Νόμοι — ΦΕΚ A' 32/2014

Type Νόμος
Publication 2014-02-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 70
Reform history JSON API
1.

Η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4036/2012 (Α΄ 8) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα παράβολα είναι αναλογικά και ανταποδοτικά και το ύψος τους καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Για την είσπραξη των ποσών των παραβόλων, εκδίδονται ειδικά έντυπα παραβόλων, ονομαστικής αξίας ίσης με ποσοστό: α) 70% επί του εκάστοτε οριζομένου ποσού παραβόλου, υπέρ του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, το οποίο σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των στοιχείων που απαιτούνται και υποβάλλονται για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και β) 30% επί του εκάστοτε οριζομένου ποσού παραβόλου, υπέρ του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ο τρόπος προμήθειας και έκδοσης των ως άνω ειδικών εντύπων παραβόλων, ο τύπος, ο τρόπος χρήσεως, διαθέσεως και διαχειρίσεως αυτών, ο τρόπος της ακυρώσεως και κάθε σχετικό θέμα, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης των ως άνω ειδικών εντύπων παραβόλων, για την είσπραξη των ποσών των παραβόλων του παρόντος άρθρου, εκδίδονται ισόποσα διπλότυπα είσπραξης από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, υπέρ των ανωτέρω δικαιούχων. Τα ποσά αυτά διατίθενται αποκλειστικά για τους σκοπούς του παρόντος νόμου.»

2.

α) Στην παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4036/2012 γίνονται οι παρακάτω τροποποιήσεις:

  • αα) Το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Βάσει αυτών των δεικτών κινδύνου και λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τους στόχους σε σχέση με τον περιορισμό κινδύνων ή χρήσης που είχαν ήδη επιτευχθεί πριν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου, καθορίζονται επίσης χρονοδιαγράμματα και στόχοι για τη μείωση της χρήσης, ιδίως εφόσον η μείωση της χρήσης αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του περιορισμού των κινδύνων όσον αφορά στοιχεία που καταγράφονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 29.»

  • ββ) Το ένατο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Στα εθνικά σχέδια δράσης περιγράφονται ο τρόπος εφαρμογής των μέτρων που προκύπτουν από τα άρθρα 19 έως 29 ώστε να επιτύχουν τους στόχους της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου.»

  • β) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν.

4036/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η ΣΕΑ κοινοποιεί τα εθνικά σχέδια δράσης στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των λοιπών κρατών − μελών μέχρι τις 26 Νοεμβρίου 2012.»

3.

Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 30 του ν. 4036/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Η ΣΕΑ υποχρεούται να γνωστοποιήσει τις σχετικές διατάξεις στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αργότερο στις 26 Νοεμβρίου 2012 και γνωστοποιεί αμέσως κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.»

4.

Το άρθρο 35 του ν. 4036/2012 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 35 Εμπορία γεωργικών φαρμάκων

1.

α) Επιτρέπεται η εμπορία γεωργικών φαρμάκων μόνο από ειδικά καταστήματα που πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές και διαθέτουν υπεύθυνο επιστήμονα.

  • β) Ως υπεύθυνος επιστήμονας ορίζεται γεωπόνος

πτυχιούχος ιδρύματος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ή τεχνολόγος γεωπόνος πτυχιούχος ιδρύματος τεχνολογικής εκπαίδευσης σύμφωνα με το π.δ. 109/1989 (Α΄ 47) ή το π.δ. 312/2003 (Α΄ 264) για χρήσεις συμβατές με τη βιολογική γεωργία ή κάτοχος ισότιμου πτυχίου ή διπλώματος αντίστοιχης ειδικότητας σχολής κράτους − μέλους της Ε.Ε. ή χώρας εκτός Ε.Ε. με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.

  • γ) Για την πώληση των γεωργικών φαρμάκων, τα καταστήματα εμπορίας αυτών μπορούν να διαθέτουν και

υπάλληλο−πωλητή. Ο υπάλληλος−πωλητής γεωργικών φαρμάκων πρέπει είτε να πληροί τις προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου είτε να είναι κάτοχος πιστοποιητικού κατάρτισης υπευθύνου εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 είτε να είναι ισότιμα καταρτισμένος σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε. για την εμπορία γεωργικών φαρμάκων, ώστε να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο, την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος.

  • δ) Ο υπεύθυνος επιστήμονας ή/και ο υπάλληλος−πωλητής γεωργικών φαρμάκων διενεργούν τις πωλήσεις των

γεωργικών φαρμάκων και είναι υπεύθυνοι για την ορθή εκτέλεση της συνταγής χρήσης αυτών, που προβλέπεται στην παράγραφο 5, ιδίως ως προς την εγκεκριμένη δοσολογία − ποσότητα του εμπορικού σκευάσματος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και την παροχή ιδηγιών για τον τρόπο εφαρμογής του εμπορικού σκευάσματος − ψεκαστικού διαλύματος ανάλογα με τα μέσα εφαρμογής του κάθε παραγωγού, όπως κατάλληλη πίεση. Επίσης, έχουν την υποχρέωση να παρέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους για τον άνθρωπο και το περιβάλλον από τη χρήση των γεωργικών φαρμάκων, ιδίως σχετικά με τις πηγές κινδύνου, την έκθεση του χρήστη, τον ορθό τρόπο αποθήκευσης, το χειρισμό και την εφαρμογή, την ασφαλή διάθεση του ψεκαστικού διαλύματος που απομένει μετά την εφαρμογή, τη διαχείριση των κενών συσκευασίας και τις εναλλακτικές λύσεις χαμηλού κινδύνου. Ειδικά, ως προς τη συνταγογραφείσα δραστική ουσία και τα εγκεκριμένα εμπορικά σκευάσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπεύθυνος είναι μόνο ο υπεύθυνος επιστήμονας.»

2.

Η εμπορία των γεωργικών φαρμάκων διακρίνεται σε χονδρική και λιανική. Με την υποβολή της αναγγελίας έναρξης ασκήσεως εμπορίας γεωργικών φαρμάκων οι ενδιαφερόμενοι δηλώνουν: το είδος της εμπορίας γεωργικών φαρμάκων που θα ασκήσουν, την επωνυμία εμπορία, την έδρα της επιχείρησης, καθώς και τους αποθηκευτικούς χώρους και τον υπεύθυνο επιστήμονα. Η αρμόδια αρχή δύναται, εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη της αναγγελίας, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος, στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Οι ενδιαφερόμενοι ασκούν ελεύθερα την εμπορία των γεωργικών φαρμάκων μετά πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αναγγελίας έναρξης άσκησής της, εφόσον δεν υφίσταται η προαναφερόμενη απαγόρευση άσκησης της εμπορίας, καθώς και νωρίτερα εφόσον ενημερωθούν εγγράφως από την αρμόδια αρχή για την πληρότητα των υποβληθέντων στοιχείων. Απαγορεύεται η άσκηση εμπορίας γεωργικών φαρμάκων χωρίς αναγγελία περί τούτου στην αρμόδια αρχή και επακόλουθη αναμονή επί τρίμηνο ή λήψη της ανωτέρω σχετικής ενημέρωσης πληρότητας υποβληθέντων στοιχείων, καθώς και σε περίπτωση απαγόρευσης άσκησης εμπορίας από την αρμόδια αρχή.

3.

Η χονδρική πώληση των γεωργικών φαρμάκων επιτρέπεται σε ενδιαφερόμενους που έχουν υποβάλει στην αρμόδια αρχή αναγγελία έναρξης άσκησης εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και απευθύνεται προς άλλα καταστήματα χονδρικής πώλησης ή καταστήματα λιανικής πώλησης.

4.

Προϋπόθεση για την άσκηση χονδρικής ή λιανικής εμπορίας γεωργικών φαρμάκων αποτελεί η απασχόληση του υπεύθυνου επιστήμονα ή/και υπαλλήλου−πωλητή κατά τη χρονική διάρκεια της πώλησης γεωργικών φαρμάκων.

5.

α) Προϋπόθεση για τη λιανική πώληση γεωργικού φαρμάκου σε επαγγελματία χρήστη είναι η έκδοση συνταγής, για τη χρήση του, από επιστήμονα, που πληροί τις προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1.

  • β) Η έκδοση συνταγής δύναται να γίνεται τη στιγμή

της πώλησης των γεωργικών φαρμάκων, εφόσον η πώληση του γεωργικού φαρμάκου διενεργείται από τον υπεύθυνο επιστήμονα ή υπάλληλο−πωλητή που πληροί τις προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1. Στην περίπτωση αυτή, η ηλεκτρονική καταγραφή σε ειδικό έντυπο της πώλησης των γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 36, μπορεί να υπέχει θέση συνταγής χρήσης γεωργικού φαρμάκου αναφέροντας πλήρως τα στοιχεία του επιστήμονα που την εξέδωσε.

  • γ) Μετά την 26η Νοεμβρίου 2015, η λιανική πώληση

γεωργικών φαρμάκων για επαγγελματική χρήση γίνεται εφόσον εξασφαλισθεί ότι η χρήση τους γίνεται από πρόσωπο ή υπό την επίβλεψη προσώπου, στο οποίο έχει χορηγηθεί πιστοποιητικό επαρκούς γνώσης των θεμάτων ορθολογικής χρήσης των γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 33 και την Οδηγία 2009/128/ΕΚ. Ο επιβλέπων τη χρήση αναλαμβάνει την ευθύνη για την ορθή χρήση των γεωργικών φαρμάκων και υποχρεούται αμέσως μετά τη χρήση αυτών να το καταγράφει ενυπόγραφα.

6.

α) Τα καταστήματα λιανικής πώλησης γεωργικών φαρμάκων:

  • αα) υποχρεούνται να διατηρούν το σύνολο των συνταγών χρήσης γεωργικών φαρμάκων για χρονικό διάστημα

πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έκδοσής τους,

  • ββ) απαγορεύεται να κατέχουν ανεκτέλεστες ή ανυπόγραφες συνταγές χρήσης γεωργικών φαρμάκων.
  • β) Απαγορεύεται η χονδρική πώληση γεωργικών φαρμάκων σε καταστήματα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.
  • γ) Οι έμποροι γεωργικών φαρμάκων υποχρεούνται

να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές ελέγχου, να ενημερώνουν άμεσα για κάθε αλλαγή των στοιχείων που έχουν δηλώσει στην αρμόδια αρχή και να παρέχουν πρόσβαση σε κάθε σημείο αποθήκευσης ή διακίνησης γεωργικών φαρμάκων, καθώς και στα παραστατικά που αφορούν τη διακίνηση των γεωργικών φαρμάκων είτε αυτά είναι σε έγγραφη είτε σε ηλεκτρονική μορφή.

  • δ) Η πώληση είτε ουσιών σύμφωνα με τον Κανονισμό

1107/2009 είτε σκευασμάτων μεταξύ κατόχων άδειας διάθεσης στην αγορά, πρέπει να γνωστοποιείται στη ΣΕΑ.

7.

α) Η ΣΕΑ τηρεί:

  • αα) Μητρώο εμπόρων γεωργικών φαρμάκων, το οποίο

αναρτάται στην ιστοσελίδα που διαθέτει στο διαδίκτυο. Στους εμπόρους γεωργικών φαρμάκων χορηγείται από τη ΣΕΑ ειδικός κωδικός.

  • ββ) Μητρώο των επιστημόνων που μπορούν να εκδώσουν συνταγή χρήσης γεωργικών φαρμάκων, το οποίο

αναρτάται στην ιστοσελίδα που διαθέτει στο διαδίκτυο.

  • β) Η αρμόδια αρχή για την εμπορία των γεωργικών

φαρμάκων, υποχρεούται να τηρεί ιστοσελίδα στο διαδίκτυο με τις απαιτήσεις για την εμπορία των γεωργικών φαρμάκων, τους απασχολούμενους με την εμπορία αυτών, τη διεύθυνση των καταστημάτων και τους αντίστοιχους υπεύθυνους επιστήμονες γεωργικών φαρμάκων και να κοινοποιεί τα εν λόγω δεδομένα στη ΣΕΑ το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την έλευση τριμήνου από την αναγγελία έναρξης ασκήσεως εμπορίας γεωργικών φαρμάκων. Οι υποχρεώσεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και σε κάθε μεταβολή στοιχείων υφιστάμενης αναγγελίας έναρξης εμπορίας γεωργικών φαρμάκων.»

5.

α) Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 36 του ν. 4036/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Η ΣΕΑ δύναται να τα αξιοποιεί για την παραγωγή στατιστικών στοιχείων σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, την κατάρτιση των Εθνικών Σχεδίων Δράσης, καθώς και για τον έλεγχο της διάθεσης των γεωργικών φαρμάκων στην αγορά.»

  • β) Η παρ. 12 του άρθρου 36 του ν. 4036/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χορηγεί στους υπεύθυνους επιστήμονες και στους υπαλλήλους−πωλητές των καταστημάτων εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, που διενεργούν τις πωλήσεις των γεωργικών φαρμάκων, άδεια πρόσβασης στην ηλεκτρονική εφαρμογή της παραγράφου 10.»

6.

Το άρθρο 45 του ν. 4036/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Η παράγραφος 6 του άρθρου 45 αντικαθίσταται

«6. Στον υπεύθυνο του καταστήματος εμπορίας γεωργικών φαρμάκων επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, αν διαπιστω φαρμάκων ή χωρίς την ηλεκτρονική καταγραφή της συναλλαγής στο ειδικό έντυπο πώλησης της παραγράφου 5 του άρθρου 36, η οποία υπέχει θέση συνταγής χρήσης όταν εκδίδεται από επιστήμονα αρμόδιο να συνταγογραφεί ή σε περίπτωση κατοχής ανεκτέλεστων ή ανυπόγραφων συνταγών χρήσης γεωργικών φαρμάκων ή χωρίς την παρουσία υπεύθυνου επιστήμονα ή υπαλλήλου−πωλητή, αρμόδιου για την εκτέλεση συνταγής γεωργικών φαρμάκων.»

  • β) Μετά την παράγραφο 9 του άρθρου 45 προστίθεται

παράγραφος 9α, ως εξής: «9.α. α) Στον υπεύθυνο επιστήμονα του καταστήματος εμπορίας γεωργικών φαρμάκων επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, αν ενεργεί λιανικές πωλήσεις γεωργικών φαρμάκων, χωρίς να υφίσταται η αντίστοιχη συνταγή χρήσης γεωργικών φαρμάκων ή χωρίς την ηλεκτρονική καταγραφή της συναλλαγής στο ειδικό έντυπο πώλησης της παραγράφου 5 του άρθρου 36, η οποία υπέχει θέση συνταγής χρήσης.

  • β) Στον υπάλληλο−πωλητή γεωργικών φαρμάκων του

καταστήματος εμπορίας γεωργικών φαρμάκων επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, αν ενεργεί λιανικές πωλήσεις γεωργικών φαρμάκων, χωρίς να υφίσταται η αντίστοιχη συνταγή χρήσης γεωργικών φαρμάκων ή με συνταγή που εκδίδει ο ίδιος χωρίς να είναι επιστήμονας αρμόδιος να συνταγογραφεί.

  • γ) Σε όποιον εκδίδει συνταγές χρήσης γεωργικών

φαρμάκων χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 35, επιβάλλεται πρόστιμο από τριακόσια (300) ευρώ έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.

  • δ) Στον επαγγελματία χρήστη που χρησιμοποιεί γεωργικά φάρμακα χωρίς την έκδοση της σχετικής συνταγής

χρήσης γεωργικών φαρμάκων ή χωρίς να εφαρμόζει τα προβλεπόμενα στη σχετική συνταγή χρήσης γεωργικών φαρμάκων, επιβάλλεται πρόστιμο από τριακόσια (300) ευρώ έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

  • ε) Σε όποιον ασκεί χονδρική πώληση γεωργικών φαρμάκων σε καταστήματα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 35, επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια

(1.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.»

7.

Το άρθρο 49 του ν. 4036/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Ο τίτλος του άρθρου 49 συμπληρώνεται και τροποποιείται ως εξής:

«Άρθρο 49 Κυρώσεις επί παραβάσεων σε θέματα επαγγελματικής χρήσης βιοκτόνων προϊόντων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων»

  • β) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 49 αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Σε όποιον προβαίνει σε επαγγελματική χρήση βιοκτόνων προϊόντων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χωρίς την ειδική αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος επιβάλλεται πρόστιμο από τριακόσια (300) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.

2.

Σε όποιον προβαίνει σε επαγγελματική χρήση βιοκτόνων προϊόντων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επιβάλλεται πρόστιμο από τριακόσια (300) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ και απαγορεύεται η χρήση αυτών για χρονική περίοδο από τρεις (3) μήνες έως πέντε (5) έτη, ανάλογα με τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αν:

  • α) χρησιμοποιεί μη εγκεκριμένα βιοκτόνα για το σκοπό

αυτόν,

  • β) δεν λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να είναι

ασφαλής η εφαρμογή των βιοκτόνων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η παρουσία του υπεύθυνου επιστήμονα για την επίβλεψη του έργου της επαγγελματικής χρήσης βιοκτόνων.»

8.

Μετά το άρθρο 49 προστίθεται άρθρο 49α ως εξής: «Άρθρο 49α Δυνατότητα ένστασης

1.

Κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμων, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 13, 45, και 49, εκτός αυτών που αφορούν παραβάσεις του άρθρου 38, και ενώπιον του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι παραβάτες έχουν το δικαίωμα υποβολής ένστασης. Η ένσταση κατατίθεται στη Διεύθυνση Προστασίας Φυτικής Παραγωγής ή στη Διεύθυνση Αξιοποίησης Εγγειοβελτιωτικών Έργων και Μηχανολογικού Εξοπλισμού του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατά περίπτωση, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση των αποφάσεων επιβολής προστίμου. Για τη συζήτηση των ενστάσεων συνιστάται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων τριμελής επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και στην οποία καθορίζονται η σύνθεση, οι ιδιότητες των μελών, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε σχετικό θέμα.

2.

Ειδικά για τη συζήτηση ενστάσεων κατά αποφάσεων επιβολής προστίμων για παραβάσεις του άρθρου 38 συνιστάται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων τριμελής επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και στην οποία καθορίζονται η σύνθεση, οι ιδιότητες των μελών, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε σχετικό θέμα.

3.

Οι επιτροπές των παραγράφων 1 και 2 συνέρχονται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου τους και εισηγούνται στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μετά από εξέταση της νομιμότητας και της ουσίας των ενστάσεων, την ακύρωση εν όλω ή εν μέρει ή την τροποποίηση της απόφασης επιβολής προστίμου ή την απόρριψη της ένστασης. Η απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επί της ένστασης είναι οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή και κοινοποιείται, επί αποδείξει στον ενδιαφερόμενο.»

9.

Το άρθρο 50 του ν. 4036/2012 τροποποιείται ως εξής:

  • α) Στην παρ. 1 του άρθρου 50, μετά την περίπτωση λ΄

προστίθενται περιπτώσεις μ΄, ν΄, ξ΄, ο΄, π΄ και ρ΄, ως εξής: «μ) Οι διαδικασίες δέσμευσης και διαχείρισης γεωργικών φαρμάκων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, δραστικών ουσιών, καθώς και σπόρων επενδυμένων με φυτοπροστατευτικά προϊόντα από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων

  • ν) Οι αρμόδιες αρχές και η διαδικασία επιθεώρησης

και επαλήθευσης της αποτελεσματικότητας των επισήμων ελέγχων στα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και στα υπολείμματα φυτοφαρμάκων πάνω ή μέσα σε φυτικά προϊόντα ή προϊόντα πρώτης μεταποίησης.

  • ξ) Οι τεχνικές διαδικασίες, ο τρόπος και κάθε άλλο

αναγκαίο τεχνικό μέτρο για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1107/2009 και τη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/128/ΕΚ ως και οι διαδικασίες παραλλήλου εμπορίου και οι διαδικασίες και το υλικό κατάρτισης και πιστοποίησης γνώσεων ορθολογικής χρήσης γεωργικών φαρμάκων.

  • ο) Οι όροι και οι προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν ότι

η χρήση γεωργικών φαρμάκων εγκεκριμένων για επαγγελματική χρήση γίνεται μόνο από πρόσωπο ή υπό την επίβλεψη προσώπου, στο οποίο έχει χορηγηθεί πιστοποιητικό επαρκούς γνώσης των θεμάτων ορθολογικής χρήσης των γεωργικών φαρμάκων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 33.

  • π) Το περιεχόμενο και ο τύπος της συνταγής χρήσης γεωργικού φαρμάκου, η διαδικασία και ο τρόπος

έκδοσής της, η διάρκεια ισχύος της, η επιστημονική μεθοδολογία που ακολουθείται για την έκδοση και την επιλογή των δραστικών ουσιών και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 35. Με την ίδια απόφαση δύναται να θεσπισθεί η ηλεκτρονική συνταγογράφηση των γεωργικών φαρμάκων, ως απαραίτητη διαδικασία για την προμήθεια των φυτοπροστατευτικών προϊόντων από τους επαγγελματίες χρήστες αυτών, οι καλλιέργειες στις οποίες εφαρμόζεται, ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού εντύπου ηλεκτρονικής συνταγής, ο ορισμός αρμόδιων αρχών, ο καθορισμός αρμοδιοτήτων και διοικητικών διαδικασιών, η θέσπιση διοικητικών κυρώσεων και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την ηλεκτρονική συνταγογράφηση των γεωργικών φαρμάκων.

  • ρ) Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την υποβολή αναγγελίας

έναρξης λειτουργίας των φορέων που παρέχουν αρχική και συμπληρωματική κατάρτιση σε επαγγελματίες χρήστες, διανομείς, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων πώλησης και συμβούλους γεωργικών φαρμάκων, το σύστημα για τη χορήγηση πιστοποιητικού αρχικής και συμπληρωματικής κατάρτισης των ανωτέρω και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 19, με το οποίο ενσωματώθηκε το άρθρο 5 και το Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/128/ΕΚ.»

  • β) Μετά την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του

άρθρου 50, προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: «ε) Το ύψος και η αναπροσαρμογή του παραβόλου για την αναγγελία έναρξης εμπορίας χονδρικής ή λιανικής πώλησης γεωργικών φαρμάκων.»

  • γ) Η παράγραφος 5 του άρθρου 50 αντικαθίσταται

«5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίζεται η διαδικασία ελέγχου των δικαιολογητικών αναγγελίας έναρξης ασκήσεως χονδρικής και λιανικής εμπορίας γεωργικών φαρμάκων και παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης γεωργικών φαρμάκων που προορίζονται για χονδρική εμπορία, οι κατά τόπους αρμόδιες για την έκδοση αρχές, οι όροι και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα καταστήματα εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, οι υπεύθυνοι επιστήμονες και οι υπάλληλοι−πωλητές γεωργικών φαρμάκων, η απασχόληση αυτών, η διαδικασία ελέγχου της εμπορίας, οι αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων ελέγχων στην εμπορία των γεωργικών φαρμάκων, καθώς και η μορφή και το περιεχόμενο του τιμοκαταλόγου των διατιθέμενων φυτοπροστατευτικών προϊόντων που αναρτάται σε καταστήματα λιανικής πώλησης γεωργικών φαρμάκων.»

Άρθρο 45

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 721/1977 (Α΄ 298)

1.

Το άρθρο 14 του ν. 721/1977, όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Η περίπτωση κζ΄ του άρθρου 14 αντικαθίσταται

«κζ) Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά, οργανωτικά και εκτελεστικά μέτρα για την εκτέλεση των διατάξεων των κανονισμών και αποφάσεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι αναγκαίες κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά των οδηγιών των ιδίων ως άνω οργάνων για τα βιοκτόνα προϊόντα. Στις κανονιστικές αυτές πράξεις περιλαμβάνεται ο ορισμός αρμόδιων αρχών, ο καθορισμός αρμοδιοτήτων και διοικητικών διαδικασιών, καθώς και η θέσπιση διοικητικών κυρώσεων.»

  • β) Μετά την περίπτωση κη΄ του άρθρου 14 προστίθεται

περίπτωση κθ΄ ως εξής: «κθ) Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της επαγγελματικής χρήσης των βιοκτόνων προϊόντων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.»

2.

Η υποπερίπτωση ιζιζ΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 721/1977, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «ιζιζ) Για την αναγγελία έναρξης της επαγγελματικής χρήσης των βιοκτόνων προϊόντων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ως και για την ανανέωση και τροποποίηση αυτής.»

Άρθρο 46

Τροποποίηση του ν. 4039/2012 (Α΄ 15)

1.

Το άρθρο 1 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Η περίπτωση στ΄ του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως

εξής: «στ) Επικίνδυνο ζώο συντροφιάς είναι το ζώο συντροφιάς, που εκδηλώνει απρόκλητη και αδικαιολόγητη επιθετικότητα, χωρίς να απειληθεί, προς τον άνθρωπο ή τα άλλα ζώα, καθώς και το ζώο που πάσχει ή είναι φορέας σοβαρού νοσήματος, που μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα άλλα ζώα και δεν θεραπεύεται.»

  • β) Η περίπτωση ιδ΄ του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως

εξής: «ιδ) Αρμόδια όργανα για τη βεβαίωση των παραβάσεων είναι τα όργανα που τις διαπιστώνουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα οι υπάλληλοι της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας των κυνηγετικών οργανώσεων.»

  • γ) Η περίπτωση ιε΄ του άρθρου 1 αντικαθίσταται ως

εξής: «ιε) Αρμόδιος Φορέας Εκτέλεσης της σήμανσης και της καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση είναι ο κτηνίατρος, που με βάση προβλεπόμενη διαδικασία, με την υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης στη Διεύθυνση Πληροφορικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, πιστοποιείται, αποκτά ειδικό κωδικό πρόσβασης στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής ζώων συντροφιάς, διενεργεί τη σήμανση και καταγράφει τα ζώα συντροφιάς και τους ιδιοκτήτες τους στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση, εκδίδει το βιβλιάριο υγείας ή το διαβατήριο του ζώου σε περίπτωση που το ζώο θα μεταφερθεί στο εξωτερικό και σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού κατόχου του και ενημερώνει τη βάση με τις απαραίτητες πληροφορίες.»

2.

Το άρθρο 4 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου

4 αντικαθίσταται ως εξής: «Εξαιρούνται από την πιστοποίηση αυτή και την πρόσβαση στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση οι κτηνίατροι, υπήκοοι κρατών – μελών της ΕΕ, που παρέχουν προσωρινά και περιστασιακά τις κτηνιατρικές υπηρεσίες τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με το π.δ. 38/ 2010 (Α΄ 78).»

  • β) Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 3

του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής: «α) Η σήμανση κάθε ζώου συντροφιάς είναι υποχρεωτική, συμπεριλαμβανομένων των σκύλων που χρησιμοποιούνται για τη φύλαξη ποιμνίων.»

  • γ) Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 3

του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής: «Το προαναφερθέν τέλος εισπράττεται και εντός τριάντα (30) ημερών αποδίδεται στον οικείο Ο.Τ.Α., από τον κτηνίατρο που διενεργεί την πράξη της σήμανσης και καταγραφής του ζώου στη Διαδικτυακή Βάση Δεδομένων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.»

  • δ) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου

4 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Η ηλεκτρονική σήμανση και καταγραφή, η έκδοση διαβατηρίου και βιβλιαρίου υγείας, σύμφωνα με τα υποδείγματα των Παραρτημάτων 2 και 3, πραγματοποιούνται από κτηνιάτρους, που έχουν πιστοποιηθεί, ασκούν νόμιμα το κτηνιατρικό επάγγελμα στην Ελλάδα και διαθέτουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/βεβαίωση συνδρομής νομίμων προϋποθέσεων έναρξης άσκησης του γεωτεχνικού επαγγέλματος από το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΓΕΩΤΕΕ), Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) και κτηνιατρείο που λειτουργεί νόμιμα.»

  • ε) Η παράγραφος 7 του άρθρου 4 αντικαθίσταται

«7. Ο ιδιοκτήτης κάθε ζώου συντροφιάς υποχρεούται να ενημερώνει τον κτηνίατρο, που έχει πιστοποιηθεί, για τη μεταβολή των στοιχείων, που έχουν καταχωριστεί στη βάση δεδομένων και αφορούν είτε τον ίδιο (όπως ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, αριθμό ταυτότητας ή διαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου) είτε το ζώο συντροφιάς, που έχει δηλώσει στο όνομά του (όπως θάνατος, παράδοση σε άλλον ιδιοκτήτη), το αργότερο εντός 15 ημερών από τη μεταβολή, με σκοπό να επικαιροποιούνται οι πληροφορίες της Διαδικτυακής Ηλεκτρονικής Βάσης. Της προθεσμίας αυτής εξαιρείται η απώλεια, η οποία δηλώνεται εντός 5 ημερών, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 5. Σε κάθε περίπτωση αλλαγής ιδιοκτήτη είναι απαραίτητη η σχετική επισημείωση στο βιβλιάριο υγείας ή στο διαβατήριο του ζώου από τον κτηνίατρο, ατελώς, κατά την ετήσια κτηνιατρική εξέταση του ζώου ή κατά τον εμβολιασμό του, προκειμένου να ενημερώνεται και η Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση.»

  • στ) Η παράγραφος 9 του άρθρου 4 αντικαθίσταται

«9. Για την αναγνώριση των ιδιοκτητών δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς, που φέρουν ηλεκτρονική σήμανση, τον έλεγχο του βιβλιάριου υγείας ή του διαβατηρίου και γενικά για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου η Ελληνική Αστυνομία, η Δασική Υπηρεσία, τα Τελωνεία, οι Σταθμοί Υγειονομικού Κτηνιατρικού Ελέγχου (ΣΥΚΕ), το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και η Θηροφυλακή των κυνηγετικών συλλόγων, εφοδιάζονται με τους κατάλληλους ανιχνευτές, η δαπάνη αγοράς των οποίων βαρύνει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και έως έναν ανιχνευτή ανά φορέα.»

3.

Το άρθρο 5 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5

αντικαθίσταται ως εξής: «α) να μεριμνά για τη σήμανση και την καταγραφή του ζώου του, καθώς και για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας πριν εγκαταλείψει το ζώο τον τόπο γέννησής του και οπωσδήποτε μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη γέννηση αυτού ή μέσα σε ένα μήνα από την εύρεση ή απόκτησή του, καθώς και να τοποθετεί σε εμφανές σημείο του περιλαίμιου του ζώου μεταλλική κονκάρδα, η οποία παρέχεται από τους κτηνιάτρους κατά την πραγματοποίηση του αντιλυσσικού εμβολιασμού του,».

  • β) Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5

αντικαθίσταται ως εξής: «δ) να εφοδιάζεται με το διαβατήριο του ζώου του, εάν πρόκειται να ταξιδέψει με αυτό στο εξωτερικό και να μεριμνά για την ενημέρωσή του σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού κατόχου του. Το διαβατήριο πρέπει να είναι σύμφωνο με τα Παραρτήματα 2 και 3.»

  • γ) Μετά την περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1 του

άρθρου 5, τίθεται κόμμα και προστίθεται περίπτωση η΄ ως εξής: «η) να προσκομίζει ή αποστέλλει ταχυδρομικά, επί αποδείξει, στον οικείο Δήμο αντίγραφο του πιστοποιητικού ηλεκτρονικής σήμανσης του ζώου του».

  • δ) Μετά την περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 τίθεται

κόμμα και προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής: «γ) για την αποφυγή ατυχημάτων υποχρεούται κατά τη διάρκεια του περιπάτου να κρατάει το σκύλο του δεμένο και να βρίσκεται σε μικρή απόσταση από αυτόν. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και για τον οποιονδήποτε συνοδό του ζώου, πέραν του ιδιοκτήτη του».

4.

Το άρθρο 6 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως ακολούθως: φιο ως εξής: «Όταν εκτρέφεται έστω και ένας θηλυκός σκύλος αναπαραγωγής για εμπορικούς σκοπούς απαιτείται υποχρεωτικά η έκδοση άδειας εκτροφής, αναπαραγωγής και εμπορίας ζώων συντροφιάς. Άδεια εκτροφής, αναπαραγωγής και εμπορίας ζώων συντροφιάς απαιτείται και για τους ερασιτέχνες εκτροφείς σκύλων ή γατών όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου.»

  • β) Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 αντικαθίσταται

«3. Απαγορεύεται:

  • α) η πώληση σκύλων και γατών σε υπαίθριους δημόσιους χώρους, συμπεριλαμβανόμενων των υπαίθριων

αγορών,

  • β) η πώληση ζώων συντροφιάς με ηλικία μικρότερη

των οκτώ (8) εβδομάδων,

  • γ) η εισαγωγή και εμπορία σκύλων που είναι ακρωτηριασμένοι,
  • δ) η αναπαραγωγή σκύλων που είναι ακρωτηριασμένοι.»
  • γ) Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 αντικαθίσταται

«4. Για τη χορήγηση της άδειας εκτροφής, αναπαραγωγής και εμπορίας ζώων συντροφιάς, καθώς και της άδειας εκπαιδευτή σκύλων σε επαγγελματίες εκτροφείς και ερασιτέχνες, με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του τυχόν συναρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι ειδικοί όροι και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούν οι χώροι εκτροφής, αναπαραγωγής, εμπορίας και εκπαίδευσης των ζώων συντροφιάς ως προς τις εγκαταστάσεις, τους χώρους διαμονής ή παραμονής των ζώων, τις συνθήκες ευζωίας και τον αναγκαίο εξοπλισμό ανά είδος ζώου, η αρμόδια αρχή ελέγχου, η διαδικασία ελέγχου και οι κυρώσεις, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

5.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων, που διοργανώνει εκθέσεις με ζώα συντροφιάς, οφείλει να εφοδιάζεται με σχετική άδεια, η οποία εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία Κτηνιατρικής του οικείου Δήμου και όπου αυτή δεν έχει συσταθεί από την υπηρεσία Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας.»

6.

Το άρθρο 9 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 αντικαθίσταται ως

εξής: «1. Οι Δήμοι υποχρεούνται να μεριμνούν για την περισυλλογή και τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ασκείται και από συνδέσμους Δήμων, καθώς και από φιλoζωικές ενώσεις και σωματεία, αφού προηγηθεί σχετική έγγραφη συμφωνία με τον αρμόδιο Δήμο, ο οποίος έχει τη συνολική εποπτεία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς εντός των διοικητικών του ορίων. Οι κατά τα ως άνω φιλοζωικές ενώσεις και σωματεία που εγκρίνονται από τον αρμόδιο Δήμο οφείλουν να διαθέτουν υποδομή, συνιστάμενη στην ύπαρξη κατάλληλων σχετικών εγκαταστάσεων ή οχημάτων μεταφοράς ζώων και ανθρώπινο δυναμικό με εμπειρία στο χειρισμό των ζώων. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται το είδος και ο αριθμός των εγκαταστάσεων και των οχημάτων, καθώς και η εμπειρία του ανθρώπινου δυναμικού, που πρέπει να διαθέτουν οι φιλοζωικές ενώσεις και τα σωματεία, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτής της παραγράφου.»

  • β) Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 9, το

έκτο εδάφιο αυτής, αντικαθίσταται ως εξής: «Υπό την εποπτεία των Δήμων, μπορούν να ιδρυθούν και να λειτουργούν καταφύγια ή και κτηνιατρεία αδέσποτων ζώων συντροφιάς και από φιλοζωικά σωματεία και ενώσεις, που διαθέτουν το κατάλληλο κτηνιατρικό προσωπικό, τουλάχιστον έναν κτηνίατρο ανά 50 ζώα, την τεχνική υποδομή, τις εγκαταστάσεις και τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 604/1977 και του π.δ. 463/1978, όπως ισχύουν.»

  • γ) Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 αντικαθίσταται

«3. Για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, συγκροτούνται συνεργεία από άτομα κατάλληλα εκπαιδευμένα και έμπειρα στην αιχμαλωσία ζώων συντροφιάς. Τα συνεργεία αυτά ελέγχονται για το έργο τους, ως προς τις επιτρεπόμενες μεθόδους σύλληψης και αιχμαλωσίας των ζώων αυτών, από κτηνίατρο της αρμόδιας υπηρεσίας Κτηνιατρικής του Δήμου και, όπου αυτή δεν έχει συσταθεί, από κτηνίατρο του Τμήματος Κτηνιατρικής της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας. Η εποπτεία και ο έλεγχος πραγματοποιείται βάσει ανάλυσης κινδύνου. Τη μέριμνα για την εκπαίδευση των ατόμων αυτών έχει ο οικείος Δήμος.»

  • δ) Η παράγραφος 4 του άρθρου 9 αντικαθίσταται

«4. α) Τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς, που περισυλλέγονται, οδηγούνται τμηματικά στα υπάρχοντα καταφύγια αδέσποτων ζώων συντροφιάς, στα δημοτικά κτηνιατρεία ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και σε ιδιωτικά κτηνιατρεία, που διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή και μπορούν να φιλοξενήσουν προσωρινά και για εύλογο χρονικό διάστημα τα προς περίθαλψη ζώα, μέχρι την αποθεραπεία τους, υποβάλλονται σε κτηνιατρική εξέταση, στειρώνονται, σημαίνονται με ηλεκτρονική σήμανση ως αδέσποτα και καταγράφονται στη διαδικτυακή ηλεκτρονική βάση.

  • β) Αν διαπιστωθεί από την κτηνιατρική εξέταση ότι

είναι τραυματισμένα ή πάσχουν από ιάσιμο νόσημα, υποβάλλονται στην κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

  • γ) Αν διαπιστωθεί από την κτηνιατρική εξέταση ότι

είναι επικίνδυνα ζώα συντροφιάς ή ότι πάσχουν από ανίατη ασθένεια ή ότι είναι πλήρως ανίκανα να αυτοσυντηρηθούν λόγω γήρατος ή αναπηρίας και η διατήρησή τους στη ζωή είναι πρόδηλα αντίθετη με τους κανόνες ευζωίας τους και αρνηθούν τα φιλοζωικά σωματεία της περιοχής να αναλάβουν τη φροντίδα, εποπτεία και τη διαδικασία υιοθεσίας τους, υποβάλλονται σε ευθανασία.»

  • ε) Οι παράγραφοι 10, 11 και 12 του άρθρου 9 αντικαθίστανται ως εξής:

«10. Για την επαναφορά στο φυσικό περιβάλλον των αδέσποτων ζώων συντροφιάς λαμβάνεται υπόψη η πυκνότητα του πληθυσμού των αδέσποτων ζώων στην περιοχή που επαναφέρονται. Την ευθύνη για την επίβλεψη και τη φροντίδα των επανεντασσόμενων αδέσποτων και νερού για τα ζώα αυτά, καθώς και τα συνεργαζόμενα με αυτούς φιλοζωικά σωματεία και ενώσεις. Δεν απαγορεύεται η παροχή τροφής και νερού σε αδέσποτα ζώα συντροφιάς από φιλόζωους πολίτες, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καθαριότητας και υγιεινής. Δεν επιτρέπεται επαναφορά σε περιοχές με νοσοκομεία, σχολεία, αθλητικά κέντρα, αυτοκινητόδρομους ταχείας κυκλοφορίας, στους χώρους αποβίβασης και επιβίβασης ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών στα λιμάνια, στα αεροδρόμια, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, στους περιφραγμένους αρχαιολογικούς χώρους και στους περιφραγμένους χώρους του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας ΑΕ και της Κεντρικής Αγοράς Θεσσαλονίκης ΑΕ. Με απόφαση της πενταμελούς επιτροπής της παραγράφου 12 ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες προσδιορισμού της πυκνότητας του πληθυσμού των αδέσποτων ζώων στην περιοχή που αυτά επαναφέρονται, καθώς και η οριοθέτηση των περιοχών που δεν επιτρέπεται η επαναφορά τους.

11.

Οι στειρώσεις σε αδέσποτα ζώα συντροφιάς, όπως επίσης και η σήμανση και η καταγραφή τους πραγματοποιούνται δωρεάν και από εθελοντές επαγγελματίες κτηνιάτρους, που έχουν την Ελληνική υπηκοότητα ή την υπηκοότητα ενός από τα κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι συγκεντρώνουν όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορούν να ασκήσουν νόμιμα το επάγγελμα του κτηνιάτρου στην Ελλάδα. Εθελοντές κτηνίατροι που μετακινούνται προς τη Χώρα, προκειμένου να ασκήσουν το επάγγελμα του κτηνιάτρου προσωρινά ή περιστασιακά, πραγματοποιούν μόνο στειρώσεις και σήμανση αδέσποτων ζώων. Στους εθελοντές κτηνίατρους για την πραγματοποίηση των στειρώσεων, της σήμανσης και της καταγραφής των αδέσποτων ζώων συντροφιάς μπορεί να διατίθενται οι εγκαταστάσεις των γραφείων των αρμόδιων Υπηρεσιών Κτηνιατρικής της οικείας Περιφέρειας, Περιφερειακής Ενότητας ή του Δήμου ή άλλοι χώροι που ανήκουν στην οικεία Περιφέρεια ή Δήμο, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμοι, υπό την εποπτεία των προαναφερθέντων αρμόδιων υπηρεσιών. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι προδιαγραφές των εγκαταστάσεων αυτών, ο εξοπλισμός τους, η χρονική διάρκεια διάθεσής τους, η διαδικασία διάθεσης και κάθε σχετικό θέμα. Για τον ίδιο σκοπό, επιτρέπεται να διατίθενται και οι χώροι τοπικών ιδιωτικών κτηνιατρείων. Η στείρωση, σήμανση και καταγραφή των αδέσποτων ζωών συντροφιάς μπορεί να πραγματοποιείται και σε κινητές εγκαταστάσεις κατάλληλες για άσκηση κτηνιατρικών πράξεων, που διαθέτουν οι εθελοντές κτηνίατροι. Για τις κινητές εγκαταστάσεις παροχής κτηνιατρικών πράξεων χορηγείται άδεια λειτουργίας από την αρμόδια υπηρεσία Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, όπου πρόκειται να δραστηριοποιηθούν, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εκδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 13.

12.

α) Σε κάθε Δήμο συγκροτείται με απόφαση του Δημάρχου πενταμελής επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος διαχείρισης αδέσποτων ζώων συντροφιάς, τα δύο μέλη της οποίας ορίζονται από τα φιλοζωικά σωματεία και τις ενώσεις που λειτουργούν νόμιμα και που εδρεύουν στο Δήμο ή στην οικεία Περιφερειακή Ενότητα. Στην επιτροπή μετέχουν:

  • αα) Ένας (1) κτηνίατρος, που ορίζεται από τον οικείο

Δήμο και ο οποίος είναι, κατά προτίμηση, ο υπεύθυνος του προγράμματος διαχείρισης των αδέσποτων ζώων συντροφιάς και ελλείψει αυτού άλλος ιδιώτης κτηνίατρος.

  • ββ) Ένας (1) εκπαιδευτής σκύλων, ο οποίος είναι μέλος

νομίμως αναγνωρισμένου επαγγελματικού σωματείου εκπαιδευτών σκύλων και ελλείψει αυτού εκπρόσωπος του οικείου Δήμου.

  • γγ) Ένας (1) εκπρόσωπος, που ορίζεται από τον οικείο

Δήμο, με τον αναπληρωτή του. Η επιτροπή αποφασίζει για την επικινδυνότητα ενός ζώου συντροφιάς, σύμφωνα με τον ορισμό της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 1, όπως ισχύει και αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων. Οι Δήμοι, οι Περιφερειακές Ενότητες και οι Περιφέρειες δημιουργούν δίκτυο ενημέρωσης των πολιτών για τα ζώα που διατίθενται προς υιοθεσία.

  • β) Στην περίπτωση που υπάρχει διαφωνία για την

επικινδυνότητα ενός αδέσποτου ζώου συντροφιάς ή για την αναγκαιότητα της πραγματοποίησης ευθανασίας σε αδέσποτο ζώο συντροφιάς, την οριστική απόφαση λαμβάνει ειδική επιστημονική επιτροπή που συγκροτείται σε κάθε Δήμο με απόφαση του Δημάρχου και αποτελείται από:

  • αα) έναν κτηνίατρο της κτηνιατρικής υπηρεσίας της

οικείας Περιφερειακής Ενότητας με τον αναπληρωτή του,

  • ββ) έναν ιδιώτη κτηνίατρο που ασκεί νόμιμα το επάγγελμα στη Χώρα και δραστηριοποιείται στην περιοχή

δικαιοδοσίας του Δήμου ή όμορου Δήμου με τον αναπληρωτή του,

  • γγ) έναν κτηνίατρο που ασκεί νόμιμα το επάγγελμα

στη Χώρα και συνεργάζεται με το φιλοζωικό σωματείο που δραστηριοποιείται στην περιοχή δικαιοδοσίας του Δήμου ή όμορου Δήμου με τον αναπληρωτή του. Σε περίπτωση επιθετικού ζώου ο Δήμος μπορεί να ζητήσει τη γνώμη εκπαιδευτή σκύλων, ο οποίος είναι μέλος νομίμως αναγνωρισμένου σωματείου εκπαιδευτών σκύλων.»

  • στ) Η παράγραφος 14 του άρθρου 9 αντικαθίσταται

«14. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι πρόσθετοι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση από την αρμόδια Περιφέρεια σε Δήμους, σε Συνδέσμους Δήμων και υπό την εποπτεία των Δήμων, σε εγκεκριμένα φιλοζωϊκά σωματεία και ενώσεις, άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταφυγίων αδέσποτων ζώων συντροφιάς, οι όροι και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα καταφύγια αδέσποτων ζώων συντροφιάς για τη λειτουργία τους και κάθε σχετικό θέμα.»

  • ζ) Μετά την παράγραφο 14 του άρθρου 9 προστίθεται

παράγραφος 15 ως εξής: «15. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται ο Δήμος και οι σύνδεσμοι Δήμων, που επιχορηγούνται για τη δημιουργία και λειτουργία καταφυγίου αδέσποτων ζώων συντροφιάς και για την υλοποίηση καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.» 7.α. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι σκύλοι βοήθειας, εφόσον φέρουν λουρί χειρισμού, μπορούν να μεταφέρονται στα μέσα μεταφοράς, χωρίς κλουβί μεταφοράς και χωρίς φίμωτρο, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους.» 7.β. Η παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η διάθεση των νεκρών ζώων συντροφιάς, όπως αποτέφρωση και υγειονομική ταφή, πραγματοποιείται σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.»

8.

Μετά την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4039/2012 προστίθεται παράγραφος 2α ως εξής: «2.α. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, απαγορεύεται η χρησιμοποίηση ζώου σε υπαίθρια δημόσια έκθεση με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους.»

9.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 4039/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Από τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 12 εξαιρούνται, οι νομίμως λειτουργούντες ζωολογικοί κήποι, τα ενυδρεία, τα καταστήματα πώλησης ζώων, τα κέντρα περίθαλψης ειδών άγριας πανίδας, τα εκτροφεία θηραμάτων και οι εκθέσεις ανάπτυξης και προβολής του κτηνοτροφικού και γεωργικού τομέα, που διέπονται από ειδικές διατάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι και στους παραπάνω χώρους δεν διεξάγονται παραστάσεις, κάθε είδους, με τη συμμετοχή ζώων, πλην παραστάσεων ιππικής δεξιοτεχνίας και διεξαγωγής αθλημάτων ιππασίας, που περιλαμβάνουν την υπερπήδηση εμποδίων, την ιππική δεξιοτεχνία και το ιππικό τρίαθλο.»

10.

Μετά το άρθρο 17 του ν. 4039/2012 προστίθεται άρθρο 17α ως εξής: «Άρθρο 17α Αντιμετώπιση λεϊσμανίασης

1.

Οι δεσποζόμενοι σκύλοι, στους οποίους έχει διαγνωστεί η νόσος της λεϊσμανίασης (Leishmania spp) από κτηνίατρο και έχει επιβεβαιωθεί με εργαστηριακές εξετάσεις η μη αναστρέψιμη πορεία της, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες υγείας και ευζωίας των ζώων, καθώς και το δυνητικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, από την ύπαρξη φλεβοτόμων – μεταδοτών της ως άνω νόσου, υπόκεινται σε ευθανασία, με τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται ευθανασία, μετά από γνωμάτευση του κτηνίατρου και με την ευθύνη των ιδιοκτητών των δεσποζόμενων σκύλων, λαμβάνονται όλα τα υποστηρικτικά θεραπευτικά και προληπτικά μέτρα, λόγω του ότι η νόσος κατατάσσεται στα νοσήματα υποχρεωτικής δήλωσης, σύμφωνα με το π.δ. 41/2006 (Α΄ 44) και καταγράφεται υποχρεωτικά στο βιβλίο των νοσημάτων υποχρεωτικής δήλωσης, που πρέπει να διατηρεί κάθε κτηνίατρος.

2.

Σε όλους τους αδέσποτους σκύλους, ανεξάρτητα με την κλινική εικόνα, που είναι υπό την προστασία φιλοζωικών ενώσεων ή σωματείων ή Δήμων, αν οι σκύλοι βρίσκονται σε καταφύγια ζώων ή είναι ελεύθεροι, αντίστοιχα, επιβάλλεται ορολογική εξέταση για την ανίχνευση τίτλου αντισωμάτων κατά της Leishmania spp, κατά την πρώτη διαδικασία περισυλλογής τους και πριν από οποιαδήποτε άλλη ιατρική πράξη, όπως περίθαλψη ή στείρωση. Εφόσον το αποτέλεσμα είναι θετικό:

  • α) Αν επιβεβαιωθεί από τον κτηνίατρο, με επιπλέον

αιματολογικές εξετάσεις, η μη αναστρέψιμη πορεία της, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες υγείας και ευζωίας των ζώων, καθώς και το δυνητικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, από την ύπαρξη φλεβοτόμων – μεταδοτών της Leishmania spp, υπόκεινται σε ευθανασία.

  • β) Αν, μετά από γνωμάτευση κτηνιάτρου, η κλινική

εικόνα και οι αιματολογικές και παρασιτολογικές εξετάσεις επιτρέπουν τη θεραπεία, οι σκύλοι επιβάλλεται να κρατούνται σε κλειστό χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Η θεραπεία ορίζεται από τον κτηνίατρο, σύμφωνα με τα προτεινόμενα θεραπευτικά πρωτόκολλα, με τη χρησιμοποίηση εγκεκριμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων ή τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Με ευθύνη των φιλοζωικών ενώσεων ή σωματείων ή των Δήμων, ανάλογα με το αν οι σκύλοι βρίσκονται σε καταφύγια ζώων ή είναι ελεύθεροι, γίνεται αυστηρή καταγραφή των ζώων που είναι υπό θεραπεία, τηρούνται όλα τα παραστατικά των εξετάσεων και αναλαμβάνεται η ευθύνη της πλήρους θεραπείας και λήψης των κατάλληλων προληπτικών μέτρων για την προστασία της Δημόσιας Υγείας. Εάν οι σκύλοι δοθούν σε αναδόχους επιβάλλεται η υποχρεωτική γραπτή ενημέρωση του αναδόχου για τον τίτλο αντισωμάτων και εν συνεχεία ο ανάδοχος υποχρεούται να αναλάβει γραπτώς την ευθύνη της ενδεδειγμένης θεραπείας με παράλληλο έλεγχο από τη φιλοζωική ένωση ή σωματείο ή το Δήμο. Κάθε εξάμηνο επιβάλλεται να γίνεται κτηνιατρική εξέταση και ανίχνευση τίτλου αντισωμάτων κατά της Leishmania spp για την αξιολόγηση της πορείας του νοσήματος, με τήρηση όλων των παραστατικών των εργαστηριακών εξετάσεων. Σε κάθε περίπτωση όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα πρέπει να είναι στη διάθεση των Διευθύνσεων Κτηνιατρικής των Περιφερειών της Χώρας για έλεγχο.»

11.

Το άρθρο 20 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως εξής:

  • α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 20 αντικαθίσταται

«2. Οι παραβάτες των διατάξεων των περιπτώσεων γ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5, των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 6, της παραγράφου 4 του άρθρου 7, καθώς και των παραγράφων α΄ και β΄ του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.»

  • β) Μετά την παράγραφο 4 του άρθρου 20 προστίθεται

παράγραφος 4α, ως εξής: «4.α. Οι παραβάτες των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 7, 9, 10 και 11 του ν. 2017/1992 (Α΄ 31) τιμωρούνται με τις ποινές που προβλέπονται στην παράγραφο 2.»

12.

Το άρθρο 21 του ν. 4039/2012 τροποποιείται ως εξής: /#1#3#)7) #-375*3+#4μ/7/ ;27/ «3. Αρμόδια όργανα βεβαίωσης των παραβάσεων του παρόντος νόμου είναι τα αναφερόμενα στην περίπτωση ιδ΄ του άρθρου 1.»

Άρθρο 47

Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 1197/1981 (Α΄ 240) Το άρθρο 8 του ν. 1197/1981 όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 8

1.

Οι παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 1, των άρθρων 2 και 3 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 4, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

2.

Οι παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 1 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.»

Άρθρο 48

Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 3877/2010 (Α΄ 160) Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 3877/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για καλλιέργειες, που λόγω ευνοϊκών εδαφολογικών και κλιματολογικών συνθηκών, καλλιεργούνται σε δύο περιόδους εντός του ίδιου έτους (εαρινή και φθινοπωρινή), το ανώτατο όριο, ανά δικαιούχο αποζημίωσης, προσδιορίζεται μέχρι το διπλάσιο του οριζόμενου στο προηγούμενο εδάφιο ορίου των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ, εφόσον έχει καταβληθεί η ειδική εισφορά υπέρ ΕΛΓΑ, όπως ορίζεται στα άρθρα 8 έως και 11.»

Άρθρο 49

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1565/1985 (Α΄ 164)

1.

Η περίπτωση Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1565/ 1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Β. Κυκλοφορία λιπασμάτων: Ένας τύπος λιπάσματος επιτρέπεται να τίθεται σε κυκλοφορία, μόνο εφόσον:

  • α) Ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές των τύπων λιπασμάτων που φέρουν την ένδειξη «Λίπασμα ΕΚ», σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 2003/2003

(EE L 304), όπως κάθε φορά ισχύει ή

  • β) είναι σύμφωνος με τις διατάξεις των άρθρων 2 και

3, όπως αυτά ισχύουν, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β και συμμορφώνεται με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1907/2006 (EE L 396), τον Κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 (EE L 353) και την κείμενη συναφή εθνική νομοθεσία, όπως ισχύουν.»

2.

Το άρθρο 2 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:

  • α) Η παράγραφος 1 του άρθρου 2, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ύστερα από γνώμη της Τεχνικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής Λιπασμάτων (ΤΕ.Γ.Ε.Λ.) του άρθρου 7, ορίζονται οι τύποι λιπασμάτων και οι πρώτες ύλες που μπορούν να κυκλοφορούν στη Χώρα και τα ακόλουθα στοιχεία που προσδιορίζουν κάθε λίπασμα:

  • α) Η ονομασία του τύπου.
  • β) Τα θρεπτικά συστατικά και η σύνθεσή τους, το

είδος των λοιπών συστατικών και τα όρια της περιεκτικότητας και των δύο κατηγοριών.

  • γ) Η μορφή και η ελάχιστη διαλυτότητα των θρεπτικών συστατικών.
  • δ) Οι φυσικές και μηχανικές ιδιότητες.
  • ε) Η εκκρηκτικότητα ορισμένων λιπασμάτων και τα

μέτρα ασφαλείας.

  • στ) Τα όρια ανοχής των θρεπτικών συστατικών.
  • ζ) Κάθε άλλο προσδιοριστικό στοιχείο που επιβάλλεται από τις απαιτήσεις της γεωργίας και από την

τεχνολογική εξέλιξη.»

  • β) Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 2 προστίθεται

παράγραφος 2α ως εξής: «2.α. Για την προσθήκη νέου τύπου λιπάσματος στην απόφαση της παραγράφου 1, απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και η καταβολή παραβόλου, επί ποινή απαραδέκτου, το ύψος του οποίου ορίζεται σύμφωνα με την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β. Όταν το λίπασμα νέου τύπου περιέχει χημικές ουσίες κατά την έννοια των Κανονισμών (ΕΚ) 1907/ 2006 και 1272/2008 και της κείμενης συναφούς εθνικής νομοθεσίας και τα στοιχεία του απαιτούν αξιολόγηση από το Γενικό Χημείο του Κράτους καταβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο πριν την αξιολόγηση, αποζημίωση, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί καθορισμού αποζημίωσης για την παροχή υπηρεσιών από το Γενικό Χημείο του Κράτους.»

3.

Το άρθρο 3 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 3 Όροι κυκλοφορίας λιπασμάτων

1.

Οι τύποι λιπασμάτων, που καθορίζονται με τις αποφάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2, για να κυκλοφορούν στη Χώρα, πρέπει να πληρούν τους εξής όρους: Α. Η σφράγιση, ο τρόπος και τα μέσα συσκευασίας, να είναι, κατά περίπτωση, ορισμένου μεγέθους και είδους και να διασφαλίζουν το απαραβίαστο, κατ’ αντιστοιχία των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 2003/2003, όπως κάθε φορά ισχύει. Β. Η σήμανση να είναι στην ελληνική γλώσσα και σε αυτή να περιλαμβάνονται:

  • α) Υποχρεωτικές ενδείξεις:
  • αα) Ο τύπος του λιπάσματος.
  • ββ) Η εγγυημένη περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά που καθορίζουν το λίπασμα, οι χημικοί τύποι, οι

μορφές και οι διαλυτότητες των θρεπτικών συστατικών.

  • γγ) Το εγγυημένο καθαρό ή μικτό βάρος και για τα

υγρά λιπάσματα ο εγγυημένος όγκος.

  • δδ) Τα στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων

που παράγουν ή διακινούν το λίπασμα στη Χώρα.

  • εε) Αν το προϊόν περιέχει πρώτες ύλες από αστικά ή

βιομηχανικά απόβλητα, η διαχείριση των οποίων πρέπει να είναι σύμφωνη με τις αριθ. 80568/4225/22.3.1991 (Β΄641) και 114218/31.10.1997 (Β΄ 1016) υπουργικές αποφάσεις, να αναγράφεται η ένδειξη: «Το προϊόν περιέχει 80568/4225/22.3.1991 (Β΄ 641) και 114218/31.10.1997 (Β΄ 1016) υπουργικές αποφάσεις, όπως κάθε φορά ισχύουν.» στστ) Αν το προϊόν περιέχει πρώτες ύλες ζωικής προέλευσης, για τις οποίες πρέπει να τηρούνται οι υγειονομικοί κανόνες, όπως αυτοί ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 1069/2009 (ΕΕ L 300) και στον Κανονισμό (ΕΕ) 142/2011 (EE L 54), να αναγράφεται η ένδειξη: «Το προϊόν περιέχει πρώτες ύλες ζωικής προέλευσης και τηρούνται οι υγειονομικοί κανόνες, όπως αυτοί ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 1069/2009 (ΕΕ L 300) και στον Κανονισμό (ΕΕ) 142/2011 (EE L 54), όπως κάθε φορά ισχύουν».

  • ζζ) Οι οδηγίες για την κατάλληλη χρήση, αποθήκευση

και μεταχείριση.

  • ηη) Οι ενδείξεις επικινδυνότητας του λιπάσματος,

όπως αυτή προκύπτει από την ισχύουσα νομοθεσία περί επικινδύνων χημικών ουσιών και μειγμάτων (Κανονισμός 1272/2008/ΕΚ και κείμενη εθνική νομοθεσία, όπως κάθε φορά ισχύουν).

  • β) Προαιρετικές ενδείξεις:
  • αα) Κοκκομετρική σύσταση (περατότητα από ορισμένα κόσκινα),
  • ββ) Αν το προϊόν είναι κατάλληλο για χρήση στη βιολογική γεωργία, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών (ΕΚ) 834/2007 (EE L 189) και 889/2008 (EE L 250),

να αναγράφεται η ένδειξη: «Το προϊόν είναι κατάλληλο για χρήση στη βιολογική γεωργία σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΚ) 834/2007 (EE L 189) και 889/2008 (EE L 250), όπως κάθε φορά ισχύουν». Γ. Να διαθέτουν δηλώσεις για τον τρόπο παραγωγής και την προέλευση των πρώτων υλών. Δ. Να ακολουθούν τους όρους διακίνησης και σήμανσης των λιπασμάτων σε χύμα, κατ’ αντιστοιχία των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 2003/2003, όπως κάθε φορά ισχύει. Ε. Να παρέχεται κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με το προϊόν, το οποίο επιβάλλεται από τις κείμενες διατάξεις και από την τεχνολογική εξέλιξη.

2.

Τα λιπάσματα της παραγράφου 3 του άρθρου 2, τα οποία προορίζονται για ερευνητικούς σκοπούς και για μη γεωργική χρήση, για να κυκλοφορούν στη Χώρα πρέπει να φέρουν ειδική σήμανση, στην οποία να περιλαμβάνονται η χημική σύνθεσή τους και ο προορισμός της χρήσης τους.

3.

Τα λιπάσματα που αποκτώνται από άλλο κράτος − μέλος της ΕΕ από, κατ’ επάγγελμα ή μη, αγρότες για ιδία χρήση στην καλλιέργειά τους, πρέπει να ανήκουν σε έναν από τους τύπους λιπασμάτων EK. Οι παραπάνω αγρότες, κατά την άφιξη του λιπάσματος, υποχρεούνται να ενημερώνουν εγγράφως την κατά τόπο αρμόδια υπηρεσία και να διευκολύνουν τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών.»

4.

Το άρθρο 4 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Εμπορία και εισαγωγή λιπασμάτων

1.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την άσκηση εμπορίας λιπασμάτων υποχρεούται να υποβάλει αναγγελία έναρξής της στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3919/2011 (A΄ 32) και να γνωστοποιεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου αυτού κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασής του εντός τριάντα (30) ημερών από την επέλευσή της. 2.α) Όσα από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 πωλούν λιπάσματα αποκλειστικά και μόνο στον τελικό χρήστη εγγράφονται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στο μητρώο επιχειρήσεων εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α, το οποίο τηρείται από αυτήν, με την επιφύλαξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 13β.

  • β) Όσα από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 πωλούν

λιπάσματα σε επιχειρήσεις εμπορίας τύπου Α και Β, σύμφωνα με την παράγραφο 3, καθώς και στον τελικό χρήστη, εγγράφονται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στο μητρώο επιχειρήσεων εμπορίας λιπασμάτων τύπου Β, το οποίο τηρείται από αυτήν.

3.

α) Μετά την εγγραφή του ενδιαφερόμενου στο αντίστοιχο μητρώο, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χορηγεί σε αυτόν Βεβαίωση Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων για την άσκηση εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α ή Β, την οποία υποχρεούται να αναρτά σε εμφανές σημείο στο κατάστημα.

  • β) Η Βεβαίωση Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων για την άσκηση εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α

και Β ισχύει για πέντε (5) και τρία (3) έτη, αντίστοιχα. Οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων η επιχείρηση νομίμως ασκεί εμπορία λιπασμάτων τύπου Α και Β, επανεξετάζονται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου για επικαιροποίηση του φακέλου του.

4.

α) Για την αναγγελία έναρξης άσκησης εμπορίας λιπασμάτων της παραγράφου 1, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου, η καταβολή παραβόλου το ύψος του οποίου ορίζεται σύμφωνα με την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β.

  • β) Για την επικαιροποίηση του φακέλου του, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου, η καταβολή παραβόλου, ποσού ίσου με το τριάντα τοις εκατό (30%) του

παραβόλου που απαιτείται για την αναγγελία έναρξης άσκησης εμπορίας λιπασμάτων.

  • γ) Τα παράβολα των περιπτώσεων α΄ και β΄ αποτελούν

έσοδα του διακεκριμένου κωδικού του Α΄ Παραρτήματος του προϋπολογισμού του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας (Τ.Γ.Κ.).

5.

α) Η εμπορία λιπασμάτων διακόπτεται από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο:

  • αα) Αν υποβληθεί σχετική δήλωση του ασκούντος την

εμπορία λιπασμάτων ή

  • ββ) αν οι εμπορικές δραστηριότητες του ασκούντος

την εμπορία λιπασμάτων έπαυσαν να ασκούνται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) κατά συνέχεια μηνών ή

  • γγ) αν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκησή της, όπως αυτές ορίζονται στην

απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του άρθρου 13β ή

  • δδ) στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 11.
  • β) Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί την εμπορία

λιπασμάτων υποχρεούται, με ευθύνη του, να διακόψει την εμπορία λιπασμάτων για όσο διάστημα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκησή της, όπως αυτές μερώσει άμεσα την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

6.

Για την εισαγωγή λιπασμάτων από τρίτες χώρες, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα του παρόντος άρθρου, απαιτείται να διαθέτουν επιπροσθέτως και άδεια εισαγωγής, που εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

7.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους παρόχους υπηρεσιών, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, νόμιμα εγκατεστημένους σε άλλο κράτος − μέλος της ΕΕ, οι οποίοι δύνανται να εμπορεύονται λιπάσματα στη Χώρα χωρίς εγκατάσταση, σύμφωνα με την αριθ. 196033/30.12.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β΄ 51), όπως κάθε φορά ισχύει.»

5.

Το άρθρο 5 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 5 Έλεγχοι των λιπασμάτων Οι έλεγχοι των λιπασμάτων πραγματοποιούνται από τα αρμόδια όργανα του Γενικού Χημείου του Κράτους και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σύμφωνα με την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β.»

6.

Το άρθρο 6 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων

1.

Επίσημος εργαστηριακός έλεγχος των λιπασμάτων διενεργείται από εργαστήρια του Γενικού Χημείου του Κράτους, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και άλλα δημόσια εργαστήρια, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της ισχύουσας κατά περίπτωση νομοθεσίας ή ορίζονται σύμφωνα με την απόφαση της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου13β.

2.

Ο εργαστηριακός έλεγχος των λιπασμάτων διενεργείται και σε ιδιωτικά εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων, εφόσον αυτά πληρούν τα πρότυπα διαπίστευσης της ισχύουσας νομοθεσίας και ορίζονται σύμφωνα με την απόφαση της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β.

3.

Για την έναρξη λειτουργίας ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια αρχή των Υπουργείων Οικονομικών ή Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετική αναγγελία έναρξης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3919/2011 (A΄ 32). Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή της αναγγελίας, αν η αρμόδια αρχή, μετά τη διενέργεια ελέγχου, διαπιστώσει ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λειτουργία του ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων, χορηγεί στον ενδιαφερόμενο Βεβαίωση Συνδρομής Νομίμων Προϋποθέσεων, καταχωρίζει το εργαστήριο στο μητρώο ιδιωτικών εργαστηρίων ελέγχου λιπασμάτων που τηρείται στο οικείο Υπουργείο και αυτό λειτουργεί νόμιμα. Η ισχύς της Βεβαίωσης αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσής της και σε αυτή αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθμός μητρώου του εργαστηρίου, καθώς και η διάρκεια ισχύος της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαγορεύσει την έναρξη λειτουργίας ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή της αναγγελίας, σε περίπτωση που μετά τη διενέργεια ελέγχου, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την υποβολή της αναγγελίας έναρξης και εφόσον δεν υφίσταται η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου από την αρμόδια αρχή, το ιδιωτικό εργαστήριο ελέγχου λιπασμάτων λειτουργεί ελεύθερα και καταχωρίζεται στο μητρώο. Κατά τη λειτουργία του εργαστηρίου, σε περίπτωση που μετά τη διενέργεια του ελέγχου διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, χορηγείται σε αυτό Βεβαίωση Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων, στην οποία αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθμός μητρώου του εργαστηρίου και ο αριθμός του ισχύοντος πιστοποιητικού του Εθνικού Συστήματος Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ). Η ισχύς της Βεβαίωσης αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας από τον ενδιαφερόμενο. Κατά τη λειτουργία αυτού, αν μετά τη διενέργεια του ελέγχου διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις επιβάλλονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις του άρθρου 11. Η Βεβαίωση Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων ισχύει για τρία (3) έτη και οι προϋποθέσεις νόμιμης λειτουργίας επανεξετάζονται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου για επικαιροποίηση του φακέλου του.»

7.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 1565/1985, μετά την περίπτωση ια΄ προστίθενται περιπτώσεις ιβ΄, ιγ΄, ιδ΄ και ιε΄, ως ακολούθως: «ιβ) Έναν εκπρόσωπο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της Χώρας, συναφούς γνωστικού αντικειμένου, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

  • ιγ) Έναν εκπρόσωπο του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού − ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛ.Γ.Ο. ΔΗΜΗΤΡΑ), συναφούς

γνωστικού αντικειμένου, που προτείνεται από αυτόν.

  • ιδ) Έναν εκπρόσωπο του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, συναφούς γνωστικού αντικειμένου, ο

οποίος προτείνεται από αυτό.

  • ιε) Εκπρόσωπο των επαγγελματικών οργανώσεων

παραγωγών και εμπόρων λιπασμάτων πανελλαδικής εμβέλειας, που προτείνεται από αυτές ανάλογα με το υπό εξέταση θέμα. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των οργανώσεων ή σε περίπτωση που οι φορείς δεν προτείνουν εκπροσώπους τους μέσα στην προθεσμία που τάσσεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι εκπρόσωποι ορίζονται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.»

8.

Το άρθρο 11 του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 11 Κυρώσεις

1.

Επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο:

  • α) Δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ σε όποιον ασκεί

εμπορία λιπασμάτων τύπου Α, χωρίς να έχει υποβάλει αναγγελία έναρξης άσκησής της, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 ή χωρίς να συντρέχουν για την άσκησή της οι νόμιμες προϋποθέσεις, όπως αυτές

  • β) Τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ σε όποιον ασκεί

εμπορία λιπασμάτων τύπου Β, χωρίς να έχει υποβάλει αναγγελία έναρξης άσκησής της, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 ή χωρίς να συντρέχουν για την άσκησή της οι νόμιμες προϋποθέσεις, όπως αυτές

  • γ) Χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ σε όποιον δεν

γνωστοποιεί τη μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασής του εντός τριάντα (30) ημερών από την επέλευση της μεταβολής αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4.

  • δ) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε όποιον αρνείται ή

παρακωλύει ή κωλυσιεργεί, με οποιονδήποτε τρόπο, τη διενέργεια των ελέγχων στα λιπάσματα ή αρνείται την παροχή κάθε είδους πληροφοριών που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

  • ε) Δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε όποιον προβαίνει

στην έναρξη λειτουργίας ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων χωρίς να έχει υποβάλει τη σχετική αναγγελία έναρξης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6 ή χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά τη λειτουργία του εργαστηρίου, όπως αυτές καθορίζονται στην απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β.

  • στ) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για επιχείρηση

εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για επιχείρηση εμπορίας λιπασμάτων τύπου Β, που θέτει σε κυκλοφορία, σαν λίπασμα, προϊόντα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και ιδίως των άρθρων 2 και 3, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13β. Παράλληλα το προϊόν δεσμεύεται από το αρμόδιο όργανο ελέγχου του άρθρου 5 και απαγορεύεται η κυκλοφορία του, μέχρι να διαπιστωθεί αν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και προδιαγραφές της κείμενης νομοθεσίας για την κυκλοφορία του, μετά από αίτημα της επιχείρησης, σύμφωνα με την παράγραφο 2α του άρθρου 2. Σε περίπτωση που πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και προδιαγραφές, το προϊόν αποδεσμεύεται με απόφαση του ως άνω αρμόδιου οργάνου ελέγχου και αποδίδεται στη δικαιούχο επιχείρηση, εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραγράφου 2α του άρθρου 2. Σε αντίθετη περίπτωση και κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας το προϊόν υποβάλλεται σε ειδική μεταχείριση κατάλληλη για αλλαγή χρήσης ή κατάσχεται και καταστρέφεται με δαπάνες της επιχείρησης. Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι η ειδική μεταχείριση, η κατάσχεση ή η καταστροφή διεξάγεται υπό τον έλεγχό της.

  • ζ) Πεντακοσίων (500) ευρώ έως και είκοσι χιλιάδων

(20.000) ευρώ σε όποιον θέτει σε κυκλοφορία λιπάσματα, τα οποία περιέχουν θρεπτικά συστατικά που παρουσιάζουν αποκλίσεις πέραν των επιτρεπόμενων ανοχών−διακυμάνσεων. Για τον καθορισμό του χρηματικού ύψους του προστίμου, ως κριτήρια επιμέτρησης, συνεκτιμώνται σε συνδυασμό: το μέγεθος της απόκλισης, η βαρύτητα του στοιχείου που αποκλίνει, η διακινούμενη ποσότητα, η συχνότητα της παράβασης, οι ισχυρισμοί του ενδιαφερόμενου και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο κατά την κρίση του οργάνου που επιβάλλει το πρόστιμο.

  • η) Δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε όποιον θέτει σε

κυκλοφορία λιπάσματα τα οποία έχουν χαρακτηριστικά που οι τιμές τους υπερβαίνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη οριακή τιμή.

  • θ) Τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε όποιον θέτει σε

κυκλοφορία λιπάσματα, τα οποία περιέχουν ουσίες, που δεν συμπεριλαμβάνονται στην κείμενη νομοθεσία, αλλά με βάση νεότερα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα, το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώνει ότι είναι τοξικές για την υγεία των ανθρώπων, των φυτών, των ζώων και εν γένει για το περιβάλλον. Στην περίπτωση αυτή, κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας, το προϊόν δεσμεύεται και στη συνέχεια υποβάλλεται σε ειδική μεταχείριση κατάλληλη για αλλαγή χρήσης ή καταστρέφεται, με έξοδα της επιχείρησης, από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο του άρθρου 5. Η αρμόδια υπηρεσία διασφαλίζει ότι η ειδική μεταχείριση, η κατάσχεση ή η καταστροφή διεξάγεται υπό τον έλεγχό της.

  • ι) Τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ σε όποιον θέτει σε

κυκλοφορία λιπάσματα, τα οποία κατά την έννοια της κείμενης νομοθεσίας για τις επικίνδυνες χημικές ουσίες και μείγματα [Κανονισμός (ΕΚ) 1272/2008/ΕΚ (ΕΕ L 353) ή αριθ. 265/2002/3.9.2002 κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄1214), όπως ισχύουν], περιέχουν ουσίες επικίνδυνες για την υγεία των ανθρώπων, των φυτών, των ζώων και εν γένει για το περιβάλλον. Στην περίπτωση αυτή, κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας το προϊόν δεσμεύεται και στη συνέχεια, ύστερα από αξιολόγηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους σχετικά με την επικινδυνότητα, υποβάλλεται σε ειδική μεταχείριση κατάλληλη για αλλαγή χρήσης ή καταστρέφεται, με έξοδα της επιχείρησης, από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο του άρθρου 5. Η αρμόδια υπηρεσία διασφαλίζει ότι η ειδική μεταχείριση, η κατάσχεση ή η καταστροφή διεξάγεται υπό τον έλεγχό της.

  • ια) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε όποιον χορηγεί

παραπλανητικά ή ψευδή στοιχεία στα αρμόδια όργανα ελέγχου του άρθρου 5.

  • ιβ) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και επιπλέον πρόστιμο

πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε μήνα που δεν απασχολεί υπεύθυνο επιστήμονα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία σε όποιον διαθέτει λιπάσματα ώρες και ημέρες που δεν παρευρίσκεται στο σημείο πώλησης υπεύθυνος επιστήμονας.

  • ιγ) Σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι διατάξεις του

άρθρου 3 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200) ευρώ έως τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Για τον καθορισμό του χρηματικού ύψους του προστίμου, ως κριτήρια επιμέτρησης, συνεκτιμώνται σε συνδυασμό: η πολλαπλότητα της παράβασης, η διακινούμενη ποσότητα, η συχνότητα της παράβασης, οι ισχυρισμοί του ενδιαφερόμενου και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο κατά την κρίση του οργάνου που επιβάλλει το πρόστιμο.

  • ιδ) Δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ σε όποιον δεν ενημερώνει τα αρμόδια όργανα ελέγχου του άρθρου 5, προκειμένου να θέσει σε έλεγχο ενδοενωσιακά αποκτώμενα

ή εγχώρια παραγόμενα λιπάσματα.

  • ιε) Δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε όποιον διαθέτει,

σαν λίπασμα, προϊόν που έχει αποκτηθεί σαν πρώτη ύλη. νές σημείο στο κατάστημα τις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία υποχρεώσεις τους, όπως τη Βεβαίωση Συνδρομής Νομίμων Προϋποθέσεων, καθώς και που δεν υποβάλλουν στατιστικά στοιχεία στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σύμφωνα με την κείμενη εθνική νομοθεσία.

  • ιζ) Πεντακοσίων (500) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδων

(15.000) ευρώ σε όποιον θέτει σε κυκλοφορία λιπάσματα, των οποίων τα φυσικά ή/και χημικά χαρακτηριστικά τους έχουν υποβαθμισθεί ή αλλοιωθεί. Για τον καθορισμό του χρηματικού ύψους του προστίμου, ως κριτήρια επιμέτρησης, συνεκτιμώνται σε συνδυασμό: η έκταση της υποβάθμισης ή της αλλοίωσης του προϊόντος, η διακινούμενη ποσότητα, η συχνότητα της παράβασης, οι ισχυρισμοί του ενδιαφερόμενου και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο κατά την κρίση του οργάνου που επιβάλλει το πρόστιμο.

  • ιη) Πεντακοσίων (500) ευρώ έως πέντε χιλιάδων (5.000)

ευρώ, σε όποιον αποθηκεύει λιπάσματα εκτεθειμένα σε καιρικά φαινόμενα, που μπορούν να αλλοιώσουν τα φυσικά ή χημικά τους χαρακτηριστικά, τη συσκευασία τους και να προκαλέσουν ρύπανση του περιβάλλοντος. Για τον καθορισμό του χρηματικού ύψους του προστίμου, ως κριτήρια επιμέτρησης, συνεκτιμώνται σε συνδυασμό: η ποσότητα του λιπάσματος, η συχνότητα της παράβασης, οι ισχυρισμοί του ενδιαφερόμενου και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο κατά την κρίση του οργάνου που επιβάλλει το πρόστιμο.

  • ιθ) Χιλίων (1.000) ευρώ, σε όποιον, κατ’ επάγγελμα ή

μη, αγρότη αποκτά από άλλο κράτος − μέλος για ιδία χρήση στην καλλιέργειά του λίπασμα, και δεν ενημερώνει εγγράφως την κατά τόπο αρμόδια υπηρεσία και

  • κ) Τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, σε όποιον, κατ’ επάγγελμα ή μη, αγρότη αποκτά από άλλο κράτος − μέλος

για ιδία χρήση και χρησιμοποιεί στην καλλιέργειά του λίπασμα ακατάλληλο, βλαπτικό και επικίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, με ουσίες που μολύνουν το περιβάλλον ή μειώνουν τη γονιμότητα του εδάφους και την ποιότητα των αγροτικών προϊόντων.

  • κα) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, σε επιχείρηση που

πωλεί ή αγοράζει λιπάσματα από άλλη επιχείρηση που δεν είναι καταχωρισμένη στο μητρώο εμπόρων λιπασμάτων.

2.

Αν υπάλληλος των Υπουργείων Οικονομικών ή Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή μέλος της ΤΕ.Γ.Ε.Λ. αποκαλύπτει, σε μη αρμόδιο πρόσωπο, οποιοδήποτε τεχνικό, βιομηχανικό ή εμπορικό στοιχείο σχετικό με τα λιπάσματα, το οποίο περιήλθε σε γνώση του από τον παρασκευαστή ή τον αντιπρόσωπό του και για το οποίο αυτός είχε ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία να τηρηθεί το απόρρητο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή, το ύψος της οποίας κυμαίνεται από χίλια πεντακόσια (1.500) έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από έγκληση αυτού που ζημιώθηκε από την αποκάλυψη του απορρήτου.

3.

Σε περίπτωση υποτροπής, οι ποινές και τα πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 διπλασιάζονται και σε περίπτωση τρίτης υποτροπής τριπλασιάζονται. Σε περίπτωση τρίτης υποτροπής των παραβάσεων των περιπτώσεων δ΄, στ΄ και των υποπεριπτώσεων ββ΄, δδ΄ της περίπτωσης ζ΄, καθώς και των περιπτώσεων η΄, θ΄, ι΄ και ια΄ της παραγράφου 1, παράλληλα με τον τριπλασιασμό των ποινών και των προστίμων, αίρεται το δικαίωμα εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και Β για χρονικό διάστημα από ένα μήνα έως ένα έτος.

4.

Τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα:

  • α) Όποιος, χωρίς να έχει εγγραφεί στο μητρώο επιχειρήσεων εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και Β της

παραγράφου 2 του άρθρου 4, διαθέτει λιπάσματα που δεν πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις των λιπασμάτων της περίπτωσης Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.

  • β) Όποιος, πάνω από μία φορά υποπίπτει στην ίδια

παράβαση των υποπεριπτώσεων ββ΄ και δδ΄ της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1.

  • γ) Όποιος πάνω από τρεις φορές, υποπίπτει στην

ίδια παράβαση των περιπτώσεων α΄, β΄, δ΄ και στ΄ της παραγράφου 1.

5.

Για τις παραβάσεις που διώκονται και ποινικά, σύμφωνα με την παράγραφο 4, τα πρόστιμα των παραγράφων 1, 2 και 3 επιβάλλονται ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης. Αν το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο εκδώσει αμετάκλητη αθωωτική απόφαση για την ίδια παράβαση, στην οποία διαπιστώνεται, μετά δυνάμεως δεδικασμένου, ότι δεν έχουν τελεσθεί ή λάβει χώρα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων έχει στηριχθεί η επιβολή της κύρωσης, εκδίδεται υπέρ της επιχείρησης ατομικό φύλλο έκπτωσης του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προηγουμένως προσκομίσει στην αρμόδια αρχή που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του προστίμου επίσημο αντίγραφο της ως άνω αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης τους Δικαστηρίου.

6.

Όταν η δήλωση ή οι ενδείξεις επί της συσκευασίας, ως προς τη σύνθεση του προϊόντος, παρουσιάζουν αποκλίσεις μεγαλύτερες των επιτρεπόμενων ανοχών που καθορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, οι παραβάτες υποχρεούνται να καταβάλουν τα έξοδα της εργαστηριακής επανεξέτασης προσαυξημένα κατά 100%, τα οποία αποδίδονται υπέρ του φορέα, που υποδεικνύει το δημόσιο εργαστήριο ελέγχου λιπασμάτων που διενεργεί τον έλεγχο. Το ύψος των εξόδων ανάλυσης και ο τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης αυτών καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 3 του άρθρου 13β.

7.

Το διοικητικό πρόστιμο όλων των περιπτώσεων της παραγράφου 1 επιβάλλεται από την κατά περίπτωση αρμόδια υπηρεσία της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 13β, με βάση την έκθεση ελέγχου που συντάσσεται από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ελέγχου του άρθρου 5. Η απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47, 48, 50 έως και 57 του ν. 2717/1999 «Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας», όπως ισχύει.

8.

Κατά της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου της παραγράφου 7, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να καταθέσει ένσταση στην αρμόδια υπηρεσία που την εξέδωσε, εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοσή της. Η αρμόδια υπηρεσία αποφασίζει την ακύρωση, εν όλω ή εν μέρει ή την τροποποίηση της απόφασης ή την απόρριψη της ένστασης, μετά από εισήγηση της της ένστασης γνωστοποιείται στον ενιστάμενο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την άσκησή της και κατά αυτής ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Αντίγραφο της προσφυγής κοινοποιείται από τον προσφεύγοντα στο αρμόδιο όργανο επιβολής του προστίμου.»

9.

Μετά το άρθρο 11 του ν. 1565/1985 προστίθεται άρθρο 11α ως ακολούθως: «Άρθρο 11α Ρήτρα διασφάλισης Η κυκλοφορία και η διάθεση στην αγορά λιπασμάτων, εκτός αυτών που χαρακτηρίζονται ως «Λιπάσματα ΕΚ» σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 2003/2003, μολονότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος νόμου, μπορεί να απαγορευτεί με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όταν στα λιπάσματα αυτά διαπιστωθούν χαρακτηριστικά που συνιστούν δυνητικό κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή κίνδυνο για το περιβάλλον.»

10.

Μετά το άρθρο 13α του ν. 1565/1985, όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 13β ως ακολούθως: «Άρθρο 13β Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται:

  • α) Το ύψος του παραβόλου της παραγράφου 2α του

άρθρου 2.

  • β) Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα

δικαιολογητικά, οι αρμόδιες αρχές και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου 2α του άρθρου 2.

  • γ) Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την

παραγωγή των λιπασμάτων της παραγράφου 2α του άρθρου 2.

  • δ) Το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για την

αναγγελία έναρξης άσκησης εμπορίας λιπασμάτων, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 4.

  • ε) Η διαδικασία, τα αρμόδια όργανα ελέγχου, οι μέθοδοι δειγματοληψίας, η διαδικασία επανεξέτασης των

λιπασμάτων, η δυνατότητα προσφυγής του ενδιαφερομένου, οι προθεσμίες αποστολής των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα προκειμένου να δικαιούνται να ζητήσουν τη διενέργεια των ελέγχων από τα αρμόδια όργανα και τα απαιτούμενα παράβολα και δικαιολογητικά για το σκοπό αυτόν, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 5.

  • στ) Τα αρμόδια δημόσια εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων, ο τρόπος κάλυψης των δαπανών ανάλυσης

και εξέτασης των λιπασμάτων από αυτά, οι υπόχρεοι καταβολής των ως άνω δαπανών, τα της είσπραξης, βεβαίωσης και απόδοσής τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 6.

  • ζ) αα) Οι αρμόδιες αρχές των Υπουργείων Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στις οποίες

υποβάλλεται η αναγγελία έναρξης λειτουργίας ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων, οι οποίες προβαίνουν σε διοικητικό και επιτόπιο έλεγχο και χορηγούν τη Βεβαίωση Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων και οι οποίες προβαίνουν σε διοικητικό και επιτόπιο έλεγχο κατά τη λειτουργία των ιδιωτικών εργαστηρίων ελέγχου λιπασμάτων.

  • ββ) Η διαδικασία, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά

και τα τυχόν απαιτούμενα παράβολα για την έναρξη λειτουργίας ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων και για την επανεξέταση της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την επικαιροποίηση του φακέλου.

  • γγ) Οι υποχρεώσεις των ιδιωτικών εργαστηρίων ελέγχου λιπασμάτων.
  • δδ) Οι προϋποθέσεις για τη διακοπή λειτουργίας του

ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων.

  • εε) Ο τρόπος κάλυψης των δαπανών ανάλυσης και

εξέτασης των λιπασμάτων από τα ιδιωτικά εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων, οι υπόχρεοι καταβολής των ως άνω δαπανών, τα της είσπραξης, βεβαίωσης και απόδοσής τους και κάθε σχετικό θέμα. στστ) Τα αρμόδια ιδιωτικά εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων.

  • ζζ) Κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των

παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6.

  • η) Τα της είσπραξης, βεβαίωσης και απόδοσης των

διοικητικών προστίμων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 και κάθε σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ύψος των προστίμων του άρθρου 11, μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.

  • θ) Τα αναγκαία συμπληρωματικά, οργανωτικά και

εκτελεστικά μέτρα για την εκτέλεση των διατάξεων των κανονισμών και αποφάσεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι αναγκαίες κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά των οδηγιών των ιδίων ως άνω οργάνων για τα λιπάσματα.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μπορεί να μετατάσσονται στοιχεία από την υποπερίπτωση α΄ «Υποχρεωτικές ενδείξεις» της περίπτωσης Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 στην υποπερίπτωση β΄ «Προαιρετικές ενδείξεις» της ίδιας ως άνω περίπτωσης Β΄, και αντίστροφα.

3.

α) Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζεται το ύψος των εξόδων εργαστηριακής εξέτασης που διενεργούνται από δημόσια εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων, καθώς και τα της είσπραξης, βεβαίωσης και απόδοσής αυτών και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

  • β) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των εξόδων εργαστηριακής εξέτασης

που διενεργούνται από δημόσια εργαστήρια ελέγχου λιπασμάτων που υπάγονται σε αυτό, καθώς και ο τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης αυτών και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται:

  • α) Οι όροι και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα φυσικά και νομικά πρόσωπα της παραγράφου

1 του άρθρου 4, προκειμένου να ασκούν εμπορία λιπασμάτων τύπου Α, χωρίς την υποχρέωση εγγραφής στο αντίστοιχο μητρώο.

  • αα) στις οποίες υποβάλλεται αναγγελία έναρξης

άσκησης εμπορίας λιπασμάτων και γνωστοποιείται η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν εμπορία λιπασμάτων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4.

  • ββ) για τη χορήγηση των Βεβαιώσεων Συνδρομής των

Νομίμων Προϋποθέσεων εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και Β της παραγράφου 3 του άρθρου 4.

  • γ) οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά

και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την έκδοση των αδειών εισαγωγής της παραγράφου 6 του άρθρου 4.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της ΤΕ.Γ.Ε.Λ., καθορίζονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγγελία έναρξης άσκησης εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και Β και για την επανεξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων για την άσκησή της, τα της εγγραφής στο μητρώο επιχειρήσεων εμπορίας λιπασμάτων τύπου Α και Β, οι υποχρεώσεις των ασκούντων εμπορία λιπασμάτων και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 4.

6.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίζονται:

  • α) Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής

Ανάπτυξης και Τροφίμων, με απόφαση της οποίας επιβάλλονται οι κυρώσεις των περιπτώσεων α΄ έως και δ΄ και στ΄ έως και κα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, καθώς και της περίπτωσης ε΄ της ιδίας ως άνω παραγράφου, σε περίπτωση που αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση της Βεβαίωσης Συνδρομής των Νομίμων Προϋποθέσεων για τη λειτουργία ιδιωτικού εργαστηρίου ελέγχου λιπασμάτων είναι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

  • β) Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής

Ανάπτυξης και Τροφίμων ενώπιον της οποίας εκτίθενται οι απόψεις του ενδιαφερομένου επί της εκθέσεως ελέγχου της παραγράφου 7 του άρθρου 11.

7.

Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων του παρόντος άρθρου ισχύουν οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των προϋφισταμένων διατάξεων.»

Άρθρο 50

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3955/2011 (Α΄ 89)

1.

Το άρθρο 1 του ν. 3955/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Ορισμοί

1.

Ως αγροτικά προϊόντα θεωρούνται τα προϊόντα τα οποία παράγονται στη Χώρα και είναι προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας, της θαλάσσιας αλιείας, της σπογγαλιείας, της οστρακαλιείας, της αλιείας εσωτερικών υδάτων, της υδατοκαλλιέργειας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των κάθε είδους εκτροφών και επεξεργασίας και μεταποίησης αυτών, καθώς και κάθε άλλο προϊόν που προέρχεται από την αγροτική εν γένει δραστηριότητα.

2.

Ως αγροτικά εφόδια και εισροές θεωρούνται τα προϊόντα κάθε μορφής τα οποία παράγονται στη Χώρα ή εισάγονται σε αυτήν και χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία και για τους σκοπούς της παραγωγής των προϊόντων της παραγράφου 1.

3.

Ως έμπορος αγροτικών προϊόντων θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει υποχρέωση εγγραφής στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3419/2005 ( Α΄ 297) και αγοράζει ή διαμεσολαβεί στην αγορά εγχώρια παραγόμενων αγροτικών προϊόντων, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων (Μ.Α.Α.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3874/2010 ( Α΄ 151) ή από συλλογικές οργανώσεις των ανωτέρω προσώπων, με σκοπό την πώληση, μεταπώληση, μεταποίηση ή και διάθεσή τους στην αγορά με άμεσο ή έμμεσο τρόπο.

4.

Ως έμπορος εφοδίων και εισροών θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3419/2005 και προμηθεύει τα εγγεγραμμένα στο Μ.Α.Α.Ε. πρόσωπα ή τις συλλογικές οργανώσεις τους με τα προϊόντα της παραγράφου 2.»

2.

Το άρθρο 2 του ν. 3955/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Ίδρυση Μητρώου Στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ιδρύεται και λειτουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων με τίτλο «Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών», (στο εξής Μητρώο), το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με την ηλεκτρονική βάση του Γ.Ε.ΜΗ..»

3.

Το άρθρο 3 του ν. 3955/2011 τροποποιείται ως εξής:

  • α) Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως

εξής: «1. Στο Μητρώο έχουν υποχρέωση εγγραφής όλοι οι έμποροι αγροτικών προϊόντων και οι έμποροι εφοδίων και εισροών του άρθρου 1, οι οποίοι έχουν λάβει αντίστοιχο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.). Η μη εγγραφή στο Μητρώο επιφέρει τις συνέπειες της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 6. Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο Μ.Α.Α.Ε. δεν υποχρεούνται να εγγραφούν και στο Μητρώο, εφόσον εμπορεύονται αποκλειστικά προϊόντα δικής τους παραγωγής.»

  • β) Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 αντικαθίσταται

«4. Η εμπορία των αγροτικών προϊόντων και αγροτικών εφοδίων και εισροών διενεργείται μόνο ως προς το είδος της δραστηριότητας και τα αγροτικά προϊόντα και εφόδια και εισροές για τα οποία ο έμπορος έχει καταχωριστεί στο Μητρώο.»

4.

Το άρθρο 4 του ν. 3955/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο

1.

Για την εγγραφή στο Μητρώο οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση στη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

2.

α) Οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν την αίτηση της παραγράφου 1, η οποία υπέχει και θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄75), (στο εξής αίτηση – Πληροφορικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσω ψηφιακής υπηρεσίας αναρτημένης στον επίσημο ιστότοπο του ίδιου Υπουργείου.

  • β) Η ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης − υπεύθυνης

δήλωσης γίνεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 2 και στην παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 150/2001 (Α΄125). Η εγγραφή των εμπόρων στο Μητρώο γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης.

3.

Στην αίτηση – υπεύθυνη δήλωση οι ενδιαφερόμενοι:

  • α) αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα δηλώνουν τα

πλήρη στοιχεία της ταυτότητας των νομίμων εκπροσώπων τους,

  • β) παρέχουν άδεια στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να δημοσιοποιήσει, δια του Μητρώου,

την ταυτότητα, τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ., τον τομέα εμπορικής δραστηριότητας, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και τον Κ.Α.Δ.,

  • γ) βεβαιώνουν ότι δεν τελούν σε πτώχευση ή σε διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση ή δεν έχουν καταθέσει

αίτηση για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 (Α΄153). Αν υπάρχει εκκρεμής αίτηση πτώχευσης ή διαδικασία συνδιαλλαγής ή άλλης συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών βεβαιώνουν ότι θα ενημερώσουν άμεσα για την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης,

  • δ) αν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα βεβαιώνουν ότι

δεν τελούν σε δικαστική συμπαράσταση και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα ότι δεν τελούν σε αναγκαστική διαχείριση,

  • ε) αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα βεβαιώνουν ότι

δεν τελούν σε κοινή ή ειδική εκκαθάριση,

  • στ) βεβαιώνουν ότι είναι φορολογικά ενήμεροι,
  • ζ) βεβαιώνουν ότι οι αιτούντες και επί νομικών προσώπων οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών δεν έχουν παραπεμφθεί αμετάκλητα για τα αδικήματα της απάτης, της

εκβίασης, της πλαστογραφίας, της ψευδορκίας και της δόλιας χρεοκοπίας και ότι δεν έχουν καταδικαστεί για τα ανωτέρω αδικήματα, καθώς και για αδικήματα του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 (Α΄282), όπως ισχύει,

  • η) βεβαιώνουν ότι θα ενημερώσουν άμεσα τη Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης για

οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων ή των έννομων καταστάσεών τους, που βεβαιώνονται με την αίτησηυπεύθυνη δήλωση. Τα στοιχεία της υπεύθυνης δήλωσης επαληθεύονται ηλεκτρονικά από τους εγγεγραμμένους εμπόρους σε ετήσια βάση.

4.

Οι έμποροι αγροτικών προϊόντων καταθέτουν επιπρόσθετα εγγυητική επιστολή, ετήσιας διάρκειας, από αναγνωρισμένα τραπεζικά ιδρύματα. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται τα αντικειμενικά κριτήρια, με βάση τα οποία ορίζεται το ύψος της εγγυητικής επιστολής, ο επαναπροσδιορισμός και η αντικατάστασή της, η αποδέσμευσή της, τα κριτήρια απαλλαγής από την υποχρέωση υποβολής εγγυητικής επιστολής, ειδικά θέματα για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 6 και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται ειδικά θέματα και λεπτομέρειες που αφορούν στην υποβολή των αιτήσεων−υπεύθυνων δηλώσεων, στην εγγραφή των αιτούντων, στο ακριβές περιεχόμενο του Μητρώου, στα δεδομένα που καταγράφονται σε αυτό, στους ελέγχους που ασκούνται στους εγγεγραμμένους στο Μητρώο εμπόρους και κάθε σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση μπορεί να τροποποιείται το περιεχόμενο της αίτησης – υπεύθυνης δήλωσης, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3.»

5.

Το άρθρο 6 του ν. 3955/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Διοικητικές κυρώσεις

1.

Με απόφαση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επιβάλλονται οι κάτωθι διοικητικές κυρώσεις:

  • α) Προσωρινή διαγραφή του εγγεγραμμένου εμπόρου

από το Μητρώο, αν:

  • αα) ο έμπορος δεν επαληθεύσει εμπρόθεσμα τα στοιχεία της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4, και για όσο

χρονικό διάστημα υφίσταται η σχετική εκκρεμότητα,

  • ββ) ο έμπορος παραπεμφθεί αμετάκλητα για τα αδικήματα της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας,

της ψευδορκίας και της δόλιας χρεοκοπίας, καθώς και για τα αδικήματα του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως ισχύει και μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης,

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)