Νόμοι — ΦΕΚ A' 48/2004

Type Νόμος
Publication 2004-02-16
Τελευταία ενημέρωση 2004-02-12
State In force
Source ΦΕΚ
articles 33
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 48 12 Φεβρουαρίου 2004

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3232

Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Άρθρο 1

Διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης

1.

Oι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης που κρί?νονται απονέμοντες οργανισμοί σύμφωνα με τις διατά?ξεις του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως αυτές ισχύουν, υπολογίζουν και το τμήμα της σύνταξης που αναλογεί στους συμμετέχοντες. Ο υπολογισμός των τμηματικών ποσών του απονέμοντος και των συμμετεχόντων γίνεται ως εξής: α. Ο απονέμων οργανισμός υπολογίζει με τα αρμόδια όργανά του το ποσό της σύνταξης που κατά τη νομοθεσία που τον διέπει αντιστοιχεί στο σύνολο του χρόνου που πραγματοποιήθηκε διαδοχικά και προσδιορίζει το τμήμα που αναλογεί στο χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή του. β. Ο ίδιος οργανισμός υπολογίζει και το ποσό της σύ?νταξης του συμμετέχοντα που σύμφωνα με τη νομοθε?σία του αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής του σε πο?σοστό επί τοις εκατό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις της επόμενης παρα?γράφου, για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι 35 έτη ασφάλισης. γ. Τα ποσοστά καθορίζονται σε 2% για Ι.Κ.Α., Ν.Α.Τ., Ο.Γ.Α. και Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Σ.Α.), σε 2,85% για το Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Α.Ε.), σε 3% για το Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.) και σε 2,286% για το Δημόσιο και τους λοιπούς φορείς ασφάλισης μισθω?τών και αυτοτελώς απασχολουμένων. δ. Τα προσδιοριζόμενα τμήματα σύνταξης σε καμία πε?ρίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερα του τμήματος του κατώτατου ορίου σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφάλισης ή του ποσού που προκύπτει από τον υπολογι?σμό με βάση το χρόνο και μόνο που διανύθηκε στην ασφά?λισή τους, εφόσον με το χρόνο αυτόν θεμελιώνεται αυτο?τελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις διατάξεις των ορ?γανισμών αυτών χωρίς αναγωγή στα κατώτατα όρια σύνταξης. ε. Το άθροισμα των τμημάτων της σύνταξης αποτελεί το συνολικό ποσό σύνταξης που καταβάλλεται στον δικαιούχο από τον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό και θα αυ?ξάνεται με το ίδιο ποσοστό που θα αυξάνονται οι συντά?ξεις του οργανισμού αυτού. Αν το ποσό αυτό είναι μικρό?τερο του κατώτατου ορίου σύνταξης του απονέμοντα οργανισμού, τότε καταβάλλεται στο συνταξιούχο το κα?τώτερο όριο σύνταξης αυτού.

2.

α. Όταν οι συνυπολογιζόμενοι χρόνοι διαδοχικής ασφάλισης έχουν διανυθεί σε φορείς ασφάλισης μισθω?τών, οι συντάξιμες αποδοχές του χρόνου διακοπής της ασφάλισης, οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία κά?θε συμμετέχοντα οργανισμού, όπως ισχύουν, αναπρο?σαρμόζονται από τον απονέμοντα οργανισμό με βάση το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από τη διακοπή της ασφάλισης μέχρι το προηγούμενο έτος του χρόνου υποβολής της αί?τησης για συνταξιοδότηση. β. Οι συμμετέχοντες οργανισμοί μισθωτών υποχρεού?νται να διαβιβάζουν στον απονέμοντα οργανισμό βεβαί?ωση για το χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή τους, τις συντάξιμες αποδοχές των χρονικών περιόδων που προβλέπονται από τις νομοθεσίες τους, το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο αποδοχών, καθώς επίσης και τα ποσά σύνταξης που σύμφωνα με τη νομοθεσία τους αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο, όπου αυτό προβλέπεται. Η βεβαίωση αυτή αποτε?λεί εκτελεστή πράξη της διοίκησης και υπόκειται σε όλα τα ένδικα μέσα. γ. Όταν συμμετέχοντες οργανισμοί είναι οργανισμοί αυτοτελώς απασχολουμένων, γνωστοποιούν στον απονέ?μοντα τις κατηγορίες στις οποίες ασφαλίστηκε ο ασφαλι?σμένος και τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους που κατέ?βαλε εισφορές, όπως αυτές ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και υπολογίζε?ται η μέση τιμή των εισφορών αυτών ανάλογα με το χρό?νο που διανύθηκε σε κάθε κατηγορία. Το ποσό αυτό με?τατρέπεται σε αποδοχές βάσει των εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου για τον κλάδο κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α. που ισχύουν κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλι?σής του στο φορέα αυτόν. Όταν ο χρόνος ασφάλισης δια?κόπτεται μέχρι και την προηγουμένη της 1.3.1976, το πο?σοστό ασφαλίστρου καθορίζεται ενιαία σε 12,75%. Σε πε?ρίπτωση που η σύνταξη υπολογίζεται με βάση μισθό 979

3.

Όταν συμμετέχων φορέας είναι φορέας αυτοτελώς απασχολουμένων, ο ασφαλισμένος δύναται με αίτησή του να ζητήσει τον υπολογισμό της σύνταξής του και με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 1405/1983, όπως ισχύ?ουν. Μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξης και εφόσον προκύπτει διαφορά υπέρ του ασφαλισμένου, η διαφορά αυτή καταβάλλεται αναδρομικά από την ημερομηνία συ?νταξιοδότησής του.

4.

Το τμήμα του ποσού της σύνταξης που αναλογεί στο συμμετέχοντα και υπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευ?ταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1405/ 1983, όπως ισχύει, και τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 69 του Ν. 2084/1992. Το ανωτέρω τμηματικό ποσό δύναται κατ' επιλογή του ασφαλισμένου να καταβληθεί ταυτόχρονα με αυτό του απονέμοντα, μειωμένο κατά 3% για κάθε χρόνο που υπο?λείπεται μέχρι τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 69 του Ν. 2084/1992 ορίων ηλι?κίας.

5.

Αν ο απονέμων φορέας μισθωτών είναι προηγούμε?νος του τελευταίου οργανισμού, ο υπολογισμός του πο?σού της σύνταξης πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απο?νομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του κάθε οργανισμού αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δεί?κτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο, για το οποίο ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων απο?δοχών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 166/2000), κατά περίπτωση.

6.

Χρόνος ασφάλισης ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τη συνταξιοδότηση είναι ο χρόνος που υπολογίζεται για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του οργανισμού στον οποίο διανύθηκε και εφόσον έχουν κα?ταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούν στο χρόνο αυτόν μαζί με τα τυχόν πρόσθετα τέλη ή έχει ρυθμισθεί με διάταξη νόμου η καταβολή τους σε δόσεις μέχρι και την ημέρα πριν από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης του οργανισμού, ο οποίος απονέμει τη σύνταξη.

7.

Σε περίπτωση που έχει ρυθμιστεί η καταβολή οφει?λόμενων εισφορών και των πρόσθετων τελών σε δό?σεις, όπως ορίζεται από γενικές ή ειδικές διατάξεις του οικείου φορέα, ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη παρακρατεί κάθε μήνα τμήμα αυτής, ίσο με το ποσό κά?θε δόσης και το συνολικό ποσό των οφειλόμενων ει?σφορών και πρόσθετων τελών εκπίπτει από το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως προσδιορίζεται το τμήμα της σύνταξης σύμφωνα με τα ανωτέρω.

8.

Στο συνολικό ποσό της σύνταξης διαδοχικά ασφα?λισμένων του Ο.Γ.Α. και ανεξάρτητα αν ο Ο.Γ.Α. είναι απονέμων ή συμμετέχων οργανισμός προστίθεται το ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής που προβλέπεται από το Ν. 4169/1961 και το Ν.Δ. 4575/1966 (ΦΕΚ 227 Α΄), όπως ισχύουν. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 3050/2002 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2458/1997 καταργείται. Εκκρεμείς αιτήσεις σε οποιο?δήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας κρίνονται με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης με δυνατότητα του ασφαλισμένου να ζητήσει με νεότερη αίτηση την κρί?ση του δικαιώματός του με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

9.

Όταν συμμετέχων φορέας είναι ο Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.), το ποσό της σύνταξης προσαυξάνεται και με το τμήμα του βασικού ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του.

10.

α. Για κάθε διαδοχικά ασφαλιζόμενο πρόσωπο τη?ρείται Δελτίο Διαδοχικής Ασφάλισης σε κύριους και επι?κουρικούς φορείς, με εξαίρεση το Δημόσιο, το οποίο τη?ρεί πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών. Σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης λόγω αλλαγής ασφαλιστικού φορέα, ο ασφαλισμένος υποβάλλει αίτηση για σύνταξη Δελτίου Ασφάλισης στον πρώτο οργανισμό, στον οποίο και γνωστοποιεί το νέο φορέα ασφάλισής του. Το καθ' ύλην αρμόδιο όργανο του ασφαλιστικού οργα?νισμού υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υπο?βολή της αίτησης να συντάξει το παραπάνω Δελτίο, το οποίο επέχει θέση απόφασης υποκείμενης σε όλα τα κα?τά το νόμο προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Το Δελτίο με ευθύνη του ασφαλιστικού οργανισμού αποστέλλεται στο νέο οργανισμό ασφάλισης και στον εν?διαφερόμενο, ο οποίος υποχρεούται να τηρεί αυτό μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται σε κάθε περίπτωση αλ?λαγής ασφαλιστικού φορέα ή βεβαίωσης επιπλέον χρό?νου ασφάλισης από προηγούμενο φορέα. Σε κάθε νέο φορέα αποστέλλεται το σύνολο των Δελ?τίων των προηγούμενων φορέων. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να επιμελείται και ο ίδιος για την αποστολή του Δελτίου του από τους ασφα?λιστικούς οργανισμούς και να τηρεί επικυρωμένο αντί?γραφο. Με υπουργική απόφαση, μετά από γνώμη των Δ.Σ. των Ι.Κ.Α., Ο.Α.Ε.Ε., Ο.Γ.Α. και Ν.Α.Τ., καθορίζεται ο τρόπος τήρησης του Δελτίου σε έγγραφη ή ηλεκτρονική μορφή ή και τα δύο, ο τύπος, τα ατομικά και ασφαλιστικά στοιχεία και οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια που κρίνεται ανα?γκαία για την υλοποίηση των ανωτέρω. β. Οι ασφαλισμένοι φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης που, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση περισσοτέρων του ενός φορέων ασφάλισης, υποχρεούνται εντός έξι (6) μη?νών από την ισχύ της διάταξης αυτής να ζητήσουν από τους προηγούμενους ασφαλιστικούς τους φορείς τη σύ?νταξη των αντίστοιχων δελτίων χρόνου ασφάλισης και την αποστολή τους στον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό, το οποίο θα συμπληρώνεται και τηρείται σε κάθε επόμενη αλλαγή φορέα. γ. Στις περιπτώσεις που στον τελευταίο φορέα διαπι?στώνεται η έλλειψη των όρων της κρίσης του συνταξιο?δοτικού δικαιώματος και διαβιβάζεται η αίτηση στους προηγούμενους φορείς, από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο διαβίβασης της αίτησης, στο Δελτίο Διαδοχι?κής Ασφάλισης αναγράφονται, εκτός του χρόνου ασφά?λισης, οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπο?λογισμό των συντάξιμων αποδοχών και τα ποσά που αντι?στοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο σύνταξης. 980 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Όλα τα αναγραφόμενα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη από τον απονέμοντα οργανισμό για τον υπολογισμό των ποσών της σύνταξης.

11.

Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και όπου απαιτείται, εκπονείται από τη Γενική Γραμματεία Κοινω?νικών Ασφαλίσεων ειδική μηχανογραφική εφαρμογή. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται η εκπόνηση της ειδικής μηχανο?γραφικής εφαρμογής σύμφωνα με τις κείμενες διατά?ξεις. Με την ίδια ανωτέρω υπουργική απόφαση δύναται να ρυθμίζονται συναφή θέματα και λεπτομέρειες αναγκαίες για την ενιαία εφαρμογή της μηχανογραφικής εφαρμο?γής στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

12.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 και τα τέσσε?ρα πρώτα εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1405/ 1983, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 του Ν. 1539/ 1985, το άρθρο 15 του Ν. 1902/1990 και το άρθρο 18 του Ν. 2079/ 1992, παύουν να ισχύουν για τους φορείς κύριας ασφάλισης, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρ?θρου αυτού. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 1405/1983, εξακολουθούν να εφαρμόζονται: α. Σε ασφαλισμένους οι οποίοι μέχρι και την 31.12.1978 είχαν υπαχθεί διαδοχικά στην ασφάλιση δύο ή περισσό?τερων οργανισμών που ασφαλίζουν μισθωτούς ή αυτοτε?λώς απασχολουμένους και β. Σε ασφαλισμένους που ασφαλίστηκαν μεν διαδοχικά για πρώτη φορά από 1.1.1979 και μετά, από φορέα ασφά?λισης μισθωτών σε άλλο φορέα ασφάλισης μισθωτών, παρέμειναν όμως απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 2556/ 1997. Αν ο απονέμων οργανισμός είναι προηγούμενος του τε?λευταίου, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγ?ματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απονομή της σύνταξης, σύμ?φωνα με τη νομοθεσία του, αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο για το οποίο, ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, κατά περίπτωση.

13.

Για τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφάλισης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4202/1961 και του άρθρου 11 του Ν. 1405/1983, όπως αυτές ισχύουν. Οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η σύνταξη εί?ναι αυτές που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισής του, αναπροσαρμοσμένες σύμ?φωνα με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

14.

Εκκρεμείς αιτήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διοι?κητικής διαδικασίας κρίνονται με τις διατάξεις που ισχύ?ουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότη?σης. Είναι δυνατή η επανυποβολή νέας αίτησης για να κρι?θεί το δικαίωμα συνταξιοδότησης με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή τα οικονομικά απο?τελέσματα αρχίζουν από τον επόμενο μήνα της υποβολής της νέας αίτησης.

15.

Οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 9 του Ν. 1405/1983 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 14 του Ν. 1902/1990, ισχύουν για το Ν.Α.Τ., Οίκο Ναύτου και γε?νικά για τους εργαζόμενους επί πλοίων. Εκκρεμείς περι?πτώσεις θα επανεξεταστούν σύμφωνα με τις παραγρά?φους 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 4202/1961, όπως ισχύ?ουν. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα δημοσίευσης του νόμου αυτού.

Άρθρο 2

Συμμετοχή των οργανισμών στη δαπάνη συνταξιοδότησης

1.

Η συμμετοχή στη δαπάνη της συνταξιοδότησης για τους συμμετέχοντες φορείς γίνεται ως εξής: α. Το τμήμα σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφά?λισης που διανύθηκε στο συμμετέχοντα φορέα, όπως αυ?τό προσδιορίσθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των κα?ταβαλλόμενων συντάξεων ετησίως και το ποσό που προ?κύπτει πολλαπλασιάζεται επί έναν αναλογιστικό συντε?λεστή, ο οποίος εκφράζει το εφάπαξ ποσό που ισούται με την παρούσα αξία σύνταξης μιας νομισματικής μονάδας, που καταβάλλεται εφ' όρου ζωής στον ασφαλισμένο και στους δικαιούχους του, η δε τιμή του καθορίζεται από την ηλικία του ασφαλισμένου και την αιτία συνταξιοδό?τησης. Σε περίπτωση χορήγησης κατώτατων ορίων σύ?νταξης, το ποσό της σύνταξης επιμερίζεται ανάλογα με το ποσό του τμήματος σύνταξης που έχει υπολογισθεί για κάθε φορέα. Ο συντελεστής του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει από τους πίνακες 1 έως και 7 του άρθρου 3 του νόμου αυ?τού. Ο ανωτέρω αναλογιστικός συντελεστής μπορεί να με?ταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοι?νωνικών Ασφαλίσεων. β. Ο παραπάνω τρόπος διακανονισμού δεν εφαρμόζε?ται στις περιπτώσεις των μη οριστικών συντάξεων αναπη?ρίας. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της συμμετοχής κα?θορίζεται από το γινόμενο της σύνταξης αναπηρίας που αντιστοιχεί στο συμμετέχοντα φορέα και των μηνών κα?ταβολής αυτής στους οποίους προστίθενται και οι μήνες που αντιστοιχούν στα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας. Στην περίπτωση προσωρινών συντά?ξεων αναπηρίας δεν μεταφέρεται ο χρόνος στον απονέ?μοντα φορέα, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου αυτού.

2.

Εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους υπολογίζο?νται από καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό τα ποσά που οφείλουν να του καταβάλλουν οι άλλοι οργανισμοί σύμ?φωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Η διαφορά των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων είναι το ποσό που οφείλει να καταβάλει ο κάθε οργανισμός.

3.

Το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τις προηγούμενες παρα?γράφους 1 και 2, αποδίδεται από τον υπόχρεο ασφαλι?στικό οργανισμό στους οργανισμούς στους οποίους οφείλεται είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις, η τελευταία των οποίων θα είναι μέχρι το τέλος του έτους εντός του οποί?ου γνωστοποιείται η οφειλή. Σε περίπτωση καθυστέρη?σης της απόδοσης του ποσού της συμμετοχής ή δόσης αυτού, τα καθυστερούμενα ποσά επιβαρύνονται με πρό?σθετα τέλη ίσα προς αυτά που επιβάλλονται από τον ορ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 981

4.

Μετά τον ανωτέρω διακανονισμό παύει κάθε υποχρέ?ωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον οργανισμό που απονέμει τη σύνταξη. Ο ασφαλισμένος των παραπάνω οργανισμών θεωρείται οριστικά συνταξιούχος του οργανισμού που απονέμει τη σύνταξη από την ημέρα που αρχίζει η καταβολή της σύ?νταξής του. Από την ίδια ημέρα παύει κάθε υποχρέωση των οργανι?σμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότη?σης προς τον ασφαλισμένο τους και δεν είναι πλέον δυ?νατή η αποδέσμευση του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση των οργανισμών αυτών. Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρ?θρου 10 του Ν. 825/1978 και της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002, ο χρόνος ασφάλισης όλων των οργανι?σμών, ο οποίος λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, λογίζεται για τον εφεξής χρόνο ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του οργανισμού που απένειμε τη σύνταξη. Στις περιπτώσεις υπολογισμού της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 1405/ 1983, ο απονέμων οργανισμός κατανέμει το ποσό της σύ?νταξης, η οποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τη νομοθε?σία του και το συνολικό χρόνο ασφάλισης, μεταξύ των ορ?γανισμών στους οποίους ασφαλίστηκε διαδοχικά ο ασφα?λισμένος, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί στον καθένα. Στη συνέχεια, γνωστοποιεί στο συμμετέχοντα φορέα το τμήμα σύνταξης που του αναλο?γεί και ο διακανονισμός των οφειλόμενων ποσών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου αυ?τού. 982 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) του/της πρώην συζύγου από το Δημόσιο, τους φορείς κύ?ριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Ν.Α.Τ., εφόσον πληροί αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις: α. Να έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας ή να εί?ναι ανίκανος/η για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλμα?τος κατά ποσοστό 67% και άνω. Η ανικανότητα στην πε?ρίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του/της πρώην συζύγου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. β. Ο/η πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να κατέβαλε διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστι?κή απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων. γ. 15 έτη έγγαμου βίου μέχρι τη λύση του γάμου με αμε?τάκλητη δικαστική απόφαση. δ. Το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της εγγάμου συμβιώσεως υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύ?νταξη. ε. Συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα το οποίο να μην υπερβαίνει το ποσό των εκάστοτε καταβαλ?λόμενων από τον Ο.Γ.Α. ετήσιων συντάξεων στους ανα?σφάλιστους υπερήλικες. στ. Να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος.

2.

Το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο/η διαζευγμένος/η καθορίζεται ως εξής: α. Σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερί?ζεται κατά 70% στο χήρο ή χήρα και 30% στο/η διαζευγ?μένο/η. Εάν ο έγγαμος βίος είχε διαρκέσει 25 έτη και άνω, το ποσό της σύνταξης του/της χήρας επιμερίζεται κατά 60% στο χήρο ή χήρα και κατά 40% στο διαζευγμένο/η. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εάν ο θανών ή η θανούσα δεν καταλείπει χήρα/ο, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται το αυ?τό ποσοστό του/της διαζευγμένου/ης ήτοι 30% ή 40% αντίστοιχα, της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος ή η χήρα. β. Σε περίπτωση περισσότερων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων το αναλογούν κατά τα ως άνω ποσοστά πο?σό σύνταξης επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών.

3.

Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και διακόπτεται σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου μετά τη συνταξιοδότηση.

4.

Εάν η διάζευξη έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαληθεύ?θηκε μετά την έναρξη ισχύος αυτού, ως προς τη συντα?ξιοδότηση του/της διαζευγμένου/ης εφαρμόζονται, αντί?στοιχα, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.

5.

Εάν η διάζευξη και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαλη?θεύθηκε πριν την ισχύ των διατάξεων του νόμου αυτού, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται συντάξεως μόνο σε περί?πτωση που η σύνταξη του/της πρώην συζύγου δεν έχει μεταβιβασθεί σε χήρο/α σύζυγο ή τέκνα του.

6.

Οι διατάξεις περί κατώτατου ορίου και Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Α.Σ.) δεν έχουν εφαρμογή για συντάξεις που κανονίζονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

7.

Το συνολικό ετήσιο ατομικό εισόδημα αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος και αφορά εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορο?λογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους. Σε περίπτωση μη υποχρέωσης υποβολής φορολο?γικής δήλωσης το εν λόγω εισόδημα αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 η οποία θεωρείται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ο έλεγχος των εισοδηματικών κριτηρίων διενεργείται ανά διετία.

8.

Οι ανωτέρω συνταξιοδοτηθέντες καλύπτονται για πα?ροχές ασθένειας από τον ασφαλιστικό οργανισμό του/της πρώην συζύγου, εφόσον δεν καλύπτονται άμεσα ή έμμεσα από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό. Από το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης παρακρατείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστι?κού φορέα εισφορά συνταξιούχου.

Άρθρο 5

Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων ατόμων με αναπηρίες

1.

Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 (ΦΕΚ 164 Α΄) εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλι?στικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργα?σίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι πάσχουν από αιμορροφιλία τύπου Α΄ ή Β΄, καθώς και στους μεταμο?σχευόμενους από συμπαγή όργανα (καρδιά - πνεύμονες - ήπαρ και πάγκρεας), που βρίσκονται σε συνεχή ανοσο?καταστολή, εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.

2.

Στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν. 1140/1981 (ΦΕΚ 68 Α΄), όπως αυτές ισχύουν κά?θε φορά, υπάγονται και οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κα?θώς και τα μέλη των οικογενειών τους, που: α. πάσχουν από μυασθένεια-μυοπάθεια με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, β. έχουν ακρωτηριασμό κατά τα τέσσερα άκρα, από τον αστράγαλο και πάνω για τα δύο κάτω άκρα και από τον καρπό και πάνω για τα δύο άνω άκρα ή έχουν υψηλό μη?ριαίο ακρωτηριασμό των δύο κάτω άκρων ή πλήρη ακρω?τηριασμό των δύο άνω άκρων ή αντίστοιχο ακρωτηρια?σμό του ενός κάτω άκρου και του ενός άνω άκρου, που δεν επιδέχονται εφαρμογής τεχνητού μέλους και γ. έχουν φωκομέλεια που επιφέρει τον ίδιο βαθμό κινη?τικής αναπηρίας με την παραπάνω περίπτωση β΄ της πα?ραγράφου αυτής, δ. πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας που επιφέρει παραπληγία - τετραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, ε. έχουν πλήρη ακρωτηριασμό του ενός άνω ή κάτω άκρου με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, που δεν επι?δέχεται εφαρμογής τεχνητού μέλους. Το ύψος του επιδόματος στην περίπτωση αυτή καθορί?ζεται στο δεκαπλάσιο του κατώτατου ημερομισθίου ανει?δίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά.

3.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του Ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α΄) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής: "2. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 εφαρ?μόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι πάσχουν από χρό?νια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλο?νται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού, εφόσον για τις περιπτώ?996 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) που απαιτείται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαι?ώματος έχει διανυθεί κατά το χρόνο που ο ασφαλισμένος βρίσκεται στο τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρ?κειας. Για τους ασφαλισμένους που ο απαιτούμενος χρό?νος ασφάλισης για θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δι?καιώματος έχει διανυθεί κατά το χρόνο που ο ασφαλι?σμένος βρισκόταν πριν το τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, η σύνταξη του προηγούμενου εδαφίου καθίσταται οριστική έξι έτη μετά τη συνταξιοδό?τηση του δικαιούχου και εφόσον στο διάστημα της εξαε?τίας αυτής έχει εξετασθεί τουλάχιστον δύο φορές από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές."

4.

Μητέρες αναπήρων τέκνων με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, καθώς και σύζυγοι αναπήρων με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, εφόσον έχουν διανύσει τουλάχι?στον δεκαετή έγγαμο βίο, ασφαλισμένοι σε φορείς κύ?ριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργα?σίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 7.500 ημερών ερ?γασίας ή 25 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση. Για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου δεν συνυ?πολογίζεται ο προβλεπόμενος από την παρ. 7 του άρθρου 4 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 1 Α΄). Το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το πλήρες κατώτατο όριο σύνταξης λόγω γήρατος, που καταβάλλεται κάθε φορά από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα.

5.

α. Παιδιά ορφανά και από τους δύο γονείς που πά?σχουν από νοητική υστέρηση ή αυτισμό ή από πολλαπλές βαριές αναπηρίες ή από χρόνιες ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν μόνιμο ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω δι?καιούνται το σύνολο του ποσού της σύνταξης που πράγ?ματι ελάμβανε ο θανών γονέας ή προκειμένου περί ασφα?λισμένου, το ποσό που εδικαιούτο να λάβει ο θανών, σύμ?φωνα με τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εργάζονται ή δεν ασκούν κάποιο επάγγελμα ή δεν παίρ?νουν σύνταξη από δική τους εργασία. Το ανωτέρω ποσό δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο του κατώτατου ορίου σύνταξης γήρατος ή βαριάς αναπηρίας και, επί θανάτου συνταξιούχου που ελάμβανε μειωμένη σύνταξη από οποι?αδήποτε αιτία, του κατώτατου ορίου σύνταξης λόγω θα?νάτου. To ποσό της ανωτέρω σύνταξης κατανέμεται ισο?μερώς αν υφίστανται περισσότερα του ενός παιδιά με τις ανωτέρω αναπηρίες. Αν τα παιδιά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής δικαιούνται κύρια σύνταξη και από τον έτερο θανόντα γονέα ή έλκουν δικαί?ωμα περισσότερων της μιας κύριων συντάξεων από τον ένα θανόντα γονέα λαμβάνουν το πλήρες ποσό της μεγα?λύτερης σε ύψος σύνταξης και τα ποσά της δεύτερης ή των λοιπών κύριων συντάξεων κατανέμονται κατά τα πο?σοστά που προβλέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα για τα δικαιοδόχα πρόσωπα. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που οι ως άνω αναπηρίες έχουν επέλθει πριν από τη συμπλήρω?ση του 18ου έτους της ηλικίας ή του 24ου σε περίπτωση σπουδών σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές. β. Αν εκτός των αναπήρων παιδιών που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ υπάρχουν και υγιή προστατευόμενα παιδιά σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου φορέα, το πλήρες ποσό της κύριας σύνταξης του θανόντος ασφαλι?σμένου ή συνταξιούχου κατανέμεται στα μεν υγιή παιδιά κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τη νομοθεσία του οικείου φορέα, στα δε ανάπηρα παιδιά της παραγρά?φου αυτής προσαυξημένο κατά 20%. Σε καμία περίπτωση το χορηγούμενο σε όλα τα παιδιά ποσό σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το πλήρες ποσό σύνταξης που εδι?καιούτο ο θανών, ούτε να υπολείπεται του ποσού που ορί?ζεται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄. Αν τα ποσά που προκύπτουν με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό υπερ?βαίνουν το πλήρες ποσό σύνταξης του θανόντος ή το κα?τώτατο όριο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της πε?ρίπτωσης α΄, τα αντίστοιχα ποσοστά των δικαιοδόχων παι?διών μειώνονται ισομερώς. Μετά τη διακοπή της σύνταξης των υγιών παιδιών, το ποσό που αναλογεί στα τελευταία καταβάλλεται στο ανά?πηρο παιδί ή επιμερίζεται ισομερώς αν τα ανάπηρα είναι περισσότερα του ενός. γ. Αν εκτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις πε?ριπτώσεις α΄ και β΄ υπάρχει επιζών σύζυγος ή διαζευγμέ?νος που είναι δικαιούχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο επιμερισμός του ποσού της κύριας σύ?νταξης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου φο?ρέα. δ. Οι ρυθμίσεις των ανωτέρω περιπτώσεων ισχύουν για παιδιά ασφαλισμένων και συνταξιούχων ανεξάρτητα από το χρόνο υπαγωγής τους στην ασφάλιση. Διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά τον τρόπο συνταξιοδότησης των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό προσώπων δεν ισχύουν.

6.

H παράγραφος 3 του άρθρου 13 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "3. Oι διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του Ν. 825/1978, όπως ισχύουν κάθε φορά, δεν εφαρμόζονται για τους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίοι λαμβάνουν και άλλη σύνταξη ως ανά?πηροι και θύματα πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου κατά την εκτέλεση της στρατιωτικής τους υπηρεσίας."

7.

Ο περιορισμός που τίθεται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 δεν έχει εφαρμογή για τους τυφλούς ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις αυτές. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται ανάλογα και για τους τυφλούς που έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν την έναρξη ισχύος του πα?ρόντος νόμου, τα οικονομικά, όμως, αποτελέσματα αρχί?ζουν από την ημερομηνία υποβολής σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 6

Ασφάλιση συγγραφέων

1.

Στην ασφάλιση του κλάδου σύνταξης και ασθένειας του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) υπάγονται οι θεατρικοί συγγραφείς, ποιητές και πεζογράφοι, που χαρακτηρίζονται ως έχοντες την ανωτέρω ιδιότητα, από ειδική επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μέσα σε τρεις μήνες από της εκδό?σεως του προεδρικού διατάγματος της παρ. 7 του άρ?θρου αυτού. Όσοι εκ των υπαγομένων στην ασφάλιση του ανωτέρω οργανισμού ασφαλίζονται και σε άλλον Ασφαλιστικό Ορ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 997 συγγραφική τους δραστηριότητα και μετά τη συνταξιο?δότηση χωρίς υποχρέωση ασφάλισης.

2.

Τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου κατα?τάσσονται υποχρεωτικά στην 1η ασφαλιστική κατηγορία του Ο.Α.Ε.Ε. και καταβάλλουν εισφορά κλάδου σύνταξης ίση με το ένα δεύτερο (1/2) του ποσού της εισφοράς αυ?τής, όπως προβλέπεται κάθε φορά. Το υπόλοιπο ένα δεύ?τερο (1/2) του ποσού καλύπτεται από επιμερισμένη εργο?δοτική εισφορά. Το ύψος της εισφοράς αυτής ορίζεται σε ποσοστό 0,5% επί της χονδρικής τιμής πώλησης οποιου?δήποτε βιβλίου Ελληνικών Εκδοτικών Οίκων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων εγκατεστημένων στην Ελλάδα, κα?θώς και στα συγγραφικά δικαιώματα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αυξάνεται η επιμερισμένη εργοδοτική εισφορά. Για τον κλάδο ασθένειας καταβάλλεται ολόκληρη η ει?σφορά.

3.

Συνιστάται στον Ο.Α.Ε.Ε. ειδικός λογαριασμός κλά?δου σύνταξης συγγραφέων με σκοπό τη συγκέντρωση και παρακολούθηση της κατά τα ανωτέρω επιμερισμένης εργοδοτικής εισφοράς. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους ο ειδικός λογα?ριασμός αποδίδει στον κλάδο σύνταξης του Ο.Α.Ε.Ε. τις εισφορές αυτές, που αντιστοιχούν στο προηγούμενο έτος.

4.

Ο ασφαλισμένος και για όσο χρόνο διαρκεί η ασφάλι?σή του στον Ο.Α.Ε.Ε. παραμένει στην ίδια ασφαλιστική κατηγορία. Δύναται όμως με αίτησή του να επιλέξει οποι?αδήποτε άλλη ανώτερη της 1ης ασφαλιστικής κατηγο?ρίας καταβάλλοντας ο ίδιος την επιπλέον διαφορά μετα?ξύ του ποσού της κατηγορίας που επέλεξε και του ποσού που αντιστοιχεί στο ένα δεύτερο (1/2) της 1ης ασφαλιστι?κής κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά. Σε κάθε περίπτωση η μετάταξη από κατηγορία σε κατη?γορία θα γίνεται από την 1η του επόμενου έτους.

5.

Η κατώτατη καταβαλλόμενη σύνταξη στους ασφαλι?σμένους αυτούς είναι η εκάστοτε προβλεπόμενη από τον Ο.Α.Ε.Ε. Στους συνταξιούχους αυτούς καταβάλλεται και το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρ?θρο 24 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), όπως ισχύει.

6.

Οι ήδη ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. δύνανται να παραμείνουν στην ασφάλιση αυτού, εφόσον έχουν πραγ?ματοποιήσει τουλάχιστον 3.000 ημέρες ασφάλισης σε αυτό και στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. όσοι έχουν 1.500 ημέρες ασφάλι?σης στην ασφάλισή του, με αίτηση που υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού και ενός έτους από την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. αντιστοίχως. Ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. και για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης του Ν. 4202/1961, όπως ισχύει. Χρόνος άσκησης του επαγγέλματος για τον οποίο δεν έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. από τη δημοσίευση του άρθρου 4 του Ν. 1296/ 1982 (12.10.1982) αναγνωρίζεται, ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται μέσα σε δύο έτη από την ισχύ του νόμου αυ?τού, ως συντάξιμος στον Ο.Α.Ε.Ε. με τη συμπλήρωση του 65ου έτους. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν δύναται να εί?ναι μεγαλύτερο του ελλείποντος για τη συμπλήρωση των 15 συντάξιμων ετών. Για την εξαγορά του ως άνω αναγνω?ριζόμενου χρόνου καταβάλλεται εισφορά, η οποία προσ?διορίζεται μετά από αναλογιστική μελέτη. Το ποσό αυτό επιμερίζεται και επιβαρύνει κατά το 1/3 τον ίδιο, το 1/3 το Υπουργείο Πολιτισμού και κατά 1/3 τον ειδικό λογαριασμό κλάδου σύνταξης συγγραφέων του Ο.Α.Ε.Ε.

7.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται εντός έτους από την ισχύ του νόμου, ύστερα από πρόταση των Υπουρ?γών Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων, καθορίζονται τα κριτήρια, όπως ο αριθμός των βι?βλίων ή αντιτύπων, το είδος και κατηγορία βιβλίων, συνα?φείς προς το βιβλίο δραστηριότητες, το ετήσιο εισόδημα δηλούμενο στη Δ.Ο.Υ. από την πώληση και διάθεση βι?βλίων, βάσει των οποίων προσδιορίζεται η ιδιότητα των αναφερόμενων κατηγοριών επαγγελμάτων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται μετά από γνώμη ειδικής επιτροπής, που συγκροτείται με κοινή υπουργική απόφαση των ανω?τέρω υπουργών. Η επιτροπή συγκροτείται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκδίδει το πόρισμά της εντός δύο μηνών από τη συγκρότησή της.

8.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού και Ερ?γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται ο τρόπος απόδοσης, ο υπεύθυνος απόδοσης της επιμερισμένης εργοδοτικής εισφοράς της παρ. 2 εδάφιο β΄ του παρό?ντος, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλο?ποίηση των διατάξεων αυτών. 9.α. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Ο.Α.Ε.Ε.: α) το λογαριασμό διαχειρίζεται ο Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.), β) οι ασφαλισμένοι εντάσσονται στην Ε΄ ασφαλιστική κατηγο?ρία και εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις ασφάλισης και παροχών του Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.). β. Η έναρξη ασφάλισης των ανωτέρω προσώπων ορίζε?ται δύο μήνες μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 7

Υπαγωγή στην ασφάλιση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) - Πόροι

1.

Θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, σύμφω?να με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α΄) και του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄) όπως ισχύουν κάθε φορά και ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α.:

  • α) Οι ανειδίκευτοι εργάτες που απασχολούνται στην ζω?ική παραγωγή, αποκλειστικά και μόνον με την περιποίη?ση, εκτροφή και φροντίδα σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύ?σεις, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής αυτών και του

αριθμού των απασχολουμένων, καθώς και σε συνεταιρι?σμούς.

  • β) Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται και σε ανειδίκευ?τους εργάτες που απασχολούνται αποκλειστικά και μόνο

με τη σπορά, φύτευση, περιποίηση, φροντίδα και συλλο?γή προϊόντων γης σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις φυ?τικής παραγωγής, υδατοκαλλιέργειες, καθώς επίσης και σε ανθοκομικές εκμεταλλεύσεις και φυτώρια.

  • γ) Οι αλιεργάτες που απασχολούνται στην παράκτια και

μέση αλιεία, θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3050/2002, όπως ισχύει και ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α. 998 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ασφαλισθούν στον Ο.Γ.Α. ως κατώτατη υποχρεωτική ασφαλιστική κατηγορία ορίζεται η 5η του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997, όπως ισχύει.

3.

Οι ήδη ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. δύνανται να παραμείνουν στην ασφάλιση αυτού, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.000 ημέρες ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με αίτηση που υποβάλλεται στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και στον Ο.Γ.Α. εντός ανατρεπτικής προ?θεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του άρ?θρου αυτού. Όσοι υπαχθούν στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. και έχουν 1.500 ημέρες ασφάλισης στην επικουρική ασφάλιση Ε.Τ.Ε.Α.Μ., μπορεί να συνεχίσουν προαιρετικά την επι?κουρική τους ασφάλιση με αίτησή τους, που υποβάλλεται στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση στον Ο.Γ.Α., καταβάλλοντες οι ίδιοι τις ασφαλιστικές εισφορές εργο?δότη και εργαζομένου και οι οποίες υπολογίζονται με βά?ση την ασφαλιστική κλάση στην οποία εντάσσονται οι αποδοχές την ημερομηνία διακοπής της ασφάλισής τους στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπως αυτή αναπροσαρμόζεται.

4.

Οι αγρεργάτες που είναι ασφαλισμένοι στον Ο.Γ.Α. και που απασχολούνται παραλλήλως σε παραγωγούς αγροτικών προϊόντων ως λιανοπωλητές σε λαϊκές αγορές εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. για την απασχόλησή τους αυτή.

5.

Κάθε επιχείρηση ή εκμετάλλευση της παρ. 1 του άρ?θρου αυτού που απασχολεί άτομα που υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. με βάση τη διάταξη της παραγρά?φου αυτής υποχρεούται να υποβάλλει στον Ο.Γ.Α. κάθε έτος Βεβαίωση Απασχόλησης, στην οποία αναφέρεται το προσωπικό που απασχολεί με το αντικείμενο της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Για κάθε νέα απασχόληση εντός του τρέχοντος έτους υποβάλλεται στον Ο.Γ.Α. Βεβαίωση Απασχόλησης μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την έναρξη αυτής. Αν δεν υποβληθεί η ανωτέρω Βεβαίωση επιβάλλε?ται πρόστιμο για καθέναν απασχολούμενο ποσό τριακό?σια ευρώ. Για τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν προσωπικό σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για όσο χρονικό διάστημα απασχολείται στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση αυτή το εν λόγω προσωπικό. Οι ασφαλιστικές εισφορές επιβαρύνουν τις εν λόγω επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις της παραγράφου 1. Αν οι ανωτέρω δεν απασχολούνται σε επιχειρήσεις ή εκ?μεταλλεύσεις της παραγράφου 1 και ασκούν αυτοτελές επάγγελμα αγρότη, υπόχρεοι για την καταβολή των προ?βλεπόμενων εισφορών είναι οι ίδιοι. Οι διατάξεις του άρθρου 14 του Π.Δ. 78/1998 (ΦΕΚ 72 Α΄) εφαρμόζονται και στην περίπτωση μη καταβολής των εισφορών από τους ανωτέρω υπόχρεους. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμ?βουλίου του Ο.Γ.Α., ορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα, ο τύ?πος, η μορφή, το περιεχόμενο της Βεβαίωσης Απασχόλη?σης, τα συνοδευτικά έγγραφα αυτής, καθώς και κάθε άλ?λο σχετικό θέμα απαραίτητο για την υλοποίηση του άρ?θρου αυτού.

6.

Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που προσκαλούνται να ασχοληθούν στη αγροτική οικονομία ή σε επιχειρήσεις ή σε εκμεταλλεύσεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού ασφαλί?ζονται στον Ο.Γ.Α. με την είσοδό τους στη χώρα. Ο προ?σκαλών με την αποστολή της πρόσκλησης υποχρεούται να ενημερώσει συγχρόνως τον Ο.Γ.Α. για τον αριθμό των μετακαλούμενων αλλοδαπών, τα ατομικά στοιχεία τους, το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους, καθώς και το εί?δος της απασχόλησης στην αγροτική οικονομία. Με την είσοδό τους στη χώρα ο προσκαλών υποχρεούται σε υπο?βολή Βεβαίωσης Απασχόλησης στον Ο.Γ.Α. εντός δέκα (10) ημερών από την είσοδο και στην καταβολή του συνό?λου των ασφαλιστικών εισφορών για το σύνολο του χρό?νου μετάκλησης. Ως κατώτατη ασφαλιστική κατηγορία όσων απασχολούνται σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, ορίζεται η 5η. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα η Βεβαίωση Απασχόλησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 2910/2001 (ΦΕΚ 91 Α΄). Με τη σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. του Ειδικού Δελτίου Απο?γραφής του άρθρου 7 του Π.Δ. 78/1998 και την προκατα?βολή των ασφαλιστικών εισφορών δύναται να εκδίδεται και να χορηγείται στους ασφαλισμένους της κατηγορίας αυτής Κάρτα Υγείας αντί του βιβλιαρίου υγείας που προ?βλέπεται από το άρθρο 8 του Κανονισμού Νοσοκομεια?κής Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει εκείνη της άδειας παραμονής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλί?ου του Ο.Γ.Α., καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία χο?ρήγησης των παροχών υγείας στους ανωτέρω.

7.

Στους ασφαλισμένους του Ο.Γ.Α. κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χορηγείται η συνταξιοδοτική παροχή του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α΄) και του άρθρου 12 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄). Η παροχή αυτή χορηγείται και σε όσους έκαναν χρήση της επιλογής με κοινή δήλωση, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄) μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 2458/1997. Τα πρόσωπα της παρ. 7 του άρθρου αυτού δικαιούνται και τη συνταξιοδοτική παροχή του Ν.Δ. 4575/1966 (ΦΕΚ 227 Α΄), καθώς και του Ν. 1745/1987 (ΦΕΚ 234 Α΄), εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Το δικαίωμα της επιλογής καταργείται και η υπαγωγή στην ασφάλιση του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών καθίσταται υποχρεωτική και για τους δύο συζύγους. 8.α) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων και εντός των ορίων της εισοδηματικής πολιτικής, όπως καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και των οι?κονομικών δυνατοτήτων του Ο.Γ.Α., αναπροσαρμόζονται τα ποσά των συντάξεων Ο.Γ.Α. (Ν. 4169/1961), τα ποσά των συντάξεων του Κλάδου Πρόσθετης Ασφάλισης (Ν. 1745/1987) και τα ποσά των συντάξεων του Κλάδου Κύ?ριας Ασφάλισης (Ν. 2458/1997).

  • β) Οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 6 και του άρθρου 12

παρ. 6 του Ν. 2458/1997 καταργούνται από της δημοσι?εύσεως του παρόντος. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 999 Ιανουαρίου 2003 σε 14,67 ευρώ. 9.Οι διατάξεις του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄), όπως ισχύ?ουν, έχουν εφαρμογή και για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών (Ν. 2458/1997, ΦΕΚ 64 Α΄).

  • α) Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης

Αγροτών καταβάλλουν για κάθε μήνα αναγνώρισης ει?σφορά ίση με το άθροισμα της μηνιαίας εισφοράς ασφα?λισμένου και εργοδότη, όπως ισχύει κάθε φορά υπολογι?ζόμενο επί του ποσού της 5ης ασφαλιστικής κατηγορίας του Κλάδου που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτη?σης.

  • β) Οι συνταξιούχοι του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης

Αγροτών καταβάλλουν για κάθε μήνα αναγνώρισης ει?σφορά ίση με το άθροισμα της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη επί του ποσού της 5ης Ασφαλιστικής Κατη?γορίας που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αί?τησης για συνταξιοδότηση.

10.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του Ν. 2458/1997 τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής: "Η μηνιαία σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας συνί?σταται σε ποσοστό 2% επί των κατά το άρθρο 4 του νόμου αυτού ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν υπαχθεί για κάθε έτος ασφάλισης, όπως αυτές έχουν διαμορ?φωθεί κατά το χρόνο έναρξης της συνταξιοδότησης. Για τον υπολογισμό της σύνταξης χρόνος ασφάλισης μεγα?λύτερος των έξι μηνών θεωρείται πλήρες έτος."

11.

Οι απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία ασφα?λισμένοι του Ο.Γ.Α., που έχουν ενταχθεί στα επενδυτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη (όπως αγρο?τουρισμός, αγροβιοτεχνία) στο πλαίσιο του Καν. Ε.Ε. 950/1997 (L 142/2.6.1997) και χρηματοδοτούνται για το σκοπό αυτόν, εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. για όσο χρόνο διαρκεί η επιδότησή τους και συνεχίζουν να ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον Ο.Γ.Α. κατατασσόμενοι τουλάχιστον στην 5η ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 214 Α΄), όπως ισχύει. Μετά τη λήξη της ως άνω επιδότησης, η ασφαλιστική τους περίπτωση επανεξετάζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

12.

Το άρθρο 3 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄) αντικαθί?σταται ως εξής: "Πόροι του Κλάδου είναι: 1.α) Η μηνιαία ατομική εισφορά των αυτοτελώς απα?σχολούμενων αγροτών που ορίζεται σε ποσοστό 7% επί των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997.

  • β) Η μηνιαία ατομική εισφορά των ανειδίκευτων εργα?τών που απασχολούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της

παρ. 1 και 6 του άρθρου αυτού και υπάγονται στην ασφά?λιση του Ο.Γ.Α. ορίζεται σε ποσοστό 7% επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν υπαχθεί οι ασφαλισμένοι, με κατώτατη την 5η ασφαλιστική κατη?γορία της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997.

2.

Για όσους ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και 6 του άρθρου αυτού, καταβάλλε?ται μηνιαία εργοδοτική εισφορά, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 7% επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγο?ριών στις οποίες έχουν υπαχθεί οι ασφαλισμένοι, με κα?τώτατη την 5η ασφαλιστική κατηγορία της παρ. 1 του άρ?θρου 4 του Ν. 2458/1997.

3.

Οι ανωτέρω κατηγορίες καταβάλλουν εισφορές ασθένειας και Λ.Α.Ε. 4.α) Η κρατική μηνιαία εισφορά για τους αυτοτελώς απασχολούμενους ορίζεται σε ποσοστό 14% και υπολο?γίζεται επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν καταταγεί οι ασφαλισμένοι.

  • β) Η κρατική μηνιαία εισφορά για τους απασχολούμενους

ανειδίκευτους εργάτες που υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και 6 του άρ?θρου αυτού, ορίζεται σε ποσοστό 7% και υπολογίζεται επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν υπαχθεί οι ασφαλισμένοι, με κατώτατη την 5η ασφαλιστική κατηγορία της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997. Τα ποσά της ανωτέρω α΄ και β΄ κρατικής εισφοράς απο?δίδονται στον Κλάδο απολογιστικά εντός του τριμήνου από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικο?νομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζε?ται ο τρόπος απόδοσης της εισφοράς του κράτους.

5.

Η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών του Κλά?δου, καθώς και κάθε πρόσοδος από οποιαδήποτε αιτία."

13.

Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.1. 2004.

14.

Η εφαρμογή της παρ. 12 αρχίζει από 1.7.2004.

Άρθρο 8

Ρύθμιση οφειλόμενων εισφορών

1.

Οι καθυστερούμενες, μέχρι το τέλος του προηγούμε?νου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ασφα?λιστικές εισφορές προς το Ταμείο Συντάξεων Προσωπι?κού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το Ταμείο Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, το Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών, το Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορεί?ων Αθηνών, το Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, το Ταμείο Ασφάλισης Ξενοδοχοϋπαλλήλων και για όλους τους κλά?δους ασφάλισής τους, μαζί με τα πρόσθετα τέλη και λοι?πές επιβαρύνσεις εξοφλούνται, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του οικείου φορέα:

  • α) εφάπαξ με έκπτωση σε ποσοστό 80% επί των πρό?σθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, ή
  • β) σε ογδόντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις με έκπτωση σε

ποσοστό 50% επί των πρόσθετων τελών και λοιπών επι?βαρύνσεων και με την προϋπόθεση προκαταβολής ίσης με το 10% της οφειλής. Τα ποσά έκπτωσης που προκύπτουν αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των εκατόν πενήντα ευρώ. Η αίτηση υποβάλλεται μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Αν το οφειλόμενο ποσό, εξοφληθεί εφάπαξ, η καταβολή γίνεται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την κοινο?ποίηση της σχετικής απόφασης. Αν το οφειλόμενο ποσό ρυθμιστεί σε δόσεις, η πρώτη δόση και η προκαταβολή καταβάλλονται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. Αν καταβληθεί εκπρόθεσμα μία από τις οφειλόμενες δό?σεις, το ποσό αυτής προσαυξάνεται με τα προβλεπόμενα κάθε φορά πρόσθετα τέλη. 1000 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) διατάξεις του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), εφόσον το προβλεπόμενο από αυτές δικαίωμα εξακολου?θεί να υφίσταται. Στη ρύθμιση αυτή μπορούν να υπαχθούν και όσοι έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους στα προαναφερόμενα ταμεία, με τις διατάξεις του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999. Οι διατάξεις των παραγράφων 7 έως και 12 του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999 έχουν εφαρμογή και στην παρούσα ρύθμιση.

2.

Οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., τους οργανισμούς, ταμεία και λογαριασμούς των οποίων οι εισφορές εισπράττονται ή συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και προς τους φορείς Επικουρικής Ασφά?λισης που δεν έχουν καταβληθεί από τις επιχειρήσεις των Ναυπηγοεπισκευαστικών Ζωνών και αφορούν χρονική περίοδο απασχόλησης μέχρι και το τέλος του προηγού?μενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξο?φλούνται σε εκατόν είκοσι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χω?ρίς υποχρέωση προκαταβολής. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστι?κών εξόδων, εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές διαγράφονται. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή πρέπει να καταβάλ?λονται οι τρέχουσες εισφορές μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και να υποβληθεί σχετική αίτηση, καθώς και να προσκομιστούν όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο στο αρμόδιο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Στην παρούσα ρύθμιση υπάγονται και όσες επιχειρήσεις της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις, για το μέρος της οφει?λής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρ?μογή της διάταξης αυτής.

3.

Οι εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί μέχρι την τε?λευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού προς όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οφείλονται από επιχειρή?σεις, εργοδότες ή ασφαλισμένους που επλήγησαν από τις πλημμύρες Ιουλίου και Αυγούστου 2002 και έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στις πε?ριοχές Καλλιθέας, Μοσχάτου, Αγίου Ιωάννη Ρέντη και στο 3ο δημοτικό διαμέρισμα Πειραιά, εξοφλούνται σε σαρά?ντα οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς υποχρέωση προκαταβολής. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυ?ξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστικών εξόδων, εξό?δων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές διαγράφονται. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή πρέπει να καταβάλ?λονται οι τρέχουσες εισφορές μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και να υποβληθεί αίτηση μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και όσες επιχειρήσεις, ερ?γοδότες ή ασφαλισμένοι έχουν επαγγελματική εγκατά?σταση ή δραστηριότητα στις ανωτέρω περιοχές και έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις για το μέρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για τις οφειλές της αυτής ως άνω χρονικής περιόδου των επιχειρήσεων, εργοδοτών ή ασφαλισμένων που επλήγησαν από τις πλημμύρες της 24ης - 26ης Ιανουαρί?ου 2003 και έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δρα?στηριότητα στους Δήμους Μαραθώνος, Ν. Μάκρης και στις Κοινότητες Αγ. Κωνσταντίνου, Καλάμου, Κουβαρά, Μαλακάσης, Μαρκοπούλου, Ωρωπού, Ν. Παλατίων, Σκά?λας Ωρωπού και Ωρωπού της Νομαρχίας Ανατολικής Ατ?τικής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρ?μογή της διάταξης αυτής.

4.

Η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών προς όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιό?τητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων, που οφείλονται από επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφα?λισμένους που έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δρα?στηριότητα στις περιοχές του Νομού Λευκάδας, στα διοικητικά όρια των Δήμων Κεκροπίας και Ανακτορίου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, καθώς και στα διοικητικά όρια του Δήμου Πρεβέζης του Νομού Πρεβέζης, αναστέλλεται για έξι μήνες, λόγω των σεισμών της 14ης Αυγούστου 2003, με αφετηρία την πρώτη ημέρα του μήνα έναρξης ισχύος του νόμου αυτού. Για το διάστημα αυτό δεν υπο?λογίζονται πρόσθετα τέλη και άλλες προσαυξήσεις. Οι εισφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδά?φιο, καθώς και οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφο?ρές προς τους ανωτέρω οργανισμούς, μέχρι την τελευ?ταία ημέρα του προηγούμενου μήνα της έναρξης ισχύος του παρόντος, που οφείλονται από τις ανωτέρω επιχειρή?σεις, εργοδότες ή ασφαλισμένους προς τους προαναφε?ρόμενους ασφαλιστικούς φορείς, εξοφλούνται σε σαρά?ντα οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με αφετηρία την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο έληξε η εξάμηνη αναστολή. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστικών εξό?δων και δικαιωμάτων εκτέλεσης που αναλογούν στις πα?ραπάνω εισφορές διαγράφονται. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και όσες επιχειρήσεις, ερ?γοδότες ή ασφαλισμένοι έχουν επαγγελματική εγκατά?σταση ή δραστηριότητα στις ανωτέρω περιοχές και έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις, για το μέ?ρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρ?μογή της διάταξης αυτής.

5.

Η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών της Εταιρείας "Επαγγελματική Κατάρτιση Α.Ε." προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., τους Οργανισμούς, Ταμεία και Λογαρια?σμούς των οποίων οι εισφορές εισπράττονται ή συνει?σπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και προς τους φορείς επικουρικής ασφάλισης αναστέλλεται για τέσσερις μήνες με αφετηρία την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Για το διάστημα αυτό δεν υπολογίζονται πρόσθετα τέλη και λοιπές προσαυξήσεις. Οι εισφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδά?φιο, καθώς και όσες οφείλονται από την ίδια ως άνω Εται?ρεία προς τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης και τους φορείς του προηγούμενου εδαφίου και αφορούν χρονική περίοδο απασχόλησης μέχρι και το τέλος του προηγού?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1001 των αυτοτελών προστίμων λόγω παράβασης των υποχρεώσεων των σχετικών με την υποβολή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης και με την τήρηση του Ειδικού Βι?βλίου Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού, όπως και τα ποσά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, δικαστικών εξόδων, εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. δια?γράφονται. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργά?σιμη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της τε?τράμηνης αναστολής του πρώτου εδαφίου. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η ορ?θή υποβολή όλων των Α.Π.Δ. των χρονικών περιόδων απα?σχόλησης, οι εισφορές των οποίων ρυθμίζονται με την πα?ράγραφο αυτή, μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα λήξης της τετράμηνης αναστολής που αναφέ?ρεται στο πρώτο εδάφιο. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρ?μογή της διάταξης αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΦΟΡΕΩΝ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ

Άρθρο 9

Βελτίωση συστήματος Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης

1.

Το άρθρο 2 και οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 3 του Ν. 2972/2001(ΦΕΚ 291 Α΄) καταργούνται από τη δη?μοσίευση της τροποποίησης του Κανονισμού Διαδικα?σιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Αναλυτικής Πε?ριοδικής Δήλωσης.

2.

Στο τέλος του άρθρου 5 του Ν. 2972/2001 προστίθε?ται παράγραφος 4 ως εξής: "4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν μέχρι 31.12.2003."

3.

Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2972/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄), αντικαθί?σταται ως εξής: "α. Να απογράφονται στο Μητρώο εργοδοτών του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με την έναρξη της απασχόλησης των ατόμων αυτών και να γνωστοποιούν με υπεύθυνη δήλωσή τους στις αρμόδιες υπηρεσίες τις μεταβολές των στοιχείων τους που έχουν καταχωριστεί σε αυτό. Υποχρέωση γνωστοποίησης υπάρχει για την αλλαγή της επωνυμίας, της νομικής μορφής, των κατά νόμο υπευ?θύνων, των στοιχείων τους, του τόπου κατοικίας ή διαμο?νής τους, καθώς και για λοιπές περιπτώσεις που καθορί?ζονται με τον Κανονισμό Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Α.Π.Δ. Με τον ίδιο Κανονισμό ορίζονται ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και η διαδικασία τροποποίη?σης και γνωστοποίησης των μεταβολών, καθώς και ο τύ?πος, η μορφή και το περιεχόμενο του εντύπου της απο?γραφής. Στους εργοδότες που παραβαίνουν την υποχρέωση γνωστοποίησης μεταβολών επιβάλλεται πρόστιμο που ανέρχεται σε ποσό τριακοσίων ευρώ, αν δεν γνωστοποιή?σουν εμπρόθεσμα την αλλαγή στην επωνυμία της επιχεί?ρησης και την αλλαγή των κατά νόμο υπευθύνων και σε ποσό εκατόν πενήντα ευρώ, αν δεν γνωστοποιήσουν τις λοιπές μεταβολές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και όσες καθορίζονται με τον Κανονισμό. Αν διαπιστωθεί ότι έχουν συντελεστεί περισσότερες της μιας παραβάσεις, για τις οποίες υφίσταται υποχρέω?ση γνωστοποίησης μέσα στην ίδια προθεσμία, επιβάλλε?ται ένα πρόστιμο και αν αυτά είναι διαφορετικά επιβάλλε?ται το μεγαλύτερο." Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής αρχίζουν να εφαρ?μόζονται από την ημερομηνία δημοσίευσης της τροπο?ποίησης του Κανονισμού Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης.

4.

Οι παράγραφοι 1 έως 4 του άρθρου 7 του Ν. 2972/ 2001 αντικαθίστανται ως εξής: "1. Στους εργοδότες που: α. Δεν απογράφονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 ή δεν υπο?βάλλουν Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση ει?σφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 45% επί του ποσού των εισφορών που αντιστοιχούν στην Α.Π.Δ. ή στις Α.Π.Δ. που είχαν υποχρέωση να υποβάλουν. β. Υποβάλλουν εκπρόθεσμα την Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσο?στό 30% επί του ποσού των εισφορών που δηλώνεται σε αυτή, εκτός αν η εκπρόθεσμη υποβολή γίνεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις για την υποβολή της επόμενης κατά περίπτωση Α.Π.Δ., που το ποσοστό της πρόσθετης επιβάρυνσης ανέρχεται σε 10%. γ. Υποβάλλουν την Α.Π.Δ. με ανακριβή στοιχεία απα?σχόλησης-ασφάλισης, επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυν?ση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 30% επί του πο?σού της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των εισφορών που δηλώθηκαν και των εισφορών που υπολογίζονται από την υπηρεσία. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών για περισσότερες της μιας παρα?βάσεις που αφορούν Α.Π.Δ. ίδιας χρονικής περιόδου, επι?βάλλεται ένα ποσοστό επιβάρυνσης και αν αυτά είναι δια?φορετικά επιβάλλεται το μεγαλύτερο.

2.

Εκπρόθεσμη θεωρείται η Α.Π.Δ. που υποβάλλεται με?τά τη λήξη της προθεσμίας που κατά περίπτωση ορίζεται με τον Κανονισμό Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρ?μογή της Α.Π.Δ.

3.

Ανακριβής θεωρείται η Α.Π.Δ., στην οποία προκύπτει διαφορά μεταξύ των εισφορών που δηλώνονται από τον εργοδότη και των εισφορών που προκύπτουν κατά τον έλεγχο, από διαφορά ημερών εργασίας, αποδοχών ή κλά?δου ασφάλισης και λοιπών στοιχείων που προσδιορίζουν την ορθή υπαγωγή στην ασφάλιση. Ως ανακριβής θεω?ρείται η Α.Π.Δ. που δεν περιλαμβάνει εργαζόμενο ή εργα?ζομένους, καθώς και η Α.Π.Δ. των εργοδοτών που εκτε?λούν ιδιωτικά οικοδομικά και τεχνικά έργα, σε βάρος των οποίων καταλογίζονται εισφορές με βάση τους συντελε?στές που προβλέπονται στο άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α., εκτός από τις περιπτώσεις που δηλώ?θηκε εμπρόθεσμα η αποπεράτωση του έργου. Tα ποσοστά των πρόσθετων επιβαρύνσεων που προ?βλέπονται από το άρθρο αυτό επιβάλλονται και για παρα?βάσεις Α.Π.Δ. που καταλογίζονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και αφορούν προγενέστερες μι?σθολογικές περιόδους. 1002 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Α.Ν. 1846/1951 καταργείται.

6.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 27 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2972/2001, αντικαθίσταται ως εξής: "Ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες δεν καταβάλλονται εμπροθέσμως, επιβαρύνονται με πρόσθετο τέλος από την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία καταβολής τους. Ως ασφαλιστικές εισφορές νοούνται και οι εισφορές υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Δώρων Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων (Ε.Λ.Δ.Ε.Ο.), καθώς και οι εισφορές που συ?νεισπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Κάθε φορά που εισπράττονται απαιτήσεις από τις πα?ραπάνω αιτίες, συνεισπράττεται υποχρεωτικά και η προ?σαύξηση λόγω εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογεί στο καταβαλλόμενο ποσό. Το ποσοστό του πρόσθετου τέλους ορίζεται σε 3% για τον πρώτο μήνα καθυστέρησης και 1% για κάθε επόμενο μήνα και μέχρι 120% συνολικά. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ως μήνας θεω?ρείται ο ημερολογιακός μήνας. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι?κών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να καθορίζονται τα ποσοστά πρόσθετων τελών, καθώς και το ανώτατο όριο αυτών." Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται όλες οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ανεξάρτητα από τις μισθολογικές περιόδους στις οποίες ανάγονται.

Άρθρο 10

Ειδικό Βιβλίο Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), που προστέθηκε με την πα?ράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: "στ. αα. Να καταχωρίζουν στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρι?σης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού τους μισθω?τούς που απασχολούνται σε αυτούς και υπάγονται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., αμέσως μετά την πρόσλη?ψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία. Δεν απαιτείται καταχώριση στο παραπάνω βιβλίο των απασχολούμενων που είχαν καταχωρισθεί στα μισθολό?για μέχρι 31.3.1998 και εξακολούθησαν να απασχολού?νται μετά την παραπάνω ημερομηνία. ββ. Οι καταχωρίσεις στο Ειδικό Βιβλίο γίνονται χειρο?γράφως χωρίς κενά διαστήματα, παραπομπές ή ξέσματα. Λανθασμένη εγγραφή διαγράφεται χωρίς να χρησιμοποι?είται χημικό διορθωτικό ή άλλο υλικό διαγραφής. Η εκ νέ?ου εγγραφή με τα πλήρη και ορθά στοιχεία γίνεται στην αμέσως επόμενη οριζόντια γραμμή. γγ. Αν δεν επιδεικνύεται στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και του Σ.Ε.Π.Ε. το Ειδικό Βιβλίο, ως μη καταχωρισμένα θεωρούνται όλα τα πρόσωπα που βρί?σκονται απασχολούμενα κατά τον έλεγχο. δδ. Αν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ή δηλωθεί απώλεια του Ειδικού Βιβλίου, η οποία δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, ως μη καταχωρισμένοι θεωρούνται όλοι οι απασχολούμενοι που περιλαμβάνονται στην τελευταία Αναλυτική Περιοδική Δήλωση που υποβλήθηκε. Σε περί?πτωση απώλειας φύλλου του ειδικού βιβλίου ως μη καταχωρισμένοι θεωρούνται όλοι οι απασχολούμενοι κατά τη στιγμή της διαπίστωσης, εκτός εκείνων οι οποίοι είναι κα?ταχωρισμένοι σε επόμενο ή προηγούμενο φύλλο. εε. Επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του εργοδότη: Σε όσους δεν τηρούν το Ειδικό Βιβλίο, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση ββ΄. Για κάθε απασχολούμενο που βρίσκεται από τα ανωτέ?ρω αρμόδια όργανα να απασχολείται και δεν είναι καταχωρισμένος, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄. Αν δεν επιδειχθεί το Ειδικό Βιβλίο στα ελεγκτικά όργα?να, όπως ορίζεται από την υποπερίπτωση γγ΄. Αν απωλεσθεί το Ειδικό Βιβλίο ή φύλλο αυτού, όπως ορίζεται από την υποπερίπτωση δδ΄. στστ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινω?νικών Ασφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ., προσδιορίζεται το ύψος του προστίμου για κά?θε ακαταχώριστο εργαζόμενο, καθώς και για κάθε εργα?ζόμενο που δεν έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση ββ΄, το είδος του εντύπου καταχώρισης, η υπηρεσία, το όργανο και η διαδικασία εκτύπωσης, θεώρησης, χορήγησης, ελέγχου, τήρησης, ανάληψης της δαπάνης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέ?ρεια που αφορά την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Το πρόστιμο δεν μπορεί να ξεπερνά κατ' άτομο το εικο?σιπενταπλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανώτα?της ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερο?μηνία της επιβολής του. Τα κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενα πρόστιμα αποτε?λούν έσοδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με Κανονισμό ορίζονται τα όργανα και οι διαδικασίες επιβολής, βεβαίωσης, εί?σπραξης, αμφισβήτησης, διοικητικής επίλυσης ασφαλι?στικής διαφοράς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτο?μέρεια. ζζ. Με όμοια απόφαση, ύστερα από πρόταση του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζεται και ο τύπος του εντύπου αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού που προβλέπε?ται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α΄), καθώς και κάθε άλλη ανα?γκαία λεπτομέρεια. ηη. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν ισχύουν για τους εργοδότες οικοδομικών και τεχνικών έργων, για τους εργοδότες που απασχολούν οικιακούς βοηθούς και λοιπά πρόσωπα στην οικία τους, καθώς και για τα πρόσω?πα που ασφαλίζονται με τις διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των προσώπων που απα?σχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους."

Άρθρο 11

Βελτίωση πάγιου συστήματος ρύθμισης οφειλών Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

1.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 50 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 2972/2001 αντικαθίσταται ως εξής: "1. Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. είναι: α. Ο Διευθυντής του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ή ο Διευθυντής του οι?κείου ταμείου, προκειμένου για περιφερειακά και τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας εισφοράς δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1003

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: "1. Αίτημα χορήγησης διευκόλυνσης τμηματικής κατα?βολής ληξιπρόθεσμων οφειλών εξετάζεται από το αρμό?διο όργανο, με κύριο κριτήριο τη συμπεριφορά του οφει?λέτη και την αιτία για την οποία ζητείται η διευκόλυνση. Με απόφαση του Διευθυντή του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή του Διευ?θυντή του οικείου Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες δεν μπορεί να είναι περισσότε?ρες από τριάντα έξι, με την προϋπόθεση καταβολής των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής. Με απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, αφού λη?φθούν υπόψη ο αριθμός των απασχολουμένων και η δια?σφάλιση της οφειλής, παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε ισόποσες δόσεις, οι οποίες δεν μπορεί να είναι λιγότε?ρες από τριάντα έξι και περισσότερες από σαράντα οκτώ, με την προϋπόθεση καταβολής των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής. Το ποσό της προκαταβολής των δύο προηγούμενων εδαφίων υπολογίζεται κλιμακωτά και αθροιστικά επί της συνολικής οφειλής ως ακολούθως: α. για ποσό οφειλής μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ ποσο?στό 10%, β. για συνολική οφειλή από εκατό χιλιάδες ένα έως και τριακόσιες χιλιάδες ευρώ ποσοστό 8%, γ. για συνολική οφειλή από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευ?ρώ και άνω ποσοστό 6%. Κάθε μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των εκατό πενήντα ευρώ."

3.

Η περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: "α) Επιχείρηση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, αν δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά ή άλλα μέτρα εί?σπραξης που ισχύουν, επιτρέπεται η ρύθμιση σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση προκατα?βολής 2% της συνολικής οφειλής."

4.

Η παρ. 3 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθί?σταται ως εξής: "3. Αν ο οφειλέτης δεν τήρησε προηγούμενη απόφαση ρύθμισης, μπορεί, μετά εξάμηνο από την έκδοσή της, και σε περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού και πριν την παρέλευση εξαμήνου, να ζητήσει από το αρμόδιο όργανο για δεύτερη φορά ρύθμιση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδε?ται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του άρθρου αυτού, το δε ποσό της προκαταβολής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ποσό που προκύπτει με βάση το διπλάσιο του ισχύοντος ποσοστού. Αν δεν τηρηθούν οι όροι της νέας ρύθμισης του προη?γούμενου εδαφίου, επισπεύδεται η διαδικασία για κήρυ?ξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης, αν προηγου?μένως δεν εξοφληθεί η οφειλή από τη λήψη αναγκαστι?κών ή άλλων μέτρων ρύθμισης. Η παραπάνω διαδικασία αναστέλλεται με την καταβολή του 30% της συνολικής οφειλής και τη ρύθμιση του υπο?λοίπου σε δόσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οφειλέτης που δεν τήρησε τους όρους του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής μπορεί να ζητήσει οπο?τεδήποτε νέα ρύθμιση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1, εκτός από το ποσό της προκαταβολής, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 30% της συνολικής οφειλής."

5.

Η παρ. 4 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999, που προ?στέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2747/1999, αντικαθίσταται ως εξής: "4. Είναι δυνατή η εκπρόθεσμη καταβολή δόσης μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από αυτόν που είναι απαιτη?τή. Η παραπάνω εκπρόθεσμη καταβολή επιτρέπεται για δύο δόσεις σε κάθε δωδεκάμηνο."

6.

Η παρ. 6 (πρώην 5) του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2747/1999, αντικαθίσταται ως εξής: "6. Στους οφειλέτες που κάνουν χρήση της παρεχόμε?νης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθε?σμων ασφαλιστικών τους εισφορών και τηρούν τους όρους της ρύθμισης, παρέχεται μερική έκπτωση των πρό?σθετων τελών που αντιστοιχούν στις εισφορές αυτές, ως ακολούθως:

  • α) Αν υπαχθούν στη ρύθμιση για τμηματική καταβολή

των ληξιπρόθεσμων οφειλών και εξόφληση του ποσού μέχρι τριάντα έξι δόσεις κατ' ανώτατο όριο, παρέχεται έκ?πτωση επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή κατά ποσοστό 10%. Τα ποσά μείωσης των πρόσθετων τελών στην περίπτω?ση αυτή αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις.

  • β) Αν εξοφληθεί η συνολική οφειλή εφάπαξ, παρέχεται

έκπτωση κατά ποσοστό 20% επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή."

7.

Η παρ. 1 του άρθρου 52 του Ν. 2676/1999 αντικαθί?σταται ως εξής: "1. Είναι δυνατή η τροποποίηση της απόφασης παροχής διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., εφόσον οι εργοδότες εί?ναι ασφαλιστικά ενήμεροι, υποβληθεί αίτηση στο αρμό?διο όργανο και καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, μόνο ως προς τα εξής σημεία:

  • α) Μετά τρεις μήνες από την έκδοση της απόφασης, το

όργανο που εξέδωσε αυτήν μπορεί να αποφασίσει τη μεί?ωση του ποσοστού παρακράτησης κατά τη χορήγηση βε?βαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων από τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα, μέχρι του 2% της συνολικής οφειλής, εφόσον τα μηνιαία ποσά από παρακρατήσεις είναι μεγαλύτερα του 50% της μηνιαίας δόσης.

  • β) Μετά έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης για πα?ροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής μέχρι τριάντα

έξι δόσεις, ο Διευθυντής του οικείου περιφερειακού ή το?πικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή ο Διευθυντής του οικείου Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μπορεί να αποφασίζει ανακαθορισμό του αριθμού των δό?σεων κατά δώδεκα επιπλέον, με ανώτατο όριο αύξησης των δόσεων τις σαράντα οκτώ. Για την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων δεν απαιτεί?ται προκαταβολή. Αν διαγραφεί μέρος της οφειλής, οι δόσεις αναπρο?σαρμόζονται οίκοθεν από το αρμόδιο όργανο."

8.

Το άρθρο 53 του Ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθη?κε με την παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Ν. 2972/2001, αντικαθίσταται ως εξής: 1004 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) έχει επισυναφθεί γραμμάτιο είσπραξής του. Το ποσό του παραβόλου που πρέπει να καταβληθεί είναι: α. Είκοσι ευρώ, για οφειλή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ. β. Πενήντα ευρώ, για οφειλή από πενήντα χιλιάδες και ένα ευρώ έως και εκατό χιλιάδες ευρώ. γ. Εκατό ευρώ, για οφειλές μεγαλύτερες των εκατό χι?λιάδων και ένα ευρώ και μέχρι του ποσού που ρυθμίζει ο διευθυντής του υποκαταστήματος ή ταμείου είσπραξης εσόδων Ι.Κ.Α. δ. Διακόσια ευρώ, για οφειλές αρμοδιότητας της Επι?τροπής Αναστολών. Το ύψος του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με τροπο?ποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." 9.α) Στους οφειλέτες καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παρέχεται η δυνατότη?τα εξόφλησης αυτών με χρηματοδότηση από πιστωτικό Ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα, κατόπιν ειδικής δα?νειακής σύμβασης, η οποία συνάπτεται αποκλειστικά για την κάλυψη της ανωτέρω υποχρέωσης. Η κατά τα ανωτέρω χρηματοδότηση συμφωνείται είτε για την εφάπαξ εξόφληση του συνόλου ή μέρους είτε για την τμηματική εξόφληση της οφειλής. Στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνόλου ή μέ?ρους της οφειλής προσκομίζεται στο πιστωτικό Ίδρυμα βεβαίωση οφειλής εκδοθείσα από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., από την οποία προκύπτει το τελικά καταβαλλόμενο ποσό, όπως αυτό καθορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις. Το αναγραφόμενο στη βεβαίωση οφειλής ποσό ισχύει μέχρι την οριζόμενη σε αυτήν προ?θεσμία, εκταμιεύεται δε και αποδίδεται απευθείας στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αν η χρηματοδότηση συμφωνηθεί για εφάπαξ εξόφληση μέρους της οφειλής, το υπολειπόμενο ποσό καταβάλλεται από τον οφειλέτη και επιτρέπεται να ρυθμίζεται τμηματικά σύμφωνα με τα άρθρα 51 έως 55 του Ν. 2676/1999, όπως ισχύουν. Στην περίπτωση τμηματικής εξόφλησης της οφειλής προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μέσω δανείου προσκομίζεται στο πιστωτικό Ίδρυμα απόφαση ρύθμισης της οφειλής που εκδίδεται από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., από την οποία προκύπτει ρητά το ύψος της προκαταβολής, ο αριθμός και το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης. Η καταβολή της προκαταβολής και των δόσεων ενεργείται από το πιστωτικό Ίδρυμα στους χρόνους που ορίζονται από την απόφαση ρύθμισης που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Κατά την τελική εκκαθάριση του λογαριασμού του οφει?λέτη από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: αα. εφόσον προκύψει καταβολή ποσού από το πιστωτι?κό Ίδρυμα επιπλέον του πράγματι οφειλόμενου, αυτό επιστρέφεται στον οφειλέτη ή συμψηφίζεται με τυχόν άλ?λη οφειλή του προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., αβ. εφόσον προκύψει καταβολή ποσού που υπολείπεται του πράγματι οφειλόμενου ποσού, το υπολειπόμενο πο?σό βαρύνει τον οφειλέτη-εργοδότη. Για την απόδοση από το πιστωτικό Ίδρυμα στο Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. των χρηματικών ποσών της χρηματοδότησης αυτής δεν απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης ασφαλι?στικής ενημερότητας. Ο οφειλέτης εξακολουθεί και μετά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης να είναι υπεύθυνος για την καταβολή των οφειλών του προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 51-55 του Ν. 2676/1999, με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 51 και της παρ. 1 του άρθρου 52, όπως ισχύουν.

  • β) Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για οφειλές που

ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις νόμων.

Άρθρο 12

Αναγνώριση χρόνου ασφάλισης

1.

Ασφαλισμένοι του κλάδου συντάξεων του πρώην Ταμείου Ασφάλισης Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφι?κών Τεχνών, που δεν λαμβάνουν σύνταξη ή δεν θεμε?λιώνουν αυτοτελές δικαίωμα σύνταξης από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, μπορούν να ζητήσουν την αναγνώριση στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. χρόνου απασχόλη?σής τους μέχρι 26.8.1992 σε εργασίες υπαγόμενες στην ασφάλιση του συγχωνευθέντος Κλάδου Συντάξεων του Ταμείου αυτού, εφόσον για το χρόνο αυτόν δεν έχει χω?ρήσει ασφάλιση σε οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης. Το χρονικό διάστημα απασχόλησης αποδεικνύεται απο?κλειστικά βάσει της ασφάλισης στον Κλάδο Ασθενείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και για όσες ημέρες έχει λάβει αυτή χώρα. Οι ημέρες εργασίας που αναγνωρίζονται υπολογίζονται μόνο για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δι?καιώματος λόγω γήρατος, μετά το συνυπολογισμό και του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης που έχει διανυθεί στην ασφάλιση άλλων φορέων κύριας ασφάλισης ή το Δημό?σιο. Οι αναγνωριζόμενες ημέρες δεν συνυπολογίζονται για τη συμπλήρωση του ελάχιστου κατά περίπτωση απαι?τούμενου χρόνου ασφάλισης σύμφωνα με τον Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, ούτε και για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002 και της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978, όπως ισχύουν κάθε φορά. Η αναγνώριση γίνεται ύστερα από την υποβολή αίτησης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και η εξαγορά με την καταβολή για κά?θε αναγνωριζόμενη ημέρα της εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου του κλάδου κύριας σύνταξης Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. που υπολογίζεται στο τεκμαρτό ημερομίσθιο της 8ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερο?μηνία υποβολής της αίτησης. Το ποσό που προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω υπο?λογισμό βαρύνει τον ασφαλισμένο και καταβάλλεται είτε εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 10% είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορούν να είναι περισσότερες από τους μήνες που αναγνωρίζονται. Τόσο η εφάπαξ απο?πληρωμή όσο και η καταβολή της πρώτης δόσης γίνεται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης, το ποσό αυτής επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα κάθε φορά πρόσθετα τέλη. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πριν την εξό?φληση του οφειλόμενου ποσού, το υπολειπόμενο ποσό καταβάλλεται από τα δικαιοδόχα, σύμφωνα με τις κατα?στατικές διατάξεις του κάθε φορέα, πρόσωπα, στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξη. Αν ο ασφαλισμένος αποβιώσει πριν την υποβολή της αί?τησης, το δικαίωμα της αναγνώρισης δύναται να ασκηθεί από τα δικαιοδόχα πρόσωπα, το δε καθοριζόμενο ποσό για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου καταβάλ?λεται σύμφωνα με τα ανωτέρω. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1005 παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α΄) για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων συνταξιοδό?τησης λόγω 35ετίας, δεν ισχύει για τους ασφαλισμένους του πρώην ΤΑΤ-ΜΓΤ και για το χρόνο απασχόλησής τους στη χαρτοβιομηχανία Αθηναϊκή Χαρτοποΐα Α.Ε. "ΣΟ?ΦΤΕΞ", στη Θεσσαλική Βιομηχανία Χάρτου Α.Ε. και στη Μακεδονική Εταιρεία Χάρτου Α.Ε. (ΜΕΧ) μέχρι την έναρ?ξη ισχύος του Ν. 2079/1992.

3.

Χρονικές περίοδοι απασχόλησης μόνιμων υπαλλή?λων Ν.Π.Δ.Δ. και συνδέσμων που εποπτεύονται από Ορ?γανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ Βαθμού, για τις οποίες εκ παραδρομής χώρησε ασφάλιση στο Δημόσιο αντί του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., αναγνωρίζονται ως χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - E.T.A.M. Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 27 του Α.Ν. 1846/1951, όπως ισχύει, δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω αναδρομική ασφάλιση για την οποία δεν επιβάλλονται πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύν?σεις, υποβάλλεται αίτηση μέσα σε ένα έτος από την έναρ?ξη ισχύος του νόμου αυτού. Για κάθε μήνα καταβάλλεται η εισφορά εργοδότη και εργαζόμενου για τον κλάδο κύ?ριας σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. επί των αποδοχών του ασφαλισμένου, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία υπο?βολής της αίτησης. Το ποσό που προκύπτει με βάση τον ανωτέρω υπολογι?σμό καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και τον εργοδό?τη κατά τα ισχύοντα ποσοστά εισφορών κλάδου σύντα?ξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίη?ση της σχετικής απόφασης, είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Στην τελευταία περίπτωση η πρώτη δόση κατα?βάλλεται μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα από την κοινο?ποίηση της σχετικής απόφασης. Αν ο πιο πάνω χρόνος χρησιμοποιηθεί για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, τόσο ο εργοδότης όσο και ο ασφαλι?σμένος υποχρεούνται να εξοφλήσουν το ποσό των υπο?λειπόμενων δόσεων εφάπαξ εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης από τον ασφαλι?σμένο. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης δόσε?ων, το ποσό επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα για τις κα?θυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη. Αν καταργηθεί Ν.Π.Δ.Δ. ή σύνδεσμος, ως εργοδότης θεωρείται ο εποπτεύων το Ν.Π.Δ.Δ. ή το σύνδεσμο Οργα?νισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού.

4.

H παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "4. Το ποσό της εξαγοράς του χρόνου που αναγνωρί?ζεται καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο είτε εφάπαξ είτε σε διμηνιαίες δόσεις που ορίζονται από τον οργανι?σμό, μετά από αίτηση του ασφαλισμένου. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το μισό του αριθμού των μηνών, των οποίων ζητείται η αναγνώ?ριση. Αν το ποσό της εξαγοράς καταβληθεί εφάπαξ, πα?ρέχεται έκπτωση 15%. Η εφάπαξ καταβολή πραγματο?ποιείται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστη?μα καταβάλλεται και η πρώτη δόση σε περίπτωση εξό?φλησης των εισφορών σε δόσεις. Κάθε επόμενη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μεθεπόμενου μήνα. Αν κάποια δόση δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, το ποσό της επιβαρύνεται με τα πρόσθετα τέλη που προβλέπονται για τις καθυστερούμενες εισφορές."

Άρθρο 13

Ειδικές ρυθμίσεις φορέων μισθωτών

1.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "Η εισφορά για την ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος, θα?νάτου στους φορείς κύριας ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς υπολογίζεται επί των αποδοχών των ασφαλι?σμένων, οι οποίες κατά μήνα δεν μπορούν να υπερβαί?νουν το οκταπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου μηνιαί?ου κατά κεφαλή Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π.) αναπροσαρμοζόμενου με το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων."

2.

Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Ταμείου Συντά?ξεως Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος (Τ.Σ.Π.Τ.Ε.), του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης (Τ.Σ.Π.- Ε.Τ.Ε.), του Ταμείου Συντάξεως Προ?σωπικού της Αγροτικής Τραπέζης (Τ.Σ.Π.-Α.Τ.Ε.), του Τα?μείου Ασφάλισης Προσωπικού Ελληνικής Τράπεζας Βιο?μηχανικής Ανάπτυξης (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Β.Α.), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού - Ιονικής Λαϊκής Τράπεζας (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ορ?γανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) και του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η.) που εξήλθαν από την υπηρεσία πριν την ενσωμάτωση του συνόλου ή μέ?ρους του ποσού της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπρο?σαρμογής (Α.Τ.Α.) στο βασικό τους μισθό, ανακαθορίζο?νται, με την ενσωμάτωση στο βασικό μισθό ή μισθολογικό κλιμάκιο, που έχει ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών τους, του ποσού της ΑΤΑ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μηνιαία καταβαλλόμενη σύ?νταξη ενός εκάστου. Οι αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί από τη συνταξιοδό?τηση των ανωτέρω και μετά με βάση την εισοδηματική πο?λιτική υπολογίζονται εκ νέου, επί του ποσού που θα προ?κύψει από τον παραπάνω ανακαθορισμό. Για τους συνταξιούχους του Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η. το ποσό της Α.Τ.Α. που ενσωματώνεται με βάση τα ανωτέρω δεν μπο?ρεί να υπερβαίνει το εκάστοτε ποσό της Α.Τ.Α. που ενσω?ματώνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο του βασικού μισθού των εν ενεργεία υπαλλήλων της Δ.Ε.Η. Η διαφορά μεταξύ του μηνιαίου ποσού της σύνταξης που θα προκύψει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού και του ποσού της σύνταξης που λαμβάνουν οι συνταξι?ούχοι καταβάλλεται σταδιακά σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις με έναρξη καταβολής την 1.1.2004. Εάν το ποσό που προκύπτει είναι μικρότερο ή ίσο της διαφοράς των πενήντα ευρώ καταβάλλεται εφάπαξ την 1.1.2004, εάν είναι μεταξύ πενήντα ευρώ και ένα λεπτό και εκατό ευρώ καταβάλλεται σε δύο ετήσιες δόσεις. Στην περίπτωση των συνταξιούχων του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. και για το μέρος της Α.Τ.Α. που ενσωματώνεται μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου αυτού, τυχόν διαφορές καταβάλλονται σταδιακά σε πέντε ισόποσες ετήσιες δό?σεις, με έναρξη καταβολής την 1η Ιανουαρίου του επόμε?νου χρόνου από το χρόνο ενσωμάτωσης στους βασικούς μισθούς των εν ενεργεία υπαλλήλων. 1006 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

3.

α. Η διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3572/1956 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως τρο?ποποιήθηκε με τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρα?γράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 (ΦΕΚ 202 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984 (ΦΕΚ 54 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: "α. Εργοδοτική εισφορά ύψους 0,0058 ευρώ για κάθε πωλούμενο φύλλο ημερήσιας εφημερίδας που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί μέσω των πρακτορείων πώ?λησης εφημερίδων". β. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α΄ των παραγράφων 1Α και 1Β του άρθρου 3 του Ν. 1872/1951(ΦΕΚ 202 Α΄), όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 19 της 56036/1953 απόφασης του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 214 Β΄), του εδαφίου α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 και της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984, αντικαθίστανται ως εξής: "Εργοδοτική εισφορά ύψους 0,0058 ευρώ για κάθε πω?λούμενο φύλλο ημερήσιας εφημερίδας που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και κυκλοφορεί μέσω των πρακτορείων πώ?λησης εφημερίδων". γ. Στις εισφορές που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλο?νίκη και δεν κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων πώλη?σης εφημερίδων. Ο αριθμός των πωλούμενων φύλλων προσδιορίζεται με βάση δήλωση του εργοδότη που υπο?βάλλεται στο Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών (Τ.Α.Τ.Τ.Α.) μέχρι το τέλος του επόμενου της κυκλοφο?ρίας μήνα. Μέσα στην ίδια προθεσμία καταβάλλονται στο οικείο Ταμείο και οι αναλογούσες εισφορές. Οριστική εκ?καθάριση γίνεται κάθε εξάμηνο με βάση έκθεση Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, ο οποίος μετά από διενέργεια ουσια?στικού ελέγχου στον οποίο προβαίνει με εφαρμογή των αρχών και κανόνων ελεγκτικής που ακολουθεί το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, πιστοποιεί αιτιολογημένα τον αριθμό των πωλούμενων φύλλων εφημερίδων που δεν κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων πώλησης. Στην έκθεση ελέγχου αναφέρονται με σαφήνεια οι εφαρμο?σθείσες ελεγκτικές διαδικασίες. Η δαπάνη για τον έλεγχο αυτόν βαρύνει αποκλειστικά την εφημερίδα. Η σχετική έκ?θεση αποστέλλεται στο Τ.Α.Τ.Τ.Α. δ. Αν καταβληθούν εκπροθέσμως τα αναλογούντα ποσά εργοδοτικής εισφοράς, αυτά επιβαρύνονται με τα προβλε?πόμενα για τις καθυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη. ε. Ποσά εργοδοτικής εισφοράς που έχουν καταβληθεί στο Τ.Α.Τ.Τ.Α. κατά τα χρονικά διαστήματα ισχύος των διατάξεων των εδαφίων α΄ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984 δεν επιστρέφονται, εκτός των περιπτώσεων εκείνων υπέρ των οποίων έχουν εκδο?θεί αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Το Τ.Α.Τ.Τ.Α., για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί να βεβαιώνει, εισπράττει και διεκδικεί ποσά που υπερβαίνουν τα προκύπτοντα βάσει του ύψους που καθορίζεται από την παράγραφο αυτή και τα οποία δεν έχουν καταβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 14

Ρυθμίσεις ασφαλισμένων ταμείων τύπου

1.

Ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στο Ταμείο Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, στο Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών, στο Τα?μείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρα?κτορείων Αθηνών, στο Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπω?λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης και σε όλους τους κλάδους ασφάλισής τους, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότη?σης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης και του 58ου έτους της ηλικίας τους. Καταστατικές διατάξεις των φορέων αυτών ή γενικές διατάξεις, που προβλέπουν τη συνταξιοδότηση με 35 έτη ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας ή με όριο ηλικίας ευνοϊκό?τερο του θεσπιζομένου ή με ειδικούς περιορισμούς ως προς το χρόνο ασφάλισης που λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου συντάξιμου χρόνου, εξα?κολουθούν να ισχύουν.

2.

Όπου από τις ισχύουσες γενικές ή ειδικές διατάξεις, προβλέπεται συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με μειωμέ?νο όριο ηλικίας των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων στους φορείς της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το ποσο?στό μείωσης για τις χορηγούμενες από 1.1.2003 και εφε?ξής συντάξεις διαμορφώνεται σε 1/267 για κάθε μήνα που λείπει από το κατά περίπτωση απαιτούμενο πλήρες όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και μέχρι 60 μήνες κατά περί?πτωση. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, περί καταβο?λής μειωμένης σύνταξης, δεν έχουν εφαρμογή στις περι?πτώσεις των ασφαλισμένων των φορέων αυτών, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται με τις προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 47 του Ν. 2084/1992. 3.α. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3α, 5 και 6 του άρθρου 3 του Ν. 3029/2002 εφαρμόζονται ανάλογα στους μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένους των φορέων της παραγράφου 1. β. Το κατώτατο ποσό της χορηγούμενης από τους φο?ρείς αυτούς μηνιαίας σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και εργατικού ατυχήματος στους από 1.1.1993 ασφαλισμέ?νους τους, ορίζεται ίσο με το 70% του κατώτατου μισθού εγγάμου με πλήρη απασχόληση, όπως ο μισθός αυτός κα?θορίζεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του έτους 2002. Το παραπάνω ποσό από την 1.1.2003 και εφεξής ανα?προσαρμόζεται κατά το ποσοστό αύξησης των συντάξε?ων, σύμφωνα με την εκάστοτε καθοριζόμενη γενική εισο?δηματική πολιτική. γ. Το κατώτατο όριο που προβλέπεται από τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου μειώνεται σε κάθε περίπτω?ση που ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη μειωμένη.

4.

Συντάξεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αναπροσαρμόζονται σύμφω?να με τις ρυθμίσεις της δεύτερης και τρίτης περίπτωσης της προηγούμενης παραγράφου και του πρώτου εδαφί?ου της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 3029/2002. Η αναπροσαρμογή αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

5.

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του Ν. 2084/1992 προστίθεται διάταξη ως εξής: "Για τον υπολογισμό της σύνταξης των αυτοαπασχο?λουμένων που υπάγονται στην ασφάλιση των φορέων κύ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1007 μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους τους." 6.α. Οι δημοσιογράφοι-συντάκτες, που απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας στις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην περιφέ?ρεια των Ενώσεων Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας και Πελοπον?νήσου, Ηπείρου και Νήσων και Μακεδονίας-Θράκης, (εκτός νομού Θεσσαλονίκης), ασφαλίζονται στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσα?λονίκης (Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.), ανεξάρτητα αν είναι μέλη των οι?κείων Ενώσεων. β. Οι δημοσιογράφοι - μέλη των Ενώσεων Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, Μακεδονίας - Θράκης, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας και Πελοπον?νήσου, Ηπείρου και Νήσων οι οποίοι απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας με μι?σθό στο "ΙΔΡΥΜΑ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΘΑ?ΝΑΣΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΟΤΣΗ" ασφαλίζονται στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσα?λονίκης. γ. Στην ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης δύναται να υπά?γονται οι απασχολούμενοι, με σχέση εξαρτημένης εργα?σίας κατά κύριο επάγγελμα ως συντάκτες και υπάλληλοι διοίκησης και διαχείρισης, σε εφημερίδες, οι οποίες εκδί?δονται μία τουλάχιστον φορά την εβδομάδα στους Νο?μούς Αττικής και Θεσσαλονίκης, εφόσον για την προη?γούμενη απασχόλησή τους υπάγονταν στην ασφάλιση του Ταμείου και έχουν πραγματοποιήσει τρία (3) έτη ασφάλισης σε αυτό και εφόσον υποβάλουν αίτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Ο χρόνος ασφάλισης, των αναφερόμενων στην περί?πτωση αυτή προσώπων, που διανύθηκε με την ίδια ιδιό?τητα και για τη συγκεκριμένη απασχόληση, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, στην ασφάλιση του Τα?μείου Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. τόσο για τη συμπλήρωση των απαιτού?μενων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης όσο και για τον υπολογισμό των παροχών που χορηγεί το Ταμείο. Οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις μεταξύ των ασφαλι?στικών οργανισμών για το χρόνο αυτόν διακανονίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί από?δοσης των οφειλόμενων ποσών. Για την ασφάλιση των εργαζομένων της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. εργοδοτική εισφο?ρά 7,5% για τον κλάδο σύνταξης και 2% για τον κλάδο ανεργίας και εισφορά ασφαλισμένου 8,5% για τον κλάδο σύνταξης. Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται στο σύνολο των απο?δοχών που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι από τη συγκεκρι?μένη απασχόλησή τους και σε καμιά περίπτωση σε απο?δοχές κατώτερες αυτών που προβλέπονται κάθε φορά, για τους αναφερόμενους στην περίπτωση α΄, από τις Σ.Σ.Ε. που υπογράφονται μεταξύ των οικείων Ενώσεων Συντακτών και των Ενώσεων Ιδιοκτητών των οποίων είναι μέλη οι ημερήσιες εφημερίδες στις οποίες απασχολού?νται ούτε από το 30πλάσιο του 1/25 του κατώτατου μι?σθού εγγάμου υπαλλήλου, όπως ο μισθός αυτός καθορί?ζεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.Ε., για τους αναφερόμενους στην περίπτωση β΄ από την Σ.Σ.Ε. που υπογράφεται μεταξύ Ε.Ι.Η.Ε.Α. και Ε.Σ.Η.Ε.Α. και για τους αναφερόμενους στην περίπτωση γ΄, από τις αντίστοιχες Σ.Σ.Ε. του συντα?κτικού και υπαλληλικού προσωπικού των ημερήσιων εφη?μερίδων των Αθηνών.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)