Νόμοι — ΦΕΚ A' 47/2015

Type Νόμος
Publication 2015-05-11
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 47 11 Μαΐου 2015

Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης − Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση. Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Άρθρο 1

Επίταξη προσωπικών υπηρεσιών Απαγόρευση πολιτικής επιστράτευσης απεργών

1.

Η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών μπορεί να επιβληθεί αποκλειστικά σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης που προκλήθηκε από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

2.

Σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλεται πολιτική επιστράτευση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής επίταξη προσωπικών υπηρεσιών ως μέτρο αντιμετώπισης απεργίας ή ανάλογης μορφής κινητοποιήσεις ελεύθερων επαγγελματιών ή αυτοαπασχολούμενων, πριν ή μετά την κήρυξή τους.

3.

Με απόφαση του Πρωθυπουργού, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Υπουργού στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η αντιμετώπιση της αιτίας που προκάλεσε ανάγκη από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1, εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί ή οι Περιφερειάρχες να προβαίνουν, με απόφασή τους, σε επίταξη προσωπικών υπηρεσιών. Η επίταξη πραγματοποιείται με «Φύλλα Επίταξης» που εκδίδονται από τις οικείες αστυνομικές, λιμενικές ή και πυροσβεστικές αρχές και επιδίδονται από όργανά τους, καθώς και από υπαλλήλους του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

4.

Όποιος καλείται να προσφέρει τις υπηρεσίες του κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού και είτε αρνείται να παραλάβει το σχετικό φύλλο επίταξης είτε αρνείται ή παραλείπει να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίταξη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Από την επίταξη απαλλάσσονται πρόσωπα που έχουν σωματική ή πνευματική αναπηρία ή άλλους λόγους υγείας, εφόσον αυτοί πιστοποιούνται με σχετική γνωμάτευση κλινικής δημόσιου νοσοκομείου.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

6.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 και η παράγραφος 4 του άρθρου 41 του Ν. 3536/2007 (Α΄ 42) και του άρθρου 23 του Ν.Δ.17/1974 (Α΄236), όπως ισχύουν, καταργούνται.

Άρθρο 2

Συμμετοχή της κοινωνίας στη διαδικασία στελέχωσης Α.Σ.Ε.Π. και Συνήγορου του Πολίτη

1.

Για την κάλυψη των θέσεων του Προέδρου, των Αντιπροέδρων, των μελών του Α.Σ.Ε.Π. και του Συνήγορου του Πολίτη υποβάλλουν εισήγηση οι Ενώσεις των Δικαστικών Λειτουργών, η Ένωση Μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι Σύγκλητοι των Πανεπιστημίων και οι Συνελεύσεις των ΤΕΙ, η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, επιπλέον δε ως προς το Α.Σ.Ε.Π. η Ολομέλεια του Α.Σ.Ε.Π. και η ΑΔΕΔΥ. Οι εισηγήσεις αυτές υποβάλλονται μέσα σε ένα μήνα από την ανακοίνωση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και στη συνέχεια γνωστοποιούνται από αυτόν στον Πρόεδρο της Βουλής, ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη για την άσκηση της, κατά το άρθρο 101Α, του Συντάγματος, αρμοδιότητάς της και, σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

2.

Ο Πρόεδρος του Α.Σ.Ε.Π. ή ο Συνήγορος του Πολίτη, με δημόσια ανακοίνωσή τους γνωστοποιεί την ημερομηνία λήξης της θητείας του ίδιου ή οιουδήποτε εκ των μελών του Α.Σ.Ε.Π. ή του Συνηγόρου του Πολίτη αντίστοιχα, τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της ή αμελλητί σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης, συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας ή της έκπτωσης μέλους.

3.

α) Ο Συνήγορος του Πολίτη, οι Βοηθοί του, ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Α.Σ.Ε.Π. αποχωρούν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού τρίτου έτους της ηλικίας τους και τα μέλη του Α.Σ.Ε.Π. με τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους της ηλικίας τους.

αποχωρούν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση των ως άνω ορίων ηλικίας, η οποία διαπιστώνεται με πράξη του Προέδρου του Α.Σ.Ε.Π. ή του Συνηγόρου του Πολίτη ή με την κατά το νόμο λήξη της θητείας τους. Για τα ήδη υπηρετούντα μέλη των ως άνω Ανεξάρτητων Αρχών δεν εφαρμόζεται η ρύθμιση του πρώτου εδαφίου μέχρι τη λήξη της θητείας του. 487

Άρθρο 3

Αποκατάσταση του τεκμηρίου αθωότητας στην πειθαρχική διαδικασία

1.

Οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4057/2012 (Α΄ 54), των περιπτώσεων 1−9 της υποπαραγράφου Ζ.3 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222), του άρθρου 14 του Ν. 4111/2013 (Α΄ 18), της παρ. 6 του άρθρου 25 του Ν. 4203/2013 (Α΄ 235), των άρθρων 14, 15 και 16 του Ν. 4210/2013 (Α’ 254), των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 29 του Ν. 4305/2014 (Α΄ 237) και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 69 του Ν. 4310/2014 (Α΄ 258) καταργούνται.

2.

Το άρθρο 103 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 103 Αυτοδίκαιη αργία

1.

Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:

του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση.

οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.

οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

2.

Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία.

3.

Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.»

3.

Το άρθρο 107 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 107 Αυτοδίκαιη αργία

1.

Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:

του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση.

οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.

του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής .

2.

Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία.

3.

Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.»

4.

Το άρθρο 104 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 104 Δυνητική θέση σε αργία Αναστολή άσκησης καθηκόντων

1.

Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου:

μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία. Ειέχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό.

το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή

αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή.

2.

Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

3.

Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο.

4.

Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

5.

Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.»

5.

Το άρθρο 108 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 108 Δυνητική θέση σε αργία Αναστολή άσκησης καθηκόντων

1.

Αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου:

μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία. Ει έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό.

το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή

αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή.

2.

Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

3.

Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο.

4.

Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

5.

Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.»

6.

Το άρθρο 105 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 105 Συνέπειες αργίας

1.

Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.

2.

Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε.

3.

Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.

4.

Οι διατάξεις των άρθρων 31 − 35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας.»

7.

Το άρθρο 109 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 109 Συνέπειες αργίας

1.

Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.

2.

Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ήμισυ ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε.

3.

Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.

4.

Οι διατάξεις των άρθρων 38 − 42 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας.»

8.

Η αυτοδίκαιη αργία που προβλέπεται στις καταργούμενες με την παράγραφο 1 διατάξεις λήγει αυτοδικαίως μετά από δεκαπέντε (15) ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων αυτοδίκαιης αργίας που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 103 του Ν.3528/2007 και του άρθρου 107 του Ν.3584/2007 πριν από την τροποποίησή τους από τις ανωτέρω καταργούμενες διατάξεις. Εντός της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας ο οικείος Υπουργός, ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής, το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή αν δεν υπάρχει ο Πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και το αρμόδιο για το διορισμό όργανο στην περίπτωση των δημοτικών υπαλλήλων μπορεί να αποφασίσει με αιτιολογημένη απόφασή του την αναστολή άσκησης των καθηκόντων για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς υφίσταται σχετικός επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντάς τους με την ίδια απόφαση στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο για τη θέση τους ή μη σε δυνητική αργία με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 104 του Ν.3528/2007 ή με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν.3584/2007, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο αυτό.

Άρθρο 4

Πειθαρχικές ποινές Το άρθρο 109 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 109 Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι:

(1) έως πέντε (5) έτη,

οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, για τη θητεία ή το υπόλοιπό της,

μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.