Αποφάσεις - Ανακοινώσεις — ΦΕΚ A' 33/2019
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Αριθμ. Πρωτ. 3814 Διεκπ. 1834 Περί δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003 - Κανονισμός Λειτουργίας της Ειδικής Υπηρεσίας Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης».
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Έχοντας υπόψη:
Το άρθρο 65 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 97 (πρώην άρθρο 103) του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β' - ΦΕΚ 51 Α΄/10.4.1997), όπως ισχύει.
Το άρθρο 3Α παρ. 6 του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α') ,όπως ισχύει.
Τον Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και της Ειδικής Υπηρεσίας, όπως εκδόθηκαν ομόφωνα στη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2019 από την Επιτροπή του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α'), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4571/2018 (ΦΕΚΑ' 186).
Την κατά ΠΓ' συνεδρίαση της 25.2.2019 απόφασης της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, παραγγέλλουμε τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως αυτής, που έχει ως εξής: ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003 Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3Α του ν. 3213/ 2003, ως προστέθηκε με το άρθρο 225 του ν. 4281/2014 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 175 παρ. 4 του ν. 4389/ 2016, ήδη δε αναριθμήθηκε σε παρ. 8 από το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 4571/2018: «Όλα τα θέματα που σχετίζονται με την οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου και της Ειδικής Υπηρεσίας ρυθμίζονται με Κανονισμό Λειτουργίας, ο οποίος εκδίδεται από την Επιτροπή και εγκρίνεται από την Ολομέλεια της Βουλής». Με την από 3.8.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ 146/Α΄/5.8.2016) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και της Ειδικής Υπηρεσίας, όπως εκδόθηκαν στη συνεδρίαση της 28.7.2016 από την Επιτροπή Ελέγχου. Μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στον ν. 3213/ 2003 (Α' 309) με τον ν. 4571/2018 (Α' 186), η Επιτροπή Ελέγχου, συγκροτούμενη από τον/την Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής θεσμών και Διαφάνειας, ως Πρόεδρο με τον αναπληρωτή του, Αρεοπαγίτη ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, δύο Συμβούλους της Επικράτειας, ως τακτικά μέλη με τους αναπληρωτές τους, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, τον Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που μετέχει στην κυβέρνηση, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του και Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην Κυβέρνηση, ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, προβαίνει στην κατάρτιση και έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας της Επιτροπής και της Ειδικής Υπηρεσίας, σε αντικατάσταση του εγκριθέντος με την από 3.8.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ 146/Α΄/5.8.2016). Κανονισμού Λειτουργίας, ο οποίος στη συνέχεια τίθεται υπό την κρίση της Ολομέλειας της Βουλής για την έγκριση του κατά τα οριζόμενα ανωτέρω.
Άρθρο 1
Ο παρών Κανονισμός Λειτουργίας διέπεται από τις διατάξεις: α) του ν. 3213/2003 (Α' 309), όπως ισχύει, και ιδίως των άρθρων 3Α και 3Β,
- β) του ν. 3023/2002 (Α' 146), όπως ισχύει, και ιδίως του
άρθρου 21,
- γ) του ν. 4456/2017 περί Ευρωπαϊκών Πολιτικών Κομμάτων και Ιδρυμάτων,
του παρόντος Κανονισμού.
Άρθρο 2
Συγκρότηση
Ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των αναφερομένων, στις περιπτώσεις α' έως ε' και ιβ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, προσώπων ανατίθεται στην Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από έντεκα (11) μέλη με ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη. Τα μέλη της Επιτροπής απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής.
Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατά τις διακρίσεις που ορίζονται για καθένα των μελών από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003. Ειδικότερα, η Επιτροπή συγκροτείται από:
- α) Τον Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της
Βουλής.
- β) Αρεοπαγίτη, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή
του.
- γ) Δύο Συμβούλους της Επικρατείας, ως τακτικά μέλη,
με τους αναπληρωτές τους.
- δ) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως τακτικό
μέλος, με τον αναπληρωτή του. Οι δικαστικοί λειτουργοί - μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση των Προέδρων των οικείων δικαστηρίων, μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- ε) Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με πράξη
του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- στ) Τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες,
ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του.
- ζ) Τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του.
- η) Τον Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως
τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Βουλής.
- θ) Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που μετέχει στην Κυβέρνηση, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με
ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της εν λόγω κοινοβουλευτικής ομάδας.
- ι) Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην Κυβέρνηση, ως
τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται, με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής, υπάλληλος που υπηρετεί στην Ειδική Υπηρεσία Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. Η Επιτροπή, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται από τους νόμους 3023/2002 και 3213/2003, επικουρείται από Εισαγγελέα Πρωτοδικών, σύμφωνα με την περίπτωση ζ ' της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 όπως ισχύει.
Κατά τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των Δικαστικών και των Εισαγγελικών Λειτουργών, καθήκοντα Προέδρου της Επιτροπής ασκεί ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός από τα μέλη της. Ο Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας ή ο αναπληρωτής του, συμμετέχει στις συνεδριάσεις αυτές της Επιτροπής, ως μέλος.
Οι δικαστές μέλη της Επιτροπής ορίζονται για θητεία δύο (2) ετών, που δύναται να ανανεωθεί έως δύο (2) ακόμη έτη. Ο Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζεται για θητεία τεσσάρων (4) ετών. Η αντικατάσταση των ανωτέρω πριν από τη λήξη της θητείας τους είναι δυνατή μόνο για λόγο αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων τους, ο οποίος πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη.
Σε περίπτωση γενικών βουλευτικών εκλογών, η Επιτροπή ανασυγκροτείται ως προς τα κοινοβουλευτικά μέλη εντός μηνός από την εκλογή του προεδρείου της νέας Βουλής. Τυχόν προαγωγή των δικαστών μελών δεν επηρεάζει τη συμμετοχή τους. Σε περίπτωση κενώσεως θέσης τακτικού μέλους, ο αναπληρωτής του ασκεί τα καθήκοντα του τακτικού μέλους έως τον ορισμό νέου τακτικού μέλους.
Άρθρο 3
Σύνθεση - Συνεδριάσεις
Η Επιτροπή ως συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως, όταν στην σύνθεση της μετέχουν ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία), δηλαδή έξι (6) μέλη ή και περισσότερα, εφόσον τουλάχιστον τέσσερις (4) εξ αυτών είναι δικαστικοί λειτουργοί, ανεξαρτήτως της ιδιότητας με την οποία συμμετέχουν στην Επιτροπή. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει καθ' όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης.
Ο Πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και καλεί τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυομένων μελών της ίδιας κατηγορίας. Η πρόσκληση, η οποία περιλαμβάνει την ημερήσια διάταξη, γνωστοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο, από τον γραμματέα στα μέλη του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής τουλάχιστον τρεις (3) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν είναι δυνατόν να είναι μικρότερη των 24 ωρών. Πρόσκληση των μελών της Επιτροπής δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε τακτές ημερομηνίες που ορίζονται με απόφαση της Επιτροπής, η οποία γνωστοποιείται στα μέλη κατά τη συνεδρίασή της. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί μη σύννομη πρόσκληση, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται με τους νόμιμους τύπους.
Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι μη νόμιμη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ' αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το συλλογικό όργανο της Επιτροπής συνεδριάζει νομίμως, αν αυτό είναι παρόν και δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης.
Η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής, δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.
Η σύγκληση του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής προς συνεδρίαση είναι υποχρεωτική, αν τέσσερα (4) τουλάχιστον τακτικά μέλη το ζητήσουν εγγράφως από τον Πρόεδρο, προσδιορίζοντας και τα προς συζήτηση θέματα.
Η ημερήσια διάταξη συντάσσεται από τον Πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει προς τούτο υπόψη του και απόψεις που τυχόν διατυπώνονται από μέλη της Επιτροπής σε προηγούμενη συνεδρίαση. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία του συλλογικού οργάνου της Επιτροπής.
Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνον τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη. Κατ' εξαίρεση, μπορεί να συζητηθούν και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη αν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.
Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής, είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων πλην των μελών και του γραμματέα δεν επιτρέπεται. Η Επιτροπή όμως που ενεργεί ως ειδικό συλλογικό όργανο, χωρίς να αποτελεί προανακριτική αρχή, μπορεί να καλέσει προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία αποχωρούν, πριν από την έναρξη της συζήτησης.
Πριν από τη συνεδρίαση και μετά τον ορισμό της ημερήσιας διάταξης, ο Πρόεδρος κατανέμει με πράξη του τις υποθέσεις που πρόκειται να συζητηθούν σε ένα ή περισσότερα μέλη, που ορίζονται ως Εισηγητής ή Εισηγητές. Ως εισηγητής μπορεί να οριστεί και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ειδικών αρμοδιοτήτων και αποκλειστικής ενασχόλησης που επικουρεί το έργο της Επιτροπής. Ο Εισηγητής, αφού μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης, συντάσσει έγγραφη εισήγηση, την οποία διανέμει στον Πρόεδρο και στα λοιπά μέλη της Επιτροπής, 24 ώρες πριν από τη Συνεδρίαση της Επιτροπής. Τα μέλη της Επιτροπής έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του φακέλου της υπόθεσης. Ορκωτοί ελεγκτές, ο αριθμός των οποίων ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Επιτροπής και ανάλογα με τον αριθμό των ελέγχων που της έχει ανατεθεί, επικουρούν το έργο της Επιτροπής. Προς τούτο, δύνανται να μελετούν το φάκελο, να συντάσσουν αιτιολογημένο πόρισμα ελέγχου και να παρίστανται κατά τις συνεδριάσεις προς ενημέρωση των μελών της Επιτροπής επί των συζητούμενων υποθέσεων, αποχωρούντες δε, προ της έναρξης της συζήτησης προς λήψη απόφασης.
Με την έναρξη της συνεδρίασης, για κάθε υπόθεση δίδεται ο λόγος στον Εισηγητή, για να αναπτύξει προφορικά την προαναφερόμενη εισήγηση του. Η προφορικήτου εισήγηση δύναται να διαφοροποιείται από την έγγραφη. Στην περίπτωση αυτή η προηγούμενη γραπτή εισήγηση αποβάλλει την ισχύ της. Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση ορισμού περισσοτέρων του ενός Εισηγητών.
Άρθρο 4
Αποφάσεις
Οι αποφάσεις της Επιτροπής ως συλλογικού οργάνου λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, ύστερα από φανερή ψηφοφορία. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας αυτής, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματισθεί απόλυτη πλειοψηφία, με την υποχρεωτική προσχώρηση κάθε φορά εκείνου ή εκείνων που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη σε μια από τις δύο επικρατέστερες. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Το μέλος της Επιτροπής που, μετά τη λήξη της συζήτησης και προ της ψηφοφορίας, απέχει από αυτήν ή δίδει λευκή ψήφο, θεωρείται απόν. Σε περίπτωση που, μετά την αποχώρηση, δεν υπάρχει απαρτία, επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση.
Αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερο από μια συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που συμμετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ' αυτές συζητήσεων, όπως προκύπτουν από τα οικεία πρακτικά. Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Για τις συνεδριάσεις της Επιτροπής συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο μνημονεύονται ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδριάσεως, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενο τους, η μορφή και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και οι αποφάσεις που λήφθηκαν.
Στο πρακτικό καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών που πλειοψήφησαν και μειοψήφησαν αντίστοιχα και τα ονόματά τους. προαναφερθέντα, τότε η γνώμη αυτή περιλαμβάνεται αυτούσια ως αιτιολογία στα πρακτικά της απόφασης.
Το πρακτικό συντάσσεται από τον γραμματέα και επικυρώνεται από τον Πρόεδρο με την υπογραφή του.
Η Επιτροπή Ελέγχου ασκεί αποφασιστική αρμοδιότητα επί των υπό κρίση ζητημάτων. Οι επιμέρους γνώμες των μελών της, όπως αυτές διατυπώνονται κατά τη διάσκεψη, είναι μυστικές. Η διαδικασία είναι απόλυτα εμπιστευτική, τα δε μέλη υποχρεούνται σε τήρηση εχεμύθειας και μετά την αποχώρησή τους από την Επιτροπή. Ο ελεγχόμενος μπορεί να αιτηθεί να λάβει απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίασης που τον αφορά, το οποίο θα περιέχει τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παράγραφοι 4 και 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας με τις εξής διακρίσεις: 1. Τα ονόματα και την ιδιότητα των παρισταμένων μελών. 2. Τον τόπο και τον χρόνο της συνεδρίασης. 3. Το θέμα που συζητήθηκε και αφορούσε τον ελεγχόμενο και 4. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και την απόφαση που λήφθηκε με τυχόν μειοψηφία που υπήρξε, με τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών. Αντίθετα στο χορηγούμενο απόσπασμα δεν θα περιλαμβάνονται όλες οι επί μέρους γνώμες των μελών της Επιτροπής που διατυπώθηκαν κατά το στάδιο διασκέψεως. Τρίτο μη ελεγχόμενο πρόσωπο δικαιούται κατ' εξαίρεση σε λήψη αποσπάσματος των πρακτικών, σε περίπτωση που αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον προς τούτο.
Άρθρο 5
Έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης
Η Επιτροπή ελέγχει όλες τις δηλώσεις της αρμοδιότητάς της. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης, επιτρέπεται να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης. Ο έλεγχος διενεργείται εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους υποβολής. Σε περίπτωση που προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ή νέα αποδεικτικά στοιχεία τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης του κακουργήματος της παραγράφου 3 του άρθρου 6 ή της παρ. 2 του άρθρου 6Α του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, ο έλεγχος μπορεί κατ' εξαίρεση να διενεργηθεί μέχρι τη συμπλήρωση της ποινικής παραγραφής των αδικημάτων.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, το όργανο ελέγχου μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες, η οποία μπορεί να παραταθεί για διάστημα δέκα (10) το πολύ ημερών. Σε έκτακτες περιπτώσεις αδυναμίας των ελεγχόμενων προσώπων για έγκαιρη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, το όργανο ελέγχου δύναται κατ' εξαίρεση να παρατείνει την προθεσμία με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση.
⋯
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.