Νόμοι — ΦΕΚ A' 291/2007

Type Νόμος
Publication 2008-01-04
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 291 24 Δεκεμβρίου 2007

Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο, στις 26 Οκτωβρίου 2004, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής: 5865 ΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ, ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΣΕΝΓΚΕΝ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ που καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενα μέρη», ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ: ότι με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως στόχο τη διατήρηση και ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, το άσυλο, τη μετανάστευση καθώς και την πρόληψη του εγκλήματος και την καταπολέμησή του, ότι το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί τμήμα των διατάξεων που έχουν ως στόχο την υλοποίηση αυτού του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στο μέτρο που δημιουργούν ένα χώρο δίχως ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα και προβλέπουν αντισταθμιστικά μέτρα που επιτρέπουν την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας, ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ: τη γεωγραφική θέση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ: ότι η συμμετοχή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στο κεκτημένο του Σένγκεν και στη συνέχιση της ανάπτυξης του θα επιτρέψει την εξάλειψη ορισμένων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που οφείλονται στη γεωγραφική θέση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφενός, και την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στους τομείς που καλύπτονται από το κεκτημένο του Σένγκεν, αφετέρου, ότι, με τη συμφωνία που συνήφθη στις 18 Μαΐου 1999 από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας1 , τα δύο αυτά κράτη συνδέθηκαν προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν. ότι είναι επιθυμητό η Ελβετική Συνομοσπονδία να συνδεθεί υπό ίσους όρους με εκείνους της Ισλανδίας και της Νορβηγίας προς τη θέση σε ισχύ την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, ότι είναι σκόπιμη η σύναψη, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, συμφωνίας που θα περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες που συμφωνήθηκαν μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, αφετέρου, ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΕΣ ότι θα πρέπει να διοργανωθεί η συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας όσον αφορά τη θέση σε ισχύ. την πρακτική εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ: ότι είναι αναγκαίο, για να συνδεθεί η Ελβετική Συνομοσπονδία με τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς που καλύπτει η παρούσα συμφωνία και vα καταστεί δυνατή η συμμετοχή της στις δραστηριότητες αυτές, να συσταθεί μια επιτροπή βάσει του θεσμικού προτύπου που έχει τεθεί σε εφαρμογή για τη σύνδεση της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, ότι η συνεργασία Σένγκεν βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της τήρησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950, ότι οι διατάξεις του τίτλου IV της συνθήκης ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω τίτλου δεν εφαρμόζονται στο Βασίλειο της Δανίας δυνάμει του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη του Άμστερνταμ, τη συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ότι οι αποφάσεις που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω τίτλου, τις οποίες η Δανία έχει μεταφέρει στο εθνικό της δίκαιο, μπορούν να γεννήσουν μόνο υποχρεώσεις διεθνούς δικαίου μεταξύ της Δανίας και των άλλων κρατών μελών, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας και η Ιρλανδία συμμετέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν ληφθεί βάσει του πρωτοκόλλου με το οποίο ενσωματώνεται το κεκτημένο του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη του Άμστερνταμ, τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας1 σε ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, ότι πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη με τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνδεθεί με στόχο τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν εφαρμόζουν το κεκτημένο αυτό και στις μεταξύ αυτών σχέσεις, ότι η ορθή λειτουργία του κεκτημένου του Σένγκεν απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας με τις συμφωνίες μεταξύ των διαφόρων συνδεδεμένων μερών ή των μερών που συμμετέχουν στη θέση σε ισχύ και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν με τις οποίες ρυθμίζονται οι μεταξύ αυτών σχέσεις, ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ: τη συμφωνία για τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κοινοτικού κεκτημένου όσον αφορά τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο συστήματος «Eurodac», ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ: τη σχέση μεταξύ του κεκτημένου του Σένγκεν και του κοινοτικού αυτού κεκτημένου, ότι ο δεσμός αυτός απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν με το κοινοτικό κεκτημένο με το οποίο θεσπίζονται τα κριτήρια και οι μηχανισμοί για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι αρμόδιο 1 EE L176 της 10.7.1999, σ. 36 1 ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43, και ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20 συστήματος «Eurodac», ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Άρθρο 1
1.

Η Ελβετική Συνομοσπονδία, στο εξής «Ελβετία», συνδέεται με τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς που καλύπτουν οι διατάξεις των Παραρτημάτων Α και Β της παρούσας συμφωνίας, ως έχουν και όπως θα εξελιχθούν.

2.

Η παρούσα συμφωνία γεννά αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει.

Άρθρο 2
1.

Οι διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, στο μέτρο που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εξής «κράτη μέλη», οι οποίες απαριθμούνται στο Παράρτημα Α της παρούσας συμφωνίας, τίθενται σε ισχύ και εφαρμόζονται και στην Ελβετία.

2.

Οι διατάξεις των πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που απαριθμούνται στο Παράρτημα Β της παρούσας συμφωνίας τίθενται σε ισχύ και εφαρμόζονται στην Eλβετία στο μέτρο που έχουν αντικαταστήσει ή/και αναπτύξει τις αντίστοιχες διατάξεις της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν τη 19η Ιουνίου 1990, στο εξής «σύμβαση εφαρμογής του Σένγκεν», ή έχουν εκδοθεί δυνάμει της σύμβασης αυτής.

3.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, οι πράξεις και τα μέτρα που λαμβάνουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση των διατάξεων των Παραρτημάτων Α και Β, γίνονται επίσης δεκτά, τίθενται σε ισχύ και εφαρμόζονται από την Ελβετία, εφόσον έχουν εφαρμοσθεί σε αυτά οι διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.

Άρθρο 3
1.

Συνιστάται μικτή επιτροπή, που αποτελείται από αντιπροσώπους της ελβετικής κυβέρνησης, μέλη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εξής «Συμβουλίου», και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο εξής «Επιτροπής».

2.

Η μικτή επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό με συναίνεση.

3.

Η μικτή επιτροπή συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου της ή κατόπιν αιτήσεως μέλους.

4.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 2, η μικτή επιτροπή συνέρχεται σε επίπεδο υπουργών, ανώτερων υπαλλήλων ή εμπειρογνωμόνων, ανάλογα με τις ανάγκες.

5.

Την προεδρία της μικτής επιτροπής ασκούν: σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων: ο αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, − σε επίπεδο ανώτερων υπαλλήλων και υπουργών: εναλλάξ ανά εξάμηνο ο αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο αντιπρόσωπος της ελβετικής κυβέρνησης.

Άρθρο 4
1.

Σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία, η μικτή επιτροπή ασχολείται με όλα τα θέματα που καλύπτει το άρθρο 2 και μεριμνά ώστε να λαμβάνεται δεόντως υπόψη κάθε ανησυχία που εκφράζει η Ελβετία.

2.

Όταν η μικτή επιτροπή συνέρχεται σε επίπεδο υπουργών, οι αντιπρόσωποι της Ελβετίας έχουν τη δυνατότητα: − να εκθέτουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σε σχέση με συγκεκριμένο μέτρο ή πράξη ή να δίνουν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν άλλες αντιπροσωπίες, − να εκφράζουν τις απόψεις τους για κάθε θέμα που αφορά την εκπόνηση διατάξεων που τους αφορούν καθώς και τη θέση σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων.

3.

Τις συνεδριάσεις της μικτής επιτροπής σε επίπεδο υπουργών προετοιμάζει η μικτή επιτροπή σε επίπεδο ανώτερων υπαλλήλων.

4.

Ο αντιπρόσωπος της ελβετικής κυβέρνησης δικαιούται να υποβάλλει στη μικτή επιτροπή προτάσεις σχετικά με τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο

1.

Η Επιτροπή ή οποιοδήποτε μέλος μπορεί, έπειτα από συζήτηση, να εξετάζει τις εν λόγω προτάσεις με την προοπτική υποβολής πρότασης ή ανάληψης πρωτοβουλίας, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό τη θέσπιση πράξης ή μέτρου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, η μικτή επιτροπή ενημερώνεται οσάκις στο πλαίσιο του Συμβουλίου εκπονούνται πράξεις ή μέτρα τα οποία είναι δυνατόν να άπτονται της παρούσας συμφωνίας. ΄Αρθρο 6 Οσάκις εκπονείται νέα νομοθεσία σε τομέα καλυπτόμενο από την παρούσα συμφωνία, η Επιτροπή ζητεί άτυπα τη γνώμη ελβετών εμπειρογνωμόνων με τον ίδιο τρόπο που ζητεί γνώμη από τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών για την εκπόνηση των προτάσεών της.

Άρθρο 7
1.

Η θέσπιση νέων πράξεων ή μέτρων για θέματα αναφερόμενα στο άρθρο 2 είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των οικείων θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι εν λόγω πράξεις ή μέτρα τίθενται σε ισχύ ταυτόχρονα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα σχετικά κράτη μέλη της και την Ελβετία, εκτός εάν περιέχουν ρητή αντίθετη διάταξη. Εν προκειμένω, λαμβάνεται δεόντως υπόψη ο χρόνος τον οποίο η Ελβετία δηλώνει, στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής, ότι θεωρεί απαραίτητο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύνταγμα της.

2.

α) Η θέση των πράξεων ή των μέτρων της παραγράφου 1, για την οποία έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες της παρούσας συμφωνίας, γνωστοποιείται πάραυτα από το Συμβούλιο στην Ελβετία. Η Ελβετία αποφασίζει εάν θα δεχθεί το περιεχόμενό τους και εάν θα το μεταφέρει στην εσωτερική της έννομο τάξη. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από τη θέσπιση των πράξεων ή των μέτρων.

η εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων για να καταστεί δεσμευτικό το περιεχόμενο μιας πράξης ή ενός μέτρου, η χώρα αυτή ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο πή μόλις εκπληρώσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις της. Σε περίπτωση που δεν έχει ζητηθεί δημοψήφισμα, η κοινοποίηση πραγματοποιείται αμέσως κατά τη λήξη της προθεσμίας για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Εάν ζητηθεί δημοψήφισμα, η Ελβετία έχει προθεσμία για την κοινοποίηση, τουλάχιστον δύο ετών από τη γνωστοποίηση του Συμβουλίου. Από την ημερομηνία που καθορίζεται για την έναρξη ισχύος της πράξης ή του μέτρου όσον αφορά την Ελβετία και μέχρι αυτή να κοινοποιήσει την εκπλήρωση των συνταγματικών της υποχρεώσεων, η εν λόγω χώρα εφαρμόζει προσωρινά, όπου είναι δυνατόν, τη συγκεκριμένη πράξη ή μέτρο. Εάν η Ελβετία δεν μπορεί να εφαρμόσει προσωρινά τη συγκεκριμένη πράξη ή μέτρο και το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσκολίες που διαταράσσουν τη λειτουργία της συνεργασίας στο πλαίσιο του Σένγκεν, η κατάσταση εξετάζεται από τη μικτή επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορούν να λάβουν, έναντι της Ελβετίας, ανάλογα και αναγκαία μέτρα για να εξασφαλισθεί η ορθή λειτουργία της συνεργασίας στο πλαίσιο του Σένγκεν.

3.

Η εκ μέρους της Ελβετίας αποδοχή του περιεχομένου των πράξεων και των μέτρων της παραγράφου 2 δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ της Ελβετίας, αφενός, και, κατά περίπτωση, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών, αφετέρου, στο μέτρο που αυτά συνδέονται με τις εν λόγω πράξεις και μέτρα.

4.

Στην περίπτωση που:

στην παράγραφο 2 και ως προς το οποίο ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες της παρούσας συμφωνίας, ή

προθεσμίας των τριάντα ημερών σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) ή την παράγραφο 5 στοιχείο α), ή

της προθεσμίας για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ή, σε περίπτωση δημοψηφίσματος, εντός της προθεσμίας των δύο ετών σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) ή δεν προβεί στην προβλεπόμενη στο ίδιο στοιχείο προσωρινή εφαρμογή από την ημερομηνία που έχει ορισθεί για την έναρξη ισχύος της πράξης ή του μέτρου, η παρούσα συμφωνία λύεται, εκτός εάν η μικτή επιτροπή, αφού εξετάσει προσεκτικά τις δυνατότητες συνέχισης της συμφωνίας, αποφασίσει διαφορετικά εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών. Η λύση της παρούσας συμφωνίας παράγει αποτελέσματα τρεις μήνες μετά την πάροδο της προθεσμίας των ενενήντα ημερών.

5.

α) Εάν διατάξεις της νέας πράξης ή του νέου μέτρου έχουν ως αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν πλέον στα κράτη μέλη να υποβάλλουν στους όρους που θέτει το άρθρο 51 της σύμβασης εφαρμογής του Σένγκεν την εκτέλεση αίτησης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής για ποινικές υποθέσεις ή αναγνώρισης εντάλματος έρευνας ή/και κατάσχεσης αποδεικτικών στοιχείων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, η Ελβετία μπορεί να ανακοινώσει στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), ότι δεν θα δεχθεί ούτε θα μεταφέρει το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών στην εσωτερική της έννομο τάξη, στο μέτρο που αυτές εφαρμόζονται σε αιτήσεις ή εντάλματα έρευνας και κατάσχεσης όσον αφορά έρευνα ή δίοιξη αδικημάτων στον τομέα της άμεσης φορολογίας τα οποία, εάν είχαν διαπραχθεί στην Ελβετία, δεν θα τιμωρούντο, σύμφωνα με το ελβετικό δίκαιο, με ποινή στερητική της ελευθερίας. Στην περίπτωση αυτή, η παρούσα συμφωνία δεν λύεται, παρά τις διατάξεις της παραγράφου 4.

της, το αργότερο εντός των δύο μηνών που έπονται της εν λόγω αίτησης και, λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο, εξετάζει την κατάσταση που προκύπτει από την κοινοποίηση σύμφωνα με το στοιχείο α). Μόλις η μικτή επιτροπή καταλήξει ομόφωνα σε συμφωνία, βάσει της οποίας η Ελβετία αποδέχεται και μεταφέρει πλήρως τις σχετικές διατάξεις της νέας πράξης ή του νέου μέτρου, εφαρμόζονται η παράγραφος 2 στοιχείο β) και οι παράγραφοι 3 και 4. Η ενημέρωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) πρώτο εδάφιο, παρέχεται εντός τριάντα ημερών από τη συμφωνία που επιτυγχάνεται στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής.

Άρθρο 8
1.

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος των συμβαλλόμενων μερών για όσο το δυνατόν ομοιογενέστερη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 2, η μικτή επιτροπή εξετάζει συνεχώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο εξής «Δικαστηρίου», αλλά και των ελβετικών δικαστηρίων που είναι αρμόδια για τις διατάξεις αυτές. Προς το σκοπό αυτό θα καθορισθεί μηχανισμός τακτικής εκατέρωθεν γνωστοποίησης της νομολογίας αυτής.

1.

Η Ελβετία δικαιούται να υποβάλλει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο για υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, από δικαστήριο κράτους μέλους, αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 2.

Άρθρο 9
1.

Η Ελβετία αποβάλλει ετησίως στη μικτή επιτροπή έκθεση με αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίο οι διοικητικές και δικαστικές αρχές της εφήρμοσαν και ερμήνευσαν τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, όπως ενδεχομένως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο.

2.

Εάν η μικτή επιτροπή, εντός δύο μηνών αφότου επιληφθεί σημαντικής διαφοράς μεταξύ της νομολογίας του Δικαστηρίου και των ελβετικών δικαστηρίων ή σημαντικής διαφοράς περί την εφαρμογή των κατ’ άρθρο 2 διατάξεων μεταξύ των αρχών των σχετικών κρατών μελών και της Ελβετίας, δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει ενιαία εφαρμογή και ερμηνεία, κινείται η διαδικασία του άρθρου 10.

Άρθρο 10
1.

Εάν ανακύψει διαφορά περί την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας ή δημιουργηθεί η κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, το θέμα εγγράφεται επίσημα ως διαφορά στην ημερήσια διάταξη της μικτής επιτροπής σε επίπεδο υπουργών. 01002912412070020 θέμα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.