούχο από δική της υπηρεσία, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, εφόσον είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω.»

3.

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση απόλυσης για νόσο που δεν επιδέχεται θεραπεία, η συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, εφόσον δεν ρυθμίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, τερματίζεται με την πάροδο διμήνου από τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειας, που έλαβε πριν από τη γνωμάτευση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ή της διαθεσιμότητας και σε περίπτωση που εξακολουθεί να εργάζεται, με την πάροδο διμήνου από τη γνωμάτευση της προαναφερόμενης Υγειονομικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από το χρόνο κοινοποίησης της απόλυσης ή την τυχόν προσφορά υπηρεσίας και την καταβολή μισθού πέρα από το δίμηνο.»

4.

α. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 των άρθρων 18 και 46 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταργούνται και οι ακολουθούσες παράγραφοι αναριθμούνται αναλόγως. β. Οι διατάξεις του άρθρου 97 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (π.δ. 168/2000) καταργούνται και τα ακολουθούντα άρθρα αναριθμούνται αναλόγως. γ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 12 του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων καταργούνται και οι ακολουθούσες παράγραφοι αναριθμούνται αναλόγως.

5.

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 39 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση απόλυσης για νόσο που δεν επιδέχεται θεραπεία, η συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων του άρθρου 27, εφόσον δεν ρυθμίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, τερματίζεται με την πάροδο διμήνου από τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειας, που έλαβε πριν από τη γνωμάτευση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ή της διαθεσιμότητας και σε περίπτωση που εξακολουθεί να εργάζεται, με την πάροδο διμήνου από τη γνωμάτευση της προαναφερόμενης Υγειονομικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από το χρόνο κοινοποίησης της απόλυσης ή την τυχόν προσφορά υπηρεσίας και την καταβολή μισθού πέρα από το δίμηνο.»

6.

Το β΄ εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, αντικαθίσταται ως εξής: «Επίσης λογίζεται διπλάσιος ο χρόνος υπηρεσίας των παραπάνω που διανύθηκε στην Κορέα, καθώς και στην 211 Α΄).»

7.

Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 58 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Επιτρέπεται επίσης η σύγχρονη καταβολή μέχρι δύο το πολύ συντάξεων σε άγαμα παιδιά ορφανά και από τους δύο γονείς, μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους εφόσον σπουδάζουν, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού ή είναι ανίκανα κατά ποσοστό 80% και άνω.»

8.

Στο τέλος της παρ. 14 του άρθρου 58 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις συντάξεις των υπαλλήλων του άρθρου 8 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α΄) εφόσον αυτοί έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία τους μέχρι 31.5.1999 ή αν πρόκειται για συνταξιούχους από μεταβίβαση εφόσον οι δικαιοπάροχοι έχουν αναγνωρίσει το σχετικό δικαίωμα μέχρι την ίδια ημερομηνία.»

9.

Οι διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταργούνται.

10.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίστανται ως εξής: «1. Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάστηκε για αδίκημα της περ. β΄ του άρθρου 62 του Κώδικα αυτού, δικαιούνται με τους όρους αυτού του Κώδικα τη σύνταξη που τους ανήκει σαν αυτός που καταδικάστηκε να είχε πεθάνει και εφόσον ο ίδιος είχε αποκτήσει δικαίωμα με βάση τα έτη της υπηρεσίας του.»

11.

Η περ. β΄της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, καθώς και η περ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 106 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων καταργούνται και οι ακολουθούσες περιπτώσεις αναριθμούνται αναλόγως.

12.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασκείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών εντός έτους από την έκδοσή τους, καθώς και από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον εντός έτους από την κοινοποίησή τους.»

13.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων και της παρ. 3 του άρθρου 107 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων αντικαθίστανται ως εξής: «Υποθέσεις για συντάξεις που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 έως και 7 αυτού του άρθρου, μπορούν να επαναφερθούν για εξέταση σε πρώτο βαθμό με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επικαλούνται αντίθετη αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης, η οποία προσβάλλεται.»

14.

Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Προκειμένου περί πράξεων αναπροσαρμογής συντάξεων που αποστέλλονται στους ενδιαφερομένους από τη Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων, ως ημερομηνία κοινοποίησής τους θεωρείται η εξηκοστή ημέρα από την ημερομηνία που φέρουν οι πράξεις αυτές.»

15.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η σύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, καθώς και της Επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους.»

16.

Το πρώτο εδάφιο της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, αντικαθίσταται ως εξής: «β. Τα τέκνα είτε γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν είτε είναι θετά είτε αναγνωρίσθηκαν, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω.»

17.

Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 83 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων αντικαθίστανται ως εξής: «3. Οι ανάπηροι του άμαχου πληθυσμού, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 77 έως 80 του Κώδικα αυτού, εφόσον επικαλούνται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας τους, που οφείλεται στην εξέλιξη της πάθησης για την οποία συνταξιοδοτήθηκαν, δικαιούνται με αίτησή τους να επανεξετασθούν από την Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή (Α.Σ.Υ.Ε.). Οι επανεξετάσεις του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι περισσότερες από δύο (2).»

18.

Στο τέλος του άρθρου 113 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Οι περιορισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 αυτού του άρθρου έχουν εφαρμογή και για τους λοιπούς συνταξιούχους των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, των οποίων οι συντάξεις καταβάλλονται από το Δημόσιο με βάση ειδικές διατάξεις. Στους περιορισμούς αυτούς δεν υπάγονται οι χορηγίες των δημάρχων και προέδρων κοινοτήτων, οι συντάξεις των υπαλλήλων του άρθρου 1 του ν.1518/1985, καθώς και οι συντάξεις των σιδηροδρομικών υπαλλήλων εφόσον όλοι αυτοί έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία τους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1984 ή αν πρόκειται για συνταξιούχους από μεταβίβαση εφόσον οι δικαιοπάροχοι έχουν αναγνωρίσει το σχετικό δικαίωμα μέχρι την ίδια ημερομηνία. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις συντάξεις των υπαλλήλων του άρθρου 8 του ν. 2703/1999, εφόσον έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία τους μέχρι 31.5.1999 ή αν πρόκειται για συνταξιούχους από μεταβίβαση εφόσον οι δικαιοπάροχοι έχουν αναγνωρίσει το σχετικό δικαίωμα μέχρι την ίδια ημερομηνία.»

19.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 122 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με την ίδια διαδικασία, επιτρέπεται για μία μόνο φορά επανεξέταση από την Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή (Α.Σ.Υ.Ε.) και για τα πρόσωπα των διατάξεων των άρθρων 77 έως 80 του Κώδικα αυτού.»

20.

α. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται ως εξής: ανικανότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 54 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, καθώς και της παρ. 23 του άρθρου 2 του ν. 3075/2002, κατά περίπτωση.» β. Η χορήγηση του επιδόματος ανικανότητας στα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου που έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού γίνεται οίκοθεν από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου της ισχύος του νόμου αυτού μήνα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.