Νόμοι — ΦΕΚ A' 40/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 40 23 Φεβρουαρίου 2007
Σύσταση Αρχής για την κατανομή του διαθέσιμου χρόνου χρήσης στους ελληνικούς αερολιμένες και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΧΡΗΣΗΣ (SLOTS) ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΕΣ
Άρθρο 1
Αρχή Συντονισμού Πτήσεων Συνιστάται αυτοτελής δημόσια υπηρεσία με την επωνυμία «ΑΡΧΗ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΠΤΗΣΕΩΝ» (Α.Σ.Π.) και έδρα την Αθήνα. Η Αρχή έχει διοικητική και δημοσιονομική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος ασκεί έλεγχο νομιμότητας των πράξεών της και πειθαρχικό έλεγχο των μελών της.
Άρθρο 2
Συγκρότηση − Μέλη − Θητεία
Η Αρχή διοικείται από Συμβούλιο, που αποτελείται από τον Πρόεδρο και έξι μέλη. Ο Πρόεδρος πρέπει να διακρίνεται για την επιστημονική του κατάρτιση, την πα νεπιστημιακή του μόρφωση και την επαγγελματική του ικανότητα και να διαθέτει εξειδικευμένη εμπειρία σε θέ ματα αερομεταφορών. Τα μέλη της Αρχής πρέπει να διακρίνονται για την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τομέα των αερομεταφορών. Ο Πρόεδρος και τα μέλη διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία αποτελεί και την πράξη συγκρότησης του Συμβουλίου της Αρχής.
Ο Πρόεδρος επιλέγεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. Τα μέλη επιλέγονται ως εξής: Ένα μέλος προτείνεται από την Εταιρεία «Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.», δύο μέλη που υπηρετούν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας προτείνονται από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, ένα μέλος από τον πρώτο σε μέγεθος ελληνικό αερομεταφορέα, ένα μέλος από τον δεύτερο σε μέγεθος ελληνικό αερομεταφορέα και ένα μέλος από την Ένωση Ελληνικών Αεροπορικών Εταιρειών, το οποίο όμως δεν πρέπει να συνδέεται με υπαλληλική σχέση με τους προαναφερόμενους δύο αερομεταφορείς.
Η θητεία του Συμβουλίου είναι τριετής και μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών δύναται να ανακαλεί την πράξη διορισμού του Προέδρου και οποιουδήποτε μέλους για λόγους που αφορούν σε πλημ μελή εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων και συμπε ριφορά απάδουσα προς τα καθήκοντά τους. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Αρχής υποχρεούνται να υποβάλουν δή λωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατά ξεις του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309/Α΄). Εάν κατά τη διάρ κεια της θητείας κενωθεί για οποιονδήποτε λόγο η θέση του Προέδρου ή μέλους, διορίζεται νέος Πρόεδρος ή νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας αυτού που απο χώρησε.
Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Αρχής απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, ο δε Πρόεδρος είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Ο τρό πος άσκησης των καθηκόντων του Προέδρου και των με λών της Αρχής καθορίζεται από τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας και διαχείρισης του άρθρου 7 του παρόντος.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι αποδοχές του Προέδρου. Με απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής καθορίζεται η ανά συνεδρίαση αποζημίωση των λοιπών μελών της για χρονικό διάστημα ίσο με τη θητεία τους και σε ποσό που δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά συνεδρίαση τα διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Η δαπάνη που προκαλείται από την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων βαρύνει τον προϋπολογισμό της Αρχής.
Η Αρχή εκπροσωπείται ενώπιον κάθε διοικητικής και δικαστικής Αρχής από τον Πρόεδρό της, ο οποίος με απόφασή του μπορεί να εξουσιοδοτεί μέλη αυτής ή τον Διευθυντή να ενεργούν για λογαριασμό του και να τον εκπροσωπούν για συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια ή κατηγορία πράξεων ή ενεργειών. Η Αρχή συνέρχεται σε πρώτη συνεδρίαση, μέσα σε έναν μήνα από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης διορισμού των μελών της. Τα μέλη της Αρχής, σε περίπτωση που διώκονται ποινικώς ή ενάγονται από τρίτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση 1129 Κράτους υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα εγκρίνεται από τον Πρόεδρό του.
Άρθρο 3
Κωλύματα − Ασυμβίβαστα
Δεν δύναται να διοριστεί Πρόεδρος ή μέλος της Αρχής όποιος έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για αδίκημα που συνιστά κώλυμα διορισμού ή συνεπάγεται έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, ΦΕΚ 19/Α΄), όπως ισχύει. Δεν δύναται να διοριστεί Πρόεδρος της Αρχής εταίρος, μέτοχος, μέλος διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστής, υπάλληλος, σύμβουλος, μελετητής, ατομικής ή άλλης επιχείρησης, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών.
Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Αρχής εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέση τους, αν εκδοθεί σε βάρος τους αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που συνιστά κώλυμα διορισμού ή συνεπάγεται έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.
Η άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου ή μέλους αναστέλλεται, αν παραπεμφθεί αμετακλήτως για αδίκημα που συνιστά κώλυμα διορισμού ή συνεπάγεται έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου και μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Σε περίπτωση αναστολής άσκησης καθηκόντων, διορίζεται αναπληρωματικό μέλος, με τη διαδικασία του άρθρου 2. Η θητεία του αναπληρωματικού μέλους διαρκεί όσο διαρκεί η αναστολή.
Στη διαπίστωση των κωλυμάτων και ασυμβιβάστων προβαίνει, κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου, η Αρχή χωρίς τη συμμετοχή εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου ενδέχεται να συντρέχει το κώλυμα ή ασυμβίβαστο. Τη διαδικασία κινεί ο Πρόεδρος της Αρχής ή ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών. Τη σχετική απόφαση της Αρχής μπορεί να προσβάλει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Άρθρο 4
Αρμοδιότητες
Η Αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες:
- α) Ασκεί καθήκοντα προγραμματιστή και συντονιστή
όλων των αερολιμένων της χώρας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 95/1993 του Συμβουλίου (L 14/1993).
- β) Γνωμοδοτεί επί θεμάτων αρμοδιότητάς της.
- γ) Συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί πληροφορίες
που αφορούν την αποστολή της.
- δ) Συνεργάζεται για θέματα αρμοδιότητάς της με τις
αντίστοιχες αρχές, πρόσωπα, διεθνείς οργανισμούς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
- ε) Παρακολουθεί τη συμμόρφωση των πραγματοποιούμενων πτήσεων των αερομεταφορέων με τους
χρόνους χρήσης που τους διατίθενται και κοινοποιεί εγγράφως τις διαπιστώσεις της στα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας.
- στ) Δύναται να παρέχει και να λαμβάνει προς και από
τρίτους σχετικά δεδομένα ή πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία, αναφορικά με τη χωρητικότητα των αεροδρομίων, καθώς και να εκπροσωπείται και να συμμετέχει σε σχετικές διαβουλεύσεις ή συνέδρια.
- ζ) Συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί υπό τον όρο
της εχεμύθειας και της προστασίας του επιχειρηματικού και άλλων απορρήτων, καθώς και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά, εμπορικά και άλλα συναφή στοιχεία, που αφορούν τα πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητα στον τομέα των αερομεταφορών.
Με Προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να ανατίθενται στην Αρχή και άλλες γνωμοδοτικές αρμοδιότητες που αφορούν τους τομείς δράσης της και να ορίζονται ο τρόπος και οι λεπτομέρειες άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών. Για τα ανωτέρω θέματα μπορεί να περιλαμβάνεται στο διάταγμα εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικής απόφασης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Αρχής.
Κάθε φορέας, του οποίου οι δραστηριότητες υπάγονται στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, υποχρεούται να παρέχει αμέσως τα τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά, εμπορικά και άλλα συναφή στοιχεία ή πληροφορίες που ζητούνται από την Αρχή.
Οι αρμοδιότητες της Α.Σ.Π. εξειδικεύονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης του άρθρου 7 του παρόντος.
Άρθρο 5
Πόροι – Οικονομική διαχείριση της Α.Σ.Π.
Πόροι της Αρχής είναι οι εξής:
- α) Τα εφάπαξ ή ετησίως καταβαλλόμενα ανταποδοτικά τέλη τα οποία επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που
κάνουν χρήση των υπηρεσιών της.
- β) Πόροι προερχόμενοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση και
διεθνείς οργανισμούς, όπως επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις και χρηματοδοτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων.
- γ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και
Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών καταβάλλεται για το έτος 2007 από τον τακτικό προϋπολο γισμό εφάπαξ ποσό τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, το οποίο κατατίθεται ως έσοδο της Αρχής στο λογαριασμό της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
α) Τα ανταποδοτικά τέλη, καθώς και κάθε φύσεως πόροι της Αρχής εισπράττονται για λογαριασμό της και κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό, τη διαχείριση του οποίου έχει η Αρχή, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης. Αν από την οικονομική διαχείριση της Αρχής στο τέλος κάθε διετίας προκύπτει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα−έξοδα), ποσοστό έως ογδόντα τοις εκατό (80%) του αποτελέσματος αυτού, καθοριζόμενο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, αποδίδεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό ως έσοδο.
- β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και
Επικοινωνιών και Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Αρχής, καθορίζονται τα κριτήρια και το ύψος των βάσει αυτών επιβαλλόμενων τελών της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα όργανα, ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), όπως εκάστοτε ισχύουν, και για τον προσδιορισμό του ετήσιου οικονομικού αποτελέσματος εφαρμόζεται το κλαδικό λογιστικό σχέδιο των Ν.Π.Δ.Δ. (π.δ. 205/1998, ΦΕΚ 163/Α΄). Ο προϋπολογισμός και απολογισμός της Αρχής εγκρίνονται και από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Ο έλεγχος των οικονομικών στοιχείων και των ετήσιων λογαριασμών και οικονομικών καταστάσεων γίνεται από ορκωτό ελεγκτή. Η Αρχή υπόκειται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Η Αρχή δύναται να προβαίνει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στην ανάθεση μελετών, έργων παροχής υπηρεσιών και προμηθειών.
Με απόφαση της Αρχής καθορίζονται οι αμοιβές προς τρίτους για την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζεται το ανώτατο ύψος αυτών.
Άρθρο 6
Σύσταση Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών
Συνιστάται Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών με σκοπό την επιστημονική, τεχνική και διοικητική επικουρία της Αρχής. Η Διεύθυνση διαρθρώνεται σε δύο τμήματα: α. Τμήμα Συντονισμού και Πληροφορικής, β. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας.
Συνιστάται θέση προϊσταμένου της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών, η οποία πληρούται από πρόσωπο που διαθέτει πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και ειδική εμπειρία στον τομέα των αερομεταφορών. Η θητεία του Διευθυντή είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται. Ο Διευθυντής επιλέγεται από το Συμβούλιο της Αρχής και ασκεί τις εξής αρμοδιότητες: α. κατανέμει τις αρμοδιότητες μεταξύ των τμημάτων της Διεύθυνσης, β. εποπτεύει και ελέγχει τη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών, γ. υποβάλλει εισηγήσεις προς το Συμβούλιο της Αρχής επί θεμάτων που άπτονται των αρμοδιοτήτων του, και δ. υλοποιεί τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Αρχής.
Μέχρι ενάρξεως της ισχύος του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Αρχής, η πλήρωση των θέσεων της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών γίνεται είτε με απόσπαση προσωπικού που υπηρετεί σε νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28/Α΄) για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών είτε με πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από τον ιδιωτικό τομέα. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται, κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου της Αρχής, ο αναγκαίος αριθμός των προς πλήρωση θέσεων, τα προσόντα των υποψηφίων και η διαδικασία πρόσληψής τους. Η μισθοδοσία του αποσπώμενου προσωπικού βαρύνει την Αρχή.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών και κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου της Αρχής καθορίζονται ο μισθός και τα επιδόματα του προσωπικού της Αρχής, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τις τυχόν πρόσθετες αποζημιώσεις του αποσπώμενου στην Αρχή προσωπικού.
Το προσωπικό της Διεύθυνσης οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια για γεγονότα ή πληροφορίες, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.
Άρθρο 7
Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης
Με Προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, θεσπίζεται ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Αρχής. Με τον Κανονισμό καθορίζονται:
- α) η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιακών
μονάδων της Αρχής,
- β) οι οργανικές θέσεις, οι ειδικότητες, οι όροι εργασίας, τα προσόντα, η υπηρεσιακή κατάσταση, τα πειθαρχικά αδικήματα και η διαδικασία πρόσληψης του
προσωπικού,
- γ) η εσωτερική λειτουργία και τα ειδικότερα θέματα
διαχείρισης των πόρων της Αρχής και
- δ) κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία της Αρχής και το προσωπικό της.
Μέχρι ενάρξεως της ισχύος του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης, ο Πρόεδρος της Αρχής διαχειρίζεται το λογαριασμό της Αρχής, συνάπτει συμβάσεις και αποφασίζει για την ανάθεση προμηθειών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 8
Επιθεωρητές ασφάλειας πτήσεων Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94/Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι Επιθεωρητές που προσλαμβάνονται με τη διαδικασία αυτή δεν μπορεί να είναι περισσότεροι από είκοσι πέντε.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΣΚΕΥΗ ΕΛΕΓΧΟΥ (ΤΑΧΟΓΡΑΦΟΣ)
Άρθρο 9
Εφαρμογή Οχήματα οδικής μεταφοράς επιβατών ή εμπορευμάτων, τα οποία έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα, υποχρεούνται να είναι εφοδιασμένα με συσκευή ελέγχου (ταχογράφο) σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 3821/1985 του Συμβουλίου.
Άρθρο 10
Ορισμοί
Συσκευή ελέγχου: η συσκευή που τοποθετείται στα οχήματα για να δεικνύει και να καταγράφει αυτόματα ή ημιαυτόματα τις ενδείξεις για την κυκλοφορία των οχημάτων αυτών και τις περιόδους εργασίας των οδηγών τους. Η συσκευή ελέγχου στοχεύει στην καταγραφή, αποθήκευση, απεικόνιση, εκτύπωση και έξοδο δεδομένων που έχουν σχέση με τη δραστηριότητα του οδηγού και την κυκλοφορία του οχήματος. Ως «συσκευή
Κάρτα Ταχογράφου: η κάρτα που προορίζεται για χρήση μαζί με τον ψηφιακό ταχογράφο. Η κάρτα ταχογράφου επιτρέπει την αναγνώριση της ταυτότητας του κατόχου της κάρτας από τη συσκευή ελέγχου, την τηλεφόρτωση και την αποθήκευση δεδομένων. Η κάρτα ταχογράφου μπορεί να είναι κάρτα οδηγού ή κάρτα ελέγχου ή κάρτα συνεργείου ή κάρτα επιχείρησης.
Μεταφορική επιχείρηση: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση τέτοιων προσώπων ή ομάδα ατόμων χωρίς νομική προσωπικότητα, κερδοσκοπική ή μη, ή κάθε επίσημος φορέας, ο οποίος είτε έχει δική του νομική προσωπικότητα είτε εξαρτάται από μία αρχή η οποία έχει νομική προσωπικότητα, εφόσον εκτελεί οδικές μεταφορές τρίτων με οποιονδήποτε τρόπο ή για ίδιο λογαριασμό.
Εξουσιοδοτημένο συνεργείο ταχογράφου: το συνεργείο που εγκρίνεται από τις κατά τόπους Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, για να τοποθετεί, επιδιορθώνει, βαθμονομεί, αντικαθιστά και βεβαιώνει την καλή λειτουργία του ταχογράφου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού 3821/1985 του Συμβουλίου όπως ισχύει.
Άρθρο 11
Αρμόδιες Αρχές Α. Αρχή εφαρμογής ψηφιακού ταχογράφου: Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του ψηφιακού ταχογράφου (Member State Authority) ορίζεται το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών που ανακοινώνει στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την εθνική στρατηγική για τον ψηφιακό ταχογράφο (National CA Policy). Β. Αρχή έκδοσης καρτών: Αρχή για την Έκδοση Καρτών (Card Issuing Authority) ορίζεται η Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Γ. Αρχές ελέγχου αυτοκινήτων οχημάτων: Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών, Δημόσιας Τάξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Εμπορικής Ναυτιλίας ορίζονται τα όργανα για τον έλεγχο τηρήσεως των διατάξεων του Κανονισμού 3821/1985 του Συμβουλίου.
Άρθρο 12
Κυρώσεις
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.