Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 30/2011
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 30 2 Μαρτίου 2011
Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου έναρξης της εφαρμογής της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
- α) Τις διατάξεις του άρθρου 76Β του ν.2362/1995
(ΦΕΚ Α΄ 247) όπως προστέθηκε με το άρθρο 44 του ν.3871/2010 (ΦΕΚ Α΄ 141).
- β) Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα, που
κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 63/2005 ΦΕΚ (Α΄ 98).
- γ) Την κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του
Υπουργού Οικονομικών αρ. 2672/3.12.2009 «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Υφυπουργού Οικονομικών Φίλιππου Σαχινίδη» (ΦΕΚ 2408 Β΄).
- δ) Το γεγονός ότι δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος
του κρατικού προϋπολογισμού από την εφαρμογή του παρόντος Π.Δ.
- ε) Την με αριθ. 271/2010 Γνωμοδότηση του E΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση του
Υφυπουργού Οικονομικών, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Περιεχόμενο της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης. Το περιεχόμενο της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης (ΔΛΤΤΒ) ορίζεται παρακάτω, στα μέρη Πρώτο έως και Τρίτο.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ − ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
1.1 Η αρχή του ιστορικού κόστους Σύμφωνα με την αρχή του ιστορικού κόστους, οι λογιστικές εγγραφές που απεικονίζουν την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων, την πραγματοποίηση εσόδων και εξόδων, και τη δημιουργία υποχρεώσεων και στοιχείων της καθαρής θέσης, καταχωρούνται στα βιβλία με αξίες κόστους κτήσης. Η αρχή αυτή ορίζει ακόμη ότι οι αξίες κόστους κτήσης διατηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της λογιστικής διαδικασίας και εμφανίζονται στις Οικονομικές Καταστάσεις, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες όπου η αποτίμηση ορίζεται διαφορετικά. Το κόστος κτήσης είναι το συνολικό αντάλλαγμα για την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου και τα απαραίτητα κόστη που απαιτούνται ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του. 1.2 Η αρχή της πραγματοποίησης των εσόδων Στο πλαίσιο της λογιστικής του ιστορικού κόστους, τα έσοδα λογίζονται κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους (δεδουλευμένη βάση) και όχι κατά το χρόνο της είσπραξής τους (ταμειακή βάση). Τα έσοδα λογίζονται στη χρήση που βεβαιώθηκαν και όχι στη χρήση που εισπράχθηκαν. Σε περίπτωση εσόδων από υπηρεσίες, αυτά αναγνωρίζονται στη χρήση που προσφέρονται οι υπηρεσίες. 1.3 Η αρχή του συσχετισμού εσόδων – εξόδων Τα έσοδα κάθε λογιστικής περιόδου πρέπει να προσδιορίζονται με βάση την αρχή της πραγματοποίησής τους. Βάσει της αρχής του συσχετισμού εσόδων – εξόδων, στα έσοδα κάθε λογιστικής περιόδου πρέπει να αντιπαρατίθενται τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για την απόκτηση των εσόδων αυτών, ώστε με το συσχετισμό αυτών των δύο μεγεθών, να προσδιορίζεται το αποτέλεσμα της περιόδου. Αν ορισμένα έσοδα προέρχονται από μια προηγούμενη λογιστική περίοδο ή αναβάλλονται για μια επόμενη λογιστική περίοδο, τα έξοδα που σχετίζονται με τα έσοδα αυτά πρέπει κατά αντιστοιχία να μεταφέρονται από την προηγούμενη λογιστική περίοδο ή να αναβάλλονται για την επόμενη χρήση. 1.4 Η αρχή της αντικειμενικότητας Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι λογιστικές καταχωρήσεις και παρουσιάσεις πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα αντικειμενικά προσδιορισμένα και ευχερώς επαληθεύσιμα. Γεγονότα αντικειμενικά προσδιορισμένα είναι όσα βασίζονται σε συναλλαγές, στο πλαίσιο εκτέλεσης αμφοτεροβαρών συμβάσεων. Στις περιπτώσεις που οι λογιστικές πράξεις βασίζονται σε εκτιμήσεις, η αρχή της αντικειμενικότητας υπαγορεύει οι σχετικοί υπολογισμοί να βασίζονται σε λογικές και συστηματικές διαδικασίες, μεθόδους και παραδοχές. 1133 στικές καταχωρήσεις, στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση, σε δικαιολογητικά που εκδίδονται από άλλους φορείς και οικονομικές μονάδες. 1.5 Η αρχή της συνέπειας των λογιστικών μεθόδων Για να είναι συγκρίσιμα τα λογιστικά μεγέθη και τα αποτελέσματα των χρήσεων, επιβάλλεται να μην μεταβάλλονται οι λογιστικές μέθοδοι κατά τη διαδοχή των χρήσεων. Η αρχή της συνέπειας των λογιστικών μεθόδων υποχρεώνει, κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων μιας λογιστικής περιόδου, την εφαρμογή των ίδιων μεθόδων που εφαρμόστηκαν και κατά την προηγούμενη λογιστική περίοδο, ώστε να μην αλλοιώνεται διαχρονικά η χρηματοοικονομική εικόνα της Κεντρικής Διοίκησης. Σε περίπτωση ανάγκης μεταβολής της μεθόδου, θα πρέπει αυτή και οι συνέπειές της να απεικονίζονται στις Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις και να αναλύονται στο Προσάρτημα. 1.6 Η αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων Ως λογιστική χρήση ορίζεται η διαχειριστική περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών Καταστάσεων Χρηματοοικονομικής Θέσης (Ισολογισμών). Οι χρήσεις πρέπει να καταλαμβάνουν ίση και συνεχή χρονική περίοδο ώστε να αποτελούν σταθερή χρονική μονάδα σύγκρισης των περιουσιακών στοιχείων και των αποτελεσμάτων της Κεντρικής Διοίκησης στην πορεία του χρόνου, καθώς και παρακολούθησης της εξέλιξης της Κεντρικής Διοίκησης. Για να είναι ακριβή τα αποτελέσματα των επιμέρους χρήσεων, πρέπει κάθε χρήση να περιλαμβάνει μόνο τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν στη διάρκειά της και τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς κατά τη χρήση αυτή. Με τον τρόπο αυτό, η αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων διασφαλίζει τον ακριβοδίκαιο διαχωρισμό των οικονομικών γεγονότων και συναλλαγών και των αποτελεσμάτων μεταξύ των χρήσεων. Η αυτοτέλεια των χρήσεων επιτυγχάνεται με την αναγνώριση των δεδουλευμένων εσόδων και εξόδων, των προπληρωμένων εξόδων επομένων χρήσεων και των προεισπραχθέντων εσόδων επομένων χρήσεων. 1.7 Η αρχή της πλήρους γνωστοποίησης Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις πρέπει να καταρτίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης και κατανοητή παρουσίαση όλων των σημαντικών πληροφοριών που αναφέρονται στις οικονομικές υποθέσεις της Κεντρικής Διοίκησης. Οι Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις πρέπει να είναι πλήρεις με την έννοια ότι όλες οι πληροφορίες που παρουσιάζονται είναι απαραίτητες για μια δημοσιονομικά ορθή παρουσίαση. 1.8 Η αρχή της συντηρητικότητας Βάσει της αρχής αυτής πρέπει η Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (Ισολογισμός) και η Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Επίδοσης (Αποτελέσματα Χρήσης) της Κεντρικής Διοίκησης να εμφανίζονται με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, με τη λιγότερο ευνοϊκή περιουσιακή κατάσταση και με το μικρότερο πλεόνασμα, με γνώμονα την ακριβή και αξιόπιστη ενημέρωση των πολιτών και των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΤΑΜΕΙΑΚΗΣ ΒΑΣΗΣ 2.1 Διπλογραφική Λογιστική Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης (ΔΛΤΤΒ) είναι το λογιστικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται κυρίως, στην αρχή του δεδουλευμένου των εσόδων και εξόδων. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή: (α) λογιστικοποιούνται οι αποκτήσεις κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, οι επενδύσεις, οι απαιτήσεις, τα διαθέσιμα, οι συμμετοχές του Ελληνικού Δημοσίου και οι βέβαιες και εκκαθαρισμένες υποχρεώσεις (περιλαμβανομένου και του Δημόσιου Χρέους), (β) αναγνωρίζονται οι αγορές αναλωσίμων αποθεμάτων ως έξοδο της χρήσης κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, (γ) δημιουργούνται προβλέψεις για έξοδα καθώς και για προκύπτουσες από νόμο θεσμοθετημένες υποχρεωτικές αποδόσεις προς διαφόρους φορείς, (δ) λογιστικοποιούνται τα έσοδα και τα έξοδα, (ε) δεν πραγματοποιούνται αποσβέσεις πλην εκείνων που αφορούν στα έξοδα πολυετούς απόσβεσης. 2.2 Οι Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις της ΔΛΤΤΒ είναι μια δομημένη απεικόνιση της χρηματοοικονομικής θέσης, της χρηματοοικονομικής επίδοσης και των ταμειακών ροών της Κεντρικής Διοίκησης, για την ενημέρωση των πολιτών και των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους και είναι οι ακόλουθες: (α) Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (ΚΧΘ), (β) Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Επίδοσης (ΚΧΕ), (γ) Κατάσταση Μεταβολών Καθαρής Θέσης Πολιτών (ΚΜΚΘΠ), (δ) Κατάσταση Ταμειακών Ροών (ΚΤΡ), και (ε) Προσάρτημα. Οι Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις παρέχουν πληροφορίες σχετικές με (α) τα στοιχεία του ενεργητικού, (β) τα στοιχεία του παθητικού, (γ) το καθαρό ενεργητικό, (δ) τα έσοδα, (ε) τα έξοδα και (στ) τις ταμειακές ροές της Κεντρικής Διοίκησης. Οι Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις δημοσιεύονται σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία. 2.3 Για τους σκοπούς του παρόντος, η Βουλή των Ελλήνων περιλαμβάνεται στην Κεντρική Διοίκηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΤΑΜΕΙΑΚΗΣ ΒΑΣΗΣ 3.1 Έξοδα Ως έξοδα στη ΔΛΤΤΒ θεωρούνται: (α) οι δαπάνες, εκτός της αγοράς παγίων περιουσιακών στοιχείων, δαπανών επενδύσεων και πληρωμών χρεολυσίων, για τις οποίες ολοκληρώνεται η θεώρησή τους από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Τα πάγια στοιχεία ενεργητικού, οι επενδύσεις και οι πληρωμές χρεολυσίων δεν θεωρούνται έξοδα, αλλά εμφανίζονται στους κατάλληλους λογαριασμούς του ενεργητικού της Κατάστασης Χρηματοοικονομικής Θέσης. (β) οι δαπάνες σταθερού και διαρκούς χαρακτήρα, όπως μισθώματα και πάγια κατ’ αποκοπή χορηγήματα, που εξοφλούνται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) με άλλους τίτλους πληρωμής, καθώς και οι δαπάνες που εξοφλούνται με χρηματικά εντάλματα απ΄ ευθείας από τις ΔΟΥ. Οι δαπάνες αυτές υπόκεινται μόνο υπηρεσίες του διατάκτη. Η λογιστικοποίηση των εξόδων αυτών γίνεται με την εξόφλησή τους από τις ΔΟΥ. (γ) οι αγορές αποθεμάτων, που λογιστικοποιούνται στο στάδιο της θεώρησης των σχετικών ενταλμάτων από το Ελεγκτικό Συνέδριο. (δ) τα δεδουλευμένα έξοδα, για τα οποία γίνονται εγγραφές προβλέψεων στο τέλος της χρήσης, προκειμένου να εμφανιστούν στις Οικονομικές Καταστάσεις της χρήσης που κλείνει. Με τις εγγραφές αυτές λογιστικοποιούνται: (i) έξοδα χρήσης, των οποίων τα δικαιολογητικά δεν έχουν αποσταλεί στην αρμόδια προς εκκαθάριση υπηρεσία, περιλαμβανομένων και των αναπόδοτων των διαχειριστών παγίων προκαταβολών καθώς επίσης και των ενταλματοποιημένων και θεωρημένων εξόδων που δεν εξοφλήθηκαν είτε ουσιαστικά είτε οίκοθεν. (ii) έξοδα χρήσης, των οποίων τα δικαιολογητικά έχουν αποσταλεί στις αρμόδιες προς εκκαθάριση υπηρεσίες αλλά μέχρι το τέλος της χρήσης είτε δεν εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι πληρωμής είτε δεν θεωρήθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο. (iii) οι δεδουλευμένοι τόκοι του Δημοσίου Χρέους. Στην έναρξη της επόμενης χρήσης αντιλογίζονται οι εγγραφές των προβλέψεων της παρούσας περίπτωσης και τα σχετικά έξοδα καταχωρούνται στους οικείους λογαριασμούς λογιστικής με την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής.
- ε) οι δαπάνες που πληρώνοναι με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής (ΧΕΠ) οι οποίες λογιστικοποιούνται,
κατά την απόδοση λογαριασμού του οικείου ΧΕΠ, με το ειδικό έντυπο που προβλέπεται στην παρ.1 του αρθρ. 41 του ν.2362/95 όπως ισχύει. 3.2 Υποχρεώσεις Ως υποχρεώσεις στη ΔΛΤΤΒ θεωρούνται: (α) Το Δημόσιο Χρέος. (β) Οι θεσμοθετημένες αποδόσεις υπέρ τρίτων που δεν έχουν αποδοθεί. (γ) Τα χρηματικά εντάλματα ή άλλοι τίτλοι πληρωμής, που εξοφλούνται λογιστικά οίκοθεν από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες κατά την 31η Δεκεμβρίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν.2362/95 εμφανίζονται στην Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης, ενώ η εξόφλησή τους από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες είναι λογιστική και όχι πραγματική και τα σχετικά ποσά παραμένουν στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες μέχρι την είσπραξή τους από τους δικαιούχους. (δ) Οι δεδουλευμένες δαπάνες, για τις οποίες έχουν εκδοθεί και θεωρηθεί οι σχετικοί τίτλοι πληρωμής κατά τη διάρκεια της χρήσης, αλλά δεν έχουν εξοφληθεί. (ε) Οι δεδουλευμένες δαπάνες που κατά το τέλος της χρήσης δεν έχουν εγκριθεί ή θεωρηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή βρίσκονται στην αρμόδια υπηρεσία του διατάκτη ή στους υπολόγους των πάγιων προκαταβολών. Οι δαπάνες αυτές λογίζονται με χρέωση των αντίστοιχων λογαριασμών δαπανών ως προβλέψεις και με πίστωση μεταβατικών λογαριασμών. (στ) Οι οφειλόμενες αποδοχές προσωπικού, και (ζ) Τα ποσά που εισπράττονται για λογαριασμό τρίτων εκτός προϋπολογισμού και δεν τους έχουν αποδοθεί. Οι έκτακτες υποχρεώσεις που αφορούν στο χρονικό διάστημα πριν την εφαρμογή της ΔΛΤΤΒ καταχωρούνται κατά την εξόφλησή τους. Οι λοιπές έκτακτες υποχρεώσεις εμφανίζονται όταν θεσμοθετηθούν και εφόσον εξοφληθούν. 3.3 Έσοδα 3.3.1 Ως έσοδα στην ΔΛΤΤΒ θεωρούνται τα ποσά που βεβαιώνονται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από τη χρονική περίοδο που προέρχονται και το χρόνο είσπραξής τους. Στα έσοδα περιλαμβάνεται και κάθε άλλο ποσό που γίνεται απαιτητό από το Δημόσιο εκτός από τις εισπράξεις δανείων. 3.3.2 Τα έσοδα λογιστικοποιούνται μόλις καταστούν βέβαια και εκκαθαρισμένα, ανεξάρτητα από το χρόνο είσπραξής τους και παρακολουθούνται αναλυτικά στους σχετικούς υπολογαριασμούς της ομάδας 7. Ειδικά τα έσοδα που αφορούν προηγούμενες χρήσεις και βεβαιώνονται για πρώτη φορά στην τρέχουσα χρήση καταχωρούνται στην ομάδα 8. 3.4 Απαιτήσεις 3.4.1 Ως απαιτήσεις στην ΔΛΤΤΒ θεωρούνται τα βεβαιωθέντα έσοδα που δεν έχουν εισπραχθεί και δεν έχουν διαγραφεί από τις ΔΟΥ ή από άλλες αρμόδιες προς βεβαίωση υπηρεσίες. Επίσης, στις απαιτήσεις περιλαμβάνονται κάθε είδους προκαταβολές και αξιώσεις της Κεντρικής Διοίκησης κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, όπως: (α) Ποσά που χορηγούνται για την πραγματοποίηση δαπανών για λογαριασμό της Κεντρικής Διοίκησης, είτε με πάγια προκαταβολή είτε με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής, τα οποία κατά τη στιγμή της εξόφλησής τους λογίζονται ως προκαταβολές, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν.2362/95. Η λογιστικοποίηση των ποσών ως έξοδα ή πάγια στοιχεία αυτών διενεργείται κατά το χρόνο απόδοσης λογαριασμού οπότε εκδίδεται το σχετικό παραστατικό απόδοσης. (β) Προκαταβολές που χορηγούνται σε φορείς, (γ) Προκαταβολές μισθοδοσίας σε υπαλλήλους, των οποίων η μισθοδοσία επιβαρύνει τον Προϋπολογισμό της Κεντρικής Διοίκησης, (δ) Άμεσες και έμμεσες πληρωμές του ΠΔΕ κατά την εκταμίευσή τους, και (ε) Δάνεια που έχουν χορηγηθεί από την Κεντρική Διοίκηση σε φορείς. Στην περίπτωση αυτή εμφανίζεται χωριστά το μακροπρόθεσμο από το βραχυπρόθεσμο τμήμα τους. 3.4.2 Στο Προσάρτημα παρουσιάζεται ανάλυση των απαιτήσεων και διακριτά η τυχόν επισφάλειά τους, με αναφορά του τρόπου υπολογισμού της. Για τη διαγραφή, περιλαμβανομένης και της παραγραφής των απαιτήσεων και επισφαλών απαιτήσεων, απαιτείται διοικητική πράξη. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής τρόπος υπολογισμού των επισφαλών απαιτήσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ 4.1 Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (ΚΧΘ) ή Ισολογισμός είναι ο νόμος στον οποίο εμφανίζεται με διαφάνεια και αξιοπιστία μία σαφής εικόνα της χρηματοοικονομικής θέσης της Κεντρικής Διοίκησης. 4.2.1 Το Ενεργητικό 4.2.1.1 Ενεργητικό είναι το σύνολο των οικονομικών αγαθών, υλικών και άυλων, που ανήκουν στην Κεντρική Διοίκηση, από τα οποία προσδοκώνται μελλοντικά οφέλη και μπορεί να αποτιμηθούν είτε αντικειμενικά είτε με κάποια αξιόπιστη μέθοδο, σε νομισματικές μονάδες. Το ενεργητικό περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έχει στην κυριότητά της η Κεντρική Διοίκηση και τα ποσά που της οφείλονται από τρίτους. 4.2.1.2 ΄Ενα αγαθό είναι στοιχείο του ενεργητικού όταν συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: (α) να είναι οικονομικό αγαθό και να ικανοποιεί οικονομικές ανάγκες, (β) να ανήκει κατά κυριότητα στην Κεντρική Διοίκηση ή να ελέγχεται από αυτή μέσω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, (γ) η Κεντρική Διοίκηση να προσδοκά μελλοντικά οφέλη από αυτό και (δ) να είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. 4.2.1.3 Το ενεργητικό διακρίνεται σε μη κυκλοφορούν ενεργητικό και σε κυκλοφορούν ενεργητικό: Στο μη κυκλοφορούν ενεργητικό περιλαμβάνονται υλικά αγαθά, αξίες και δικαιώματα που: (α) αποκτώνται για σκοπούς της Κεντρικής Διοίκησης και προορίζονται να παραμείνουν σε αυτή για μακρό χρονικό διάστημα, με την ίδια περίπου μορφή και (β) αναμένεται να ρευστοποιηθούν, χρησιμοποιηθούν ή πωληθούν, στο πλαίσιο της φυσιολογικής λειτουργίας της Κεντρικής Διοίκησης, σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 12 μήνες από την ημερομηνία κατάρτισης της Κατάστασης Χρηματοοικονομικής Θέσης. Στο κυκλοφορούν ενεργητικό περιλαμβάνονται τα αγαθά που αναμένεται να ρευστοποιηθούν, χρησιμοποιηθούν ή πωληθούν, στο πλαίσιο της φυσιολογικής λειτουργίας της Κεντρικής Διοίκησης, σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 12 μηνών από την ημερομηνία κατάρτισης της Κατάστασης Χρηματοοικονομικής Θέσης. Στο κυκλοφορούν ενεργητικό περιλαμβάνονται τα χρηματικά διαθέσιμα καθώς και τα ισοδύναμα προς αυτά στοιχεία του ενεργητικού. 4.2.2 Υποχρεώσεις 4.2.2.1 Οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν τις παρούσες υποχρεώσεις της Κεντρικής Διοίκησης από παρελθούσες συναλλαγές, που αναμένεται να προκαλέσουν μία εκροή στοιχείων που περικλείουν οικονομικά οφέλη και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο. Επίσης, στις υποχρεώσεις ανήκουν οι προβλέψεις για κινδύνους και έξοδα. Η τακτοποίηση των υποχρεώσεων μπορεί να γίνει ενδεικτικά με: (α) πληρωμή μετρητών, (β) μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού, ή (γ) αντικατάσταση μίας υποχρέωσης με μία άλλη υποχρέωση. 4.2.2.2 Ένα στοιχείο αποτελεί υποχρέωση στις Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις όταν συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: (α) υπάρχει πιθανότητα μελλοντικής εκροής οικονομικών ωφελειών, και (β) έχει κόστος ή αξία που μπορεί να μετρηθεί αξιόπιστα ή να εκτιμηθεί με εύλογο τρόπο. 4.2.2.3 Οι Υποχρεώσεις διακρίνονται σε βραχυπρόθεσμες και σε μακροπρόθεσμες: Στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις περιλαμβάνεται το σύνολο των υποχρεώσεων που αναμένεται να τακτοποιηθούν, μέσα στα πλαίσια της φυσιολογικής λειτουργίας της Κεντρικής Διοίκησης, σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών από την ημερομηνία κατάρτισης της Κατάστασης Χρηματοοικονομικής Θέσης. Στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις περιλαμβάνεται το σύνολο των υποχρεώσεων που αναμένεται να τακτοποιηθούν μετά την πάροδο μιας λογιστικής χρήσης (12 μηνών). 4.2.3 Καθαρή Θέση Πολιτών Καθαρή Θέση Πολιτών (ή Καθαρό Ενεργητικό) είναι το υπολειμματικό μέγεθος το οποίο προκύπτει αν από το Ενεργητικό αφαιρεθούν οι Υποχρεώσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.