Νόμοι — ΦΕΚ A' 276/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 276 11 Δεκεμβρίου 2007
Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου από το έτος 2007 και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο 1
Αύξηση επιδόματος εξομάλυνσης
Το επίδομα εξομάλυνσης της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273/Α΄) από 1ης Ιανουαρίου 2007 καταβάλλεται ως εξής: Για σύνταξη μέχρι 330 € Επίδομα 19 € » από 330,01 € » 456 € » 25 € » » 456,01 € » 761 € » 37 € » » 761,01 € » 1.100 € » 62 € » » 1.100,01 € » 1.300 € » 67 € » » 1.300,01 € » 1.500 € » 71 € » » 1.500,01 € » 1.800 € » 75 € » » 1.800,01 € » 2.100 € » 79 € » » 2.100,01 € » 2.400 € » 84 € » » 2.400,01 € » 3.000 € » 90 € » » 3.000,01 € » 3.500 € » 97 € » » 3.500,01 € και άνω » 105 €
Τα ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται για τις ακόλουθες κατηγορίες συνταξιούχων ως εξής: Α. Για τους δικαστικούς λειτουργούς μέχρι του βαθμού του Πρωτοδίκη κατά 50 € και άνω του βαθμού αυτού κατά 60 €. Β. Για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μέχρι του βαθμού του δικαστικού αντιπροσώπου κατά 50 € και άνω του βαθμού αυτού κατά 60 €. Γ. Για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. κατά βαθμό ως ακολούθως: α. Μέλη Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων i. Καθηγητής: 48 €. ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 36 €. iii. Επίκουρος Καθηγητής: 32 €. iv. Λέκτορας: 28 €. β. Μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. i. Καθηγητής: 44 €. ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 34 €. iii. Επίκουρος Καθηγητής: 26 €. iv. Καθηγητής Εφαρμογών: 18 €. Δ. Για τους Βουλευτές κατά 133 €.
Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 55 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων − Κ.Π.Σ.Σ. − (π.δ. 169/2007, ΦΕΚ 210/Α΄), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται από 1ης Ιανουαρίου 2007, ως εξής: «5. Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου γενικά, καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του επιδόματος εξομάλυνσης, καθώς και του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, σε ποσοστό τριάντα επτά επί τοις εκατό (37%) του μηνιαίου βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά.»
Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων − Κ.Σ.Π.Σ. − (π.δ. 167/2007, ΦΕΚ 208/Α΄) αντικαθίστανται από 1ης Ιανουαρίου 2007, ως εξής: «2. Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιοδοτούμενων από το Δημόσιο σιδηροδρομικών συνταξιούχων και βοηθηματούχων, καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του επιδόματος εξομάλυνσης, καθώς και του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, σε ποσοστό τριάντα επτά επί τοις εκατό (37%) του μηνιαίου βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά.»
Εφόσον το δικαιούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, επίδομα εξομάλυνσης είναι μικρότερο αυτού που καταβαλλόταν την 31η Δεκεμβρίου 2006, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική και αμεταβίβαστη.
Τα ποσά των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57/Α΄), όπως ισχύουν, αυξάνονται από 1ης Ιανουαρίου 2007 σε 105,88, 189 και 270,96 ευρώ αντίστοιχα.
Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων − Κ.Π.Σ. − (π.δ. 168/2007, ΦΕΚ 209/ Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1ης Ιανουαρίου 2007 ως εξής: «1. Η βασική μηνιαία πολεμική σύνταξη ανικανότητας που αναγνωρίζεται στους ανάπηρους πολέμου οπλίτες, 5455 μισθού του λοχαγού, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά, ανά εκατοστό ανικανότητας.»
Άρθρο 2
Συντάξεις λογοτεχνών − καλλιτεχνών Το άρθρο 1 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297/Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Δικαίωμα ισόβιας σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο αποκτούν και οι Ελληνικής υπηκοότητας ή Έλληνες το γένος λογοτέχνες και καλλιτέχνες, γενικά, που έχουν προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων ή των τεχνών. Η σύνταξη αυτή είναι μηνιαία, απονέμεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ο δε αριθμός των προτεινόμενων δικαιούχων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τριάντα (30) ετησίως. Ειδικά για το έτος 2008 ο αριθμός των προτεινόμενων δικαιούχων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα (50).
Στην έννοια των λογοτεχνών και καλλιτεχνών της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται: α. Λογοτέχνες, μεταφραστές λογοτεχνίας, δοκιμιογράφοι φιλοσοφικού και φιλολογικού δοκιμίου, ιστορικοί συγγραφείς − ιστοριογράφοι και σεναριογράφοι. β. Μεταφραστές θεατρικών έργων και θεατρικοί συγγραφείς. γ. Εικαστικοί καλλιτέχνες, σκηνογράφοι, φωτογράφοι, σκιτσογράφοι και γελοιογράφοι. δ. Μουσουργοί, αρχιμουσικοί, ερμηνευτές και λυρικοί καλλιτέχνες. ε. Συνθέτες, στιχουργοί, ερμηνευτές ελληνικής μουσικής. στ. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί. ζ. Χορογράφοι και χορευτές και η. Λαϊκοί καλλιτέχνες, ιδίως καραγκιοζοπαίχτες, ξυλογλύπτες και καλλιτέχνες του κουκλοθέατρου, των μαριονετών και της παντομίμας.
Για την προσφορά ή όχι διακεκριμένων υπηρεσιών αποφαίνεται, με πλήρως αιτιολογημένη γνώμη, εννεαμελής Επιτροπή η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού αποτελούμενη από έναν (1) Ακαδημαϊκό, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, πέντε (5) προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, τον Προϊστάμενο της καθ’ ύλην αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο του οικείου Τμήματος, και δύο (2) προσωπικότητες, αναλόγως των οκτώ κατηγοριών λογοτεχνών και καλλιτεχνών της προηγούμενης παραγράφου, μετά από πρόταση των συλλογικών τους φορέων, σε όσες περιπτώσεις υπάρχει συλλογική εκπροσώπηση. Σε περίπτωση κατά την οποία οι ανωτέρω φορείς παραλείπουν εντός μηνός από τη σχετική ειδοποίηση να υποδείξουν εκπροσώπους για διορισμό, ο Υπουργός Πολιτισμού προβαίνει κατά την κρίση του στη συμπλήρωση της σύνθεσης της Επιτροπής. Καθήκοντα εισηγητή στην Επιτροπή ασκεί το οριζόμενο εκάστοτε από τον Πρόεδρο, μέλος της Επιτροπής. Καθήκοντα Γραμματέων ασκούν υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού ή εποπτευόμενων από αυτό Δημοσίων Υπηρεσιών και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού ρυθμίζεται το θέμα της αποζημίωσης του Προέδρου, των Μελών, του Εισηγητή και των Γραμματέων της Επιτροπής, οποία καταβάλλεται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων.
Για τη χορήγηση της σύνταξης της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού πρέπει στα πρόσωπα των δικαιούχων να συντρέχουν σωρευτικά και οι εξής προϋποθέσεις: α. Να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους ή το 50ό έτος εφόσον έχουν καταστεί ανίκανοι για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανικανότητας 67% και άνω. Η ανικανότητα κρίνεται με γνωμάτευση της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΣΥΕ), στην οποία παραπέμπεται ο αιτών από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού. β. Να μη λαμβάνουν άλλη σύνταξη μεγαλύτερη αυτής που αντιστοιχεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο της ΠΕ Κατηγορίας με 35 έτη υπηρεσίας, όπως ισχύει κάθε φορά, με εξαίρεση όσους λαμβάνουν πολεμική σύνταξη και γ. Ο μέσος όρος του εισοδήματος που έχει δηλωθεί συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα οικονομικά έτη, από εκείνο που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση να μην υπερβαίνει το ποσό των 25.000 ευρώ. Στο εισόδημα περιλαμβάνεται και αυτό που προκύπτει με βάση τα τεκμήρια.
α. Η μηνιαία σύνταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ανέρχεται στο 50% του μηνιαίου βασικού μισθού του 1ου μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. β. Σε περίπτωση που ο δικαιούχος λαμβάνει και άλλη σύνταξη μικρότερη αυτής της περίπτωσης β΄ της παρ. 4 του άρθρου αυτού, το άθροισμα των δύο συντάξεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του 1ου μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ Kατηγορίας με 35 έτη υπηρεσίας, όπως ισχύει κάθε φορά, άλλως περικόπτεται αναλόγως η κανονιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σύνταξη. γ. Οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 17 του άρθρου 1 του ν. 3234/2004 (ΦΕΚ 52/Α΄) έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την αύξηση των συντάξεων της παραγράφου αυτής.
Ενδιαφερόμενοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή του 50ού, κατά περίπτωση, δύνανται να υποβάλλουν στο Υπουργείο Πολιτισμού αίτηση για απονομή σύνταξης, μαζί με τα στοιχεία εκείνα που θα αξιολογηθούν από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, αναφορικά με την προσφορά των υπηρεσιών τους. Η ανωτέρω Επιτροπή συνεδριάζει εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους και αποφαίνεται κατά το μέρος της αρμοδιότητάς της επί των αιτήσεων που έχουν υποβληθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους.
Για εκείνες από τις ανωτέρω αιτήσεις που θα κριθούν θετικά από την Επιτροπή σχηματίζεται φάκελος, στον οποίο περιλαμβάνεται η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και γραπτή η εισήγηση του εισηγητή που έχει ορισθεί για την υπόθεση, ο οποίος συμπληρώνεται από τους ενδιαφερόμενους με τα κατωτέρω δικαιολογητικά: α. Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. που υποβάλλεται η αίτηση. Υποχρέωση υποβολής εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος έχουν και οι διαμένοντες στην αλλοδαπή, υποβάλλοντας το αντίστοιχο έγγραφο της χώρας διαμονής τους. γ. Γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., όπου απαιτείται, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως αυτές ισχύουν.
Ο ανωτέρω φάκελος διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών και Προσωπικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων. Η εν λόγω Διεύθυνση συντάσσει σχέδιο κοινής απόφασης με την οποία κρίνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των προσώπων του άρθρου αυτού και η οποία αποστέλλεται για υπογραφή στους συναρμόδιους Υπουργούς και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.
Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού και υπόκειται σε κράτηση 4% για υγειονομική περίθαλψη και στις λοιπές κρατήσεις στις οποίες υποβάλλονται οι συντάξεις του Δημοσίου.
α. Οι δικαιούχοι της σύνταξης του άρθρου αυτού, δικαιούνται υγειονομικής περίθαλψης του Δημοσίου και να λαμβάνουν δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επίδομα αδείας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους πολιτικούς συνταξιούχους του Δημοσίου. Στα πρόσωπα αυτά δεν καταβάλλεται η οικογενειακή παροχή, γάμου και τέκνων. β. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου η σύνταξη μεταβιβάζεται μόνο στον επιζώντα σύζυγο, εφόσον αυτός δεν λαμβάνει άλλη σύνταξη ή δεν έχει εισόδημα μεγαλύτερο του κατώτατου ορίου σύνταξης του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. γ. Στην οικογένεια του θανόντος καταβάλλονται έξοδα κηδείας σύμφωνα με όσα ισχύουν για τους πολιτικούς συνταξιούχους του Δημοσίου. 11.΄Ολες οι μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού κανονισθείσες συντάξεις με βάση τις διατάξεις του ν.δ. 214/1973, του ν. 2435/1996, του ν. 3075/2002 και της περίπτωσης δ΄ της παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 3234/2004 (ΦΕΚ 52/Α΄) συνεχίζουν να καταβάλλονται σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτές.
Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, όπως κάθε φορά ισχύουν, με εξαίρεση τις διατάξεις του άρθρου 54 του Κώδικα αυτού. 13.α. Εφόσον οι αιτήσεις για χορήγηση σύνταξης απορρίπτονται από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, λόγω μη προσφοράς διακεκριμένων υπηρεσιών, οι ενδιαφερόμενοι δύνανται μετά πάροδο τριετίας από την έκδοση της σχετικής απορριπτικής απόφασης, επικαλούμενοι το κατά την περίοδο αυτή παραχθέν «νέο έργο» τους, να επανέρχονται με νέα αίτησή τους προς το Υπουργείο Πολιτισμού, για τη χορήγηση σύνταξης. β. Τυχόν μη προταθέντες από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, λόγω κάλυψης του αριθμού της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, μπορούν να κρίνονται ελεύθερα, χωρίς την υποβολή νέας αίτησης, μέσα στο νέο έτος και για όσες φορές χρειαστεί.
α. Αιτήσεις για χορήγηση σύνταξης που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο, κρίνονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ενώ όσες από αυτές έχουν απορριφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, επανακρίνονται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται και πάλι κρίση από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. β. Οι κατά τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης κανονιζόμενες συντάξεις χορηγούνται ανεξαρτήτως του αριθμού των συντάξεων που ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
Κάθε άλλη διάταξη, που προβλέπει τη χορήγηση σύνταξης σε λογοτέχνες−καλλιτέχνες, από το Δημόσιο, καταργείται.»
Άρθρο 3
Θέματα προσωπικού ΤΥΔΚΥ και άλλων Ν.Π.Δ.Δ.
α. Το τακτικό προσωπικό του Ταμείου Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΥΔΚΥ), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, δικαιούνται συντάξεως από το ΤΥΔΚΥ με τους ίδιους όρους που αποκτούν το δικαίωμα αυτό και οι Δημοτικοί και Κοινοτικοί Υπάλληλοι. Η διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και για όσους ήδη έχουν εξέλθει από την Υπηρεσία, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον έχουν παρακρατηθεί από το Ταμείο εισφορές κλάδου σύνταξης. β. Το τακτικό προσωπικό των περιφερειακών υπηρεσιών ΤΥΔΚΥ, που έχει διορισθεί μέχρι 31.3.1985, εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος του Ι.Κ.Α. (ν. 3163/1955). γ. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται ως τακτικό ή μετατάσσεται ή μεταφέρεται μετά την 31.3.1985 στις περιφερειακές υπηρεσίες του ΤΥΔΚΥ, και το οποίο καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΥΔΚΥ, υπάγεται στην ασφάλιση αυτού για κύρια σύνταξη. δ. Οι ιατροί, οι οδοντίατροι και οι φαρμακοποιοί οι εντεταγμένοι σε οργανικές θέσεις του ΤΥΔΚΥ, υπάγονται παράλληλα με την ασφάλισή τους στο ΤΣΑΥ και στην ασφάλιση του ΤΥΔΚΥ, καταργούμενης κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς που υπηρέτησαν σε οργανικές θέσεις του ΤΥΔΚΥ και έχουν εξέλθει της υπηρεσίας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και για τους οποίους είχαν παρακρατηθεί από το Ταμείο αυτό εισφορές κλάδου σύνταξης. Για όσους έχουν ήδη εξέλθει της Υπηρεσίας, η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αρχικής αίτησης. Αιτήσεις που είχαν απορριφθεί επανεξετάζονται από το Ταμείο χωρίς να απαιτείται υποβολή νέας αίτησης.
Οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4277/1962 (ΦΕΚ 191/Α΄) έχουν εφαρμογή στο τακτικό προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ., που κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1654/ 1986 είχε υπαχθεί στο καθεστώς του ν. 3163/1955 με υπουργικές αποφάσεις. Η έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής ορίζεται από την ημερομηνία ισχύος των κατά περίπτωση εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων. κατά το χρόνο της ενοποίησής του και ένταξής του στο Ν.Π.Δ.Δ. Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ. ΚΕ.Θ.Ε.) με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2919/2001 (ΦΕΚ 128/Α΄) εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης που είχε πριν την ενοποίησή του. Η εφεξής υπηρεσία που παρέχει το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου στο ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. θεωρείται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία που διανύθηκε στο πρώην Ν.Π.Δ.Δ. από το οποίο προέρχεται. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των φορέων κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης καταβάλλονται, του μεν εργοδότη από το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., του δε ασφαλισμένου από τους ίδιους. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία ισχύος του ν. 2919/2001. Συνταξιοδοτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού θεωρούνται ότι εκδόθηκαν νόμιμα.
Άρθρο 4
Τροποποίηση διατάξεων του Κ.Π.Σ.Σ.
Οι διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κ.Π.Σ.Σ., όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής: «Για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από διάχυτο γιγαντιαίο αιματολεμφαγγείωμα, από υπερφωσφατασαιμία ή από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.»
Στο τέλος των άρθρων 5 και 31 του Κ.Π.Σ.Σ., προστίθενται παράγραφοι 6 και 7 αντίστοιχα, με το ίδιο περιεχόμενο, ως εξής: «Οι άγαμες θυγατέρες των οποίων η σύνταξη περιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δύνανται να ζητήσουν με αίτησή τους, από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, την αναστολή καταβολής του μεριδίου της σύνταξής τους, στην περίπτωση δε αυτή η σύνταξη των λοιπών συνδικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά κατηγορία συνταξιούχων διατάξεις σαν να μην υπάρχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα που αναστέλλουν το μερίδιό τους.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.