Νόμοι — ΦΕΚ A' 37/2016
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4370
Συστήματα Εγγύησης Καταθέσεων (ενσωμάτωση Οδηγίας 2014/49/ΕΕ), Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ (ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/49/ΕΕ) ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ (ΤΕΚΕ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ
Άρθρο 1
Σκοπός Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 53 του παρόντος νόμου σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (EE L 173) περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων και η κωδικοποίηση των διατάξεων για το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ).
Άρθρο 2
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Ο παρών νόμος θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τη σύσταση και τη λειτουργία των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων (εφεξής ΣΕΚ) και εγγύησης καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και θέματα χρηματοδότησης μέτρων εξυγίανσης.
Ο παρών νόμος εφαρμόζεται:
- α) στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων
(εφεξής ΤΕΚΕ),
- β) στα θεσμικά συστήματα προστασίας που αναγνωρίζονται επίσημα ως ΣΕΚ σύμφωνα με την περίπτωση
18 της παραγράφου 1 του άρθρου 3,
- γ) στα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στο
ΤΕΚΕ ή στα θεσμικά συστήματα προστασίας της ανωτέρω περίπτωσης.
Ο παρών νόμος δύναται να συμπληρώνεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), οι οποίες υιοθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ.
Άρθρο 3
Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) «Αξία περιουσιακών στοιχείων πελατών των συμμετεχόντων στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων (ΣΚΕ)»: ο μέσος όρος της τρέχουσας αξίας του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των πελατών του συμμετέχοντος στο ΣΚΕ, τα οποία κατείχε το συμμετέχον στο ΣΚΕ κατά τις ημερομηνίες αναφοράς. Προκειμένου για παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 5 του ν. 3606/2007(Α΄195), ως Αξία λογίζεται η αξία των συμβολαίων και των δικαιωμάτων κατά τις ημερομηνίες αναφοράς. Για περιουσιακά στοιχεία πελάτη, των οποίων η Αξία υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, ως Αξία, κατά την ανωτέρω έννοια, υπολογίζεται το ποσό των 30.000 ευρώ. Στις περιπτώσεις λογαριασμών τίτλων συνδικαιούχων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 5638/1932 (Α΄307), ως Αξία υπολογίζεται επίσης το καλυπτόμενο ανά συνδικαιούχο ποσό, βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14. 2) «απαίτηση από καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία»: Απαίτηση η οποία προκύπτει είτε από την αδυναμία απόδοσης στους επενδυτές – πελάτες των κεφαλαίων που τους οφείλει το πιστωτικό ίδρυμα ή κεφαλαίων τους που βρίσκονται στην κατοχή του πιστωτικού ιδρύματος, άμεσα ή έμμεσα, στο πλαίσιο της εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος παροχής καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών είτε από την αδυναμία παράδοσης στους επενδυτές − πελάτες χρηματοπιστωτικών μέσων, κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3606/2007 που τους ανήκουν και τα οποία το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα κατέχει, διαχειρίζεται ή φυλάσσει για λογαριασμό τους παρά το γεγονός ότι υφίσταται 1021 με τον επενδυτή – πελάτη, και ανεξάρτητα από το αν η υποχρέωση αυτή του συμμετέχοντος θεμελιώνεται στη σύμβαση ή στο νόμο και ως προς το οποίο (πιστωτικό ίδρυμα):
- α) η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της διαπιστώνει ότι το συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να
εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των επενδυτών − πελατών του για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική του κατάσταση και η αδυναμία αυτή προβλέπεται ότι δεν είναι αναστρέψιμη στο προσεχές μέλλον ή
- β) δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν
άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, έχει εκδώσει απόφαση για την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών − πελατών και εν γένει δανειστών του πιστωτικού ιδρύματος να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους κατά του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, στην περίπτωση που το γεγονός αυτό συμβεί πριν δημοσιευτεί η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που αναφέρεται υπό α΄ ανωτέρω, 3) «αρμόδια αρχή»: η Τράπεζα της Ελλάδος ή για τα άλλα κράτη − μέλη η αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στην περίπτωση 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (ΕΕ L 176), 4) «δεσμεύσεις προς πληρωμή»: η ανέκκλητη και άνευ όρων ή αιρέσεων δέσμευση προς πληρωμή σε μετρητά από ένα πιστωτικό ίδρυμα προς το ΤΕΚΕ εις εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το ΤΕΚΕ, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη, με την προϋπόθεση ότι η εξασφάλιση:
- α) συνίσταται σε στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου,
- β) δεν βαρύνεται από δικαιώματα τρίτων και ευρίσκεται στη διάθεση του ΤΕΚΕ,
5) «διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα» ή «διαθέσιμα ΤΕΚΕ»: μετρητά, καταθέσεις και στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, τα οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει την καθοριζόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 και δεσμεύσεις προς πληρωμή έως το όριο που καθορίζεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 27 και αποτελούνται από τα διαθέσιμα της παραγράφου 1 του άρθρου 39, 6) «Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ (ΔΣ)»: Το, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 48, Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ, 7) «εγγυημένες απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες»: οι επιλέξιμες απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες μέχρι ποσού ίσου με το επίπεδο κάλυψης που αναφέρεται στο άρθρο 13, 8) «εγγυημένες καταθέσεις»: όλες οι επιλέξιμες καταθέσεις μέχρι ποσού ίσου με το επίπεδο κάλυψης που αναφέρεται στο άρθρο 9, 9) «Ενεργητικό του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων»: Το ενεργητικό του ΤΕΚΕ που τίθεται προς εξυπηρέτηση του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων και προορίζεται αποκλειστικά για την ικανοποίηση απαιτήσεων των επενδυτών−πελατών των συμμετεχόντων στο Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ πιστωτικών ιδρυμάτων, 10) «Ενεργητικό του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων»: Το ενεργητικό του ΤΕΚΕ που τίθεται προς εξυπηρέτηση του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων και προορίζεται αποκλειστικά για την ικανοποίηση απαιτήσεων των καταθετών των συμμετεχόντων στο Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του ΤΕΚΕ πιστωτικών ιδρυμάτων και τη χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εσωτερικό άρθρο 104 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄87). 11) «επενδυτής − πελάτης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ένα πιστωτικό ίδρυμα παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, 12) «επιλέξιμες απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες»: όλες οι απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες πλην όσων εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων από τα ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12, 13) «επιλέξιμες καταθέσεις»: όλες οι καταθέσεις πλην όσων εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων από τα ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 8, 14) «επίπεδο−στόχος»: το ύψος των χρηματοδοτικών μέσων στο οποίο πρέπει να ανέρχονται τα διαθέσιμα του ΣΚΚ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 25, εκφραζόμενο ως ποσοστό των διαθεσίμων αυτών επί των εγγυημένων καταθέσεων των μελών τους, 15) «επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)»: οι επιχειρήσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, 16) «ημερομηνία αδυναμίας»: η ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει στη διαπίστωση που προβλέπεται στις περιπτώσεις 2 και 27 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή η δικαστική αρχή λαμβάνει την απόφαση που προβλέπεται στις περιπτώσεις 2 και 27 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, 17) «ημερομηνία αναφοράς αξίας περιουσιακών στοιχείων πελατών συμμετέχοντος στο ΣΚΕ ή ημερομηνία αναφοράς»: η τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού τριμήνου του προηγούμενου έτους, 18) «θεσμικά συστήματα προστασίας (ΘΣΠ)»: τα θεσμικά συστήματα προστασίας που αναφέρονται στην παρ. 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και πληρούν τις προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, 19) «καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες»: οι επενδυτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 (α) έως (δ), (στ), (ζ) του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 και της παρεπόμενης υπηρεσίας της παραγράφου 2(α) του ίδιου άρθρου, πλην όσων εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων από το ΤΕΚΕ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, 20) «κατάθεση»: το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε λογαριασμό ή από προσωρινές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές και το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να επιστρέψει βάσει των ισχυόντων νόμιμων και συμβατικών όρων, περιλαμβανομένων των καταθέσεων προθεσμίας και των καταθέσεων ταμιευτηρίου, αλλά εξαιρουμένων των καταθέσεων ως προς τις οποίες:
- α) η ύπαρξη του πιστωτικού υπολοίπου μπορεί να αποδειχθεί μόνον με χρηματοπιστωτικό μέσο, όπως ορίζεται
στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007, εκτός εάν πρόκειται για αποταμιευτικό προϊόν που βεβαιώνεται με πιστοποιητικό κατάθεσης στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου και το οποίο υφίσταται ήδη σε κράτος − μέλος στις 2 Ιουλίου 2014,
- γ) το κεφάλαιο του πιστωτικού υπολοίπου είναι επιστρεπτέο στο άρτιο μόνον δυνάμει ειδικής εγγύησης
ή συμφωνίας που παρέχεται από πιστωτικό ίδρυμα ή τρίτο μέρος. Στην έννοια των καταθέσεων δεν εμπίπτουν οι συμφωνίες πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς (repos), οι απαιτήσεις εκ των οποίων καλύπτονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 16 έως 19 για τις επενδυτικές υπηρεσίες, 21) «καταθέτης»: ο κάτοχος ή, σε περίπτωση κοινού λογαριασμού, κάθε κάτοχος της κατάθεσης, 22) «κοινός λογαριασμός»: λογαριασμός που ανοίγεται στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή επί του οποίου δύο ή περισσότερα πρόσωπα έχουν δικαιώματα που ασκούνται μέσω της υπογραφής ενός ή περισσότερων από τα πρόσωπα αυτά κατά το ν. 5638/1932 (Α΄ 307) «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν», 23) «κράτος − μέλος προέλευσης»: κράτος − μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στην περίπτωση 43 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 24) «κράτος − μέλος υποδοχής»: κράτος − μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στην περίπτωση 44 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 25) «Κύριο Κεφάλαιο Κάλυψης Καταθέσεων (ΚΚΚΚ)»: ομάδα περιουσίας που αποτελεί ενεργητικό του ΤΕΚΕ και αποτελείται από το ενεργητικό του ΣΚΚ αφαιρουμένου του ενεργητικού του ΠΚΚΚ.. 26) «λογαριασμοί πελατείας των ΕΠΕΥ»: οι τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους τοποθετούνται κεφάλαια επενδυτών−πελατών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 18 της υπ’ αριθμ. 2/452/1.11.2007 (Β΄ 2137) απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 27) «μη διαθέσιμη κατάθεση»: κατάθεση απαιτητή από τον καταθέτη η οποία δεν δύναται να καταβληθεί από πιστωτικό ίδρυμα εν όλω ή εν μέρει βάσει των ισχυόντων νόμιμων ή συμβατικών όρων, και ως προς το οποίο (πιστωτικό ίδρυμα):
- α) η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της έχει διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα δεν
φαίνεται προς το παρόν ικανό να επιστρέψει την κατάθεση, για λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική του κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα καταστεί ικανό στο προσεχές μέλλον. Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνεται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη στιγμή που αποδειχθεί, για πρώτη φορά, ότι το συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει επιστρέψει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές καταθέσεις και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ή
- β) δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν
άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος, έλαβε απόφαση η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή του δικαιώματος των καταθετών να εγείρουν αξιώσεις έναντι του ιδρύματος. Οι υπό α΄ και β΄ περιπτώσεις συνιστούν λόγο ανάκλησης της άδειας του πιστωτικού ιδρύματος κατά την περίπτωση ε΄του άρθρου 19 του ν. 4261/2014 (Α΄107), 28) «ορισθείσα αρχή»: το Υπουργείο Οικονομικών ή για τα άλλα κράτη − μέλη ο φορέας που διοικεί ή εποπτεύει ένα ΣΕΚ ή, όταν τη λειτουργία του ΣΕΚ διοικεί ιδιωτική οντότητα, μία δημόσια αρχή που ορίζει το ενδιαφερόμενο κράτος − μέλος για την εποπτεία του συστήματος αυτού, 29) «Περιουσιακά στοιχεία επενδυτών − πελατών»: τα χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχουν τα συμμετέχοντα στο ΣΚΕ πιστωτικά ιδρύματα και υποκαταστήματα αυτών για λογαριασμό επενδυτών – πελατών τους στο πλαίσιο της παροχής των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, κατά την έννοια της περιπτώσεως 19 της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Στα χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχουν τα συμμετέχοντα στο ΣΚΕ πιστωτικά ιδρύματα και υποκαταστήματα περιλαμβάνονται και οι τίτλοι σε λογιστική μορφή. Στην έννοια της κατοχής εμπίπτει, πέραν της φύλαξης και διοικητικής διαχείρισης κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 το άρθρου 4 του ν. 3606/2007 χρηματοπιστωτικών μέσων από το ίδιο το συμμετέχον στο ΣΚΕ που ενεργεί ως θεματοφύλακας και η ανάθεση από το συμμετέχον στο ΣΚΕ της φύλαξης των τίτλων σε τρίτο πρόσωπο, πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ, που ενεργεί ως υποθεματοφύλακας σύμφωνα με τις εντολές του συμμετέχοντος και γενικώς κάθε περίπτωση κατά την οποία τα χρηματοπιστωτικά μέσα βρίσκονται στην κατοχή τρίτου, αλλά το συμμετέχον έχει εξουσία να τα διαθέτει, δίδοντας εντολές στον τρίτο. Ως κατοχή νοείται τόσο αυτή που γίνεται στο όνομα επενδυτή − πελάτη όσο και αυτή που γίνεται στο όνομα του συμμετέχοντος στο ΣΚΕ για λογαριασμό επενδυτή − πελάτη, 30) «πιστωτικό ίδρυμα»: το πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στην περίπτωση 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, 31) «Πρόσθετο Κεφάλαιο Κάλυψης Καταθέσεων (ΠΚΚΚ)»: Το πρόσθετο κεφάλαιο κάλυψης καταθέσεων, το οποίο δημιουργήθηκε σύμφωνα με τις παραγράφους 11 έως 15 του άρθρου 4 του ν. 3746/2009 (Α΄ 27) και πλέον ρυθμίζεται σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 6 και 25 του παρόντος νόμου, 32) «Σκέλος Εξυγίανσης (ΣΕ)»: το ενεργητικό του ΤΕΚΕ, το οποίο συστάθηκε με το πρώην άρθρο 13Α του ν. 3746/2009 και τίθεται προς εξυπηρέτηση του σκοπού της χρηματοδότησης μέτρων εξυγίανσης, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος και στο εσωτερικό άρθρο 96 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, 33) «Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων (ΣΚΕ)»: το ενεργητικό του ΤΕΚΕ που τίθεται προς εξυπηρέτηση του σκοπού της κάλυψης απαιτήσεων από παροχή επενδυτικών υπηρεσιών όπως ειδικότερα περιγράφεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4, 34) «Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ)»: το ενεργητικό του ΤΕΚΕ που τίθεται προς εξυπηρέτηση του σκοπού της εγγύησης καταθέσεων, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4, 35) «στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου»: στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν στην πρώτη ή στη δεύτερη κατηγορία που αναφέρονται στον πίνακα 1 του άρθρου 336 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 ή οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού που κρίνονται εξίσου ασφαλή και ρευστά από την Τράπεζα της Ελλάδος, 36) «συστήματα εγγύησης καταθέσεων» ή «ΣΕΚ»: τα συστήματα που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 και συστήματα άλλων κρατών − μελών, 2 του ν. 4335/2015, 38) «υποκατάστημα»: ο τόπος επιχείρησης νομικώς εξαρτώμενης από ίδρυμα, η οποία διενεργεί άμεσα, όλες ή ορισμένες από τις συναλλαγές που εντάσσονται στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων.
Αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (EE L 331) σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του εν λόγω Κανονισμού είναι το Υπουργείο Οικονομικών.
Άρθρο 4
Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) − Φύση – Επωνυμία
Φορέας του ελληνικού ΣΕΚ, του συστήματος εγγύησης επενδυτικών υπηρεσιών και Ταμείο Εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζεται δια του παρόντος το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων» (ΤΕΚΕ), το οποίο ιδρύθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009. Το ΤΕΚΕ:
- α) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου,
- β) εδρεύει στην Αθήνα, στη διεύθυνση που εκάστοτε
ορίζεται με απόφαση του ΔΣ,
- γ) εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομικών,
- δ) δεν αποτελεί δημόσιο οργανισμό ή δημόσιο νομικό
πρόσωπο και ευρίσκεται εκτός του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται,
- ε) διαθέτει ιδρυτικό κεφάλαιο το οποίο ανέρχεται στο
ποσό των οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εννέα (8.804.109) ευρώ. Για τις σχέσεις του με την αλλοδαπή το ΤΕΚΕ χρησιμοποιεί την επωνυμία «Hellenic Deposit and Investment Guarantee Fund − HDIGF ή ΤΕΚΕ».
Σκοποί του ΤΕΚΕ είναι:
- α) η καταβολή αποζημίωσης δια του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων (εφεξής ΣΚΚ), στους καταθέτες των
πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1, 5 και 6 του άρθρου 5 και ευρίσκονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους και η χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων δια του ΣΚΚ κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εσωτερικό άρθρο 104 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015,
- β) η καταβολή αποζημίωσης δια του Σκέλους Κάλυψης
Επενδύσεων (εφεξής ΣΚΕ), στους επενδυτές − πελάτες των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 5 και ευρίσκονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους, για απαιτήσεις που απορρέουν από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και
- γ) η χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών
ιδρυμάτων δια του Σκέλους Εξυγίανσης (εφεξής ΣΕ), με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ΤΕΚΕ ως Ταμείου Εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον πληρούνται ως προς τις ως άνω περιπτώσεις α΄ έως γ΄οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.
Το ΣΚΚ, το ΣΚΕ και το ΣΕ είναι σαφώς διακριτά μεταξύ τους και αποτελούν αυτοτελή σύνολα περιουσίας, κάθε ένα εκ των οποίων χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των σκοπών τους οποίους εξυπηρετεί σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 5
Υποχρέωση συμμετοχής των πιστωτικών ιδρυμάτων στο ΤΕΚΕ (άρθρο 4 παρ.3 και άρθρο 15 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Στο ΣΚΚ συμμετέχουν υποχρεωτικά όλα τα κατά την έννοια της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, πλην των περιπτώσεων β΄ και δ΄ της παρ. 5 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου. Πιστωτικά ιδρύματα δεν επιτρέπεται να αποδέχονται καταθέσεις αν δεν συμμετέχουν στο ΣΚΚ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του παρόντος.
Στο ΣΚΕ συμμετέχουν υποχρεωτικά όλα τα κατά την έννοια της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, πλην των περιπτώσεων β΄ και δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, εφόσον παρέχουν μία τουλάχιστον από τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, κατά την έννοια της περίπτωσης 19 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.
Η συμμετοχή στο ΣΚΚ κατά την παράγραφο 1 ανωτέρω επάγεται αυτοδικαίως και τη συμμετοχή στο ΣΕ. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να καταβάλουν εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 36 του παρόντος.
Στο ΣΚΕ συμμετέχουν προαιρετικά, ύστερα από αίτησή τους για κάλυψη συμπληρωματική του αντίστοιχου συστήματος αποζημίωσης επενδυτών – πελατών του κράτους όπου εδρεύουν, ως προς το ποσό ή και ως προς τις κατηγορίες των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12 και 13 του παρόντος, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλο κράτος−μέλος.
Ειδικά, προκειμένου περί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα, το ΤΕΚΕ καλύπτει επίσης:
- α) τις καταθέσεις των υποκαταστημάτων τους σε
άλλα κράτη−μέλη της ΕΕ,
- β) τις απαιτήσεις των επενδυτών−πελατών από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες των υποκαταστημάτων τους σε άλλα κράτη−μέλη της ΕΕ εφόσον οι ως άνω
απαιτήσεις δεν καλύπτονται από ισοδύναμο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών στις χώρες υποδοχής και
- γ) τις καταθέσεις και τις απαιτήσεις των επενδυτώνπελατών από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες των
υποκαταστημάτων τους σε τρίτες χώρες, εφόσον οι ως άνω καταθέσεις και απαιτήσεις δεν καλύπτονται από ισοδύναμο σύστημα εγγύησης καταθέσεων ή αποζημίωσης επενδυτών στις χώρες υποδοχής. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν εισηγήσεως του ΔΣ του ΤΕΚΕ είτε κρίνεται η ύπαρξη του ισοδυνάμου της κάλυψης είτε, στην αντίθετη περίπτωση, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της κάλυψης.
Στο αντίστοιχο, κατά περίπτωση, σκέλος συμμετέχουν, επίσης, υποχρεωτικά και, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, εφόσον αυτά δεν καλύπτονται από ισοδύναμο με το παρόν σύστημα εγγύησης καταθέσεων, αποζημίωσης επενδυτών−πελατών ή εξυγίανσης που λειτουργεί στη χώρα της έδρας τους. ισοδυνάμου της κάλυψης είτε, στην αντίθετη περίπτωση, καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις της κάλυψης. Το ύψος και η έκταση της παρεχόμενης από το ΤΕΚΕ κάλυψης στους καταθέτες και στους επενδυτές−πελάτες των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ύψος και την έκταση της κάλυψης που παρέχεται σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9, 12 και 13 του παρόντος.
Άρθρο 6
Παύση συμμετοχής πιστωτικού ιδρύματος στο ΣΚΚ
Πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ παύει να συμμετέχει σε αυτό είτε εκουσίως για νόμιμο λόγο είτε υποχρεωτικώς λόγω αποκλεισμού του ή και ανάκλησης της αδείας του ως πιστωτικού ιδρύματος. Επί εκουσίας αποχωρήσεως οφείλει να ειδοποιεί εγγράφως το ΤΕΚΕ αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης για την αποχώρησή του.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ παύσει, για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο, να συμμετέχει σε αυτό, και δεν προσχωρήσει σε άλλο σύστημα εγγύησης καταθέσεων, καταβάλλεται σε αυτό η αξία της ατομικής του μερίδας στο ΠΚΚΚ, εφόσον διαθέτει τέτοια, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά το χρόνο της αποχώρησής του, σύμφωνα με απόφαση του ΔΣ. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 12 του άρθρου 25 ο υπολογισμός της αξίας της μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος, η παρακράτηση από αυτή ποσών απαιτήσεων καταθετών που πιθανολογούνται από το ΤΕΚΕ ως βάσιμες και η καταβολή του υπολοίπου αυτής έχουν ως εξής:
- α) Υπολογισμός αξίας μερίδας αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος.
- αα) Για τον υπολογισμό της αξίας της μερίδας του
αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος προαπαιτείται ο υπολογισμός του ενεργητικού του ΠΚΚΚ. Για τον υπολογισμό του ενεργητικού του ΠΚΚΚ λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις καταθετών συμμετεχόντων πιστωτικών ιδρυμάτων στο ΣΚΚ που τυχόν έχουν περιέλθει σε αδυναμία, εφόσον η αδυναμία του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος επήλθε μέχρι και τρεις μήνες μετά την αποχώρηση του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος. Υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής των σχετικών ποσών στους καταθέτες, αυτά αφαιρούνται από την αξία του ΠΚΚΚ.
- ββ) Η αξία της μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού
ιδρύματος υπολογίζεται με βάση τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 10 του άρθρου 25.
- γγ) Έναντι της απαίτησης του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος προς καταβολή της επιστρεπτέας αξίας
της μερίδας του συμψηφίζονται οποιεσδήποτε απαιτήσεις έχει το ΤΕΚΕ κατά του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων καταθέσεων του ΤΕΚΕ, οφειλόμενων εισφορών του αποχωρούντος προς το ΣΚΚ, το ΣΚΕ, το ΣΕ του τέλους συμμετοχής ή άλλων χρηματικών ποσών που έχει καθορίσει το διοικητικό συμβούλιο του ΤΕΚΕ και είναι πληρωτέα από το πιστωτικό ίδρυμα έως και την ημερομηνία αποχώρησής του. Ο συμψηφισμός αυτός πραγματοποιείται βάσει των προαναφερθέντων κονδυλίων.
- β) Παρακράτηση ποσών απαιτήσεων καταθετών που
πιθανολογούνται από το ΤΕΚΕ ως βάσιμες.
- αα) Το ΤΕΚΕ παρακρατεί από την επιστρεφόμενη αξία
της ατομικής μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος τα ποσά που αντιστοιχούν στο ύψος απαιτήσεων καταθετών κατά του ΣΚΚ που πιθανολογούνται από το ΤΕΚΕ ως βάσιμες και αφορούν επιλέξιμες καταθέσεις του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος.
- ββ) Τα παρακρατούμενα κατά την υποπερίπτωση
αα΄ ποσά δεν αποδίδονται στο αποχωρούν πιστωτικό ίδρυμα μέχρις ότου κριθεί αμετακλήτως η υπόθεση και, ανάλογα με την έκβαση, το ΤΕΚΕ τα αποδίδει είτε στους καταθέτες είτε στο αποχωρήσαν πιστωτικό ίδρυμα.
- γγ) Τα παρακρατούμενα ποσά θεωρείται ότι συμψηφίζονται με την απαίτηση του αποχωρούντος πιστωτικού
ιδρύματος προς απόδοση της αξίας της ατομικής του μερίδας, υπό τη διαλυτική αίρεση της έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται σχετική υποχρέωση του αποχωρήσαντος έναντι των καταθετών.
- γ) Καταβολή αξίας μερίδας.
Η καταβολή της αξίας της μερίδας του αποχωρούντος, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ και β΄ ανωτέρω, γίνεται άτοκα τον πρώτο ημερολογιακό μήνα μετά την πάροδο ενός έτους από την αποχώρησή του από το ΣΚΚ. Λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων της παραγράφου 6 του άρθρου 39, η καταβολή της μερίδας δύναται να παρατείνεται με απόφαση του ΔΣ του ΤΕΚΕ και σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ παύσει, για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο εκτός της περιπτώσεως του αποκλεισμού του, να συμμετέχει σε αυτό, και προσχωρήσει σε άλλο σύστημα εγγύησης καταθέσεων, ισχύουν τα εξής:
- α) Οι τακτικές εισφορές τις οποίες κατέβαλε το πιστωτικό ίδρυμα κατά το δωδεκάμηνο προτού παύσει να
είναι μέλος του ΣΚΚ μεταφέρονται στο νέο σύστημα εγγύησης καταθέσεων στο οποίο προσχώρησε το αποχωρούν από το ΣΚΚ πιστωτικό ίδρυμα και
- β) καταβάλλεται στο αποχωρούν πιστωτικό ίδρυμα η
αξία της ατομικής του μερίδας στο ΠΚΚΚ, όπως προσδιορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2. Κατά τα λοιπά, ισχύει η διαδικασία που περιγράφεται στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄της παραγράφου 2.
- γ) Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση μεταφοράς ορισμένων δραστηριοτήτων πιστωτικού ιδρύματος
σε άλλο κράτος − μέλος υπό την έννοια της μεταφοράς τμήματος επιλέξιμων καταθέσεων και κάλυψης αυτών από άλλο σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Οι τακτικές εισφορές που καταβλήθηκαν στο ΣΚΚ κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται της μεταφοράς μεταφέρονται στο νέο σύστημα εγγύησης καταθέσεων κατά την αναλογία του τμήματος των επιλέξιμων καταθέσεων που μεταφέρθηκαν σε αυτό.
Άρθρο 7
Παύση συμμετοχής πιστωτικού ιδρύματος στο ΣΚΕ
Πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚE παύει να συμμετέχει σε αυτό είτε εκουσίως είτε υποχρεωτικώς λόγω αποκλεισμού του ή και ανάκλησης της αδείας του ως πιστωτικού ιδρύματος. Επί εκουσίας αποχωρήσεως οφείλει να ειδοποιεί εγγράφως το ΤΕΚΕ αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης για την αποχώρησή του. συμμετέχει σε αυτό, καταβάλλεται σε αυτό η αξία της ατομικής του μερίδας επί του Ενεργητικού του ΣΚΕ, εφόσον διαθέτει τέτοια, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά το χρόνο της αποχώρησής του, σύμφωνα με απόφαση του ΔΣ του ΤΕΚΕ. Ο υπολογισμός της αξίας της μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος, η παρακράτηση από αυτή ποσών πιθανών απαιτήσεων του ΣΚΕ και η καταβολή του υπολοίπου αυτής έχουν ως εξής:
- α) Υπολογισμός αξίας μερίδας αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος.
- αα) Για τον υπολογισμό της αξίας της μερίδας του
αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος προαπαιτείται ο υπολογισμός του Ενεργητικού του ΣΚΕ. Για τον υπολογισμό του Ενεργητικού του ΣΚΕ λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις επενδυτών−πελατών συμμετεχόντων πιστωτικών ιδρυμάτων στο ΣΚΕ που τυχόν έχουν περιέλθει σε αδυναμία, εφόσον αθροιστικώς: (i) η αδυναμία του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος επήλθε μέχρι και τρεις μήνες μετά την αποχώρηση του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος και (ii) οι απαιτήσεις των επενδυτών−πελατών προβληθούν το αργότερο έξι μήνες μετά την αποχώρηση. Υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής των σχετικών ποσών στους επενδυτές−πελάτες, αυτά αφαιρούνται από την αξία του Ενεργητικού του ΣΚΕ.
- ββ) Η αξία της μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού
ιδρύματος υπολογίζεται με βάση τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 30.
- γγ) Έναντι της απαίτησης του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος προς καταβολή της επιστρεπτέας αξίας
της μερίδας του συμψηφίζονται οποιεσδήποτε απαιτήσεις έχει το ΤΕΚΕ κατά του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων καταθέσεων του ΤΕΚΕ, οφειλόμενων εισφορών του αποχωρούντος προς το ΣΚΚ, το ΣΚΕ και το ΣΕ, του Τέλους Συμμετοχής ή άλλων χρηματικών ποσών που έχει καθορίσει το ΔΣ του ΤΕΚΕ και είναι πληρωτέα από πιστωτικό ίδρυμα έως και την ημερομηνία αποχώρησής του. Ο συμψηφισμός αυτός πραγματοποιείται βάσει των προαναφερθέντων κονδυλίων.
- β) Παρακράτηση ποσών απαιτήσεων επενδυτών − πελατών που πιθανολογούνται από το ΤΕΚΕ ως βάσιμες.
- αα) Το ΤΕΚΕ παρακρατεί από την επιστρεφόμενη αξία
της ατομικής μερίδας του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος τα ποσά που αντιστοιχούν στο ύψος απαιτήσεων επενδυτών−πελατών κατά του ΣΚΕ που πιθανολογούνται από το ΤΕΚΕ ως βάσιμες και αφορούν την παροχή από το αποχωρούν πιστωτικό ίδρυμα καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες απαιτήσεις δύναται να προκύψουν από: i) αίτηση αποζημίωσης που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια του έτους μετά την αποχώρηση του συμμετέχοντος, εφόσον η απαίτηση αυτή κατά του αποχωρούντος είχε γεννηθεί κατά το χρόνο συμμετοχής του στο ΣΚΕ ή ii) αίτηση αποζημίωσης που υποβλήθηκε πριν από την αποχώρηση του συμμετέχοντος και εκκρεμεί η εξέτασή της.
- ββ) Τα παρακρατούμενα κατά την υποπερίπτωση
αα΄ ποσά δεν αποδίδονται στο αποχωρούν πιστωτικό ίδρυμα μέχρις ότου κριθεί αμετακλήτως η υπόθεση και, ανάλογα με την έκβαση, το ΤΕΚΕ τα αποδίδει είτε στους επενδυτές−πελάτες είτε στο αποχωρήσαν πιστωτικό ίδρυμα.
- γγ) Τα παρακρατούμενα ποσά συμψηφίζονται με την
απαίτηση του αποχωρούντος πιστωτικού ιδρύματος προς απόδοση της αξίας της ατομικής του μερίδας, υπό τη διαλυτική αίρεση της έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται σχετική υποχρέωση του αποχωρήσαντος έναντι των επενδυτών−πελατών.
- γ) Καταβολή αξίας μερίδας.
Η καταβολή της αξίας της μερίδας του αποχωρούντος γίνεται άτοκα τον πρώτο ημερολογιακό μήνα μετά την πάροδο ενός έτους από την αποχώρησή του από το ΣΚΕ. Λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων της παραγράφου 6 του άρθρου 39, η καταβολή της μερίδας δύναται να παρατείνεται με απόφαση του ΔΣ του ΤΕΚΕ σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΟΡΙΟ ΕΥΡΟΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ Σ.Κ.Κ.
Άρθρο 8
Επιλεξιμότητα των καταθέσεων − Εξαιρέσεις (άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Επιλέξιμες είναι όλες οι καταθέσεις πλην των κατωτέρω, οι οποίες δεν καλύπτονται και εξαιρούνται από την εγγύηση και επομένως την καταβολή αποζημιώσεων από το ΤΕΚΕ:
- α) με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου
10, οι καταθέσεις που τηρούνται από άλλα πιστωτικά ιδρύματα στο όνομά τους και για ίδιο λογαριασμό,
- β) τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος, όπως
ορίζονται στην περίπτωση 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,
- γ) οι καταθέσεις που απορρέουν από συναλλαγές σε
σχέση με τις οποίες έχει εκδοθεί τελεσίδικη ποινική καταδικαστική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3691/2008 (Α΄166). Όσο διαρκεί η ποινική δίκη, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου περί αναστολής οποιασδήποτε καταβολής μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η υπόθεση.
- δ) Οι καταθέσεις χρηματοδοτικών ιδρυμάτων όπως
ορίζονται στην περίπτωση 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
- ε) Οι καταθέσεις των ΕΠΕΥ στο όνομά τους και για
ίδιο λογαριασμό. Προκειμένου περί λογαριασμών πελατείας των ΕΠΕΥ ισχύει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του παρόντος νόμου.
- στ) Οι καταθέσεις των οποίων η ταυτότητα κατόχου ή
δικαιούχου δεν έχει επαληθευθεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3691/2008, όταν καθίστανται μη διαθέσιμες.
- ζ) Οι καταθέσεις των ασφαλιστικών, και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων , καθώς και των εξαρτημένων
ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α΄13).
- η) Οι καταθέσεις των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.
- θ) Οι καταθέσεις των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης
και ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης. άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄143), όπως ισχύει.
- ια) Πιστωτικοί τίτλοι εκδοθέντες από πιστωτικό ίδρυμα και υποχρεώσεις που προέκυψαν από αποδοχές ιδίων συναλλαγματικών και γραμματίων.
- ιβ) Οι καταθέσεις του ΤΕΚΕ, οι οποίες τηρούνται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 39.
Τα πιστωτικά ιδρύματα τηρούν τα απαραίτητα συστήματα ώστε να εντοπίζουν άμεσα τις επιλέξιμες καταθέσεις τους.
Άρθρο 9
Όριο Κάλυψης (άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Το ανώτατο όριο κάλυψης του συνόλου των καταθέσεων κάθε καταθέτη σε πιστωτικό ίδρυμα που καλύπτεται από το ΤΕΚΕ ορίζεται σε εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Το όριο αυτό ισχύει για το σύνολο των καταθέσεων που τηρούνται στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των καταθέσεων, το νόμισμα και τον τόπο κατάθεσης εντός της ΕΕ.
Κατ’ εξαίρεση προστατεύονται με πρόσθετο όριο τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ καταθέσεις στις οποίες πιστώνονται ποσά εντός μηνός από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η αντίστοιχη δραστηριότητα και που προέρχονται αποδεδειγμένα από μία η περισσότερες από τις κατωτέρω δραστηριότητες και για χρόνο μέχρι έξι (6) μηνών από την ημέρα πίστωσης κάθε σχετικού ποσού:
- α) από πώληση ή απαλλοτρίωση ιδιωτικής κατοικίας ή οικοπέδου, για το τίμημα ή την αποζημίωση που
καταβάλλεται στον πωλητή που δεν ασχολείται κατ’ επάγγελμα με αγοραπωλησίες ακινήτων, ή ιδιοκτήτη,
- β) από καταβολή οφειλής μεταξύ συζύγων, εφόσον το
σχετικό ποσό έχει επιδικασθεί με δικαστική απόφαση,
- γ) από καταβολή εφάπαξ ή και περιοδικών παροχών
λόγω συνταξιοδότησης,
- δ) από καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσης υπαλληλικής ή εργασιακής σχέσεως απασχόλησης,
- ε) από καταβολή αποζημίωσης στους προσωρινά κρατηθέντες, κρατηθέντες ή καταδικασθέντες, οι οποίοι εν
συνεχεία αθωώθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη 533 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,
- στ) από καταβολή αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ή
λόγω σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από αδικοπραξία,
- ζ) από καταβολή ασφαλιστικών παροχών είτε από
κοινωνική είτε από ιδιωτική ασφάλιση,
- η) από καταβολή αποζημίωσης σε κληρονόμους λόγω
θανάτου του κληρονομουμένου ή από καταβολή ποσών που προκύπτουν λόγω κληρονομικής διαδοχής. Ποσά που πιστώνονται μετά την παρέλευση ενός μηνός από την αντίστοιχη δραστηριότητα θα λαμβάνονται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως ότι προέρχονται από τη δραστηριότητα αυτή. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει κατατεθεί σε λογαριασμό ποσό προερχόμενο αποδεδειγμένα από μία η περισσότερες από τις ανωτέρω δραστηριότητες, το πρόσθετο όριο κάλυψης της παραγράφου 2 εφαρμόζεται μετά την εξάντληση του ορίου κάλυψης της παραγράφου 1 ανά καταθέτη. Το σύνολο δε της αποζημίωσης για κάθε δικαιούχο ποσών που προέρχονται από τις δραστηριότητες της παραγράφου 2 δεν δύναται να είναι ανώτερο από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Για τις περιπτώσεις κοινού λογαριασμού, το όριο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται εις όφελος όλων των συνδικαιούχων ανεξαρτήτως του καταθέτη ή δικαιούχου τον οποίο αφορά η σχετική πίστωση και επί του συνόλου του υπολοίπου του λογαριασμού μετά την εξάντληση του ορίου κάλυψης της παραγράφου 1 και σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 10.
Για τις περιπτώσεις β΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 κάθε απαίτηση που πιστώνεται για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής λαμβάνεται υπόψη εφόσον υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ.
Το πρόσθετο όριο της παραγράφου 2 αφορά αθροιστικά τις κατηγορίες α΄ έως η΄ ανωτέρω.
Η προστασία της παραγράφου 2 παρέχεται μόνον εφόσον οι δικαιούχοι καταθέτες υποβάλουν σχετικό αίτημα στο ΤΕΚΕ κατόπιν ανακοινώσεως από το τελευταίο και πάντως εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αδυναμίας. Οι απαιτήσεις των δικαιούχων καταθετών σύμφωνα με την παράγραφο 2, εξελέγχονται από τον εκκαθαριστή του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος. Σε περίπτωση εφαρμογής του μέτρου της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 43 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 περί αναδιάρθρωσης παθητικού, η εξέλεγξη των απαιτήσεων διενεργείται από τον εκτιμητή της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 36 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015.
Το όριο, η χρονική διάρκεια και οι κατηγορίες κάλυψης της παραγράφου 2 δύναται να τροποποιούνται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του ΔΣ του ΤΕΚΕ.
Άρθρο 10
Προσδιορισμός του ποσού προς αποζημίωση (άρθρο 7 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ)
Κατά τον υπολογισμό των ορίων κάλυψης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 το τμήμα που αναλογεί σε κάθε καταθέτη κοινού λογαριασμού θεωρείται ως χωριστή κατάθεση του κάθε καταθέτη και καλύπτεται μέχρι το όριο κάλυψης συνυπολογιζομένων και των λοιπών καταθέσεών του στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα. Αν δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη ή δεν προκύπτει το τμήμα της κατάθεσης που αναλογεί σε κάθε καταθέτη, ο κοινός λογαριασμός κατανέμεται κατά ίσα μέρη μεταξύ των καταθετών για τους σκοπούς της αποζημίωσής τους.
Όπου ο νόμος επιτρέπει την τήρηση κατάθεσης για λογαριασμό άλλου προσώπου, εν όλω ή εν μέρει, από την εγγύηση καλύπτεται το άλλο αυτό πρόσωπο μέχρι το όριο κάλυψης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ορίζεται ή δύναται να οριστεί πριν από την ημερομηνία αδυναμίας. Στην περίπτωση περισσοτέρων τέτοιων προσώπων, κατά τον υπολογισμό του ορίου κάλυψης λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα δυνάμει των νομίμων ή συμβατικών ρυθμίσεων που διέπουν τη διαχείριση των κατατεθέντων ποσών. Αν δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη ή δεν προκύπτει το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε πρόσωπο, ο λογαριασμός κατανέμεται κατά ίσα μέρη μεταξύ των προσώπων για τους σκοπούς της αποζημίωσής τους. Ενδεικτικές περιπτώσεις των ανωτέρω αποτελούν οι λογαριασμοί πελατείας των ΕΠΕΥ.
Για τον σκοπό υπολογισμού του καταβλητέου ποσού της αποζημίωσης τα πιστωτικά υπόλοιπα των λογαριασμών καταθέσεων συμψηφίζονται με τις πάσης φύσεως ανταπαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος κατά του δικαιούχου καταθέτη, εφόσον και στην έκταση που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά ή πριν από την ημερομηνία αδυναμίας, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 440 επ. του Αστικού Κώδικα, τα στοιχεία που παρέχει στο ΤΕΚΕ ο εκκαθαριστής του πιστωτικού ιδρύματος και τις νομικές και συμβατικές διατάξεις που διέπουν τη συνολική σχέση μεταξύ του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος και του καταθέτη. Το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει τους καταθέτες πριν από τη σύναψη της σύμβασης τόσο του τυχόν δανείου όσο και του ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού για τις προϋποθέσεις συμψηφισμού, όπως αναφέρονται ανωτέρω.
Δεδουλευμένοι τόκοι των καταθέσεων, οι οποίοι δεν έχουν πιστωθεί κατά την ημερομηνία αδυναμίας καθίστανται απαιτητοί κατά την ανωτέρω ημερομηνία και αποτελούν περιεχόμενο της αποζημίωσης εντός του ορίου κάλυψης.
Οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις σε καταθέτες απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους ή εισφοράς.
Άρθρο 11
Ενεργοποίηση και διαδικασία καταβολής αποζημίωσης καταθετών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/490/ΕΕ)
Το ΤΕΚΕ αποζημιώνει τους καταθέτες εφόσον μία κατάθεση καταστεί μη διαθέσιμη. Μία κατάθεση καθίσταται μη διαθέσιμη κατά την ημερομηνία αδυναμίας, οπότε και ενεργοποιείται η διαδικασία καταβολής αποζημίωσης.
Η παράταση του χρόνου εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 138 του ν. 4261/2014 δεν συνιστά καθ’ εαυτή περίπτωση αδυναμίας συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά την έννοια της περίπτωσης 27 της παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.
Το ΤΕΚΕ, αμέσως μόλις του κοινοποιηθεί η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της δικαστικής αρχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις υποπεριπτώσεις α΄ και β΄ της περίπτωσης 27 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, καταρτίζει κατάλογο καταθετών με βάση τα στοιχεία που του υποβάλλονται από το πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο αφορούν οι ως άνω αποφάσεις. Εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της ανωτέρω αποφάσεως καθίστανται διαθέσιμα, με τον πλέον πρόσφορο τρόπο από τον εκκαθαριστή, προς το σύνολο των καταθετών, επικαιροποιημένα αντίγραφα με την κίνηση και τα υπόλοιπα του συνόλου των λογαριασμών τους στο υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα. Τα εν λόγω στοιχεία περιλαμβάνουν τις κινήσεις από την ημέρα αποστολής του τελευταίου αντιγράφου μέχρι την τελευταία ημέρα λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, ή τις κινήσεις των τελευταίων τριάντα (30) ημερών, εκτός από τις κινήσεις συναλλαγών σε εκκρεμότητα. Ακολούθως, μετά τους σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 συμψηφισμούς, το ΤΕΚΕ καθιστά διαθέσιμο το ποσό της αποζημίωσης εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία αδυναμίας.
Σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10, η προθεσμία των επτά (7) ημερών της προηγούμενης παραγράφου παρατείνεται συνολικά έως τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία αδυναμίας.
Η καταβολή αποζημίωσης από το ΤΕΚΕ αναβάλλεται όταν:
- α) η κατάθεση έχει δεσμευτεί από δικαστική διαταγή
ή απόφαση έως τη χρονική στιγμή κατά την οποία το ΤΕΚΕ λαμβάνει γνώση της άρσης της δέσμευσης,
- β) η κατάθεση υπόκειται σε περιοριστικά μέτρα που
έχουν επιβληθεί από εθνικές κυβερνήσεις ή διεθνή όργανα έως τη χρονική στιγμή κατά την οποία το ΤΕΚΕ λαμβάνει γνώση για την άρση των περιοριστικών μέτρων,
- γ) το ποσό προς αποζημίωση αποτελεί μέρος πρόσκαιρου υψηλού υπολοίπου, όπως αυτό ορίζεται στην
παράγραφο 2 του άρθρου 9 ή
- δ) το ποσό προς αποζημίωση πρέπει να καταβληθεί
από το ΣΕΚ του κράτους − μέλους υποδοχής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43. Το ΤΕΚΕ καταβάλει τις αποζημιώσεις όταν κατά περίπτωση διαπιστώσει ότι έχουν αρθεί οι λόγοι αναβολής.
Ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες προθεσμίες στις παραγράφους 3 και 4, στην περίπτωση κατά την οποία εναντίον καταθέτη ή άλλου ατόμου που δικαιούται ή έχει συμφέρον σε ποσά που τηρούνται σε λογαριασμό, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που οδηγεί σε δέσμευση, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3691/2008, το ΤΕΚΕ αναστέλλει οποιαδήποτε καταβολή μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η υπόθεση.
Οι αποζημιώσεις καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας στην οποία τηρείται ο λογαριασμός. Αν οι λογαριασμοί τηρούνταν σε άλλο νόμισμα, διαφορετικό από το νόμισμα της καταβολής αποζημίωσης, εφαρμόζεται η Συναλλαγματική Ισοτιμία Αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ισχύει κατά την ημερομηνία αδυναμίας.
Το ποσό προς αποζημίωση είναι διαθέσιμο χωρίς να απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης στο ΤΕΚΕ. Για τον σκοπό αυτόν, το πιστωτικό ίδρυμα διαβιβάζει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις καταθέσεις και τους καταθέτες, μόλις ζητηθούν από το ΤΕΚΕ.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 8, για την καταβολή αποζημιώσεων που αφορά τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9, οι καταθέτες υποβάλλουν αίτηση κατόπιν ανακοίνωσης του ΤΕΚΕ, με την οποία ορίζεται η διαδικασία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, η προθεσμία υποβολής τους και το περιεχόμενό τους.
Εναλλακτικά και αντί της καταβολής αποζημίωσης, η διατήρηση της πρόσβασης των καταθετών σε εγγυημένες καταθέσεις επιτυγχάνεται μέσω της λογιστικής μεταφοράς καταθέσεων, υπό τον όρο ότι το κόστος που βαραίνει το ΤΕΚΕ δεν υπερβαίνει το καθαρό ποσό αποζημίωσης των εγγυημένων καταθετών στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα.
Κάθε αλληλογραφία μεταξύ του ΤΕΚΕ και του καταθέτη συντάσσεται:
- α) στην ελληνική γλώσσα ή
- β) στην επίσημη γλώσσα των οργάνων της ΕΕ την
οποία χρησιμοποιεί το πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο τηρείται η κατάθεση, όταν επικοινωνεί με τον καταθέτη ή Αν πιστωτικό ίδρυμα δραστηριοποιείται άμεσα σε άλλο κράτος − μέλος, χωρίς να έχει ιδρύσει υποκαταστήματα, οι πληροφορίες παρέχονται στη γλώσσα που επελέγη από τον καταθέτη όταν ανοίχτηκε ο λογαριασμός.
Δεν καταβάλλεται αποζημίωση όταν τους τελευταίους 24 μήνες δεν έλαβε χώρα συναλλαγή σχετική με την κατάθεση και η αξία της κατάθεσης είναι μικρότερη από το διοικητικό κόστος που θα προκαλούσε στο ΤΕΚΕ η καταβολή της αποζημίωσης αυτής. Το διοικητικό κόστος του ΤΕΚΕ θα προσδιορίζεται με απόφαση του ΔΣ και θα δύναται να τροποποιείται εφόσον κρίνεται σκόπιμο. Ως συναλλαγή θεωρείται κάθε πραγματική συναλλαγή δικαιούχου καταθέτη ή τρίτου κατ’ εντολή οποιουδήποτε δικαιούχου, όπως και κάθε αίτημα του δικαιούχου προς το πιστωτικό ίδρυμα για ενημέρωσή του σχετικά με το υπόλοιπο του καταθετικού του λογαριασμού. Ενημέρωση συνιστά ενδεικτικώς η προσκόμιση βιβλιαρίου καταθέσεων και η ενημέρωση αυτού, καθώς και η ερώτηση υπολοίπου που υποβάλλεται μέσω εναλλακτικών δικτύων (ΑΤΜ, διαδικτυακή ή τηλεφωνική τραπεζική κ.λπ.). Η πίστωση των καταθέσεων με τόκους, καθώς και η κεφαλαιοποίησή τους, δεν συνιστούν συναλλαγή.
Το ΤΕΚΕ δεν υποχρεούται στην καταβολή τόκου επί του ποσού αποζημίωσης για το διάστημα μέχρι την καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους καταθέτες, εφόσον η αποζημίωση έχει καταστεί διαθέσιμη εντός των προθεσμιών των παραγράφων 3 και 4.
Το ΤΕΚΕ ανακοινώνει δια του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης. Οι ανακοινώσεις πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενα και τουλάχιστον για διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών.
Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζημίωσης καταθετών, τα κεφάλαια του ΣΚΚ που είναι κατατεθειμένα στο περιελθόν σε αδυναμία πιστωτικό ίδρυμα, οι προκύπτοντες δεδουλευμένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόμενη εισφορά προς το ΣΚΚ αποδίδονται αμέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΟΡΙΟ ΚΑΙ ΕΥΡΟΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ Σ.Κ.Ε.
Άρθρο 12
Επιλεξιμότητα απαιτήσεων καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και εξαιρέσεις αυτών
Επιλέξιμες είναι όλες οι απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των κατωτέρω, οι οποίες δεν καλύπτονται και εξαιρούνται από την εγγύηση και επομένως την καταβολή αποζημιώσεων από το ΤΕΚΕ:
- α) Οι απαιτήσεις άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, τις
οποίες έχουν στο όνομά τους και για ίδιο λογαριασμό.
- β) Οι απαιτήσεις που προέρχονται από συναλλαγές
επενδυτών − πελατών, για τις οποίες εξεδόθη τελεσίδικη καταδικαστική δικαστική απόφαση για ποινικό αδίκημα σχετικά με την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά τις εκάστοτε διατάξεις της νομοθεσίας ή την αντίστοιχη νομοθεσία άλλων κρατών.
- γ) Οι απαιτήσεις για ίδιο λογαριασμό των επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως ορίζονται στην περίπτωση 2 της
παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 και των ΕΠΕΥ, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007.
- δ) Οι απαιτήσεις των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,
κατά την έννοια της περίπτωσης 22 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014.
- ε) Οι απαιτήσεις των ασφαλιστικών εταιρειών, κατά
την έννοια του ν. 4364/2016.
- στ) Οι απαιτήσεις των οργανισμών συλλογικών
επενδύσεων σε κινητές αξίες κατά την έννοια του ν. 4099/2012, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών διαχείρισής τους.
- ζ) Οι απαιτήσεις των νομικών προσώπων που είναι
συνδεδεμένα, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (Α΄ 216), με το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα που περιέρχεται σε αδυναμία.
- η) Οι απαιτήσεις του Δημοσίου, όπως αυτό ορίζεται
στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), όπως ισχύει.
- θ) Οι απαιτήσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συμμετέχοντος στο ΤΕΚΕ πιστωτικού ιδρύματος που περιέρχεται σε αδυναμία και των ανώτερων
διοικητικών στελεχών του.
- ι) Οι απαιτήσεις των μετόχων του συμμετέχοντος στο
ΤΕΚΕ πιστωτικού ιδρύματος που περιέρχεται σε αδυναμία, των οποίων η συμμετοχή άμεσα ή έμμεσα στο κεφάλαιό του ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με πέντε τοις εκατό (5%) του μετοχικού του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, καθώς και των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια του προβλεπόμενου στη νομοθεσία ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος.
- ια) Οι απαιτήσεις των προσώπων που κατέχουν σε
εταιρείες συνδεδεμένες, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, με το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα που περιέρχεται σε αδυναμία, θέσεις ή ιδιότητες αντίστοιχες με τις απαριθμούμενες στις περιπτώσεις θ΄ και ι΄.
- ιβ) Οι απαιτήσεις των συγγενών μέχρι δευτέρου βαθμού και των συζύγων των προσώπων που απαριθμούνται
στις περιπτώσεις θ΄, ι΄ και ια΄, καθώς και των τρίτων προσώπων που τυχόν ενεργούν για λογαριασμό των προσώπων αυτών.
Άρθρο 13
Όριο κάλυψης επενδυτικών υπηρεσιών
Το ανώτατο όριο κάλυψης από το ΤΕΚΕ του συνόλου των απαιτήσεων κάθε επενδυτή − πελάτη, οι οποίες προκύπτουν από τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, έναντι συμμετέχοντος στο ΣΚΕ πιστωτικού ιδρύματος ορίζεται σε τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Το όριο αυτό ισχύει για το σύνολο των απαιτήσεων επενδυτή−πελάτη έναντι ορισμένου συμμετέχοντος στο ΣΚΕ πιστωτικού ιδρύματος, ανεξαρτήτως καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, αριθμού λογαριασμών, νομίσματος και τόπου παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας.
Αν το όριο κάλυψης αυξηθεί συνεπεία διάταξης νόμου, το ΔΣ αποφασίζει με την ειδική πλειοψηφία της παραγράφου 8 του άρθρου 48 για ανάλογη αναπρο
Άρθρο 14
Προσδιορισμός του ποσού προς αποζημίωση των επενδυτών − πελατών
Προκειμένου περί επενδυτών−πελατών των συμμετεχόντων στο ΤΕΚΕ πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι συνδικαιούχοι της ίδιας απαίτησης από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το τμήμα της απαίτησης που αναλογεί σε κάθε επενδυτή−πελάτη νοείται ως χωριστή απαίτηση έναντι του πιστωτικού ιδρύματος, και, συνυπολογιζομένων των λοιπών απαιτήσεών του έναντι του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, αποζημιώνεται μέχρι του ορίου κάλυψης του άρθρου 13.
Αν το τμήμα της απαίτησης που αναλογεί σε κάθε συνδικαιούχο δεν προκύπτει από τη μεταξύ των συνδικαιούχων και του συμμετέχοντος στο ΤΕΚΕ πιστωτικού ιδρύματος σύμβαση, για τους σκοπούς της αποζημίωσης η απαίτηση νοείται ότι ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη.
Όπου ο νόμος επιτρέπει την τήρηση επενδυτικού λογαριασμού για λογαριασμό άλλου προσώπου, εν όλω ή εν μέρει, από την εγγύηση καλύπτεται το άλλο αυτό πρόσωπο μέχρι το όριο κάλυψης εφόσον το πρόσωπο αυτό ορίζεται ή δύναται να οριστεί πριν από την ημερομηνία αδυναμίας. Στην περίπτωση περισσοτέρων τέτοιων προσώπων, κατά τον υπολογισμό του ορίου κάλυψης λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα δυνάμει των νομίμων ή συμβατικών ρυθμίσεων που διέπουν τη διαχείριση των επενδυτικών λογαριασμών. Αν δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη ή δεν προκύπτει το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε πρόσωπο, ο λογαριασμός κατανέμεται κατά ίσα μέρη μεταξύ των προσώπων για τους σκοπούς της αποζημίωσής τους.
Οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις σε επενδυτές − πελάτες απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους ή εισφοράς.
Άρθρο 15
Ενεργοποίηση και διαδικασία καταβολής αποζημίωσης επενδυτών − πελατών
Το ΤΕΚΕ ενεργοποιεί τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης και αποζημιώνει τους επενδυτές−πελάτες για απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδυναμία συμμετέχοντος στο ΣΚΕ πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις οριζόμενες στις υποπεριπτώσεις α΄ και β΄ της περίπτωσης 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, υποχρεώσεις του.
Η παράταση του χρόνου εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 138 του ν. 4261/2014 δεν συνιστά καθεαυτή περίπτωση αδυναμίας συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά την έννοια των υποπεριπτώσεων α΄ και β΄ της περίπτωσης 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 3.
Το ΤΕΚΕ αποζημιώνει τους επενδυτές − πελάτες το αργότερο μετά από τρεις (3) μήνες από την αποστολή από το ΤΕΚΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος του πρακτικού των δικαιούχων αποζημίωσης, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 19.
Σε έκτακτες περιπτώσεις και κατόπιν αιτήσεως του ΤΕΚΕ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εγκρίνει μία τρίμηνη παράταση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 3 προθεσμίας για την καταβολή αποζημιώσεων από το ΤΕΚΕ σε επενδυτές − πελάτες.
Οι αποζημιώσεις καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας στην οποία παρασχέθηκε η καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία.
Ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες προθεσμίες στις παραγράφους 3 και 4, στην περίπτωση κατά την οποία εναντίον επενδυτή − πελάτη ή άλλου ατόμου που δικαιούται ή έχει συμφέρον σε ποσά που τηρούνται σε λογαριασμό, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που οδηγεί σε δέσμευση, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3691/2008, το ΤΕΚΕ αναστέλλει οποιαδήποτε καταβολή μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η υπόθεση.
Το ΤΕΚΕ δεν υποχρεούται στην καταβολή τόκου επί του ποσού αποζημίωσης για το διάστημα μέχρι την καταβολή αποζημίωσης στους δικαιούχους επενδυτές−πελάτες, εφόσον η αποζημίωση καταστεί διαθέσιμη εντός των προθεσμιών των παραγράφων 3 και 4.
Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζημίωσης επενδυτών, τα κεφάλαια του ΣΚΕ που είναι κατατεθειμένα στο περιελθόν σε αδυναμία πιστωτικό ίδρυμα, οι προκύπτοντες δεδουλευμένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόμενη εισφορά προς το ΣΚΕ αποδίδονται αμέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του περιελθόντος σε αδυναμία πιστωτικού ιδρύματος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.
Η διαδικασία καταβολής αποζημίωσης στους επενδυτές − πελάτες περιγράφεται αναλυτικά στα άρθρα 16 έως 19.
Άρθρο 16
Διαδικασία πρόσκλησης επενδυτών − πελατών προς υποβολή αιτήσεων αποζημίωσης
Εντός ευλόγου χρόνου μετά την έκδοση απόφασης κατά τα προβλεπόμενα στις υποπεριπτώσεις α΄ και β΄ της περίπτωσης 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, το ΤΕΚΕ δημοσιεύει πρόσκληση προς τους επενδυτές−πελάτες για να προβάλουν γραπτώς τις απαιτήσεις τους έναντι του συμμετέχοντος στο ΤΕΚΕ πιστωτικού ιδρύματος από τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, ορίζοντας τη διαδικασία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, την προθεσμία υποβολής τους και το περιεχόμενό τους.
Το ΤΕΚΕ ανακοινώνει δια του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης. Οι ανακοινώσεις πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενα και τουλάχιστον για διάστημα 15 ημερών.
Η δημοσιευόμενη πρόσκληση περιέχει τουλάχιστον:
- α) το όνομα και τη διεύθυνση του κεντρικού καταστήματός της του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος,
όπου αυτό εδρεύει, ως προς το οποίο έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία αποζημίωσης μέσω του ΤΕΚΕ,
- β) την προθεσμία υποβολής αιτήσεων αποζημίωσης, η
οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη του εξαμήνου αλλά ούτε και μεγαλύτερη του εννεάμηνου από την τελευταία των δημοσιεύσεων της παραγράφου 2,
- γ) τη διεύθυνση υποβολής των αιτήσεων, τον τρόπο και
το χρόνο υποβολής και το ακριβές περιεχόμενο αυτών. τητας της παραγράφου 2, να παρατείνει την προθεσμία υποβολής αιτήσεων αποζημίωσης επενδυτών−πελατών μέχρι τρεις μήνες.
Το ΤΕΚΕ δεν δύναται να επικαλεσθεί την τυχόν λήξη των προθεσμιών που αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 και στην παράγραφο 4 προκειμένου να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτήπελάτη ο οποίος, αποδεδειγμένα, δεν ήταν σε θέση να υποβάλει εγκαίρως την αίτηση αποζημίωσης.
Άρθρο 17
Διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης προβαλλόμενων απαιτήσεων αποζημίωσης επενδυτών − πελατών
Το ΤΕΚΕ δύναται να ορίζει εμπειρογνώμονες με γνώση επί θεμάτων κεφαλαιαγοράς, προκειμένου να συνεργάζονται με τις αρμόδιες υπηρεσιακές μονάδες του σε ειδικά θέματα υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης επενδυτών − πελατών.
Οι αρμόδιες υπηρεσιακές μονάδες του ΤΕΚΕ και της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τυχόν οριζόμενοι εμπειρογνώμονες, προκειμένου να αξιολογήσουν τις αιτήσεις:
- α) μπορούν να ζητούν από το συμμετέχον πιστωτικό
ίδρυμα:
- αα) να εκφέρει άποψη ως προς το βάσιμο των προβαλλόμενων από τους αιτούντες αξιώσεων και,
- ββ) σε περίπτωση αμφισβήτησης, να προσκομίσει τα
σχετικά δικαιολογητικά και
- β) εξετάζουν τη βασιμότητα των αιτήσεων με βάση
τα διαθέσιμα στοιχεία, καθορίζοντας και το αναλογούν στον κάθε αιτούντα ποσό της αποζημίωσης.
Εκτός των εντεταλμένων υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΤΕΚΕ και οι τυχόν οριζόμενοι εμπειρογνώμονες έχουν, επίσης, την απαιτούμενη για την επιτέλεση του έργου τους εξουσία πρόσβασης στα βιβλία που τηρούνται από το συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα, υποχρεούμενοι σε απόλυτη εχεμύθεια έναντι τρίτων ως προς τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 18
Καθορισμός ύψους καταβλητέας αποζημίωσης σε επενδυτές − πελάτες
Για την εξακρίβωση των απαιτήσεων επενδυτή−πελάτη που έχει υποβάλει στο ΤΕΚΕ αίτηση για αποζημίωσή του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16, καθώς και τυχόν ανταπαιτήσεων του συμμετέχοντος στο ΤΕΚΕ πιστωτικού ιδρύματος κατά του αιτούντος, λαμβάνονται υπόψη τα βιβλία που τηρεί και τα στοιχεία που εκδίδει το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα δικαιολογητικά, εκτιμώνται δε αυτά τα αποδεικτικά μέσα ελεύθερα από το ΤΕΚΕ.
Το ύψος της καταβλητέας σε κάθε επενδυτή−πελάτη αποζημίωσης υπολογίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου και τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση του πελάτη με το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα, τηρουμένων των διατάξεων για το συμψηφισμό ομοειδών απαιτήσεων μεταξύ του επενδυτή−πελάτη και του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος.
Εφόσον ο επενδυτής−πελάτης έχει ουσιαστικώς επιβεβαιωθείσα νόμιμη αξίωση επί χρηματοπιστωτικών μέσων, τα οποία το συμμετέχον στο ΤΕΚΕ πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να του παραδώσει ή να του επιστρέψει, η αποτίμηση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων γίνεται με βάση την αξία τους κατά την ημερομηνία αδυναμίας.
Για τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης σε κάθε επενδυτή−πελάτη που έχει υποβάλει στο ΤΕΚΕ αίτηση αποζημίωσής του για απαιτήσεις του κατά του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, αθροίζεται το σύνολο των εξακριβωμένων απαιτήσεων του αιτούντος κατά του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος, από όλες τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που του παρείχε το συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα και ανεξαρτήτως του αριθμού λογαριασμών των οποίων αυτός είναι δικαιούχος, του νομίσματος και του τόπου παροχής των υπηρεσιών.
Άρθρο 19
Ανακοίνωση της απόφασης του ΤΕΚΕ περί αποζημίωσης επενδυτών − πελατών Μετά την ολοκλήρωση της αποτίμησης, το ΤΕΚΕ:
- α) εκδίδει πρακτικό στο οποίο αναγράφονται οι δικαιούχοι αποζημίωσης αιτούντες επενδυτές−πελάτες
του περιελθόντος σε αδυναμία πιστωτικού ιδρύματος, με προσδιορισμό του χρηματικού ποσού που δικαιούται ο καθένας, και το οποίο κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο περιέλθον σε αδυναμία πιστωτικό ίδρυμα εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την έκδοσή του και
- β) ανακοινώνει σε κάθε αιτούντα χωριστά το πόρισμά
του ως προς αυτόν το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση του πρακτικού της υποπαραγράφου α΄ με προσδιορισμό του συνολικού ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΙΟ ΚΑΙ ΕΥΡΟΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ
Άρθρο 20
Καθορισμός απαιτήσεων Αν καταθέτης ή επενδυτής − πελάτης έχει απαίτηση κατά πιστωτικού ιδρύματος και δεν είναι ευχερής η κατάταξή της ως επιλέξιμης καταθέσεως ή ως επιλέξιμης απαιτήσεως από καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, το ΔΣ εντάσσει την απαίτηση στην κατά την κρίση του καταλληλότερη κατηγορία, χωρίς να επιτρέπεται η καταβολή διπλής αποζημίωσης για την ίδια απαίτηση.
Άρθρο 21
Απαιτήσεις καταθετών και επενδυτών − πελατών έναντι του ΤΕΚΕ − Παραγραφή αξιώσεων (άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/490/ΕΕ)
Οι καταθέτες και οι επενδυτές πελάτες έχουν ευθεία αξίωση κατά του ΤΕΚΕ για την καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούνται κατά τις διατάξεις του παρόντος και σε περίπτωση που η αξίωσή τους δεν ικανοποιηθεί δύνανται να ασκήσουν σχετική αγωγή μετά την πάροδο των προθεσμιών του άρθρου 11 και 15. Αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας. προθεσμιών των άρθρων 11 και 15.
Άρθρο 22
Απαιτήσεις ΤΕΚΕ έναντι καταθετών και επενδυτών − πελατών σε περίπτωση αδικαιολογήτως καταβληθείσας αποζημίωσης − Παραγραφή αξιώσεων
Το ΤΕΚΕ έχει δικαίωμα αναζήτησης της αποζημίωσης που κατέβαλε σε καταθέτη ή επενδυτή−πελάτη αχρεωστήτως.
Η αξίωση της προηγουμένης παραγράφου παραγράφεται πέντε (5) έτη μετά την καταβολή της αποζημίωσης.
Άρθρο 23
Υποκατάσταση στα δικαιώματα των καταθετών και επενδυτών − πελατών Με την επιφύλαξη της παραγράφου 15 του άρθρου 11 και της παραγράφου 8 του άρθρου 15, το ΤΕΚΕ υποκαθίσταται στα δικαιώματα των αποζημιωθέντων καταθετών και επενδυτών − πελατών σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή εξυγίανσης για τα ποσά που κατέβαλε σε αυτούς. Το ΤΕΚΕ έχει επίσης απαίτηση έναντι του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος για τις καταβολές του στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης συμπεριλαμβανομένης της χρήσης, μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 40. Οι ανωτέρω απαιτήσεις ικανοποιούνται κατά τη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 145 και 145Α του ν. 4261/2014.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 24
Χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων
Η χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και το Σκέλος Εξυγίανσης διέπονται από τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 του παρόντος και στα εσωτερικά άρθρα 95 έως 104 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015.
Στις περιπτώσεις που το ΤΕΚΕ ενεργοποιήθηκε για τους σκοπούς των άρθρων 63Δ και 63Ε του ν. 3601/2007 ή των άρθρων 141 και 142 του ν. 4261/2014 και πιστωτικό ίδρυμα τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, τα Σκέλη του ΤΕΚΕ αποκτούν αξιώσεις κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, οι οποίες ικανοποιούνται προνομιακά από το προϊόν της ειδικής εκκαθάρισης μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 154 περίπτωση γ΄ του Πτωχευτικού Κώδικα και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα. Το ύψος της απαίτησης του άρθρου 154 περίπτωση γ΄ του Πτωχευτικού Κώδικα ανά δικαιούχο που ικανοποιείται προνομιακά κατά το προηγούμενο εδάφιο υπόκειται σε ανώτατο όριο, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Το τυχόν υπερβάλλον ποσό της απαίτησης κάθε δικαιούχου ικανοποιείται μετά τα Σκέλη του ΤΕΚΕ και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα. Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται στις ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες ξεκίνησαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, και ως προς τις οποίες η κατάταξη των απαιτήσεων λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 145Α του ν. 4261/2014.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΣΚΚ − ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΥΤΩΝ
Άρθρο 25
Διαθέσιμα και επίπεδο − στόχος ΣΚΚ
Το ενεργητικό του ΣΚΚ αποτελείται από τα διαθέσιμά του και τυχόν απαιτήσεις του από οποιαδήποτε αιτία.
Τα διαθέσιμα του ΣΚΚ σχηματίζονται από τακτικές, έκτακτες και αρχικές εισφορές τις οποίες καταβάλλουν υποχρεωτικά τα συμμετέχοντα στο ΣΚΚ πιστωτικά ιδρύματα κατά το άρθρο 5 του παρόντος. Στα διαθέσιμα του ΣΚΚ περιλαμβάνεται το ιδρυτικό του κεφάλαιο και το ΠΚΚΚ, προστίθενται δε και έσοδά του από άλλες πηγές, όπως από τη διαχείριση των διαθεσίμων του, από την είσπραξη ή και ρευστοποίηση απαιτήσεών του, από τυχόν δωρεές και πάσης άλλης φύσεως έσοδα τα οποία προκύπτουν κατά την επίτευξη του σκοπού του. Τα εκ των ανωτέρω χρηματικά διαθέσιμα τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς του ΣΚΚ στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έσοδα από την ρευστοποίηση απαιτήσεων του ΣΚΚ διατίθενται αρχικά για την αποπληρωμή των δανείων του και εν συνεχεία κατατίθενται στους ως άνω λογαριασμούς του ΣΚΚ στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Κάθε ζήτημα που αφορά προσδιορισμό, υπολογισμό και την καταβολή εισφορών αποφασίζεται με ειδική πλειοψηφία του ΔΣ του ΤΕΚΕ, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 27.
Τα διαθέσιμα του ΣΚΚ πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον σε ποσοστό 0,8% επί του ύψους των εγγυημένων καταθέσεων των μελών του ΣΚΚ έως τις 3 Ιουλίου 2024, το οποίο αποτελεί επίπεδο − στόχο. Το ΠΚΚΚ δεν περιλαμβάνεται για σκοπούς υπολογισμού του επιπέδου − στόχου. Αν το ΤΕΚΕ καταβάλει συνολικές αποζημιώσεις οι οποίες υπερβαίνουν το 0,8% των εγγυημένων καταθέσεων, η αρχική χρονική περίοδος για την επίτευξη του επιπέδου στόχου δύναται να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως τέσσερα (4) έτη.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, όταν αυτό δικαιολογείται δεόντως και κατόπιν έγκρισης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δύναται να οριστεί ελάχιστο επίπεδο−στόχος χαμηλότερο από αυτό που ορίζεται στην παράγραφο 4, με την προϋπόθεση να πληρούνται οι εξής όροι:
- α) η μείωση βασίζεται στην παραδοχή ότι ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων του ΣΚΚ δεν είναι πιθανό
να χρησιμοποιηθεί για μέτρα προστασίας των καλυπτόμενων καταθετών, εκτός από αυτά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 40 και
- β) ο τραπεζικός τομέας εντός του οποίου δραστηριοποιούνται τα πιστωτικά ιδρύματα που συνδέονται με το
ΤΕΚΕ παρουσιάζει υψηλή συγκέντρωση με μεγάλη αξία στοιχείων του ενεργητικού να κατέχονται από μικρό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων ή τραπεζικών ομίλων, που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, τα οποία, λόγω του μεγέθους τους, σε περίπτωση αδυναμίας, είναι πιθανό να υποβληθούν σε διαδικασίες εξυγίανσης. ταθέσεων.
Η επίτευξη του επιπέδου − στόχου δεν αποκλείει τη δυνατότητα του ΤΕΚΕ να επιβάλει περαιτέρω εισφορές προς εύλογη επαύξηση των διαθεσίμων του.
Η συμμετοχή στο ιδρυτικό κεφάλαιο, καθώς και τα πάσης φύσεως διαθέσιμα του ΣΚΚ, εκτός του ΠΚΚΚ, δεν επιστρέφονται στα πιστωτικά ιδρύματα για οποιονδήποτε λόγο.
Το ΠΚΚΚ αποτελεί ειδική ομάδα περιουσίας, η οποία προέκυψε από τις εισφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων κατ’ εφαρμογή της παρ.2 του άρθρου 6 του ν. 3714/2008 (Α΄ 231).
Το ενεργητικό του ΠΚΚΚ θεωρείται ότι αποτελεί ενεργητικό των συμμετεχόντων σε αυτό πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά το λόγο συμμετοχής τους σε αυτό και αποτελεί μέρος των διαθεσίμων και αντικείμενο διαχείρισης από το ΤΕΚΕ προς επίτευξη των σκοπών του. Τυχόν εισπραττόμενα από το προϊόν της εκκαθάρισης ποσά και πρόσοδοι του ενεργητικού του ΠΚΚΚ προστίθενται σε αυτό και το επαυξάνουν.
Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΠΚΚΚ έχει μία ατομική μερίδα σε αυτό, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής του στο ΠΚΚΚ. Οι ατομικές μερίδες των πιστωτικών ιδρυμάτων που απαρτίζουν το ΠΚΚΚ είναι ακατάσχετες έναντι του ΤΕΚΕ. Τυχόν κατάσχεση επιτρέπεται μόνον εις βάρος της τυχόν επιστρεφόμενης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6, στο πιστωτικό ίδρυμα ατομικής του μερίδας και μέχρι της αξίας αυτής, σε περίπτωση αποχώρησης αυτού από το ΣΚΚ.
Σε περίπτωση καταβολής αποζημίωσης σε καταθέτες κατά τις διατάξεις του παρόντος χρησιμοποιείται αρχικώς, μέχρι την εξάντλησή της, η ατομική μερίδα στο ΠΚΚΚ του πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο περιήλθε σε αδυναμία. Αν η μερίδα αυτή δεν επαρκεί, για το υπόλοιπο καταβλητέο ποσό, χρήση των κεφαλαίων του ΠΚΚΚ γίνεται κατά τα οριζόμενα από το ΔΣ.
Η ατομική μερίδα κάθε πιστωτικού ιδρύματος παύει να θεωρείται ενεργητικό αυτού, αφ’ ης χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ΤΕΚΕ.
Η ατομική μερίδα εκάστου πιστωτικού ιδρύματος σε περίπτωση αποχώρησής του από το ΣΚΚ επιστρέφεται στο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6.
Άρθρο 26
Αρχική εισφορά ΣΚΚ
Αρχική εισφορά, πέραν της τακτικής, οφείλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα που εισέρχονται στο ΣΚΚ, καταβάλλεται δε, εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη συμμετοχής τους στο ΣΚΚ.
Η αρχική εισφορά καθορίζεται ως το ποσό που προκύπτει από το γινόμενο των διαθεσίμων του ΣΚΚ επί το λόγο των ιδίων κεφαλαίων του νέου μέλους προς το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν ήδη στο ΣΚΚ. Ως ημερομηνία βάσης υπολογισμού των διαθεσίμων του ΣΚΚ και των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων λαμβάνεται υπόψη η 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Για τα πιστωτικά ιδρύματα που εισέρχονται στο ΣΚΚ, ως ίδια κεφάλαια νοούνται τα ίδια κεφάλαια ως ορίζονται στη περίπτωση 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.
Η αρχική εισφορά προσαρμόζεται με βάση τον αναλαμβανόμενο από τα πιστωτικά ιδρύματα κίνδυνο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις ετήσιες τακτικές εισφορές. Το ύψος της αρχικής εισφοράς δεν δύναται να υπερβαίνει το 8% των ιδίων κεφαλαίων του νέου μέλους του ΣΚΚ.
Το νεοεισελθέν στο ΣΚΚ πιστωτικό ίδρυμα καταβάλλει την αρχική εισφορά σε τρεις (3) ετήσιες δόσεις με πίστωση του ειδικού λογαριασμού του ΣΚΚ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το υπόλοιπο ποσό της αρχικής εισφοράς αναπροσαρμόζεται ανά έτος αποκλειστικά βάσει της μεταβολής του ύψους των διαθεσίμων του ΣΚΚ για το αντίστοιχο έτος, χωρίς να υπερβαίνει το ποσό της αρχικής εισφοράς που ορίστηκε κατά το έτος εισόδου στο ΣΚΚ.
Σε περίπτωση εξαγοράς υποκαταστήματος το οποίο συμμετείχε αυτοτελώς στο ΣΚΚ από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο δεν συμμετέχει στο ΣΚΚ, δεν υφίσταται υποχρέωση εκ νέου καταβολής αρχικής εισφοράς για το εν λόγω υποκατάστημα, εφόσον εγκρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος η διατήρηση της αρχικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του υφιστάμενου υποκαταστήματος υπό το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Άρθρο 27
Τακτικές εισφορές ΣΚΚ
Οι τακτικές εισφορές καταβάλλονται ετησίως.
Αν τα διαθέσιμα του ΣΚΚ υπολείπονται του επιπέδου − στόχου, καταβάλλονται ετήσιες εισφορές μέχρι να επιτευχθεί τουλάχιστον το επίπεδο – στόχος.
Αν, αφού έχει επιτευχθεί για πρώτη φορά το επίπεδο − στόχος, τα διαθέσιμα του ΣΚΚ μειωθούν σε λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου – στόχου, το ΔΣ καθορίζει τις ετήσιες τακτικές εισφορές σε επίπεδο που επιτρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο − στόχος το αργότερο μέσα σε έξι (6) έτη από το χρόνο μειώσεως.
Οι βασικοί παράγοντες για τον υπολογισμό των ετησίων τακτικών εισφορών είναι το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων και ο βαθμός του κινδύνου που αναλαμβάνει κάθε πιστωτικό ίδρυμα. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη η εκάστοτε φάση του οικονομικού κύκλου και οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η προκυκλικότητα των εισφορών. Το ΔΣ του ΤΕΚΕ εισηγείται στο Υπουργείο Οικονομικών, με κοινοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, τη μεθοδολογία υπολογισμού των ετήσιων τακτικών εισφορών λαμβάνοντας υπόψη τον αναλαμβανόμενο από τα πιστωτικά ιδρύματα κίνδυνο και τον τρόπο που θα λαμβάνονται υπόψη η φάση του οικονομικού κύκλου και η προκυκλικότητα των εισφορών. Η μεθοδολογία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ως άνω μεθοδολογία πρέπει να είναι σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ, στην οποία και κοινοποιείται από το ΤΕΚΕ.
Για τον υπολογισμό του ύψους των εγγυημένων καταθέσεων για τους σκοπούς του υπολογισμού της ετησίας τακτικής εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εγγυημένων καταθέσεων του προηγούμενου έτους, εξαγόμενος από το μέσο όρο των εγγυημένων καταθέσεων της τελευταίας ημέρας των ημερολογιακών τριμήνων του έτους αυτού. Για την εξεύρεση της μέσης τιμής των εγγυημένων καταθέσεων σε συνάλλαγμα, το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων θα με Κεντρικής Τράπεζας της τελευταίας εργάσιμης ημέρας κάθε ημερολογιακού τριμήνου του προηγούμενου έτους.
Εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την αρχή κάθε έτους , κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ ετήσια κατάσταση, με το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων της τελευταίας ημέρας κάθε ημερολογιακού τριμήνου του προηγούμενου έτους, υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο ή τον προς τον σκοπό αυτόν ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα από το πιστωτικό ίδρυμα και τον ορκωτό λογιστή του πιστωτικού ιδρύματος. Έως την 1η Ιουνίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από την 1η Ιουνίου 2016, κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ τα στοιχεία της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου έτους, που ορίζει το ΤΕΚΕ για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου που αναλαμβάνει. Τα εν λόγω στοιχεία υπογράφονται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί τον έλεγχο των υποβαλλόμενων στοιχείων για τον υπολογισμό της βάσης εισφορών είτε αυτοβούλως στα πλαίσια της εποπτικής της αρμοδιότητας είτε κατόπιν αιτήματος του ΤΕΚΕ.
Αρχής γενομένης από 1.1.2017 οι καταθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 θεωρούνται κατά τεκμήριο εγγυημένες στο σύνολό τους, για σκοπούς υπολογισμού των εισφορών και αξιολόγησης του ύψους των εγγυημένων καταθέσεων, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως.
Το ΔΣ καθορίζει και γνωστοποιεί τις εισφορές το αργότερο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου. Τα πιστωτικά ιδρύματα καταβάλλουν τις ετήσιες τακτικές εισφορές σε μία δόση την 1η Νοεμβρίου του ημερολογιακού έτους που αφορούν με πίστωση του ειδικού λογαριασμού του ΣΚΚ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Με απόφαση του ΔΣ, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να καλύπτουν ποσοστό έως το 30% της ετήσιας τακτικής εισφοράς τους με δεσμεύσεις προς πληρωμή προς το ΤΕΚΕ, όπως αυτές ορίζονται στην περίπτωση 4 της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Το ΔΣ καθορίζει τυχόν ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για τις δεσμεύσεις προς πληρωμή, συμμορφούμενο με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η ΕΑΤ.
Πιστωτικό ίδρυμα το οποίο εντάσσεται στο ΣΚΚ κατά τη διάρκεια του έτους, οφείλει ετήσια τακτική εισφορά για το ημερολογιακό έτος ένταξης κατ’ αναλογία του χρόνου συμμετοχής του σε αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, ως ύψος των εγγυημένων καταθέσεων θεωρείται το ύψος των εγγυημένων καταθέσεών του βάσει των στοιχείων της τελευταίας ημέρας των τριμήνων του έτους κατά τη διάρκεια των οποίων συμμετείχε στο ΣΚΚ.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση οφείλει τακτική εισφορά για το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του κατ’ αναλογία του χρόνου που λειτούργησε μέσα σε αυτό. Οι περιπτώσεις πάσης φύσεως εταιρικών μετασχηματισμών δεν θεωρούνται διακοπή λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, αλλά εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί καθολικής ή ειδικής διαδοχής του εταιρικού δικαίου.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση πριν τον καθορισμό των εισφορών οποιασδήποτε φύσεως καταβάλλει τις οφειλόμενες εισφορές του αμέσως μετά τον καθορισμό τους από το ΤΕΚΕ σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28. Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση μετά τον καθορισμό των εισφορών οποιασδήποτε φύσεως από το ΤΕΚΕ σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28, καταβάλλει τις οφειλόμενες εισφορές την ημέρα διακοπής της λειτουργίας του.
Άρθρο 28
Έκτακτες εισφορές ΣΚΚ
Έκτακτες εισφορές καταβάλλονται σε περίπτωση που τα διαθέσιμα του ΣΚΚ δεν επαρκούν για την καταβολή αποζημιώσεων. Τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία συμμετέχουν στο ΣΚΚ σύμφωνα με το άρθρο 5, καταβάλλουν υποχρεωτικά έκτακτες εισφορές.
Οι έκτακτες εισφορές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 0,5% των εγγυημένων καταθέσεων του πιστωτικού ιδρύματος ανά ημερολογιακό έτος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με απόφαση του ΔΣ και τη σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται υψηλότερες εισφορές.
Ο τρόπος υπολογισμού των έκτακτων εισφορών είναι αντίστοιχος με τον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων τακτικών εισφορών. Ο χρόνος και τρόπος καταβολής των έκτακτων εισφορών καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ κατά περίπτωση.
Αν οι έκτακτες εισφορές θέτουν σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να χορηγήσει συνολική ή μερική αναστολή της υποχρέωσης καταβολής τους. Η αναστολή δεν χορηγείται για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, αλλά δύναται να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του πιστωτικού ιδρύματος. Έκτακτες εισφορές, ως προς τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή, καταβάλλονται όταν η συγκεκριμένη καταβολή δεν θέτει πλέον σε κίνδυνο τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί τα ανωτέρω στο ΤΕΚΕ για τις ενέργειές του.
Σε περίπτωση συνολικής ή μερικής αναστολής κατά τα ανωτέρω ως προς συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, το ποσό της συγκεκριμένης έκτακτης εισφοράς επιμερίζεται και καταβάλλεται από τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα. Μετά το πέρας της αναστολής και της καταβολής της έκτακτης εισφοράς από το αρχικώς υπόχρεο πιστωτικό ίδρυμα, αυτή αποδίδεται άτοκα στα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα που την είχαν καταβάλει ή συμψηφίζεται άτοκα με μελλοντικές εισφορές των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Άρθρο 29
Δανεισμός προς το ΣΚΚ
Σε περίπτωση που τα διαθέσιμα του ΣΚΚ δεν επαρκούν για την καταβολή αποζημιώσεων καταθετών ή για τη χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εσωτερικό άρθρο 104 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ, το ΣΚΚ δανείζεται τα απαιτούμενα κεφάλαια από τα συμμετέχοντα σε αυτό πιστωτικά ιδρύματα ή από άλλες πηγές. Για τα τάξεων 847 επ. ΑΚ χωρίς τις ενστάσεις του εγγυητή. Οι όροι των εν λόγω δανείων και εγγυήσεων καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ, λαμβάνοντας υπόψη την αναλογία συμμετοχής κάθε πιστωτικού ιδρύματος επί του συνόλου των εγγυημένων καταθέσεων του προηγούμενου έτους. Για τα παραπάνω δάνεια μπορεί να παρέχεται η εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.
Το ΣΚΚ δύναται σε κάθε περίπτωση να δανείζεται τα απαιτούμενα κεφάλαια, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις έναντι αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΤΟΥ ΣΚΕ − ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΥΤΩΝ
Άρθρο 30
Διαθέσιμα ΣΚΕ
Το Ενεργητικό του ΣΚΕ είναι ομάδα περιουσίας, της οποίας τα επιμέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου στα συμμετέχοντα σε αυτό πιστωτικά ιδρύματα, κατά το λόγο συμμετοχής τους σε αυτό και αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης από το ΤΕΚΕ κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Το Ενεργητικό του ΣΚΕ συνιστάται και διαμορφώνεται με βάση τις αρχικές, τακτικές και έκτακτες εισφορές των συμμετεχόντων στο ΣΚΕ πιστωτικών ιδρυμάτων, τις προσόδους και τα έσοδα που προκύπτουν από τη διαχείριση της περιουσίας του, και τα έσοδα από τη ρευστοποίηση απαιτήσεών του.
Οι εισφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο ΣΚΕ, πλέον των προσόδων που αναλογούν σε αυτές και λοιπών τυχόν πόρων του ΣΚΕ, συνιστούν τις ατομικές τους μερίδες σε αυτό. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΕ έχει μία ατομική μερίδα σε αυτό. Οι ατομικές μερίδες αντιστοιχούν στο ποσοστό συμμετοχής του κάθε συμμετέχοντος στο Ενεργητικό του ΣΚΕ πιστωτικού ιδρύματος. Για λόγους διευκόλυνσης του λογιστικού προσδιορισμού της αξίας των ατομικών μερίδων, το Ενεργητικό του ΣΚΕ δύναται να υποδιαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, από τα οποία συγκροτούνται οι ατομικές μερίδες των συμμετεχόντων σε αυτό πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι ατομικές μερίδες των πιστωτικών ιδρυμάτων που απαρτίζουν το Ενεργητικό του ΣΚΕ είναι αμεταβίβαστες και ακατάσχετες. Τυχόν μεταβίβαση ή κατάσχεση νοείται μόνον ως προς την τυχόν επιστρεπτέα στο πιστωτικό ίδρυμα αξία της ατομικής του μερίδας, σε περίπτωση αποχώρησης αυτού από το ΣΚΕ, αφ’ ης γεννηθεί και είναι απαιτητή η σχετική αξίωση επιστροφής αυτής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 7.
Άρθρο 31
Αρχικές εισφορές προς το ΣΚΕ
Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, καθώς και τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε χώρα εκτός της ΕΕ και συμμετέχουν υποχρεωτικά στο ΤΕΚΕ σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 5, καταβάλλουν, πέραν της εκάστοτε αναλογούσας σε αυτά τακτικής εισφοράς, κατά τη συμμετοχή τους για πρώτη φορά στο ΣΚΕ, αρχική εισφορά ίση με το ποσό που προκύπτει από το γινόμενο του ύψους των συσσωρευμένων πόρων του Ενεργητικού του ΣΚΕ επί το λόγο των ιδίων κεφαλαίων τους προς το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν ήδη στο ΣΚΕ. Ως ημερομηνία βάσης υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των συσσωρευμένων πόρων του Ενεργητικού του ΣΚΕ λαμβάνεται η 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου της ένταξης του πιστωτικού ιδρύματος στο ΣΚΕ ημερολογιακού έτους. Ως ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρες, νοούνται τα ίδια κεφάλαια ως ορίζονται στην περίπτωση 47 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014. Η αρχική εισφορά δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ.
Αν πιστωτικό ίδρυμα πρόκειται να συμμετάσχει για πρώτη φορά στο ΣΚΕ και εξαγοράσει υποκατάστημα, το οποίο συμμετείχε αυτοτελώς στο ΣΚΕ, κατά τον υπολογισμό του ύψους της αρχικής εισφοράς του νεοεισερχόμενου πιστωτικού ιδρύματος συνυπολογίζεται και το ύψος της ατομικής μερίδας του συμμετέχοντος υποκαταστήματος στο ΣΚΕ, εφόσον εγκρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος η διατήρηση της αρχικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του υφιστάμενου υποκαταστήματος υπό το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Με απόφαση του ΔΣ καθορίζεται το χρονικό σημείο και η διαδικασία καταβολής των αρχικών εισφορών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.
H καταβολή των αναλογουσών σε κάθε πιστωτικό ίδρυμα αρχικών εισφορών στο Ενεργητικό του ΣΚΕ πραγματοποιείται με πίστωση ειδικών λογαριασμών του ΣΚΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίοι είναι απολύτως διακριτοί από τους αντίστοιχους λογαριασμούς του ΣΚΚ, του ΣΕ και του Τέλους Συμμετοχής.
Άρθρο 32
Τακτικές εισφορές προς το ΣΚΕ
Τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στο ΣΚΕ καταβάλλουν ετήσια τακτική εισφορά, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται εντός του μηνός Ιουνίου του αντιστοίχου έτους με απόφαση του ΔΣ.
H ετήσια τακτική εισφορά, την οποία καταβάλλει κάθε πιστωτικό ίδρυμα και υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος που συμμετέχει στο ΣΚΕ, ορίζεται ως το άθροισμα των ποσών που προκύπτουν με βάση τους ακόλουθους συντελεστές κατά κλιμάκιο αξίας των περιουσιακών στοιχείων επενδυτών − πελατών κάθε συμμετέχοντος στο ΣΚΕ κατά την παροχή καλυπτόμενων υπηρεσιών:
- α) Για αξία περιουσιακών στοιχείων επενδυτών − πελατών συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος μέχρι
30.000.000 ευρώ η τακτική εισφορά ανέρχεται σε ποσοστό:
- αα) 2,75% της αξίας των κατεχομένων περιουσιακών
στοιχείων, ή
- ββ) 1,00% για κινητές αξίες τις οποίες κατέχει το
συμμετέχον στο ΣΚΕ για λογαριασμό πελατών του και οι οποίες είναι καταχωρημένες στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣΑΤ) σε λογαριασμούς τελικού επενδυτή, καθώς του συστήματος εκκαθάρισης, εφόσον το συμμετέχον έχει αναθέσει στο διαχειριστή του ΣΑΤ ή στο διαχειριστή του συστήματος εκκαθάρισης διακανονισμού ή κεντρικού αντισυμβαλλομένου, κατά περίπτωση, να ενημερώνει τους τελικούς δικαιούχους των λογαριασμών που είναι επενδυτές − πελάτες του συμμετέχοντος για τις μεταβολές που επέρχονται στο λογαριασμό τους. Η ενημέρωση θα γίνεται άμεσα και το αργότερο εντός της επόμενης ημέρας από την εκκαθάριση της συναλλαγής και, γενικότερα, από τη διενέργεια οποιασδήποτε χρεοπίστωσης σε λογαριασμό τίτλων, απευθείας από τον διαχειριστή και ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις του ίδιου του συμμετέχοντος στο ΣΚΕ προς τους επενδυτές − πελάτες του.
- β) Για αξία περιουσιακών στοιχείων από 30.000.001
ευρώ έως 250.000.000 ευρώ η τακτική εισφορά ανέρχεται σε ποσοστό 2,75% της αξίας των κατεχομένων περιουσιακών στοιχείων.
- γ) Για αξία περιουσιακών στοιχείων από 250.000.001
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)