Νόμοι — ΦΕΚ A' 45/2023

Type Νόμος
Publication 2023-03-01
Τελευταία ενημέρωση 2023-02-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 114
Reform history JSON API
2.

Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.

3.

Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.

4.

Τρίτος, ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή, εκτός αν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

Άρθρο 40

Παραβίαση υποχρέωσης γνωστοποίησης Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Α’ 139) που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παρ. 2 του άρθρου 30 του παρόντος τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών.

Άρθρο 41

Ποινικές δικονομικές διατάξεις

1.

Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται:

  • α) στο άρθρο 34 περί παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης, β) στο άρθρο 38 περί απαγόρευσης δημοσιοποίησης, γ) στο άρθρο 39 περί μη υποβολής

ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, δ) στο άρθρο 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης, των υπόχρεων προσώπων του άρθρου 4, της περ. α’ του άρθρου 6 και της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 8, η ποινική δίωξη ασκείται, με την επιφύλαξη των άρθρων 62, 85 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 86 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών [ν. 3126/2003, ολομέλεια του οικείου εφετείου. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο των εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

2.

Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται: α) στο άρθρο 34 περί παράλειψης ηλεκτρονικής καταχώρισης,

  • β) στο άρθρο 38 περί απαγόρευσης δημοσιοποίησης,
  • γ) στο άρθρο 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, δ) στο άρθρο 40 περί παραβίασης

υποχρέωσης γνωστοποίησης, των λοιπών υπόχρεων προσώπων του Κεφαλαίου Β’, καθώς και άλλων ειδικών νόμων, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και ενεργείται με εισαγωγή της υπόθεσης με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή παραγγελία κύριας ανάκρισης, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών.

3.

Στις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και στις Εισαγγελίες Πλημμελειοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης ορίζονται αντίστοιχα από τους διευθύνοντες αυτών τουλάχιστον ένας (1) Αντεισαγγελέας Εφετών και ένας (1) Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, οι οποίοι χειρίζονται τις δικογραφίες που σχηματίζονται για τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος.

4.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος είναι το τριμελές εφετείο, ενώ για τις σε βαθμό πλημμελήματος το τριμελές πλημμελειοδικείο.

5.

Στις περιπτώσεις των άρθρων 39 περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης και 40 περί παραβίασης υποχρέωσης γνωστοποίησης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα του παρόντος, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης στο διαδίκτυο, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

6.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 42

Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων

1.

Όταν η τακτική ανάκριση αφορά στα αδικήματα του άρθρου 39, περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υπαχθούν σε δήμευση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 33 περί δήμευσης. Αν διεξάγεται προκαταρκτική εξέταση, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορούμενου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο.

2.

Η απαγόρευση της παρ. 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου η εκταμίευση χρημάτων από τον λογαριασμό ή η εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση την παρούσα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.

3.

Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό γραφείο μετά την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου.

4.

Ο κατηγορούμενος, σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, αν προκύψουν νέα στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε βάρος του ελεγχόμενου υπόχρεου καταλογίζεται χρηματικό ποσό μέχρι της αξίας περιουσιακού αποκτήματος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος ή το ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τα άρθρα 118 έως 129 του ν. 4700/2020 (Α’ 127). Ο καταλογισμός αποκλείεται εάν το περιουσιακό στοιχείο έχει δημευθεί σύμφωνα με το άρθρο 33 περί δήμευσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 44

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Κανονιστικές αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος βάσει του ν. 3213/2003 (Α’ 309), παραμένουν σε ισχύ, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.

2.

Τα υπηρετούντα μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος μέλη της επιτροπής του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003 μπορούν να συνεχίσουν τη θητεία τους στην επιτροπή του άρθρου 25 μέχρι τη συγκρότηση της νέας Επιτροπής.

3.

Μέχρι την υπογραφή της Σύμβασης της παρ. 3 του άρθρου 24 υπεύθυνος για την πολιτική ασφαλείας των δεδομένων της παρ. 1 του άρθρου 24 είναι η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ..

4.

Έλεγχοι, σε οποιοδήποτε στάδιο, που δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, ολοκληρώνονται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά την έναρξη του ελέγχου.

5.

Μέχρι την έκδοση νέου ή την τροποποίηση του Ειδικού Κανονισμού της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του άρθρου 25 του παρόντος κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β’, Α’ 51) εξακολουθεί να ισχύει ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε στον Κανονισμό της Βουλής ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α’ 122).

6.

Ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 και της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 του ίδιου άρθρου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 30Γ του Κανονισμού της Βουλής, για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία τους, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση νέων σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 4 του άρθρου 45.

Άρθρο 45

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων: α) εξειδικεύεται το προβλεπόμενο στον παρόντα περιεχόμενο της Δ.Π.Κ. και β) καθορίζονται: βα) οι οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της και οι πίνακες παραμετρικών τιμών, ββ) η λειτουργία της εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 21, η ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της εφαρμογής, οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 21.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης δύναται να τροποποιείται το ποσό των παραβόλων του άρθρου 22.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της Δ.Ο.Σ. του άρθρου 23.

4.

α) Με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής εγκρίνεται ο Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 και της ειδικής υπηρεσίας της παρ. 9 αυτού για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία τους, ο οποίος συντάσσεται από την ειδική υπηρεσία της παρ. 9 και εκδίδεται από την Επιτροπή Ελέγχου.

  • β) Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής εγκρίνεται

και εκδίδεται ειδικός κανονισμός οικονομικής διαχείρισης που καταρτίζεται από την Επιτροπή Ελέγχου.

  • γ) Με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής καθορίζονται η διάρθρωση και η οργάνωση της ειδικής υπηρεσίας

της παρ. 9 του άρθρου 25, καθώς και το επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που τη στελεχώνει, οι θέσεις, ο αριθμός και οι αρμοδιότητες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της.

5.

Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο διαχειριστικό θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου κατά τα άρθρα 28 έως 31, καθώς επίσης στην οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25.

6.

Με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και η διαδικασία του ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 31.

7.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζονται το αντικείμενο της δημοσιοποίησης της Δ.Π.Κ. του άρθρου 32 και ιδίως η μορφή, ο τύπος και τα προς δημοσίευση, συγκεντρωτικά ή μη, στοιχεία.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 42, περί καθορισμού της διαδικασίας δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 46

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται ο ν. 3213/2003 (Α’ 309), περί της δήλωσης και του ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων, πλην:

  • α) του άρθρου 8, περί απαγόρευσης συμμετοχής σε

εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά

  • β) των άρθρων 9, 10, 11 και 12, κατά το μέρος που

αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8.

Άρθρο 47

Τελικές διατάξεις

1.

Ο Κανονισμός της Βουλής και ο Ειδικός Κανονισμός που προσαρτήθηκε σε αυτόν ως Παράρτημα τρία (3) με την από 28.6.2016 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής (Α’ 122) δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος.

2.

Όπου σε κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή ή αναφορά σε διάταξη του ν. 3213/2003 (Α’ 309), πλην του άρθρου 8 και των άρθρων 9, 10, 11 και 12 κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8, εφεξής νοούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Β’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Προσόντα και διαδικασία επιλογής υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 4 και παρ. 2 άρθρου 5 ν. 4786/2021

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) τροποποιείται ως προς τα προσόντα επιλογής υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και διαμορφώνεται ως εξής: «1. Κάθε υποψήφιος για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα απαιτείται, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και κατά τον χρόνο του διορισμού του: α. να κατέχει τον βαθμό τουλάχιστον του Αντεισαγγελέα Εφετών έως και αυτόν του Εισαγγελέα Εφετών, β. να έχει εναπομένοντα χρόνο υπηρεσίας έξι (6) τουλάχιστον έτη μέχρι την αποχώρησή του λόγω του ορίου ηλικίας της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος.»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4786/2021 επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στο πρώτο εδάφιο, τροποποιείται η χρονική αφετηρία ορισμού προθεσμίας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την υποβολή αιτήσεων από τους ενδιαφερομένους για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, β) στο δεύτερο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών» διαγράφονται οι λέξεις «και Πρωτοδικών» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δώδεκα (12) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και αμελλητί μόλις πληροφορηθεί ότι αυτή για οποιονδήποτε λόγο λήγει πρόωρα, ή δεν πρόκειται να παραταθεί, ορίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή, των αιτήσεων των ενδιαφερομένων, μαζί με βιογραφικό σημείωμα και φάκελο δικαιολογητικών, αναρτά την πρόσκληση στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και τη γνωστοποιεί ταυτόχρονα εγγράφως στους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών της Επικράτειας, προς ενημέρωση των υφισταμένων τους.».

Άρθρο 49

Τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων -Τροποποίηση άρθρου 16 και προσθήκη άρθρου 16Α στον ν. 4786/2021

1.

Στο άρθρο 16 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) το δεύτερο εδάφιο μεταφέρεται στο τέλος του άρθρου ως εδάφιο τρίτο με την αντικατάσταση των λέξεων «για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης» από τις λέξεις «για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ανακριτή» και την τροποποίηση του αρμόδιου ανακριτή, β) το τρίτο εδάφιο τίθεται ως δεύτερο εδάφιο με την απάλειψη των λέξεων «παραπέμπονται και» και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 16 Κατά τόπον αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων Η κατά τόπον αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Οι ποινικές υποθέσεις εισάγονται στα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού της Αθήνας και στον Άρειο Πάγο. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ανακριτή, παραγγέλλεται αποκλειστικά ο ανακριτής που έχει οριστεί για αυτό από την Oλομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών.».

2.

Μετά από το άρθρο 16 του ν. 4786/2021 προστίθεται άρθρο 16Α, ως εξής: «Άρθρο 16Α Λειτουργική αρμοδιότητα

1.

Ως προς τα αδικήματα της αρμοδιότητάς τους σύμφωνα με τον ν. 4689/2020 (Α’ 103) και πέραν των εξουσιών των εθνικών εισαγγελέων ως προς την έρευνα και τη δίωξη, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς ασκούν και όλες τις εξουσίες διενέργειας ανακριτικών πράξεων του ανακριτή, εκτός από αυτές που αφορούν στη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού σύμφωνα με τα άρθρα 282, 283, 284 και 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς έχουν τις υποχρεώσεις του ανακριτή του άρθρου 251 ΚΠΔ και την ευθύνη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 239 ΚΠΔ.

2.

Η ολοκλήρωση της προδικασίας και η παραπομπή σε δίκη, για πλημμελήματα και κακουργήματα, αποφασίζονται από το Μόνιμο Τμήμα σύμφωνα με τα άρθρα 10, 36 και 40 του Κανονισμού 2017/1939 και ενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 16Γ του παρόντος. Το δικαστικό συμβούλιο διατηρεί την κατ’ άρθρο 307 ΚΠΔ αρμοδιότητά του, εκτός αν ειδικά ορίζεται διαφορετικά από τον Κανονισμό ή τον παρόντα νόμο.

3.

Για τις υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους, με την επιφύλαξη του παρόντος, όπου στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλες διατάξεις γίνεται αναφορά σε ανακριτικές πράξεις του ανακριτή, νοούνται οι πράξεις του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα που ενεργεί την έρευνα.». και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού Προσθήκη άρθρου 16Β στον ν. 4786/2021 Μετά από το άρθρο 16Α του ν. 4786/2021 (Α’ 43) προστίθεται άρθρο 16Β ως εξής: «Άρθρο 16Β και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού

1.

Επί κακουργημάτων και συναφών πλημμελημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 26 και 27 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, απευθύνεται παραγγελία προς τον ανακριτή μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και όλες οι ανακριτικές πράξεις ενεργούνται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, αυτοπροσώπως ή μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτούς, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 (L 283). Κατ’ εξαίρεση ο ανακριτής δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητα της παρ. 2 του άρθρου 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα.

2.

Η ποινική δίωξη ασκείται από τον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, με παραγγελία προς τον ανακριτή για λήψη απολογίας του κατηγορουμένου και υποβολή κατηγορητηρίου που περιέχει όλα τα περιστατικά που συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης, καθώς και τον νομικό χαρακτηρισμό της. Η ποινική δίωξη ασκείται με μόνη την υποβολή του κατηγορητηρίου προς τον ανακριτή, όταν ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης χωρίς προηγούμενη κλήση για απολογία. Σε περίπτωση σύλληψης πριν από την αμετάκλητη παραπομπή σε δίκη, η δικογραφία επιστρέφεται στον ανακριτή για λήψη της απολογίας. Για πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς, η ποινική δίωξη ασκείται με την επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου, μαζί με κλήση για απολογία ενώπιον του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα ή του ανακριτικού υπαλλήλου που έχει ορισθεί από αυτόν, η οποία περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 271 ΚΠΔ και στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο αυτό. Αν δεν έχει προηγηθεί προκαταρτική εξέταση, τηρούνται οι προθεσμίες της παρ. 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ.

3.

Αν μετά τη λήψη της απολογίας και την εξέταση τυχόν υπερασπιστικών μέσων του κατηγορουμένου, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για πράξη ελαφρύτερη από αυτήν που του απέδωσε με το κατηγορητήριο ή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 39 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, συντάσσει ανάλογο σχέδιο απόφασης, εκθέτοντας με συνοπτική αιτιολογία στην έκθεσή του προς τον εποπτεύοντα Εισαγγελέα και τους λόγους μεταβολής της κρίσης του επί των σημείων αυτών. Αν μετά την απολογία ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι πρέπει να υποβάλει σχέδιο απόφασης παραπομπής για πράξη βαρύτερη ή ουσιωδώς διαφορετική από αυτή για την οποία απήγγειλε κατηγορία, οφείλει να ζητήσει την εκ νέου κλήση του κατηγορουμένου για συμπληρωματική απολογία.

4.

Aν ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας κρίνει ότι είναι αναγκαία η σύλληψη, η προσωρινή κράτηση, ο κατ’ οίκον περιορισμός ή η επιβολή περιοριστικών όρων, μετά την απολογία ή μετά τη μη εμφάνιση του κατηγορουμένου στην ταχθείσα προς τούτο ημέρα και ώρα, απευθύνεται με αίτηση στον ανακριτή. Στην αίτηση του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα περιέχεται πλήρης η αιτιολογία και το διατακτικό του τίτλου που ζητείται να εκδοθεί. Αν η έρευνα περαιωθεί με έκδοση εντάλματος σύλληψης, ο Εντεταλμένος Ευρωπαίος Εισαγγελέας απευθύνεται στον ανακριτή για την επιβολή στον κατηγορούμενο μέτρων δικονομικού καταναγκασμού σε περίπτωση σύλληψής του. Το ίδιο δύναται να πράξει ο Εντεταλμένος Ευρωπαίος Εισαγγελέας και όταν η περαίωση γίνεται με έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής. Αν πρόκειται για μέτρα που λαμβάνονται μετά την απολογία, ο ανακριτής αποφαίνεται αφού ακούσει επ’ αυτών τον κατηγορούμενο που εμφανίστηκε ενώπιόν του και τον συνήγορό του.

5.

Ο ανακριτής μπορεί να δεχθεί εν μέρει ή να απορρίψει το αίτημα. Αν ο ανακριτής συμφωνεί με το αίτημα του Εισαγγελέα, εκδίδει σχετική διάταξη, ένταλμα σύλληψης ή ένταλμα προσωρινής κράτησης. Τη διάταξη περί μερικής ή ολικής απόρριψης ο ανακριτής τη σημειώνει επί του σώματος της αίτησης ή την προσαρτά σε αυτή, συμπεριλαμβάνοντας και την κατά την κρίση του αναγκαία συνοπτική αιτιολογία. Επί μερικής ή ολικής απόρριψης, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας μπορεί να αποδεχθεί την κρίση του ανακριτή, ζητώντας αμέσως την πρόοδο της διαδικασίας, ή να εισαγάγει τη διαφωνία του στο συμβούλιο πλημμελειοδικών, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 288 ΚΠΔ. Αν ο ανακριτής διαπιστώνει τυπικές ελλείψεις που επιδέχονται συμπλήρωση, μπορεί να αναπέμψει για συμπλήρωση το αίτημα μία (1) μόνο φορά, επισημαίνοντας τις κατά την κρίση του ελλείψεις που χρήζουν συμπλήρωσης.

6.

Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα δικαιώματα των μερών σε σχέση με τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού καθορίζονται κατά τα λοιπά από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ.».

Άρθρο 51

Περάτωση των ερευνών και εισαγωγή σε δίκη Προσθήκη άρθρου 16Γ στον ν. 4786/2021 Μετά από το άρθρο 16Β του ν. 4786/2021 (Α’ 43) προστίθεται άρθρο 16Γ, ως εξής: «Άρθρο 16Γ Περάτωση των ερευνών και εισαγωγή σε δίκη

1.

Επί αδικημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της και το Μόνιμο Τμήμα έχει αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε δίκη σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10 και τα άρθρα 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, η εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο γίνεται με επίδοση κλητηρίου παραγράφους.

2.

Επί πλημμελημάτων που διώκονται αυτοτελώς εφαρμόζεται το άρθρο 322 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).

3.

Επί κακουργημάτων, μετά την έκδοση της απόφασης του Μόνιμου Τμήματος, σύμφωνα με την παρ. 1, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας υποβάλει πρόταση προς τον Πρόεδρο Εφετών Αθηνών για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, στην οποία επισυνάπτονται σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος, η περί παραπομπής απόφαση του Μόνιμου Τμήματος και το σχέδιο απόφασης που έχει υποβάλλει ο ίδιος, εφαρμοζομένου του άρθρου 309 ΚΠΔ. Από τη στιγμή που ο εισαγγελέας καταρτίσει σχετική πρόταση, πριν την υποβάλλει προς τον Πρόεδρο Εφετών, έχει υποχρέωση να ενημερώσει αμέσως τους διάδικους ή τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, προκειμένου να λάβουν αντίγραφό της και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ. Εφόσον ο πρόεδρος εφετών διατυπώσει σύμφωνη γνώμη για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας εκδίδει κλητήριο θέσπισμα, κατά του οποίου δεν επιτρέπεται προσφυγή.

4.

Σε περίπτωση διαφωνίας του Προέδρου Εφετών, ο οποίος κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ή συντρέχουν λόγοι να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη ή να κηρυχθεί απαράδεκτη, η υπόθεση εισάγεται στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών έχουν δικαίωμα να παραστούν ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας και οι διάδικοι, οι οποίοι ειδοποιούνται από τον Γραμματέα του Συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο εντός προθεσμίας που ορίζει ο Πρόεδρος, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των σαράντα οκτώ (48) ωρών. Η ανωτέρω ειδοποίηση μπορεί να γίνει προς τον διάδικο ή τον συνήγορό του. Το Συμβούλιο Εφετών μπορεί: α) να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, ή β) να παύει οριστικά την ποινική δίωξη, ή γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, ή δ) να κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, ή ε) να αναπέμπει την υπόθεση στον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα ή στ) να αποφασίζει την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου.

5.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 309 και τα άρθρα 310 έως 313 ΚΠΔ.».

Άρθρο 52

Ειδικές ανακριτικές πράξεις - Ισχύς απορρήτων - Αντικατάσταση άρθρου 17 ν. 4786/2021 Το άρθρο 17 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 17 Ειδικές ανακριτικές πράξεις - Ισχύς απορρήτων

1.

Επί αδικημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς έχουν τις ίδιες εξουσίες και δύνανται να διενεργούν, αιτιολογημένα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ανακριτικές πράξεις υπό τις προϋποθέσεις, διαδικασίες και εγγυήσεις που διατάσσουν ή ζητούν τα αντίστοιχα μέτρα οι Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος του άρθρου 33 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), υποκείμενοι στους ίδιους περιορισμούς της νομοθεσίας περί απορρήτων, εφαρμοζομένων αναλόγως των παρ. 1 έως και 3 του άρθρου 36 ΚΠΔ.

2.

Ειδικά ως προς τα μέτρα έρευνας των περ. ε’ και στ’ της παρ. 1 του άρθρου 30 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, η διενέργεια των εν λόγω ανακριτικών πράξεων είναι επιτρεπτή μόνο για τη διακρίβωση κακουργήματος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των οικείων διατάξεων του εθνικού δικαίου.

3.

Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και για τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα, στην περίπτωση που αποφασίσει αιτιολογημένα να διεξαγάγει προσωπικά την έρευνα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939.».

Άρθρο 53

Εκθέσεις προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας - Προσθήκη άρθρου 17Α στον ν. 4786/2021 Μετά από το άρθρο 17 του ν. 4786/2021 προστίθεται άρθρο 17Α, ως εξής: «Άρθρο 17Α Εκθέσεις προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Οι εκθέσεις του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που επικουρεί τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, για τη σύνταξη των οποίων έχουν ληφθεί υπόψη το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των αποδεικτικών στοιχείων που τις υποστηρίζουν και προσαρτώνται σε αυτές, αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές διαδικασίες στις οποίες η χρησιμοποίησή τους κρίνεται αναγκαία, υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτικών αρχών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με τις τελευταίες.».

Άρθρο 54

Καθορισμός αρμοδίου Δικαστηρίου για την επίλυση διαφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής και εθνικής Εισαγγελικής Αρχής Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 4786/2021 Στο άρθρο 19 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) η υφιστάμενη παράγραφος τροποποιείται ως προς την αρμόδια αρχή, β) προστίθεται νέα παρ. 2 και το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 19 Αρμόδια αρχή για την επίλυση διαφωνίας Ευρωπαϊκής και εθνικής Εισαγγελικής Αρχής

1.

Ως αρμόδια εθνική Αρχή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 25 του Κανονισμού υπάρχει διαφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής, σχετικά με το αν η αξιόποινη συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 23 του ίδιου Κανονισμού, ορίζεται ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο.

2.

Η διαφωνία υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από οποιονδήποτε από τους διαφωνούντες. Αν υπάρχουν περισσότερα αιτήματα, συνεκδικάζονται. Η συνεδρίαση του Συμβουλίου γνωστοποιείται με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προ δέκα (10) ημερών και στον ύποπτο ή κατηγορούμενο, ο οποίος μπορεί να υποβάλλει τις απόψεις του με γραπτό υπόμνημα μέχρι δύο (2) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Συμβουλίου, μπορεί να παραλείψει τη γνωστοποίηση για λόγους μυστικότητας των ερευνών.».

Άρθρο 55

Γενική διάταξη - Προσθήκη άρθρου 20Α στον ν. 4786/2021 Μετά από το άρθρο 20 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) προστίθεται άρθρο 20Α, ως εξής: «Άρθρο 20Α Γενική διάταξη Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον Κανονισμό ΕΕ 2017/1939, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του εθνικού δικαίου, όπου, γίνεται αναφορά σε διατάξεις του ν. 1756/1988 (Α’ 35), εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109).».

Άρθρο 56

Στελέχωση Γραμματείας Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων - Τροποποίηση παρ. 1, 2 και 3 άρθρου 15 ν. 4786/2021 Στο άρθρο 15 του ν. 4786/2021 (Α’ 43) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) τo δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 τροποποιείται ως προς τον αριθμό των θέσεων και τα προσόντα των δικαστικών υπαλλήλων που στελεχώνουν τη γραμματεία, β) στην παρ. 2, βα) το πρώτο και δεύτερο εδάφιο εναρμονίζονται ως προς την πιστοποίηση της γνώσης της αγγλικής γλώσσας και τροποποιούνται ως προς την απαιτούμενη γνώση ηλεκτρονικού υπολογιστή,

  • ββ) προστίθενται τρίτο και τέταρτο εδάφιο, γ) στο πρώτο

εδάφιο της παρ. 3 διαγράφονται οι λέξεις «μετάθεση ή» και το άρθρο 15 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (ΕΕΕ) συστήνεται γραμματεία, που αποτελεί οργανική μονάδα επιπέδου τμήματος και υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Δικαιοσύνης για τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του έργου τους. Στην ως άνω γραμματεία συνιστώνται οι εξής θέσεις δικαστικών υπαλλήλων: Πέντε (5) θέσεις κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) κλάδου Γραμματέων, μία (1) θέση κατηγορίας ΠΕ κλάδου Πληροφορικής, δύο (2) θέσεις κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) κλάδου Πληροφορικής, δύο (2) θέσεις κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) κλάδου Γραμματέων και δύο (2) θέσεις κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) ή Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κλάδου Επιμελητών Δικαστηρίων.

2.

Οι υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ της παρ. 1 πρέπει να έχουν πιστοποιημένα πολύ καλή γνώση της αγγλικής τουλάχιστον γλώσσας και γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι υπάλληλοι κατηγορίας ΔΕ κλάδου Γραμματέων πρέπει να έχουν πιστοποιημένα καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες, η πιστοποιημένα καλή γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεκτιμάται. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ και ΥΕ κλάδου Επιμελητών Δικαστηρίου συνεκτιμάται η γνώση αγγλικής και χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή.

3.

Η στελέχωση της γραμματείας του Γραφείου ΕΕΕ γίνεται κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης με απόσπαση, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερόμενων δικαστικών υπαλλήλων και απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του αρχαιότερου κατά την παρ. 4 του άρθρου 10 Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, για διάρκεια τριών (3) ετών, η οποία μπορεί να διακοπεί πρόωρα ή να ανανεωθεί για ίσο χρόνο με την ίδια διαδικασία, μέχρι τρεις (3) φορές. Οι αιτήσεις, μαζί με το βιογραφικό σημείωμα και τον φάκελο δικαιολογητικών, υποβάλλονται στο Γραφείο ΕΕΕ, ύστερα από πρόσκληση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αναρτάται στην ιστοσελίδα του ανωτέρω Γραφείου.

4.

Καθήκοντα προϊσταμένου της γραμματείας του Γραφείου ΕΕΕ ασκεί δικαστικός υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Α’, απόφοιτος νομικών ή πολιτικών ή οικονομικών επιστημών, ο οποίος ορίζεται με πράξη του ανωτέρω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

5.

Ο χρόνος της απόσπασης των δικαστικών υπαλλήλων της γραμματείας του Γραφείου ΕΕΕ λογίζεται ως χρόνος συνεχούς και πραγματικής υπηρεσίας στη θέση από την οποία προέρχονται. Οι αποδοχές τους διέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4354/2015 (Α’ 176) και εξακολουθούν να καταβάλλονται από την υπηρεσία από την οποία προέρχονται.».

Άρθρο 57

Ειδικοί επιστήμονες Προσθήκη άρθρου 17Β στον ν. 4786/2021 Μετά από το άρθρο 17A του ν. 4786/2021 (Α’ 43) προστίθεται άρθρο 17Β, ως εξής: «Άρθρο 17Β Ειδικοί επιστήμονες

1.

Το Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (ΕΕΕ) υποστηρίζεται στο αντικείμενο αρμοδιότητάς του από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων εγκληματικότη δέκα (10) μονίμους δημοσίους υπαλλήλους ή υπαλλήλους με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, που υπηρετούν στον δημόσιο τομέα όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), συμπεριλαμβανομένου προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.

2.

Οι ειδικοί επιστήμονες της παρ. 1, πρέπει να διαθέτουν πτυχίο Νομικής ή Οικονομικών Επιστημών της ημεδαπής ή αναγνωρισμένο όμοιο τίτλο σπουδών στην αλλοδαπή, πιστοποιημένα πολύ καλή γνώση της αγγλικής τουλάχιστον γλώσσας και γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Πρέπει επίσης να έχουν τουλάχιστον εμπειρία στον οικονομικό έλεγχο ή σε μονάδες οικονομικής επιθεώρησης.

3.

Η απόσπαση διενεργείται μετά από πρόταση του Έλληνα Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του ορισμένου από αυτόν Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του Υπουργείου προέλευσης ή του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για διάρκεια τριών (3) ετών, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, χωρίς να απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του φορέα προέλευσης, και μπορεί να ανανεώνεται με όμοια απόφαση για ίσο χρονικό διάστημα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του Έλληνα Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του ορισμένου από αυτόν Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά στην εύρυθμη λειτουργία του Γραφείου, επιτρέπεται η παράταση της απόσπασης από τη λήξη της για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Το επιστημονικό προσωπικό κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του έχει δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου και δύναται, κατόπιν παραγγελίας του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, να έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής, οργανισμού ή φορέα, που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, εφόσον η έρευνα σε αυτά είναι αναγκαία για την εκτέλεση της παραγγελίας. Όπου λειτουργούν ηλεκτρονικά συστήματα δημόσιας αρχής ή οργανισμού, η πρόσβαση γίνεται μέσω της απευθείας σύνδεσης με αυτά.

4.

Ο χρόνος της απόσπασης του προσωπικού του τμήματος της παρ. 2, λογίζεται ως χρόνος συνεχούς και πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για θέματα μισθολογικής και βαθμολογικής εξέλιξης. Καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος, ασκεί υπάλληλος ΠΕ με βαθμό Α’ που ορίζεται με απόφαση του αρχαιότερου κατά την παρ. 4 του άρθρου 10 Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η θέση του προϊσταμένου του τμήματος αντιστοιχεί σε θέση προϊσταμένου τμήματος για κάθε έννομη συνέπεια.

5.

Στο επιστημονικό προσωπικό του παρόντος καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή, το ύψος, ο τρόπος καταβολής της οποίας και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.

6.

Σε κάθε περίπτωση, η παρ. 5 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί υποστήριξης των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος από ειδικούς επιστήμονες, ισχύει ανάλογα και στην περίπτωση των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων και του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, όταν ασκούν τις αρμοδιότητες των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος. Οι ειδικοί επιστήμονες ορίζονται με πράξη του αρμόδιου Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα που χειρίζεται τη σχετική δικογραφία.

Άρθρο 58

Παραίτηση από την προβολή αντιρρήσεων στη διεθνή εμπορική διαιτησία Αντικατάσταση άρθρου 7 ν. 5016/2023 Το άρθρο 7 του ν. 5016/2023 (Α’ 21), περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 7 Παραίτηση από την προβολή αντιρρήσεων Η μη τήρηση διάταξης του παρόντος νόμου ή της διαιτητικής συμφωνίας, από την οποία τα μέρη μπορούν να παρεκκλίνουν, συνιστά παραίτηση από το δικαίωμα προβολής της μη τήρησής της, εκτός αν το μέρος προβάλλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αντίρρηση στην παρέκκλιση αυτή κατά τη διάρκεια της διαιτησίας.».

Άρθρο 59

Μεταβατική διάταξη για τη θητεία των Πρυτανικών Αρχών και των Κοσμητόρων Σχολών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων - Προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 448 του ν. 4957/2022 Στο άρθρο 448 του ν. 4957/2022 (Α’ 141), περί των μεταβατικών διατάξεων του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Α’ του νόμου αυτού, προστίθεται παρ. 2Α, ως εξής: «2Α. Η θητεία των υπηρετουσών Πρυτανικών Αρχών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας που λήγει την 28η.2.2023 παρατείνεται έως την 30ή.6.2023. Αν στα Πανεπιστήμια του πρώτου εδαφίου λήγει η θητεία των υπηρετούντων Κοσμητόρων Σχολών, με πράξη του Πρύτανη δύναται να παρατείνεται η θητεία των υπηρετούντων Κοσμητόρων Σχολών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την 31η.8.2023.».

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 60

Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 24 Φεβρουαρίου 2023 Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΣ Οι Υπουργοί Οικονομικών ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΚΥΛΑΚΑΚΗΣ Ανάπτυξης και Επενδύσεων ΣΠΥΡΙΔΩΝ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Αναπληρωτής Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ Εθνικής Άμυνας ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Παιδείας και Θρησκευμάτων ΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΕΩΣ Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ Υγείας ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΛΕΥΡΗΣ Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας ΑΣΗΜΙΝΑ ΓΚΑΓΚΑ Περιβάλλοντος και Ενέργειας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΡΕΚΑΣ Προστασίας του Πολίτη ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕOΔΩΡΙΚΑΚΟΣ Υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΥΓΕΝΑΚΗΣ Δικαιοσύνης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΑΡΑΣ Εσωτερικών ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ ΒΟΡΙΔΗΣ Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΕΤΣΑΣ Μετανάστευσης και Ασύλου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΑΡΑΚΗΣ Υποδομών και Μεταφορών ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΛΑΚΙΩΤΑΚΗΣ Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ Τουρισμού ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ Επικρατείας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ Επικρατείας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2023 Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)