Νόμοι — ΦΕΚ A' 43/2020
Από την 1.1.2017 και ανά τριετία, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τη συνεχή παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Με ειδικό νόμο ανακαθορίζονται οι συντάξεις με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την ανταποδοτική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009.»
Άρθρο 26
Αντικατάσταση του άρθρου 19 του ν. 4387/2016 Το άρθρο 19 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως ακολούθως: Διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης 1α. Η αίτηση συνταξιοδότησης που υποβάλλεται βάσει των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης εξετάζεται από την αρμόδια υπηρεσία του φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού, στην οποία ασφαλισμένοι υπάγονταν, λόγω ιδιότητας ή απασχόλησης, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού φορέα. Η διαδικασία εύρεσης των συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων με τις οποίες θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα καθορίζεται ως ακολούθως: Τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίστηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από έναν ενταχθέντες στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλιστικούς οργανισμούς, δικαιούνται σύνταξη με τις προϋποθέσεις του ενταχθέντα φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού που υπάγονταν κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας δραστηριότητας ή απασχόλησης, εφόσον πραγματοποίησαν στην ασφάλισή του:
- αα) χίλιες (1.000) ημέρες ασφάλισης συνολικά από τις
οποίες τριακόσιες (300) ημέρες την τελευταία πενταετία πριν την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης ή πριν τη διακοπή της ασφάλισης για την κρίση του δικαιώματος σε σύνταξη λόγω γήρατος,
- αβ) εξακόσιες (600) ημέρες ασφάλισης οποτεδήποτε
πριν τη διακοπή της δραστηριότητας ή απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης ή την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου για τις συντάξεις λόγω αναπηρίας ή θανάτου. β. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της περίπτωσης 1α’ ή σε περίπτωση που πληρούνται, αλλά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού όπου υπάγονταν κατά τον χρόνο άσκησης της τελευταίας δραστηριότητας ή απασχόλησης, δικαιούνται σύνταξη με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης της δραστηριότητας στην οποία πραγματοποίησαν τις περισσότερες ημέρες ασφάλισης, στην οποία δεν περιλαμβάνεται η τελευταία, εφόσον:
- βα) έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή είναι ανάπηρα με το ποσοστό αναπηρίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία του φορέα
που υπάγονταν κατά τον χρόνο άσκησης της τελευταίας δραστηριότητας ή απασχόλησης και
- ββ) πληρούνται οι προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση
που προβλέπει η νομοθεσία του φορέα της δραστηριότητας που διένυσαν τον περισσότερο χρόνο ασφάλισης. γ. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που προβλέπει η νομοθεσία του φορέα της δραστηριότητας ή απασχόλησης στην οποία πραγματοποίησαν τις περισσότερες ημέρες ασφάλισης, σύμφωνα με την περίπτωση 1β’ τότε το συνταξιοδοτικό δικαίωμα κρίνεται με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του φορέα της δραστηριότητας ή απασχόλησης κατά φθίνουσα σειρά αριθμού ημερών ασφάλισης. δ. Σε περίπτωση που δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που προβλέπει η νομοθεσία κάποιου από τους ενταχθέντες, πλην του τελευταίου, στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού, στους οποίους ασφαλίσθηκαν, τότε η αίτηση συνταξιοδότησης απορρίπτεται. ε. Ως χρόνος ασφάλισης που απαιτείται για την πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων της περίπτωσης 1 της παραγράφου 1 λογίζεται ο χρόνος υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφάλισης. Ειδικά, για την πλήρωση των προϋποθέσεων του απαιτούμενου συνολικού χρόνου ασφάλισης (ήτοι χιλίων (1.000) ημερών ασφάλισης), καθώς και των εξακοσίων (600) ημερών ασφάλισης, δύναται να συνυπολογιστεί και ο χρόνος αναγνώρισης στρατιωτικής θητείας για τον οποίο καταβλήθηκαν εισφορές στον αρμόδιο ενταχθέντα φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό. στ. Ειδικές διατάξεις που αφορούν στην ύπαρξη ενεργού ασφαλιστικού δεσμού, στη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας σε δεδομένο χρόνο σε σχέση με τον χρόνο διακοπής της απασχόλησης, στην παραγραφή κ.λπ., δεν λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 28 με βάση τον συνολικό χρόνο που Ο παράλληλος χρόνος ασφάλισης έως 31.12.2016 σε περισσότερους του ενός φορείς, αξιοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 36Α.
Ο ασφαλισμένος δύναται να επιλέξει τον συνυπολογισμό του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης στους ενταχθέντες στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι μετά την ένταξή τους στον Ε.Φ.Κ.Α., δεν συνεχίζει να ασφαλίζεται για δραστηριότητα ή απασχόληση που υπάγεται στην ασφάλιση του αντίστοιχου φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού που δεν επιθυμεί την προσμέτρηση του χρόνου του. Δεν είναι δυνατή η προσμέτρηση μόνο μέρους του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση του κάθε φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού.
Στις περιπτώσεις που έχει διανυθεί παράλληλος χρόνος ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ενταχθέντες στον Ε.Φ.Κ.Α φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς έως 31.12.2016, ο ασφαλισμένος δύναται να επιλέξει τον χρόνο ασφάλισης που επιθυμεί να συνυπολογίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.
Στα πρόσωπα που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω γήρατος με δεκαπέντε (15) τουλάχιστον έτη ασφάλισης στο εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας, με συνυπολογισμό διαδοχικού χρόνου ασφάλισης, χορηγείται σύνταξη από την Υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. του τελευταίου φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού στον οποίο υπαγόταν ο ασφαλισμένος, χωρίς να εξετάζεται η πλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1.
Για τα πρόσωπα που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά στο Δημόσιο πριν την 1η.1.1983 και έχουν πραγματοποιήσει χρόνο ασφάλισης σε περισσότερους από έναν φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α., ισχύουν τα εξής: α. Για αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί έως την 13η.5.2016, εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 6 του ν. 1405/1983 (Α’ 180). β. Από 13.5.2016 εξακολουθούν να εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 6 του ν. 1405/1983, μόνο για τα πρόσωπα για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη στο Δημόσιο. γ. Για χρόνο ασφάλισης, για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου περί συνυπολογισμού διαδοχικού χρόνου ασφάλισης και δεν απαιτείται αναγνώριση του χρόνου αυτού, εφόσον υποβληθεί η αίτηση συνταξιοδότησης μετά τις 13.5.2016. Το ίδιο ισχύει και για τις εκκρεμείς αιτήσεις αναγνώρισης κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4387/2016, σε οποιοδήποτε στάδιο έκδοσης της σχετικής πράξης αναγνώρισης, εφόσον υποβληθεί αίτηση συνταξιοδότησης μετά τις 13.5.2016. Πράξεις αναγνώρισης που έχουν εκδοθεί προ της 13ης.5.2016 και αφορούν χρόνο για τον οποίο είχαν καταβληθεί εισφορές, για πρόσωπα που υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης μετά τις 13.05.2016, παραμένουν ισχυρές, με την επιφύλαξη του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210).
Για τους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς που χορηγούν εφάπαξ παροχές που εντάχθηκαν στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υποβάλλεται μία αίτηση χορήγησης εφάπαξ παροχής στην αρμόδια υπηρεσία του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. στην οποία υπάγεται ο ασφαλισμένος, πριν τη διακοπή της ασφάλισης ή την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Η αρμόδια υπηρεσία του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. εξετάζει την αίτηση για το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί σε όλους τους ενταχθέντες φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 35 του ν. 4387/2016. Αιτήσεις χορήγησης εφάπαξ παροχής που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016 από την αρμόδια Υπηρεσία του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4202/1961, όπως ισχύουν περί επίλυσης αμφισβητήσεων. Ειδικότερα η επίλυση αμφισβητήσεων που αφορούν συντάξεις υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικών εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση και ανεξαρτήτως χρόνου που υπήχθησαν διαδοχικά για πρώτη φορά στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα. 10.α. Αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί πριν από τις 13.05.2016, εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 4202/1961 (Α’ 175), όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν. 4387/2016. β. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται για αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εφεξής, καθώς και για όσες εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, των οποίων τα οικονομικά αποτελέσματα ανατρέχουν στην ημερομηνία της αρχικής αίτησης συνταξιοδότησης. Οι αιτήσεις, οι οποίες έχουν απορριφθεί, επανεξετάζονται κατόπιν όχλησης του ασφαλισμένου, με έναρξη των οικονομικών αποτελεσμάτων από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.»
Άρθρο 27
Αντικατάσταση του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 Το άρθρο 20 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 20 Απασχόληση συνταξιούχων 1.α. Στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι έχουν ήδη αναλάβει ή αναλαμβάνουν από της δημοσιεύσεως του νόμου εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές καταβάλλονται μειωμένες κατά ποσοστό 30% για όσο χρονικό διάστημα απασχολούνται ή διατηρούν την ιδιότητα ή τη δραστηριότητα. νόμου εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., αναστέλλεται πλήρως η καταβολή των κύριων και επικουρικών συντάξεων εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το 61o έτος της ηλικίας τους έως και τις 28.2.2021 και το 62ο έτος από την 1η.3.2022 και εφεξής. Οι συνταξιούχοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εργασία ή είχαν αποκτήσει ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση η οποία συνεχίζεται και για τους οποίους προβλέπονταν εξαίρεση από το άρθρο 20 του ν. 4387/ 2016, καθώς και από τις προϊσχύουσες αυτού διατάξεις, υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου από την 1.3.2021. β. Στο ποσό της ακαθάριστης σύνταξης/συντάξεων δεν συμπεριλαμβάνονται το εξωιδρυματικό επίδομα των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α’ 68) όπως ισχύει, και το επίδομα ανικανότητας των διατάξεων του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210).
Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των εντασσομένων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων.
α. Για το χρονικό διάστημα απασχόλησης του συνταξιούχου καταβάλλονται για τον μισθωτό συνταξιούχο και τον αυτοτελώς απασχολούμενο ή ελεύθερο επαγγελματία ή υπαγόμενο στη ασφάλιση του ΟΓΑ, με την επιφύλαξη της περίπτωσης α’ της παραγράφου 4 οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 38 ή 39 ή 40 αντιστοίχως. β. Οι συνταξιούχοι πρώην φορέων κύριας ασφάλισης ή του Δημοσίου που είχαν αναλάβει ή αναλαμβάνουν δραστηριότητα για την οποία υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλλουν την ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 40.
Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω ρυθμίσεων δεν μειώνεται το ποσόν της σύνταξης: α. Των συνταξιούχων του ΟΓΑ εφόσον ασκούν απασχόληση υπακτέα στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ. β. Των ψυχικά ασθενών του άρθρου 23 του ν. 4488/2017 (Α’ 176). γ. Των συνταξιούχων με βάση τον ν. 612/1977 (Α’ 164) και τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν. δ. Των συνταξιούχων του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210). ε. Όσων λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα ή το αντίστοιχο επίδομα του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210). στ. Των πολύτεκνων, των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και έως τη συμπλήρωση του εικοστού τετάρτου έτους της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία. ζ. Των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016. η. Των συνταξιούχων άλλων φορέων και του Δημοσίου, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από απασχόληση στον αγροτικό τομέα ως αγροτών, μελισσοκόμων, κτηνοτρόφων, πτηνοτρόφων και αλιέων δεν υπεβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Ο συνταξιούχος που αναλαμβάνει μισθωτή εργασία ή αυταπασχολείται δύναται να αξιοποιήσει τον χρόνο της ασφάλισής του. Για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του συνταξιούχου δύναται κατόπιν αιτήσεώς του να χορηγείται για την κύρια σύνταξη ποσό, που προκύπτει με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές των άρθρων 8 και 28 και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης ως συνταξιούχου. Για την επικουρική σύνταξη χορηγείται ποσό που προκύπτει με βάση τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 96.
Για τους απασχολούμενους συνταξιούχους κατά την 12η.5.2016, οι οποίοι συνέχισαν απασχολούμενοι χωρίς διακοπή και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (Α’ 85) όλος ο χρόνος εργασίας ή η αυτοαπασχόληση ή μέρος αυτού αξιοποιείται σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον από τις προϊσχύουσες διατάξεις προβλέπονταν αξιοποίηση του χρόνου απασχόλησης.
Οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 υποχρεούνται, πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν, να δηλώσουν τούτο στον φορέα κύριας ασφάλισης του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Παράλειψη της δήλωσης συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου ποσού ίσου με το ύψος δώδεκα (12) μηνιαίων συντάξεων. Το ποσό της οφειλής δύναται να αποπληρωθεί με παρακράτηση έως του ποσού του ενός τετάρτου από την κύρια σύνταξη και για την επικουρική σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος νόμου. Άλλως εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) (ν.δ. 356/1974 Α’ 90).
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ορίζονται οι προυποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία διασταύρωσης και ελέγχου στοιχείων μεταξύ του ΣΕΠΕ και του e-Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.
Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
Άρθρο 28
Αντικατάσταση του άρθρου 28 του ν. 4387/2016 (Α’ 85) Το άρθρο 28 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 28 Ανταποδοτική σύνταξη
Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του Κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, όπως πίνακα 1 και 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.
Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη: α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. Ο μέσος όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου διά του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ ο μέσος όρος του μηνιαίου ασφαλιστέου εισοδήματος, το οποίο υπόκειται σε εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. Το μηνιαίο ασφαλιστέο εισόδημα υπολογίζεται ως εξής: i. Για το χρονικό διάστημα έως 31.12.2016 το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά, το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης διά του συντελεστή 0,20. Στο ανωτέρω ποσό συνυπολογίζονται με αναγωγή κατά κεφαλήν, τυχόν υφιστάμενοι μέχρι την ημερομηνία αυτή κοινωνικοί πόροι υπέρ των αντίστοιχων ταμείων και η ασφαλιστική εισφορά- όπου υπήρχε- που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη. ii. Για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2017 έως 31.12.2018 το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40 κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. iii. Για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2019 το ποσό που προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του ποσού της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί χωρίς τις μειώσεις του άρθρου 98 και του άρθρου 141 παράγραφος 2 του ν. 3655/2008 (Α’ 58) διά του συντελεστή 0,20. Για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ και για το χρονικό διάστημα έως 31.12.2019 εφαρμόζεται ο συντελεστής 0,18, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 31.12.2020 ο συντελεστής 0,19 και για το χρονικό διάστημα από την 1η.1.2021 έως 31.12.2021 εφαρμόζεται ο συντελεστής 0,195.
Οι συντάξιμες αποδοχές των ασφαλισμένων για κάθε ημερολογιακό έτος που προκύπτουν με βάση τον υπολογισμό των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 2 προσαυξάνονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 8.
Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης, για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τον ν. 612/1977 (Α’ 164), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά είτε με βάση τον ν. 2084/1992 (Α’ 165), ως συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων θα υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των τριάντα πέντε (35) ετών, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια ασφάλισής του.
Για τους ασφαλισμένους για τους οποίους, από την 1.1.2017, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38, καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, αλλά έως την 31.12.2016 κατέβαλλαν ασφαλιστική εισφορά επί ασφαλιστικών κατηγοριών, ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ορίζεται το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί διά του συντελεστή 0,20.
Για τον χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά ύστερα από εξαγορά, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζονται: α. Για τους μισθωτούς οι μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων καταβλήθηκαν οι εισφορές εξαγοράς του αναγνωριζόμενου χρόνου. β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ το ποσό, που αντιστοιχεί στο ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί για την αναγνώριση των πλασματικών χρόνων δια του συντελεστή 0,20. Οι πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης.
Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη οι υπολογιζόμενες σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του παρόντος άρθρου από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης. Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1η.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1η.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως πέντε (5) ετών ασφάλισης. Για αιτήσεις συνταξιοδότησης με έναρξη καταβολής της σύνταξης από την 1η.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1η.1.2002 έως την έναρξη της συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1η.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.
Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης των ασφαλισμένων του πρώην ΟΓΑ για χρόνο ασφάλισης διανυθέντα πριν από τη σύσταση του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές προκειμένου για το χρονικό διάστημα μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2458/1997 (Α’ 15) ορίζεται
Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης/χορηγίας των προσώπων που είχαν διατελέσει Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινότητας ή Νομάρχες προ του 2002, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα παράστασης του τελευταίου έτους πριν από τη λήξη της θητείας τους. Στις περιπτώσεις που είχε ήδη εκδοθεί συνταξιοδοτική απόφαση σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι 31.12.2014, αλλά δεν καταβάλλεται η σύνταξη/χορηγία διότι δεν έχει συμπληρωθεί το ισχύον κατά περίπτωση ηλικιακό όριο, οι συντάξεις αυτές υπολογίζονται εκ νέου σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 4387/2016. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης, ως συντάξιμες απoδοχές λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα παράστασης που ορίζονται στην πράξη αυτή. Σε κάθε περίπτωση προσκόμισης στοιχείων βάσει των οποίων οι συντάξιμες αποδοχές διαμορφώνονται αποδεδειγμένα υψηλότερες λαμβάνονται υπόψη αυτές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης.
Μετά το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 4ε της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) προστίθενται δύο εδάφια ως εξής: «Στην περίπτωση αυτή ο γονέας, ο σύζυγος ή ο αδελφός του αναπήρου, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, δύναται να υποβάλλει νέα αίτηση συνταξιοδότησης. Το δικαίωμα συνταξιοδότησης κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της νέας αίτησης».
Επί αιτήσεων συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από 13.5.2016 και εφεξής καταργούνται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), του άρθρου 64 του ν. 2676/1999 (Α’ 1), της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν. 2084/1992, της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179), το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 23 του π.δ. 913/1978 (Α’ 220), της παραγράφου 4 του άρθρου 44 του π.δ. 284/1974 (Α’ 101), της παραγράφου 4 του άρθρου 5 της Υ.Α. Β2/54/3/236/76/ οικ. 695/1977 (Β’329), της παραγράφου 8α του άρθρου 46 του β.δ. 29/5/25.6.58 (Α’ 96), της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του π.δ. 419/1983 (Α’ 154), του άρθρου 17 του π.δ. 419/1980 (Α’ 11), του άρθρου της 20 Υ.Α. 17481/1933 Α.Υ.Ε.Ο. (77/1933), της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 18 της Υ.Α. 31720/Σ.503/10.12.1962 (Β’ 503), της Υ.Α. Φ.43/ οικ.1135/1988 (Β’ 404), του άρθρου 1 του π.δ. 460/1989 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 982/1979 (Α’ 239), της Υ.Α. Φ.41/241/1996 (Β’ 228), της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 3232/2004 (Α’ 48) σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 3029/2002 (Α’ 160), της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του π.δ. 258/2005 (Α` 316), του άρθρου 9 του π.δ. 116/ 1988 (Α’ 48), του άρθρου 6 του β.δ. 5/1955 (Α’ 18), των άρθρων 97 και 110 του π.δ. 668/1981 (Α’ 167), του άρθρου 1 του π.δ. 418/1985 (Α’ 146) και του άρθρου 14 της Υ.Α. Φ.29/1455/1977 (Β’ 1028).»
Άρθρο 29
Τροποποίηση του άρθρου 33 του ν. 4387/2016 Στο άρθρο 33 του ν. 4387/2016 προστίθεται νέα παράγραφος 3, η παράγραφος 3 αναριθμείται σε 4 και το άρθρο 33 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 33 Αναπροσαρμογή συντάξεων-προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων
Οι ήδη καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις, πλην όσων χορηγούνται από τον ΟΓΑ, αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 14, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 8, 27, 28, 30 και 12, βάσει των ειδικότερων ρυθμίσεων της επόμενης παραγράφου.
Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, συντάξεων, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου υπολογίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη. Αν ο συντάξιμος μισθός συνδέεται με ασφαλιστικές κατηγορίες ή ασφαλιστικές κλάσεις ή με τεκμαρτά ποσά, αυτός υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα εφαρμογής της διάταξης αυτής.
α. Από την 1.10.2019 οι συντάξεις πλην όσων χορηγούνται από τον ΟΓΑ, που έχουν απονεμηθεί ή εκκρεμεί η απονομή τους μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, υπολογίζονται εκ νέου σύμφωνα με τα ποσοστά αναπλήρωσης του πίνακα 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8. Από την 1.10.2019, καταβάλλονται τυχόν προκύπτουσες αυξήσεις στη σύνταξη. Αν το ποσό των συντάξεων αυτών, όπως επανυπολογίζεται, είναι μικρότερο εκείνου που προκύπτει από τον υπολογισμό τους σύμφωνα με τον πίνακα 1 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, το ποσό της διαφοράς που προκύπτει εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά. β.α. Οι κύριες συντάξεις πλην όσων χορηγούνται από τον ΟΓΑ, που έχουν απονεμηθεί ή εκκρεμεί η απονομή τους πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 και έχουν επανυπολογισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπολογίζονται εκ νέου από την 1.10.2019 σύμφωνα με τα ποσοστά αναπλήρωσης του πίνακα 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8. β.β. Από την 1.10.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από τον υπολογισμό τους σύμφωνα με τον πίνακα 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4α του άρθρου 8. 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, τότε συνεχίζει να καταβάλλεται η προσωπική διαφορά με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης του πίνακα 1 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, και το ποσό των συντάξεων προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο της τυχόν πρόσθετης διαφοράς που προκύπτει, για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2019 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 και σταδιακά ισόποσα κατ’ έτος έως την 31η Δεκεμβρίου 2024. Στην περίπτωση που η προσωπική διαφορά που προκύπτει είναι μικρότερη από την προσωπική διαφορά που προέκυπτε από τον επανυπολογισμό της σύνταξης με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης του πίνακα 1 της παραγράφου 5 του άρθρου 8, ολοκληρώνεται η καταβολή της προσωπικής διαφοράς που προκύπτει με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης του πίνακα 1 της παραγράφου 5 του άρθρου 8 και η διαφορά των δύο ποσών συμψηφίζεται κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή της με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4α του άρθρου 8.
Ειδικά για τις περιπτώσεις του άρθρου 31, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μικρότερο εκείνου που προκύπτει από τον επανυπολογισμό τους, τότε αυτό προσαυξάνεται κατά το ποσό της διαφοράς και καταβάλλεται, κατά παρέκκλιση της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 14, εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους.»
Άρθρο 30
Αντικατάσταση του άρθρου 34 του ν. 4387/2016 Το άρθρο 34 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 34 Χρόνος ασφάλισης
Από την 1.1.2020 χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. για τους ασφαλισμένους του Κεφαλαίου αυτού είναι: α. Ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης, ήτοι ο χρόνος ασφαλιστέας απασχόλησης ή ιδιότητας στον Ε.Φ.Κ.Α. ή στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές. Για τους μισθωτούς ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται εισφορές, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. β. Ο λογιζόμενος χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. γ. Οι πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), της παραγράφου 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), των άρθρων 39, 40 και 41 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), του άρθρου 6 παράγραφος 12 και του άρθρου 17 του ν. 3865/2010 (Α’ 120), καθώς και ο χρόνος άσκησης δικηγορίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1090/1980 (Α’ 263). Όπου για την αναγνώριση των πλασματικών αυτών χρόνων ασφάλισης προβλέπεται καταβολή εισφοράς, η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου ασφάλισης της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η ως άνω εισφορά υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχόλησης πριν από την υποβολή της αίτησης εξαγοράς, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 38 και εφόσον έχει διακοπεί η απασχόληση, επί των αποδοχών του τελευταίου μήνα απασχόλησης προσαυξανόμενων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8. Σε περίπτωση ελεύθερου επαγγελματία, αυτοτελώς απασχολούμενου ή ενός από τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα ασφάλισης καταβάλλεται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 39 και της παραγράφου 1 του άρθρου 40 ασφαλιστική εισφορά, την οποία έχει επιλέξει ο ασφαλισμένος κατά το έτος υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. Το συνολικό ποσό της κατά τα ανωτέρω εξαγοράς καταβάλλεται σε τόσες μηνιαίες δόσεις, όσοι είναι και οι μήνες που αναγνωρίζονται. Το ποσό αυτό μπορεί να καταβληθεί εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 2% για κάθε έτος εξαγοράς. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τον εκάστοτε προβλεπόμενο τόκο καθυστέρησης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης πριν από τον χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με το ένα τέταρτο του ποσού της σύνταξης. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), έχουν δικαίωμα να αναγνωρίζουν τους πλασματικούς χρόνους ασφάλισης των άρθρων 39, 40 και 41 του ν. 3996/2011 (Α’ 170). δ. Ο χρόνος ασφάλισης που έχει αναγνωριστεί και εξαγοραστεί ή συνεχίζεται η εξαγορά του στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία. Αναγνωρίσεις χρόνων, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί με την πλήρη εξόφληση του ποσού της εξαγοράς, συνεχίζονται στον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι την ολοκλήρωσή τους, βάσει των διατάξεων που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Η αναγνώριση του χρόνου της παραγράφου 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α’ 272) εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν για κάθε αναγνωριζόμενο χρόνο την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 40 ασφαλιστική εισφορά, την οποία έχει επιλέξει ο ασφαλισμένος κατά το έτος υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η διαδικασία καταβολής της ε. Ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης κατά την παράγραφο 2.
Κάθε ασφαλισμένος του Ε.Φ.Κ.Α., εφόσον παύει να έχει την ασφαλιστέα στον Ε.Φ.Κ.Α. απασχόληση ή ιδιότητα, δικαιούται να συνεχίσει την ασφάλισή του στον Ε.Φ.Κ.Α. προαιρετικά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 18 και 37. Πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών συνεχίζουν αυτήν στον Ε.Φ.Κ.Α. Οι ασφαλισμένοι που έχουν διαδοχικό χρόνο ασφάλισης στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς δικαιούνται να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. προαιρετικά στον κλάδο του τελευταίου εντασσόμενου φορέα υποχρεωτικής ασφάλισής τους. Το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα που έχουν ήδη υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση των εντασσομένων φορέων, τομέων και κλάδων και συνεχίζουν αυτή στον Ε.Φ.Κ.Α.
α) αα) Ο χρόνος ασφάλισης μέχρι τις 31.12.2016 προσώπων που έχουν υπαχθεί καλόπιστα στην ασφάλιση των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, λόγω απασχόλησης ή ιδιότητας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, και συνεχίζουν από την 1.1.2017 να υπάγονται στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. λόγω της ίδιας απασχόλησης ή ιδιότητας, λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. και οι σχετικές ασφαλιστικές εισφορές δεν επιστρέφονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση διαγραφής.
- αβ) Από την ημερομηνία διαπίστωσης από τα αρμόδια
όργανα της μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων υπαγωγής και συνέχισης της ασφάλισης, τα ανωτέρω πρόσωπα υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών βάσει της ασκούμενης δραστηριότητας ή της ιδιότητας.
- αγ) Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που η διαπίστωση
της μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων υπαγωγής έχει γίνει μέχρι τις 31.12.2019, τα προβλεπόμενα στο ανωτέρω εδάφιο εφαρμόζονται από την 1.1.2020.
- β) Τα αναφερόμενα στην περίπτωση α’ δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις ασφαλισμένων για τους οποίους
έχει χωρήσει λανθασμένη υπαγωγή στην ασφάλιση από την 1.1.2017 και εφεξής.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται το άρθρο 3 του ν. 1358/1983 (Α’ 64), το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), καθώς και κάθε αντίθετη διάταξη.»
Άρθρο 31
Αντικατάσταση του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 Το άρθρο 35 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 35 Εφάπαξ παροχή
Από την 1.1.2017 στην ασφάλιση του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υπαχθεί στην ασφάλιση των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 37 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 76, καθώς και όσοι, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 37 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 76, αναλαμβάνουν εργασία ή απασχόληση ή αποκτούν ιδιότητα, η οποία, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ως άνω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, θεμελίωναν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση για εφάπαξ παροχή των εν λόγω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.
Από 1.1.2017 πόροι του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. είναι: α. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών πρόνοιας που εντάσσονται στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. του άρθρου 74 του νόμου αυτού, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 75, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις. β. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, όπου προβλέπεται εργοδοτική εισφορά για τους μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένους μισθωτούς. Το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών των μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένων μισθωτών, προσδιορίζονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών προνοίας στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., με εξαίρεση τους μισθωτούς ασφαλισμένους στους τομείς προνοίας του πρώην ΕΤΑΠ - ΜΜΕ, των οποίων τα ποσοστά εισφορών υπολογίζονται επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 38. Από την 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. των ασφαλισμένων από την 1.1.1993 και εφεξής μισθωτών ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 5 και 38. γ. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων αυτοτελώς απασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών και όλων των πριν και μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένων, έμμισθων δικηγόρων, μισθωτών μηχανικών και υγειονομικών των οικείων τομέων του κλάδου πρόνοιας του πρώην Ε.Τ.Α.Α. Για την καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών, οι ανωτέρω ασφαλισμένοι του Κλάδου Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., κατατάσσονται από την 1.1.2020 σε τρείς (3) ασφαλιστικές κατηγορίες, στις οποίες αντιστοιχεί το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς, όπως εμφαίνεται στον κατωτέρω πίνακα: γβ. Ο ασφαλισμένος μπορεί, με αίτησή του, να επιλέξει ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία από αυτή που υπάγεται ή, εφόσον βρίσκεται σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, να επιλέξει κατώτερη. H αίτηση επιλογής δύναται να υποβάλεται και ηλεκτρονικά. Αίτηση για μεταβολή ασφαλιστικής κατηγορίας δύναται να υποβάλεται οποτεδήποτε, σε κάθε περίπτωση, όμως η μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία θα γίνεται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από την υποβολή της αίτησης και θα ισχύει υποχρεωτικά για όλο το επόμενο έτος από την υποβολή της αίτησης. «Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι ασφαλισμένοι κατατάσσονται υποχρεωτικά στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία και επιλέγουν την ασφαλιστική κατηγορία στην οποία επιθυμούν να υπαχθούν από την 1.7.2020.» γγ. Ειδικά για τους έμμισθους δικηγόρους τα ανωτέρω ποσά της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς επιμερίζονται κατά 50% για τον εντολέα και κατά 50% για τον ασφαλισμένο. γδ. Από την 1.1.2023 έως 31.12.2024 τα ως άνω ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών προσαυξάνονται κατ’ έτος με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ως άνω ποσοστού το ποσόν της εισφοράς παραμένει στα επίπεδα του προηγουμένου έτους. Από την 1.1.2025 και εφεξής τα ως άνω ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών προσαυξάνονται κατ’ έτος κατά τον δείκτη μεταβολής μισθών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8. δ. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των προσώπων, τα οποία από την 1η.1.2021 ασφαλίζονται προαιρετικά στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών, βάσει των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 76. Το ποσό της μηνιαίας εισφοράς των προαιρετικά ασφαλισμένων μισθωτών ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 5 και 38. Οι προαιρετικά ασφαλισμένοι, αυτοτελώς απασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, ασφαλισμένοι του πρώην ΟΓΑ και έμμισθοι δικηγόροι, καταβάλλουν εισφορές βάσει του ανωτέρω Πίνακα. 3.α. Η εφάπαξ παροχή απονέμεται εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας. Αν ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη από ταμείο που χορηγεί προσυνταξιοδοτική παροχή, απονέμεται η εφάπαξ παροχή, εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε προσυνταξιοδοτική παροχή. Οι καταστατικές διατάξεις των ταμείων, τομέων, κλάδων ή λογαριασμών του άρθρου 75, από τις οποίες προβλεπόταν ως προϋπόθεση για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής η προηγούμενη συνταξιοδότηση από φορέα επικουρικής ασφάλισης καταργούνται. Εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης της εφάπαξ παροχής, κρίνονται ως προς τις προϋποθέσεις απονομής βάσει των διατάξεων της παραγράφου αυτής. β. Δικαιούχοι της εφάπαξ παροχής σε περίπτωση ασφαλισμένου ο οποίος απεβίωσε πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, γήρατος ή αναπηρίας είναι:
- αα) Ο/η επιζών σύζυγος και τα τέκνα, ανάλογα με το
ποσοστό του κληρονομικού τους δικαιώματος.
- αβ) Οι γονείς και τα αδέλφια, ανάλογα με το ποσοστό
του κληρονομικού τους δικαιώματος, εφόσον δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της ανωτέρω υποπερίπτωσης.
- αγ) Εάν δεν υπάρχουν τα ανωτέρω πρόσωπα, η εφάπαξ παροχή χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί
κληρονομικής διαδοχής. γ. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είτε πριν είτε μετά από την έκδοση της συνταξιοδοτικής πράξης, η εφάπαξ παροχή χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής. δ. Δεν επιτρέπεται προκαταβολή της εφάπαξ παροχής και κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.
Από 13.5.2016 το ποσό της εφάπαξ παροχής με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 9, ισούται με το άθροισμα του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης μέχρι την 31.12.2013 και του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής. α. Για χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί έως και την 31.12.2013: αα. Για τους μισθωτούς: Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους 4% επί των αποδοχών, η εφάπαξ παροχή αποτελείται από το γινόμενο του εξήντα τοις εκατό (60%) των αποδοχών, επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, υπέρ του κλάδου επί του δεκαδικού αριθμού των ετών ασφάλισης έως και την 31.12.2013, με ακρίβεια δεύτερου δεκαδικού ψηφίου. Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής, νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη έως και τις 31.12.2013, εφόσον υπεβλήθησαν σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του κλάδου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από την υπηρεσία ή την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παραγράφου 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1). Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους διάφορου του 4% ή με σταθερό ποσό εισφοράς, το ως άνω ποσοστό (60%) θα αναπροσαρμόζεται αναλογικά ως προς το ύψος της εισφοράς, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στην περίπτωση αυτή το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%). Στις περιπτώσεις που ο δικαιούμενος εφάπαξ παροχής έχει μισθοδοτηθεί για λιγότερο από πέντε (5) έτη, για τον υπολογισμό του μέσου όρου πενταετίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της πενταετίας ομοιοβάθμου του ή ασφαλισμένου με τα ίδια έτη ασφάλισης. Αν δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός πενταετίας, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το σύνολο του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί. Ειδικά για τους ασφαλισμένους του πρ. Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων και των φορέων πρόνοιας υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που αποχώρησαν από την 1.1.2014 έως τις 13.5.2016, ως αποδοχές για τον υπολογισμό του τμήματος αυτού της εφάπαξ παροχής νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη πριν από την αποχώρησή του, εφόσον καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ταμείου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και αδείας. Για τον υπολογισμό του τμήματος της εφάπαξ παροχής των ασφαλισμένων του πρ. Ταμείου Πρόνοιας Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού (ΤΠΑΕΝ) και του πρ. Ταμείου Πρόνοιας Κατωτέρων Πληρωμάτων Εμπορικού Ναυτικού (ΤΠΚΠΕΝ) για χρόνο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί έως και τις 31.12.2013, ως ποσοστό εισφοράς θεωρείται το ποσοστό 4% και το ποσοστό αναπλήρωσης καθορίζεται στο 60% επί τεκμαρτών συντάξιμων αποδοχών. Οι τεκμαρτές συντάξιμες αποδοχές προσδιορίζονται με τη χρήση εισφορών εικοσαετίας έως και τις 31.12.2013, οι οποίες αναπροσαρμόζονται με το επιτόκιο επιστροφής εισφορών όπως ισχύει την 31.12.2013, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του ν. 2335/1995 (Α’ 185) και στην υπουργική απόφαση Φ. 80000/οικ.26625/1319/2006 (Β’ 1772), όπως ισχύουν. Ο μέσος όρος των τεκμαρτών αποδοχών αποτελεί τις συντάξιμες αποδοχές για τα έτη ασφάλισης έως και τις 31.12.2013. Σε περίπτωση που δεν συμπληρώνεται εικοσαετής ασφάλιση για χορήγηση εφάπαξ, για τον υπολογισμό θα χρησιμοποιείται ο πραγματικός χρόνος ασφάλισης εντός του διαστήματος 1994-2013. Μετά το έτος 2013 έως και το έτος αποχώρησης από την εργασία λόγω οριστικής συνταξιοδότησης, ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου
Ειδικότερα, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω εικοσαετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παραγράφου 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1). αβ. Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους: Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους με εισφορά ύψους 4%, η εφάπαξ παροχή αποτελείται από το γινόμενο του εξήντα τοις εκατό (60%) των αποδοχών επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, επί του δεκαδικού αριθμού των ετών ασφάλισης έως και τις 31.12.2013, με ακρίβεια δευτέρου δεκαδικού ψηφίου. Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους με εισφορά ύψους διάφορου του 4% ή με σταθερό ποσό εισφοράς, το ως άνω ποσοστό (60%) αναπροσαρμόζεται αναλογικά ως προς το ύψος της εισφοράς, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στην περίπτωση αυτή το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%). Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής νοείται ο μέσος όρος των τιμών των ασφαλιστικών κατηγοριών, επί των οποίων υπεβλήθησαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του κλάδου, κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη έως και τις 31.12.2013, όπως οι εν λόγω τιμές είχαν διαμορφωθεί κατά το καταληκτικό της πενταετίας έτος. Ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από το επάγγελμα ή την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παραγράφου 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, και ύστερα από οικονομική έκθεση, καθορίζονται οι ασφαλιστικές κατηγορίες για όσους αυτοτελώς απασχολούμενους η εισφορά τους δεν προκύπτει ως ποσοστό επί ασφαλιστικής κατηγορίας, καθώς και κάθε άλλο θέμα που απαιτείται για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής. β. Για τον χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιείται από την 1.1.2014 και εφεξής: Για τους μισθωτούς και αυτοτελώς απασχολούμενους το τμήμα της εφάπαξ παροχής που αναλογεί στα έτη ασφάλισης από την 1.1.2014 και εφεξής, υπολογίζεται με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από την 1.1.2014 και εφεξής για κάθε ασφαλισμένο τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Με βάση την αρχή της ισοδυναμίας το ποσό της εφάπαξ παροχής ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης. Η συσσώρευση των εισφορών θα γίνει με το πλασματικό ποσοστό επιστρο β’ ισχύουν τα εξής: Το τμήμα της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής για τα έτη ασφάλισης από την 1.1.2014 και εφεξής προκύπτει από τον παρακάτω τύπο: Όταν η εισφορά δεν προκύπτει ως ποσοστό επί μιας βάσης υπολογισμού εισφορών, πρέπει αυτή να μετατρέπεται ως ποσοστό επί βάσης εισφορών, ώστε αυτή η βάση εισφορών να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του ετήσιου πλασματικού ποσοστού επιστροφής. Για αυτούς που ασφαλίστηκαν πρώτη φορά πριν την 1.1.2014 το ποσό της εφάπαξ παροχής αποτελείται από δύο τμήματα και προκύπτει από τον παρακάτω τύπο: Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης εφάπαξ παροχής για αποχωρήσεις από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμα από την 1η.9.2013 και εφεξής, σε όποιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και αν ευρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κρίνονται ως προς τον τρόπο υπολογισμού της παροχής βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4.
Οι φορείς που χορηγούν εφάπαξ παροχή με το καθεστώς του ν. 103/1975 (Α’ 167) για χρόνους ασφάλισης μέχρι 31.12.2005, εξακολουθούν να τα καταβάλλουν οι ίδιοι σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο. Για τους ασφαλισμένους στο καθεστώς του ν. 103/1975, μετέπειτα Κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και Τομέα Πρόνοιας Ν.Π.Δ.Δ. του Τ.Π.Δ.Υ., δεν απαιτείται ελάχιστος χρόνος ασφάλισης για θεμελίωση δικαιώματος χορήγησης εφάπαξ παροχής με το καθεστώς του ν. 103/1975 (Α’ 167) από τα Ν.Π.Δ.Δ. Η εφάπαξ παροχή, την οποία δικαιούνται οι αποχωρούντες ασφαλισμένοι, υπολογίζεται με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 4α, για όλο τον χρόνο υπηρεσίας τους που έχει διανυθεί από 1.10.1975 έως 31.12.2013 και καταβάλλεται κατ’ αναλογία από το νομικό πρόσωπο, στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α’ 167) και στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο υπάλληλος στις 31.12.2005 ή πριν την ημερομηνία αυτή σε περίπτωση μετάταξης/ μεταφοράς και το υπόλοιπο ποσό από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. για το χρονικό διάστημα ασφάλισης έως 31.12.2013 σε οποιοδήποτε ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό πρόνοιας που εντάσσεται σε αυτό. Για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2014 και εφεξής η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται και αποδίδεται από τον οικείο φορέα με βάση τα οριζόμενα στην περίπτωση β’ της παραγράφου 4. Σε περίπτωση ανεπάρκειας των σχηματιζόμενων κεφαλαίων του οικείου λογαριασμού του ν. 103/1975 για την καταβολή του αναλογούντος ποσού βοηθήματος, τούτο συμπληρώνεται κατά το ποσό που υπολείπεται από το ίδιο το Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός και σε καμιά περίπτωση δεν βαρύνει το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Σε περίπτωση μετατροπής, κατάργησης ή συγχώνευσης του Ν.Π.Δ.Δ., η επιβάρυνση για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού καλύπτεται από τον προϋπολογισμό του διάδοχου εργασιακού φορέα ή τον κρατικό προϋπολογισμό σε περίπτωση μεταφοράς των υπαλλήλων στο Δημόσιο και σε καμία περίπτωση από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.
Στους μη δικαιούμενους εφάπαξ παροχής από υπηρεσία, εργασία ή επάγγελμα, για το οποίο ασφαλίστηκαν σε ταμείο, τομέα, κλάδο και λογαριασμό πρόνοιας ή σε περίπτωση θανάτου αυτών στους δικαιούχους τους, επιστρέφονται οι ατομικές τους εισφορές, χωρίς χρονικές προϋποθέσεις, ύστερα από αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου μαζί με τη συνταξιοδοτική απόφαση, θετική ή απορριπτική του φορέα κύριας ασφάλισης. Για επιστροφή ατομικών εισφορών που καταβλήθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων καταστατικών για χρόνο ασφάλισης έως τις 31.12.2013 το επιστρεπτέο ποσό προκύπτει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 του ν. 2335/1995 (Α’ 185) και την υπουργική απόφαση Φ.80000/οικ.26625/1319/ 17.11.2006 (Β’ 1772), όπως ισχύουν. Για επιστροφή εισφορών χρονικών διαστημάτων από την 1.1.2014 και εφεξής γενική ή ειδική ή καταστατική διάταξη της νομοθεσίας που προβλέπει διαφορετικά από τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο καταργείται. Η παράγραφος 3 του άρθρου 220 του ν. 4281/2014 (Α’ 160) καταργείται από τότε που άρχισε να ισχύει.
Ειδικά, η εφάπαξ παροχή που καταβάλλεται στους δικαιούχους των Τομέων Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολούμενων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), του Ταμείου Αρωγής Λιμενικού Σώματος (Τ.Α.Λ.Σ.), εφεξής «Ταμεία», και τους μετόχους των Ειδικών Λογαριασμών Αλληλοβοηθείας Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, εφεξής «Ειδικοί Λογαριασμοί», καταβάλλεται, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των οικείων καταστατικών διατάξεων και υπολογίζεται ως εξής: α. Για όσους υπέβαλαν σχετική αίτηση έως την 31η.12.2014 υπολογίζεται, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών. β. Για όσους υπέβαλαν ή υποβάλλουν σχετική αίτηση μετά την 1η.1.2015, υπολογίζεται αθροιστικά, για τον μεν χρόνο μετοχικής σχέσης έως την 31η.12.2014, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών, για τον δε χρόνο μετοχικής σχέσης από την 1η.1.2015 και εφεξής, σύμφωνα με την τεχνική βάση διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC), κατά το μαθηματικό τύπο της παραγράφου 4γ.
Η εφάπαξ παροχή καταβάλλεται από τον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. κατ’ απόλυτη προτεραιότητα: α) στους δικαιούχους που λόγω ασθένειας, χρόνιας πάθησης ή άλλης βλάβης έχουν ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 50%, το οποίο αποδεικνύεται με γνωμάτευση ΚΕΠΑ ή ΑΣΥΕ, β) στους δικαιούχους που είναι γονείς ή νόμιμοι κηδεμόνες ατόμων που έχουν ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 50% το οποίο αποδεικνύεται με γνωμάτευση ΚΕΠΑ ή ΑΣΥΕ, γ) στους δικαιούχους που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 (Α’ 164) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά ή με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 των άρθρων 1 και 26 π.δ. 169/2007 (Α’ 210) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές όπως ισχύουν κάθε φορά και δ) στους δικαιούχους που λαμβάνουν επίδομα σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 1140/1981 (Α’ 68). Εφόσον δεν υπάρχουν δικαιούχοι που εμπίπτουν στις ως άνω περιπτώσεις, η εφάπαξ παροχή καταβάλλεται από τον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. κατά προτεραιότητα σε περιπτώσεις: α) θανάτου του/της συζύγου ή τέκνου του δικαιούχου εφάπαξ παροχής και β) θανάτου του δικαιούχου εφάπαξ παροχής, στην/στον σύζυγο και στα τέκνα αυτού.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα που προκύπτει κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»
Άρθρο 32
Αντικατάσταση του άρθρου 36 και προσθήκη άρθρου 36Α στον ν. 4387/2016 Το άρθρο 36 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται και προστίθεται άρθρο 36Α ως εξής: «Άρθρο 36 Καταβολή εισφορών επί παράλληλης απασχόλησης και τρόπος υπολογισμού της σύνταξης επί παράλληλης απασχόλησης
Οι ασφαλισμένοι του Ε.Φ.Κ.Α. οι οποίοι ασκούν παράλληλα δύο ή περισσότερες επαγγελματικές δραστηριότητες, μισθωτού ή αυτοτελώς απασχολούμενου ή ελεύθερου επαγγελματία ή ασφαλισμένου στον πρώην ΟΓΑ, καταβάλλουν για κάθε ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα τις ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα :
- α) Σε περιπτώσεις μισθωτών που πραγματοποιούν παράλληλα περισσότερες της μίας μισθωτές απασχολήσεις
σε διαφορετικούς εργοδότες, καταβάλλονται για κάθε μισθωτή απασχόληση οι εισφορές για κύρια σύνταξη που προβλέπονται στο άρθρο 38 και έως του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών της παραγράφου 2 του άρθρου 38, όπως ισχύει. Ως προς την εργοδοτική εισφορά το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών εφαρμόζεται χωριστά για κάθε εργοδότη. Στις περιπτώσεις αυτές, για όσους υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης ή εφάπαξ παροχής, καταβάλλονται αντίστοιχα για κάθε μισθωτή απασχόληση οι εισφορές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 97 ή οι εισφορές μισθωτών του άρθρου 35, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στα άρθρα αυτά.
- β) Σε περιπτώσεις αυτοτελώς απασχολουμένων που
παράλληλα ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου μία ασφαλιστική εισφορά κύριας σύνταξης από τις προβλεπόμενες έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 39, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 39. Σε περιπτώσεις αυτοτελώς απασχολουμένων που παράλληλα ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου μία ασφαλιστική εισφορά υγειονομικής περίθαλψης από τις προβλεπόμενες έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 3 ή της παραγράφου 6 του άρθρου 41 αντιστοίχως, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 41. Στις ανωτέρω περιπτώσεις και εφόσον υποχρεούται ο ασφαλισμένος σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης ή εφάπαξ παροχής, καταβάλλεται αντίστοιχα, με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισμένου, μία ασφαλιστική εισφορά επικουρικής ασφάλισης από τις προβλεπόμενες τρεις (3) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 3 του άρθρου 97 σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του άρθρου 97 και μία ασφαλιστική εισφορά εφάπαξ άρθρου 35, σύμφωνα με τις περιπτώσεις γα’ και γβ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 35. Ειδικά στις περιπτώσεις ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α’ 155), τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016 δυναμικότητας έως και πέντε (5) δωματίων σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς και όλων των τουριστικών καταλυμάτων τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας, είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016 δυναμικότητας από 6 έως και 10 δωματίων σε όλη την Επικράτεια, που είναι παράλληλα εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων (Μ.Α.Α.Ε.), οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ για άλλη δραστηριότητα, καταβάλλεται κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου μία ασφαλιστική εισφορά από τις προβλεπόμενες έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 40. Ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι διανύθηκε στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ.
- γ) Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα
υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλλεται για τις εισφορές της κύριας σύνταξης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 38, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται για τις εισφορές της υγειονομικής περίθαλψης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της παραγράφου 1 του άρθρου 41, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. i. Η ανωτέρω συνολική μηνιαία εισφορά μισθωτού και εργοδότη για την κύρια σύνταξη του άρθρου 38 δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της δεύτερης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 39 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή της παραγράφου 1 του άρθρου 40 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ. Η ανωτέρω εισφορά για υγειονομική περίθαλψη δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της δεύτερης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 2 του άρθρου 41 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα και της παραγράφου 6 του άρθρου 41 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ. Στην περίπτωση που η συνολική εισφορά κύριας σύνταξης του άρθρου 38, ως μηνιαία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, υπολείπεται του ποσού της δεύτερης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 39 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή της παραγράφου 1 του άρθρου 40 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Στην περίπτωση που η εισφορά υγειονομικής περίθαλψης της παραγράφου 1 του άρθρου 41, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, υπολείπεται του ποσού της δεύτερης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 2 του άρθρου 40 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή της παραγράφου 6 του άρθρου 40 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Για τον υπολογισμό της ανωτέρω εισφοράς κύριας σύνταξης του άρθρου 38 και υγειονομικής περίθαλψης του άρθρου 41, υπολογίζονται οι συνολικές μηνιαίες εισφορές μισθωτού και εργοδότη, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εισφορές μισθωτού και εργοδότη επί των δώρων και του επιδόματος αδείας των μισθωτών. ii. Ειδικά για τους μισθωτούς που παράλληλα ασφαλίζονται για πρώτη φορά ως αυτοτελώς απασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες, η ανωτέρω συνολική μηνιαία εισφορά μισθωτού και εργοδότη για την κύρια σύνταξη του άρθρου 38 και για υγειονομική περίθαλψη του άρθρου 41 δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται αντιστοίχως και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της προηγούμενης περίπτωσης i, του ποσού της εισφοράς της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 39 και της παραγράφου 2 του άρθρου 41. Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει για πέντε (5) έτη από την έναρξη ασκήσεως του επαγγέλματος, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως. Χρήση του ευεργετήματος αυτού είναι δυνατή μόνο μία φορά. Σε περίπτωση διακοπής της ασκήσεως του επαγγέλματος του ελεύθερου επαγγελματία ή αυτοτελώς απασχολούμενου δεν είναι δυνατή η συνέχιση ή επανέναρξη του ως άνω ευεργετήματος. Η δυνατότητα καταβολής της ανωτέρω μειωμένης εισφοράς δεν αποτελεί ασφαλιστική οφειλή και δεν αναζητείται. iii. Οι μισθωτοί που απασχολούνται παράλληλα ως αυτοτελώς απασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες ή σε επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν, κατόπιν αιτήσεως, υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία εισφορών κύριας σύνταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 39 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή της παραγράφου 1 του άρθρου 40 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ από αυτήν την οποία υποχρεωτικά υπάγονται σύμφωνα με τις υποπεριπτώσεις i) και ii) της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Η παράγραφος 2 του άρθρου 39 και αντίστοιχα η παράγραφος 2 του άρθρου 40, σχετικά με τη διαδικασία και την υποβολή της αίτησης επιλογής ανώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Σε περίπτωση που η συνολική εισφορά του άρθρου 38 υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της εκάστοτε ασφαλιστικής κατηγορίας που επιλέγεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται επιπλέον εισφορά υγειονομικής περίθαλψης των παραγράφων 2 και 6 του άρθρου 41 αντίστοιχα. στο οποίο παρέχουν μισθωτή εργασία ή σε συνδεδεμένα με αυτά πρόσωπα κατά την έννοια της περίπτωσης ζ’ του άρθρου 2 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), εφαρμόζονται αναλογικά ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού και τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, οι διατάξεις του άρθρου 38. v. Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ και υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης καταβάλλεται για τις εισφορές της επικουρικής ασφάλισης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της παραγράφου 1 του άρθρου 97, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Η εισφορά αυτή δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 3 του άρθρου 97. Σε περίπτωση που υπολείπεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Οι ασφαλισμένοι αυτοί διατηρούν τη δυνατότητα να επιλέγουν, κατόπιν αιτήσεως, υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία εισφορών επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου
Σε περίπτωση που η συνολική εισφορά της παραγράφου 1 του άρθρου 97 υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της εκάστοτε ασφαλιστικής κατηγορίας που επιλέγεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ και υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς εφάπαξ παροχής, καταβάλλεται για τις εισφορές της εφάπαξ παροχής υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά μισθωτών του άρθρου 35, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Η εισφορά αυτή δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 35. Σε περίπτωση που υπολείπεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. Οι ασφαλισμένοι αυτοί διατηρούν την δυνατότητα να επιλέγουν, κατόπιν αιτήσεως, υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία εισφορών εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τις περιπτώσεις γα’ και γβ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 35. Σε περίπτωση που η συνολική εισφορά μισθωτών του άρθρου 35 υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της εκάστοτε ασφαλιστικής κατηγορίας που επιλέγεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο. vi. Όλες οι ανωτέρω ρυθμίσεις των υποπεριπτώσεων i έως v της περίπτωσης γ’ εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή. Ειδικά για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή καταβάλλεται για τις εισφορές της επικουρικής ασφάλισης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της παραγράφου 3 του άρθρου 97, σύμφωνα με την ειδική διάταξη της παραγράφου 4 του αρθρου 97 και για τις εισφορές εφάπαξ παροχής υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 35, σύμφωνα με την ειδική διάταξη της υποπερίπτωσης γγ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 35.
Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου 1.γ) για υγειονομική περίθαλψη υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του φορέα, κλάδου ή τομέα που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. και καταβάλλουν την ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 38.
α. Ασφαλισμένοι ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προέκυπτε βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως αυτές ίσχυαν έως την έναρξη του ν. 4387/2016 για κάθε φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό που εντάχθηκε στον Ε.Φ.Κ.Α., υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς για την αυτή απασχόληση, καταβάλλουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 38 ασφαλιστικές εισφορές. β. Οι παλαιοί ασφαλισμένοι κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2084/1992, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξακολουθούν να έχουν προαιρετικά το δικαίωμα καταβολής δεύτερης εισφοράς στον Ε.Φ.Κ.Α., κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλουν το συνολικό ποσοστό εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38.
α. Τα ανωτέρω οριζόμενα στη παράγραφο 3, εφαρμόζονται αντίστοιχα για την υγειονομική περίθαλψη, την επικουρική ασφάλιση και την εφάπαξ παροχή. Ειδικά για την εφάπαξ παροχή η παράγραφος 3β καταλαμβάνει και τους νέους ασφαλισμένους κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2084/1992. β. Σε περίπτωση μισθωτών που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλλονται υπέρ ΟΑΕΔ μόνο οι προβλεπόμενες για τους μισθωτούς εισφορές. Εάν δεν προβλέπεται η καταβολή εισφοράς υπέρ ΟΑΕΔ για τη μισθωτή εργασία ή την έμμισθη εντολή, καταβάλλεται η εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ του ελεύθερου επαγγελματία και υπέρ του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας (ΛΑΕ) για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ.
Σε περίπτωση παράλληλης ασφάλισης για υγειονομική περίθαλψη αφενός σε εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό και αφετέρου σε μη εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό, ο ασφαλισμένος διατηρεί το δικαίωμα να επιλέξει κατόπιν αιτήσεώς του, την ασφάλισή του για υγειονομική περίθαλψη στον φορέα εκτός Ε.Φ.Κ.Α. καταβάλλοντας την προβλεπόμενη εισφορά του φορέα που επιλέγει.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλογικά και για τα πρόσωπα της παραγράφου 1α. του άρθρου 4 του ν. 4387/2016.
Καταργείται το άρθρο 39 του ν. 2084/1992, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. απασχόλησης και τρόπος υπολογισμού της σύνταξης
Χρονικά διαστήματα παράλληλης ασφάλισης που έχουν διανυθεί έως τις 31.12.2016 και για τα οποία έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται διακριτοί, αυτοτελείς χρόνοι κύριας ασφάλισης.
Χρονικά διαστήματα παράλληλης απασχόλησης μετά την 1.1.2017 για τα οποία έχουν καταβληθεί περισσότερες της μιας ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται ενιαίος χρόνος ασφάλισης για κύρια σύνταξη.
Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης απονομής κύριας σύνταξης, το χρονικό διάστημα που έχει διανυθεί μετά την 1.1.2017 και για το οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές παράλληλης απασχόλησης προσμετράται κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου στον ασφαλιστικό χρόνο ενός από τους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. πρώην φορείς, στον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές για την θεμελίωση αυτοτελούς συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
α. Η κύρια σύνταξη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπολογίζεται ως ακολούθως: Χρόνος ασφάλισης με τον οποίο θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, καθώς και χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί από την 1.1.2017 και εντεύθεν, λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 28 του παρόντος. Για χρόνο ασφάλισης έως 31.12.2016 που δεν έχει ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χορηγείται επιπλέον παροχή για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, η οποία υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επί πλέον εισφοράς. β. Για τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ παροχής, στις ανωτέρω περιπτώσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 96 και 35 αντίστοιχα, του ν. 4387/2016, όπως ισχύει.
Ειδικότερα τα ποσοστά αναπλήρωσης των ειδικών κατηγοριών στρατιωτικών που προβλέπονται στο άρθρο 41 του α.ν. 1854/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παράγραφοι 1-3 του ν. 148/1975 και συμπληρώθηκε στις παραγραφους 2 και 3 περίπτωση δ’ με το άρθρο 2 του ν. 1282/1982, και με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 2084/1992, καθώς και με τις διατάξεις του άρθρου 41 του π.δ. 169/2007, όπως ισχύει, προσαξαύνονται πέραν των ποσοστών του πίνακα 2 της παραγράφου 5 του άρθρου 8 και κατά ποσοστό 1,5% επιπλέον για κάθε έτος μετά το τεσσαρακοστό πέμπτο.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.»
Άρθρο 33
Αντικατάσταση του άρθρου 47 του ν. 4387/2016 Το υπό γ) στοιχείο της παραγράφου 2 του άρθρου 37 του ν. 4387/2016 τροποποιείται, το υπό δ) στοιχείο της ίδιας παραγράφου καταργείται και η παράγραφος 3 του άρθρου 37 του ν. 4387/2016 τροποποιείται. Το άρθρο 37 του ν. 4387/2016 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 37 Προαιρετική συνέχιση ασφάλισης
Το άρθρο 18 εφαρμόζεται αναλόγως και στους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, με την επιφύλαξη των ακόλουθων παραγράφων.
α. Για την προαιρετική ασφάλιση των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα καταβάλλεται μηνιαία εισφορά κατ’ αναλογία των προβλεπόμενων στα άρθρα 38, 39 και 40. β. Ειδικότερα ο προαιρετικά ασφαλισμένος μισθωτός καταβάλλει μηνιαίως για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικής εισφοράς εργαζόμενου - εργοδότη στο ύψος που έχει διαμορφωθεί και ισχύει κατά τον χρόνο υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση. Το ως άνω ποσοστό υπολογίζεται επί του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης, αναπροσαρμοζόμενων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος. Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και για παροχές σε χρήμα από τον Κλάδο Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος μισθωτός καταβάλλει μηνιαίως εξ ολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί, υπολογιζόμενης αντιστοίχως επί των αποδοχών όπως προβλέπεται για την κύρια σύνταξη. γ. Προκειμένου περί αυτοτελώς απασχολούμενων, ελευθέρων επαγγελματιών και των υπαγόμενων προσώπων στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται μηνιαία εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 39 και της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του παρόντος. Τα πρόσωπα που συνεχίζουν προαιρετικά την ασφάλισή τους βάσει των διατάξεων του άρθρου 20 παράγραφος 4 του ν. 4488/2017 (Α’ 137) καταβάλλουν μηνιαία εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του παρόντος. Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και για παροχές σε χρήμα από τον Κλάδο Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαίως εξ ολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί.
Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και τα υπαγόμενα πρόσωπα στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς προαιρετικής ασφάλισης εφόσον δεν υπάρχει οφειλή από οποιαδήποτε αιτία του ασφαλισμένου προς τον φορέα ή, σε περίπτωση οφειλής, έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης, της οποίας οι όροι τηρούνται καθ’ όλη τη δι
Οι διατάξεις των άρθρων 42 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), 41 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179), 22 παράγραφος 1 του ν. 1654/1986 (Α’ 177), 26 παράγραφος 14 του ν. 4075/2012 (Α’ 89), καθώς και κάθε άλλη αντίθετη διάταξη καταργείται.»
Άρθρο 34
Αντικατάσταση του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 9 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 (Α’ 85) τροποποιούνται, η παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου καταργείται και οι παράγραφοι 5, 6, 7, 8 και 9, όπως το τελευταίο τροποποιείται, και 10, αναριθμούνται σε 4, 5, 6, 7, 8, 9 αντίστοιχα και προστίθεται νέα παράγραφος 10. Το άρθρο 38 του ν. 4387/2016 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 38 Εισφορές μισθωτών και εργοδοτών
Το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας. Το ανωτέρω ποσοστό κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένων από την 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος. Το ανωτέρω ποσοστό εργοδοτικής εισφοράς καταβάλλεται μειωμένο για τις περιπτώσεις εργοδοτών που εντάσσονται στο πρόγραμμα επιδότησης μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα ηλικίας έως εικοσιπέντε (25) ετών που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 86 του ν. 4583/2018 (Α’ 212) και της αρίθμ. Δ.15/Δ’/3220/72/26.2.2019 κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών (Β’ 681).
Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ορίζεται στο ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο από 1.1.2023 έως 31.12.2024 κατ’ έτος με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ως άνω ποσοστού, το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών παραμένει στα επίπεδα του προηγουμένου έτους. Από 1.1.2025 και εφεξής το ανώτατο όριο των ασφαλιστέων αποδοχών προσαυξάνεται κατ’ έτος κατά τον δείκτη μεταβολής μισθών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8.
Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20%, επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη, διατηρούμενου σε ισχύ του τεκμηρίου υπέρ της μισθωτής εργασίας της ρύθμισης του άρθρου 2 παράγραφος 1 του α.ν. 1846/1951, για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων: α. Ασφαλισμένοι που υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. β. Ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. γ. Πρόσωπα που κατέχουν θέση διευθυντή, γενικού διευθυντή, εντεταλμένου, διευθύνοντος ή συμπράττοντος συμβούλου, διοικητή εταιρείας ή συνεταιρισμού, εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τις εισπραττόμενες αμοιβές, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του συνολικού ποσού των αμοιβών. δ. Πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής κατ’ αποκοπή, καθώς και οι διαχειριστές όλων των νομικών μορφών των Εταιρειών πλην ΙΚΕ. Ειδικά για τα ανωτέρω μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε., σε περίπτωση που η καταβληθείσα σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά αντιστοιχεί ή υπερβαίνει το ποσό εισφοράς επι του βασικού μισθού μισθωτού θεωρείται ότι ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει 25 ημέρες ασφάλισης κατά μήνα. Εάν η καταβληθείσα σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά υπολείπεται του ως άνω ποσού εισφοράς επί του βασικού ποσού μισθωτού, ως χρόνος ασφάλισης κατά μήνα λαμβάνεται το πηλίκο της καταβληθείσας ασφαλιστικής εισφοράς δια του ποσού εισφοράς επί του βασικού μισθού μισθωτού, πολλαπλασιαζόμενο επί 25. ε. Μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής. Ειδικά για τα ανωτέρω μέλη Διοικητικού Συμβουλίου αγροτικών συνεταιρισμών ή σε περίπτωση που η καταβληθείσα σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά αντιστοιχεί ή υπερβαίνει το ποσό εισφοράς επι του βασικού μισθού μισθωτού θεωρείται ότι ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει είκοσι πέντε (25) ημέρες ασφάλισης κατά μήνα. Εάν η καταβληθείσα σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά υπολείπεται του ως άνω ποσού εισφοράς επί του βασικού ποσού μισθωτού, ως χρόνος ασφάλισης κατά μήνα λαμβάνεται το πηλίκο της καταβληθείσας ασφαλιστικής εισφοράς δια του ποσού εισφοράς επί του βασικού μισθού μισθωτού, πολλαπλασιαζόμενο επί 25. στ. Δικηγόροι με έμμισθη εντολή, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής τους στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών. ζ. Ασφαλισμένοι, οι οποίοι έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΓΑ ως μισθωτοί, ανειδίκευτοι εργάτες, μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών. Ο σχετικός χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. νόμου, υπάγονταν στην ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Εηνμέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ), καταργούμενης κάθε άλλης διάταξης που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα. Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους περιοδικά έναντι παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι 23.10.2015 ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαραγράφου Ε3 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σύμφωνα με την αριθμ. Φ11321/οικ.47523/1570/23.10.2015 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β’ 2311), καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως ισχύει, καθώς και όσων για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.
Τα ποσοστά εισφορών των ασφαλισμένων που υπάγονται ή θα υπάγονταν βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο ΝΑΤ, υπολογίζονται μηνιαίως επί του βασικού μισθού που δεν μπορεί να είναι κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην ισχύουσα ή την τελευταία ισχύσασα συλλογική σύμβαση εργασίας του κλάδου, πλέον των επιδομάτων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 85 του π.δ. 913/1978. Οι εισφορές καταβάλλονται ανά τρίμηνο.
Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση, σύμφωνα με την νομοθεσία του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ως ισχύει.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου σχετικά με τις εισφορές των κατά την παράγραφο 4 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων, την ενσωμάτωση αυτών στα πληροφοριακά συστήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Από τις 15.9.2016 η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος δ’, στο άρθρο 4 παράγραφος γ’ του ν.δ. 465/1941 (Α’ 301), στο άρθρο 36 παράγραφος 2 του ν.δ. 158/1946 (Α’ 318), στο άρθρο 3 παράγραφος Γ’ του ν. 1872/1951 (Α’ 202), στο άρθρο 4 παράγραφος 3 περίπτωση β’ του ν. 4041/1960 (Α’ 36), στο άρθρο 4 του ν.δ. 4547/1966 (Α’ 192), στα άρθρα 11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α’ 243), στα άρθρα 2, 3 και 8 του ν. 1344/1973 (Α’ 36), στο άρθρο 6 παράγραφος 5 του ν. 1866/1989 (Α’ 222), στους ν. 248/1967, 1989/1991, καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται.
Από την 1.7.2016 οι αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών κατατίθενται από τους εργοδότες μέσω τραπεζικού λογαριασμού και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από την οικεία τράπεζα στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Από την 1.7.2019 οι αποζημιώσεις απόλυσης των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και ο αντίστοιχος φόρος της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013 (Α’ 167) κατατίθενται από τους εργοδότες μέσω λογαριασμού πληρωμών και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών και του Δημοσίου. Για τον σκοπό αυτόν κάθε υπόχρεος εργοδότης υπογράφει σχετική σύμβαση με τράπεζα που επιλέγει. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.
Οι διατάξεις του άρθρου 141 παράγραφος 2 του ν. 3655/2008 (Α’ 58) εφαρμόζονται στις ασφαλισμένες που καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.»
Άρθρο 35
Αντικατάσταση του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 Το άρθρο 39 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 39 Εισφορές αυτοτελώς απασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών
Για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, οι αυτοτελώς απασχολούμενοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες ασφαλισμένοι του Ε.Φ.Κ.Α. κατατάσσονται από την 1.1.2020 σε έξι (6) ασφαλιστικές κατηγορίες, ως προς τις οποίες το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κύριας σύνταξης αντιστοιχεί ως εμφαίνεται στον κατωτέρω πίνακα: ασφαλισμένος δεν επιλέξει ασφαλιστική κατηγορία, κατατάσσεται υποχρεωτικά στη πρώτη. Ο ασφαλισμένος μπορεί, με αίτησή του, να επιλέξει ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία από αυτή που υπάγεται ή, εφόσον βρίσκεται σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, να επιλέξει κατώτερη. H αίτηση επιλογής δύναται να υποβάλλεται και ηλεκτρονικά. Αίτηση για μεταβολή ασφαλιστικής κατηγορίας δύναται να υποβάλλεται οποτεδήποτε, σε κάθε περίπτωση όμως η μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία θα γίνεται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από την υποβολή της αίτησης και θα ισχύει υποχρεωτικά για όλο το επόμενο έτος από την υποβολή της αίτησης. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι ασφαλισμένοι επιλέγουν την ασφαλιστική κατηγορία στην οποία επιθυμούν να υπαχθούν, άλλως κατατάσσονται στη πρώτη ασφαλιστική κατηγορία και καταβάλλουν τις εισφορές του Ιανουαρίου 2020 για την επιλεγείσα κατηγορία μέχρι 20 Μαρτίου 2020.
Από την 1.1.2020 θεσπίζεται ειδική ασφαλιστική κατηγορία για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, ως προς την οποία το ποσό της μηνιαίας εισφοράς αντιστοιχεί ως εμφαίνεται στον κατωτέρω πίνακα:
Στην ειδική κατηγορία κατατάσσονται οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοτελώς απασχολούμενοι για πέντε (5) έτη από την έναρξη ασκήσεως του επαγγέλματος κατόπιν αιτήσεώς τους. Χρήση του ευεργετήματος αυτού είναι δυνατή μόνο μία φορά. Σε περίπτωση διακοπής της ασκήσεως του επαγγέλματος του ελεύθερου επαγγελματία ή αυτοτελώς απασχολούμενου, δεν είναι δυνατή η συνέχιση ή επανέναρξη του ως άνω ευεργετήματος. Η δυνατότητα καταβολής μειωμένης εισφοράς έως και μιας πενταετίας των νέων επαγγελματιών δεν αποτελεί ασφαλιστική οφειλή και δεν αναζητείται. Δεν αναζητείται επίσης ως ασφαλιστική οφειλή και η χρήση του ευεργετήματος των άρθρων 39 και 39Α για τους ασφαλισμένους της ανωτέρω κατηγορίας. Οι συνταξιούχοι που αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία στον Ε.Φ.Κ.Α. δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω ευεργετική διάταξη. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες που δεν έχουν συμπληρώσει πέντε (5) έτη ασφάλισης και μέχρι τις 31.12.2019 δεν υπάγονταν σε καθεστώς καταβολής μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών, είναι δυνατή η εφαρμογή των ανωτέρω από την 1.1.2020 και για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται της συμπλήρωσης πέντε (5) ετών.
Οι ανωτέρω ασφαλισμένοι κατατάσσονται υποχρεωτικά για τον κλάδο υγείας στην ίδια ασφαλιστική κατηγορία που κατατάσσονται για τον κλάδο κύριας σύνταξης.
Από την 1.1.2023 έως την 31.12.2024 τα ως άνω ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών προσαυξάνονται κατ’ έτος με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ως άνω ποσοστού το ποσόν της εισφοράς παραμένει στα επίπεδα του προηγουμένου έτους. Από την 1.1.2025 και εφεξής τα ως άνω ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών προσαυξάνονται κατ’ έτος κατά τον δείκτη μεταβολής μισθών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8.
Υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των παραγράφων 1-7 έχουν οι ασφαλισμένοι κατά το άρθρο 55 αυτοτελώς απασχολούμενοι και: α. οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές και καταστατικές διατάξεις, ασφαλίζονται ή αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία στον πρώην Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ). β. Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α’ 155), τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, καθώς και όλων των τουριστικών καταλυμάτων τα οποία λειτουργούν είτε βάσει Ειδικού Σήματος Λειτουργίας είτε έχουν υπαχθεί στο καθεστώς γνωστοποίησης του ν. 4442/2016, σε ολόκληρη την Επικράτεια, καθώς και το σύνολο των εταίρων σε περίπτωση ιδιοκτησίας ή εκμετάλλευσης τουριστικών καταλυμάτων από εταιρεία, οποιασδήποτε νομικής μορφής εκτός των ΙΚΕ, και σε περίπτωση Α.Ε. τα μέλη του Δ.Σ. των Α.Ε. που είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 3% τουλάχιστον, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1β) του άρθρου 36 του παρόντος. Ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης του πρώην ΟΑΕΕ. Κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει αντίθετα το θέμα καταργείται. γ. Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι, οι οποίοι, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές και καταστατικές διατάξεις και το άρθρο 20 του ν. 4488/2017 (Α’ 137), ασφαλίζονται ή αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία στο πρώην Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολουμένων (ΕΤΑΑ). δ. Οι ασφαλισμένοι που αναφέρονται στην αριθ. Φ.11321/59554/2170/22.12.2016 (Β’ 4569) απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Οι παράγραφοι 1-7 εφαρμόζονται και: α) στους υγειονομικούς που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση, β) στους δικηγόρους που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης δικηγορίας, γ) στους διαχειριστές των Ιδιωτικών Κεφαλαιουχικών Εταιρειών (ΙΚΕ) που ορίστηκαν με το καταστατικό ή με απόφαση των εταίρων, δ) στον μοναδικό εταίρο Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας.
Στους ασφαλισμένους της παραγράφου 1 που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε έως δύο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλογικά, ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού και τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, οι διατάξεις του άρθρου 38. υποβληθούν αντιρρήσεις ενώπιον του Ε.Φ.Κ.Α. από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η διαδικασία των αντιρρήσεων, ο τρόπος έκδοσης των σχετικών αποφάσεων, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
α. Ειδικά για τους δικηγόρους, καταβάλλεται υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α. ποσοστό 20% επί της ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση, για την οποία προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία έκδοση γραμματίου προείσπραξης. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος αποστέλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. τη σχετική συγκεντρωτική κατάσταση ανά δικηγόρο. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί με την ανωτέρω διαδικασία, αφαιρούνται από τις εισφορές που οφείλει ο δικηγόρος για τον κλάδο σύνταξης, επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονομικής περίθαλψης. Ειδικά για τους δικηγόρους που απασχολούνται με έμμισθη εντολή, τα ποσά αυτά αφαιρούνται από την εισφορά του ασφαλισμένου. β. Αν τα ποσά που καταβάλλονται βάσει των ανωτέρω ρυθμίσεων υπολείπονται της εισφοράς, ο ασφαλισμένος καταβάλλει τη διαφορά σε χρήμα. γ. Αν τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν τη μηνιαία εισφορά που οφείλεται, δεν επιστρέφονται, αλλά συμψηφίζονται με την ετήσια ασφαλιστική οφειλή του αντίστοιχου έτους. Εάν οι καταβληθείσες εισφορές από τα γραμμάτια προείσπραξης υπερβαίνουν την ετήσια εισφορά, τα αντίστοιχα ποσά είτε επιστρέφονται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, είτε συμψηφίζονται με την επόμενη ή επόμενες χρήσεις.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)