Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 272/2014
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 272 29 Δεκεμβρίου 2014 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 263/2014 Συγκρότηση, αρμοδιοτήτων και λειτουργία των Μητροπολιτικών Συμβουλίων των Ι. Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
Το άρθρον 35 του Ν. 590/1977 (Α΄ 146), όπως αντικατεστάθη δια του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 4301/2014 (Α΄ 223),
Την ανάγκην διαρρυθμίσεως των αρμοδιοτήτων των Μητροπολιτικών Συμβουλίων υπό την ισχύν του Ν. 590/1977,
Την από 9.12.2014 Απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ψηφίζει τον υπ’ αριθμ. 263/2014 Κανονισμόν έχοντα ως κατωτέρω: Κανονισμός 263/2014 περί συγκροτήσεως, αρμοδιοτήτων και λειτουργίας των Μητροπολιτικών Συμβουλίων των Ι. Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος Άρθρον 1 Τεκμήριον αρμοδιότητος Τα Μητροπολιτικά Συμβούλια έχουν μόνον τας απαριθμουμένας εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εις ετέρους Κανονισμούς ή νόμους αρμοδιότητας. Άπασαι αι λοιπαί αρμοδιότητες διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως της Ιεράς Μητροπόλεως ή περί την εποπτείαν επί των Ενοριών, Μονών και Ησυχαστηρίων ανήκουν εις τον επιχώριον Μητροπολίτην, υπέρ των αρμοδιοτήτων του οποίου ομιλεί το τεκμήριον της αρμοδιότητος. Άρθρον 2 Συγκρότησις
Παρά τη Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και εκάστη Ιερά Μητροπόλει συνιστάται Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, αποτελούμενον α) εκ του οικείου Αρχιερέως, ως Προέδρου, ή του νομίμου αυτού αναπληρωτού, β) ενός δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου της περιφερείας της οικείας Ι. Μητροπόλεως ή συνταξιούχου δικαστικού λειτουργού και γ) ενός κατόχου πτυχίου ή μεταπτυχιακού τίτλου Σχολής Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής με κατεύθυνσιν οικονομικών επιστημών ή ισοτίμου πτυχίου αντίστοιχης ειδικότητος της αλλοδαπής, αμφοτέρων των ως άνω οριζομένων μετά των αναπληρωτών αυτών υπό του Αρχιερέως, δ) δύο εφημερίων και δύο εκκλησιαστικών συμβούλων οριζομένων μετά των αναπληρωτών των υπό του επιχωρίου Μητροπολίτου εκ των εφημερίων και των εκκλησιαστικών συμβούλων εξ οιασδήποτε των Ενοριών της Μητροπόλεως. Δεν απαγορεύεται τα μέλη του Συμβουλίου να κατέχουν θέση δημοσίου υπαλλήλου ή δημοσίου λειτουργού. Απαγορεύεται ο διορισμός συμβούλων συγγενών προς αλλήλους και προς τον Μητροπολίτην ή τον νόμιμον αναπληρωτήν του μέχρι και του τετάρτου βαθμού εξ αίματος ή και του τρίτου εξ αγχιστείας.
Δια την νόμιμον συγκρότησιν του Μητροπολιτικού Συμβουλίου απαιτείται ο ορισμός απάντων των επιλεγομένων μελών του δι’ αντιστοίχου πράξεως συγκροτήσεως εκδιδομένης υπό του Μητροπολίτου. Ο ορισμός του ιδίου προσώπου υπό πλείονες της μίας ιδιότητος δεν επιτρέπεται εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον.
Η τυχόν κατά παράνομον τρόπον κτήσις της ιδιότητος, υπό την οποίαν κάποιος ορίζεται μέλος Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν επηρεάζει την νομιμότητα της συγκροτήσεως του Συμβουλίου, έως την δικαστικήν ακύρωσιν ή ανάκλησιν του διορισμού του.
Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον δύναται να λειτουργήση, όχι πέραν του εξαμήνου, ακόμα και εάν ένια των μελών του εκλείψουν ή αποχωρήσουν δι’ οποιονδήποτε λόγον ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ωρίσθηκαν, εφ’ όσον, κατά τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου, τα λοιπά μέλη επαρκούν δια την ύπαρξιν νομίμου απαρτίας. Απαιτείται πάντοτε όμως η παρουσία του Προέδρου ή του νομίμου αναπληρωτού του δια την νομιμότητα της συνεδριάσεως.
Η θητεία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι τριετής και δύναται να ανανεούται κατά την πνευματικήν κρίσιν του επιχωρίου Μητροπολίτου. Η θητεία του Μητροπολιτικού Συμβουλίου παρατείνεται αυτοδικαίως, και κατόπιν λήξεως του ωρισμένου χρόνου της, μέχρις εκδόσεως νέας αποφάσεως συγκροτήσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Η αντικατάστασις μέλους προ της λήξεως της θητείας του είναι δυνατή μόνον δια λόγον αναγόμενον εις την άσκησιν των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιούται εις την σχετικήν πράξιν.
Χρέη γραμματέως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκτελεί κληρικός της Μητροπόλεως ή εκκλησιαστικός υπάλληλος οριζόμενος υπό του Μητροπολίτου.
Η Ι. Μητρόπολις τηρεί βιβλίον αποφάσεων Μητροπολιτικού Συμβουλίου, εις το οποίον καταχωρίζονται αι αποφάσεις.
Τας αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκτελεί και γνωστοποιεί δι’ εγγράφων του ο Πρόεδρος αυτού ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. 8327
Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον συνεδριάζει εις την έδραν της Ιεράς Μητροπόλεως. Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον προσκαλείται εις συνεδρίασιν υπό του Προέδρου ή του νομίμου αναπληρωτού του.
Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον συγκαλείται τακτικώς μίαν φοράν ανά δίμηνον και εκτάκτως οσάκις κρίνη ο Πρόεδρός του. Η σύγκλησις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου προς συνεδρίασιν είναι υποχρεωτική, εάν το εν τρίτον (1/3) τουλάχιστον του συνόλου των μελών του το ζητήσουν εγγράφως από τον Πρόεδρον, προσδιορίζοντα και το προς συζήτησιν θέμα.
Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον συνεδριάζει νομίμως όταν μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, πλείονα του ημίσεος αριθμού των διορισμένων μελών, εις τα οποία περιλαμβάνεται απαραιτήτως ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του (απαρτία). Η απαρτία πρέπει να υφίσταται καθ’ όλην την διάρκειαν της συνεδριάσεως. Εάν, κατά την πρώτην συνεδρίασιν, διαπιστωθή έλλειψις απαρτίας, το όργανον καλείται εκ νέου εις συνεδρίασιν, η οποία πραγματοποιείται το ενωρίτερον κατόπιν είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, εις τον αυτόν τόπον και με την αυτήν ημερησίαν διάταξιν. Κατά την δευτέραν συνεδρίασιν, υπάρχει απαρτία, εάν μετέχουν μέλη, τα οποία παριστούν τουλάχιστον το εν τρίτον (1/3) του συνόλου των διορισμένων μελών του.
Ο Πρόεδρος καθορίζει την ημέραν, την ώραν και τον τόπον των συνεδριάσεων και καλεί τα μέλη να συμμετάσχουν. Η πρόσκλησις, η οποία περιλαμβάνει την ημερησίαν διάταξιν, γνωστοποιείται, υπό του γραμματέως, προς τα μέλη του Συμβουλίου τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρας προ της συνεδριάσεως, δύναται δε να γίνη και με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία ή έτερον πρόσφορον μέσον επικοινωνίας, εφ’ όσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται δια σχετικής σημειώσεως εις το βιβλίον συνεδριάσεων του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, η οποία πρέπει να φέρη χρονολογίαν και την υπογραφήν του γραμματέως, ο οποίος διενήργησε την πρόσκλησιν. Η προθεσμία δύναται, εις περίπτωσιν κατεπείγοντος, να συντμηθή.
Πρόσκλησις των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν απαιτείται όταν αι συνεδριάσεις γίνωνται εις τακτήν ή τακτάς ημερομηνίας, αι οποίαι έχουν ρητώς ορισθεί δι’ αποφάσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή του επιχωρίου Μητροπολίτου, της οποίας έχουν λάβει γνώσιν τα μέλη του Συμβουλίου δια της συμμετοχής των εις την οικείαν συνεδρίασιν ή κατ’ άλλον τρόπον. Πρόσκλησις δεν απαιτείται, όταν μέλος έχει δηλώσει, προ της συνεδριάσεως, κώλυμα συμμετοχής ή όταν το κώλυμα τούτο είναι γνωστόν εις τον Πρόεδρον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Εάν κατά την συνεδρίασιν απουσιάση μέλος μη προσκληθέν, η συνεδρίασις είναι παράνομος. Το αυτό ισχύει ακόμη και εάν, αντί του μη προσκληθέντος μέλους, είχε μετάσχει το αντίστοιχον αναπληρωματικόν μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειαι ως προς την κλήτευσιν μέλους, το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον συνεδριάζει νομίμως, εάν το μέλος τούτο είναι παρόν και δεν αντιλέγη δια την πραγματοποίησιν της συνεδριάσεως.
Η νομιμότης της συνθέσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν επηρεάζεται εκ της τυχόν εναλλαγής των μετεχόντων μελών εις διαδοχικάς συνεδριάσεις.
Η ημερησία διάταξις συντάσσεται από τον Πρόεδρον. Επί των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως η εισήγησις γίνεται υπό του Προέδρου ή του γραμματέως.
Αντικείμενον της συνεδριάσεως είναι μόνο τα θέματα της ημερησίας διατάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν, δύνανται να συζητηθούν και θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως, αν είναι παρόντα άπαντα τα μέλη και συμφωνούν δια τη συζήτησίν των.
Αι συνεδριάσεις δεν είναι δημόσιαι, εκτός εάν το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον αποφασίση άλλως. Η κατά τη συζήτησιν παρουσία προσώπων, πλην των μελών και του γραμματέως ή των τυχόν ειδικώς οριζόμενων εις τον νόμον ή ετέρους Κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου προσώπων, δεν επιτρέπεται. Κατά τας συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δύνανται να προσκαλούνται και μη μέλη του Συμβουλίου, εφ’ όσον δικαιούνται ακροάσεως ή το Συμβούλιον επιθυμεί την παροχήν πληροφοριών ή συμβουλών ή εξηγήσεων, τα οποία όμως αποχωρούν προ της ενάρξεως της συζητήσεως και της ψηφοφορίας επί του θέματος μεταξύ των μελών του Συμβουλίου.
Εάν το Συμβούλιον αποφασίσει την διεξαγωγήν δημοσίας συνεδριάσεως, ανακοινούται εγκαίρως, και πάντως προ τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ωρών ο τόπος και ο χρόνος της συνεδριάσεως, δια προσφόρου τρόπου, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλευσις και η παρουσία των ενδιαφερομένων. Η τήρησις της δημοσιότητος δέον να βεβαιούται εις το οικείον πρακτικόν.
Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξιν και την λήξιν των συνεδριάσεων, διευθύνει τας εργασίας και μεριμνά δια την εφαρμογήν των κειμένων διατάξεων και την εύρυθμον λειτουργίαν του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον δύναται να συνεδριάζη και με την χρήσιν ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψιν κ.λπ.) κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου του. Κατά τας περιπτώσεις αυτάς αναφέρονται εις το πρακτικόν συνεδριάσεως το ηλεκτρονικόν μέσον τηλεδιασκέψεως και ο τόπος της συνεδριάσεως δια καθέν μέλος του Συμβουλίου. Άρθρον 4 Λήψις αποφάσεων
Αι αποφάσεις των Μητροπολιτικών Συμβουλίων λαμβάνονται δια φανεράς ψηφοφορίας και με την απόλυτον πλειοψηφίαν των παρόντων μελών. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματισθεί απόλυτος πλειοψηφία με την υποχρεωτικήν προσχώρησιν, εις εκάστην ψηφοφορίαν, των υποστηριζόντων την ασθενεστέραν γνώμην εις κάποιαν εκ των επικρατεστέρων. Εις πάσαν περίπτωσιν, εάν υπάρξη ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Το μέλος, το οποίον απέχει της ψηφοφορίας ή δίδει λευκήν ψήφον, θεωρείται ως δίδον αρνητικήν ψήφον.
Αν η συζήτησις της υποθέσεως διαρκεί πλείονας της μίας συνεδριάσεως, η απόφασις λαμβάνεται υπό των μελών, τα οποία μετέχουν εις την τελευταίαν συνεδρίασιν, αφού προηγουμένως, τα μέλη, τα οποία δεν μετέσχον κατά τας προηγουμένας συνεδριάσεις, ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτάς συζητήσεων. Η ενημέρωσις δέον να προκύπτη εκ δηλώσεως των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται εις τα πρακτικά.
Δια τας συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου συντάσσεται πρακτικόν, εις το οποίον μνημονεύονται, ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παριστάμενων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδριάσεως, τα συζητηθέντα θέματα με συνοπτικήν αναφοράν κατά το περιεχόμενόν των, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και αι ληφθείσαι αποφάσεις.
Τα πρακτικά συνεδριάσεων υπογράφονται υπό του Προέδρου, των μελών του Συμβουλίου και του γραμματέως. Η άρνησις συνυπογραφής πρακτικού αποτελεί λόγον διακοπής της θητείας του μέλους, βεβαιούται εις το τέλος του πρακτικού υπό του γραμματέως και υπογράφεται υπό των λοιπών παρισταμένων. Άρθρον 5 Αρμοδιότητες Το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον ασκεί τας εξής αρμοδιότητας:
Ενορίαι και λοιποί Ναοί
- α) εγκρίνει απάσας τας αποφάσεις των Εκκλησιαστικών
Συμβουλίων των Ενοριών. Η απόφασις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός διμήνου από της υποβολής της πράξεως εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η πράξις εκτελείται και άνευ της εγκρίσεως (άρθρον 12 παρ. 1 Κανονισμού 8/1979).
- β) Παρέχει σύμφωνον γνώμην περί της ιδρύσεως ενοριών ή συγχωνεύσεως ή καταργήσεως Ενοριών (άρθρον
36 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε.).
- γ) Γνωμοδοτεί περί της ιδρύσεως κοιμητηριακών Ιερών
Ναών.
- δ) Καθορίζει τα όρια των νέων ενοριών και τα όρια των
ήδη υπαρχουσών Ενοριών, τροποποιεί τα όρια δια της προσθήκης ή της αφαιρέσεως αριθμού ενορι−τών (άρθρον 36 παρ. 3 Κ.Χ.Ε.Ε., 3 παρ. 1 και 11 Κανονισμού 8/1979) και εγκρίνει τας εκθέσεις απογραφής της ακίνητης περιουσίας Ενορίας (άρθρον 47 παρ. 3.β Κ.Χ.Ε.Ε.).
- ε) αποφασίζει περί του καθορισμού του Ενοριακού Ναού
της Ενορίας (άρθρον 36 παρ. 4 Κ.Χ.Ε.Ε.).
- στ) γνωμοδοτεί εις τας περιπτώσεις ιδρύσεως νεκροταφείων (άρθρον 2 παρ. 1 α.ν. 582/1968).
- ζ) Γνωμοδοτεί επί περιπτώσεων απαλλοτριώσεως οικοπέδων ή άλλων χώρων προς ανέγερσιν ή επέκτασιν
Ναών ή δημιουργίαν περιβάλλοντος χώρου πέριξ των Ιερών Ναών (άρθρον 2 παρ. 3 Κανονισμού 8/1979).
- η) Ασκεί απάσας τας ειδικώς προβλεπομένας αρμοδιότητας κατά τους κατ’ άρθρον 46 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε. εκδιδόμενους κανονισμούς διοικήσεως, ελέγχου, διαφυλάξεως
και καταγραφής λογιστικής διαχειρίσεως, αναθέσεως, εκπονήσεως και διενέργειας έργων, μελετών, προμηθειών και υπηρεσιών, εκποιήσεως και εκμισθώσεως και αξιοποιήσεως της περιουσίας της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 590/1977, τα οποία ανήκουν εις την κατά τόπον δικαιοδοσίαν της Ι. Μητροπόλεως.
- θ) Αποφασίζει περί του τρόπου εκμισθώσεως των ενοριακών ακινήτων (άρθρον 16 παρ. 1 Κανονισμού 8/1979),
περί της απευθείας εκμισθώσεως ενοριακών ακινήτων (άρθρον 16 παρ. 2 Κανονισμού 8/1979)
- ι) Ορίζει εκτιμητήν προ της εκποιήσεως ενοριακού ακινήτου και εγκρίνει τα πρακτικά της δημοπρασίας εκποιήσεως εμπραγμάτου δικαιώματος επί ενοριακού ακινήτου
(άρθρον 16 παρ. 4 Κανονισμού 8/1979), εκδικάζει τας ενστάσεις κατά της διαδικασίας εκποιήσεως εμπραγμάτου δικαιώματος επί ενοριακού ακινήτου (άρθρον 16 παρ. 8 Κανονισμού 8/1979).
- ια) Καθορίζει τας προϋποθέσεις καταβολής και εισπράξεως των προσφορών των πιστών δια την τέλεσιν
Ιεροπραξιών εις έτερον Ιερόν Ναόν εντός ή εκτός της Μητροπολιτικής Περιφερείας (άρθρον 5 παρ. 2 περ. β΄ Κανονισμού 8/1979).
- ιβ) Εφ’ όσον διατυπώση σύμφωνον γνώμην, προωθεί
προς την Δ.Ι.Σ. δια την κατ’ αυτήν έγκρισιν αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων περί δωρεάς ενοριακού ακινήτου (άρθρον 12 παρ. 4 Κανονισμού 8/1979).
- ιγ) Αποφασίζει δια την αποδοχήν ή την αποποίησιν
δωρεάς υπό όρον, κληρονομίας ή κληροδοσίας υπό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου (άρθρον 12 παρ. 5 Κανονισμού 8/1979).
- ιδ) Αποφασίζει περί εγέρσεως αγωγής, παραιτήσεως
από ενδίκου μέσου, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμού, εξωδίκου ή δικαστικού εις υποθέσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων. Δεν απαιτείται έγκρισις, εφ’ όσον πρόκειται περί συντηρητικών ή προσωρινών μέτρων και αιτήσεως αναστολής εκτελεστής πράξεως (άρθρον 12 παρ. 6 Κανονισμού 8/1979).
- ιε) Καθορίζει τας προϋποθέσεις καταβολής και εισπράξεως των εθελουσίων προσφορών των πιστών δια την
τέλεσιν Ιεροπραξιών (άρθρον 5 παρ. 2 περ. β΄ Κανονισμού 8/1979).
- ιστ) Επιμελείται της εισπράξεως των καθυστερουμένων
εισφορών των Ιερών Ναών (άρθρον 6 παρ. 2 Κανονισμού 8/1979).
- ιζ) Αποφασίζει, δι’ ανεκκλήτου αποφάσεως αυτού, την
απόλυσιν Εκκλησιαστικού συμβούλου ή Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, επί καθυστερήσει καταβολής των εισφορών των οικείων Ιερών Ναών, μετ’ έγγραφον απολογίαν, εφ’ όσον αύτη δεν ήθελε κριθή επαρκής (άρθρον 6 παρ. 2 Κανονισμού 8/1979).
- ιη) Καθορίζει το ύψος του τηρουμένου χρηματικού αποθέματος εις το ταμείον εκάστης Ενορίας ή γενικώς των
Ενοριών της Μητροπόλεως, πέραν του οποίου είναι υποχρεωτική η παρακατάθεσίς του εις πιστωτικόν ίδρυμα επ’ ονόματι της Ενορίας (άρθρον 6 παρ. 3 Κανονισμού 8/1979) και εγκρίνει την ανάληψιν χρημάτων άνω του ισχύοντος ορίου δυνάμει του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού περί Ενοριών (άρθρον 6 παρ. 3 Κανονισμού 8/1979) ή περί οικονομικής διαχειρίσεως Ενοριών.
Τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια και αι Πράξεις τους:
- α) εκλέγει κατόπιν προτάσεως του Μητροπολίτου τα
λαϊκά μέλη των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων εκ του καταλόγου των ενοριτών εκάστης Ενορίας κατά τα εν τω Κανονισμώ υπ’ αριθμ. 8/1979 (Α΄ 1/1980) προβλεπόμενα, ως εκάστοτε ισχύουν. Δύναται, προκειμένου περί Ναών χωρίων μέχρις εκατόν οικογενειών, να εκλέγη και διορίζη δύο λαϊκά μέλη (άρθρον 7 παρ. 1 Κανονισμού 8/1979).
- β) Αντικαθιστά τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τα οποία είναι και αιρετά όργανα Ο.Τ.Α. εις περίπτωσιν διαφορών της Ενορίας και του οικείου Ο.Τ.Α. (άρθρον
7 παρ. 4 Κανονισμού 8/1979).
- γ) Αποφαίνεται εις περίπτωσιν παραιτήσεως Εκκλησιαστικών Συμβούλων και διορίζει νέα μέλη προς αναπλήρωσιν των παραιτηθέντων, μετοικησάντων και αποβιωσάντων (άρθρον 7 παρ. 7,8 Κανονισμού 8/1979)
- δ) Κηρύσσει έκπτωτον τον κατά την κρίσιν του αδικαιολογήτως απουσιάζοντα Εκκλησιαστικόν Σύμβουλον
επί τρεις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου (άρθρον 7 παρ. 9 Κανονισμού 8/1979).
- ε) Απολύει δι’ ανεκκλήτου αποφάσεώς του Εκκλησιαστικόν Σύμβουλον μετ’ απολογίαν του μη κριθείσαν επαρκή, εκ συστήματος μη συμμορφούμενον προς πάσας εν
γένει τας υποχρεώσεις του, ως και δι’ ολιγωρίαν περί την εκτέλεσιν των ανατειθεμένων αυτώ καθηκόντων και παρ. 10 Κανονισμού 8/1979)
- στ) Απαλλάσσει τον καθηκόντων του τον ταμίαν του
Εκκλησιαστικού Συμβουλίου αρνούμενον αδικαιολογήτως την πληρωμήν δαπανών της Ενορίας (άρθρον 9 παρ. 2 Κανονισμού 8/1979).
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.