Νόμοι — ΦΕΚ A' 48/2025

Type Νόμος
Publication 2025-03-22
Τελευταία ενημέρωση 2025-03-21
State In force
Source ΦΕΚ
articles 417
Reform history JSON API
Άρθρο 121

Διευθυντής Σπουδών Σχολής Ως Διευθυντής Σπουδών, ορίζεται αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά βαθμό νεότερος από τον Διοικητή της οικείας Σχολής, με αναπληρωτή τον κατά βαθμό ανώτερο ή αρχαιότερο υφιστάμενό του αξιωματικό, για τριετή θητεία, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από γνώμη του Διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας.

Άρθρο 122

Αρμοδιότητες Διευθυντή Σπουδών Σχολής Ο Διευθυντής Σπουδών έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

  • α) Επιβλέπει την ακριβή εφαρμογή του προγράμματος

σπουδών,

  • γ) εισηγείται το πρόγραμμα σπουδών στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της οικείας Σχολής,
  • δ) λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ σπουδαστών, διδασκόντων και Διοίκησης της Σχολής, και
  • ε) δύναται να μετέχει στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της

Αστυνομικής Ακαδημίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου, όταν συζητούνται σε αυτό θέματα της αρμοδιότητάς του, που αφορούν σε διδάσκοντες και Προγράμματα Σπουδών της οικείας Σχολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ

Άρθρο 123

Κατηγορίες διδακτικού προσωπικού Το διδακτικό προσωπικό της Αστυνομικής Ακαδημίας ανήκει σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

  • α) Δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, μόνο για τη

Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας,

  • β) μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για όλες

τις Σχολές,

  • γ) εν ενεργεία μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.),

Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.Δ.Ι.Π.) Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) ή Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΣΕΙ) της χώρας και αναγνωρισμένων Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής,

  • δ) ειδικοί επιστήμονες, οι οποίοι είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος και, ελλείψει τέτοιων, κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου, με αποδεδειγμένη επιστημονική και

εκπαιδευτική εξειδίκευση στα γνωστικά αντικείμενα των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας,

  • ε) ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, των

λοιπών Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων, εν ενεργεία ή εν αποστρατεία και

  • στ) δημόσιοι λειτουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι και

υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ).

Άρθρο 124

Επιλογή διδακτικού προσωπικού

1.

Το διδακτικό προσωπικό της Αστυνομικής Ακαδημίας επιλέγεται από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της οικείας Σχολής, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Επιστημονικού Συμβουλίου, εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αστυνομικής Ακαδημίας και, ακολούθως, ο Διοικητής της οικείας Σχολής εκδίδει την πράξη ανάθεσης διδασκαλίας ανά διδάσκοντα.

2.

Για την επιλογή του διδακτικού προσωπικού απαιτείται η δημοσίευση προηγούμενης προκήρυξης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον παρόντα νόμο. Για τη διδασκαλία μαθήματος στην Αστυνομική Ακαδημία, του οποίου το γνωστικό αντικείμενο διδάσκεται σε Α.Ε.Ι., απαιτείται η κατοχή διδακτορικού τίτλου σπουδών στο ίδιο ή σε συναφές αντικείμενο και, μόνον εφόσον δεν υπάρχει υποψήφιος για το μάθημα αυτό, επιτρέπεται η διδασκαλία του από κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών σε όμοιο ή συναφές αντικείμενο, ενώ αν δεν υπάρχει κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου, επιτρέπεται η διδασκαλία από κάτοχο πτυχίου σε όμοιο ή συναφές αντικείμενο. Η προκήρυξη, η οποία εκδίδεται από τον Διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, αναρτάται στο πρόγραμμα «Διαύγεια» και στις ιστοσελίδες της Ελληνικής Αστυνομίας και της Αστυνομικής Ακαδημίας, ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της οικείας Σχολής, και υποβάλλεται πριν από τη λήξη του εκπαιδευτικού έτους εντός του οποίου συμπληρώνεται η τριετής διάρκεια του πίνακα διδασκόντων.

3.

Τα κριτήρια για την επιλογή των διδασκόντων, τα οποία βαθμολογούνται με κλίμακα από μηδέν (0) έως δέκα (10), είναι τα εξής:

  • α) Η ειδική ενασχόληση με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας τριάντα τοις εκατό

(30%). Εφόσον ο διδάσκων έχει ήδη διδάξει στη Σχολή, συνεκτιμώνται για τη βαθμολόγηση του κριτηρίου αυτού και οι αξιολογήσεις των σπουδαστών ως προς αυτόν,

  • β) η συγγραφή μονογραφιών ή άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά ή συνεισφορών σε συλλογικούς τόμους

σχετικών με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή βαρύτητας είκοσι τοις εκατό (20%),

  • γ) η ύπαρξη διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σχετικού με το αντικείμενο της διδασκαλίας με συντελεστή

βαρύτητας σαράντα τοις εκατό (40%),

  • δ) οι ανακοινώσεις σε συνέδρια και ημερίδες ως εισηγητές σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας με

συντελεστή βαρύτητας δέκα τοις εκατό (10%).

4.

Στον πίνακα διδασκόντων ορίζονται τα μαθήματα που πρόκειται να διδάξει κάθε διδάσκων, καθώς και οι ώρες διδασκαλίας. Ο πίνακας του προηγούμενου εδαφίου εγκρίνεται από το Δ.Σ. της Αστυνομικής Ακαδημίας.

5.

Η εγγραφή στον πίνακα διδασκόντων ισχύει για τρία (3) εκπαιδευτικά έτη.

6.

Στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού εξαμήνου ή εκπαιδευτικού προγράμματος, οι συμμετέχοντες εκπαιδευόμενοι συμπληρώνουν ειδικό ερωτηματολόγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται ερωτήσεις για το γνωστικό αντικείμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος ή σεμιναρίου και για την αξιολόγηση της διοργάνωσης, των συντελεστών και του οφέλους που αποκόμισαν από τη συμμετοχή τους σε αυτό, προκειμένου να διαμορφωθεί σαφής εκτίμηση για τους διδάσκοντες και την εν γένει εκπαιδευτική διαδικασία. Οι απαντήσεις των εκπαιδευομένων στο εν λόγω ερωτηματολόγιο λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των διδασκόντων και την επιλογή τους για διδασκαλία εκ νέου.

7.

Στην περίπτωση των κατ’ εξαίρεση αναθέσεων από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας εκπαιδεύσεων που υλοποιούνται από τη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, εκδίδεται πράξη απευθείας διορισμού από τον Διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, εφόσον το προς διορισμό προσωπικό διαθέτει τα γενικά τυπικά προσόντα, σύμφωνα με το άρθρο 123. της Αστυνομικής Ακαδημίας

1.

Η εισαγωγή στη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πραγματοποιείται με το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.2226/1994 (Α’ 122).

2.

Στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α’152), περί εισαγωγής υποψηφίων ειδικών κατηγοριών στην Αστυνομική Ακαδημία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η περ. δ της παρ. 1 καταργείται, β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 οι λέξεις «των προηγουμένων παραγράφων» αντικαθίσταται με τις λέξεις «των παρ. 1, 2 και 5», γ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 οι λέξεις «των παραγράφων 1 και 2» αντικαθίσταται με τις λέξεις «των παρ. 1, 2 και 5»,

  • δ) μετά την παρ. 4 προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 42

«Άρθρο 42 Υποψήφιοι ειδικών κατηγοριών

1.

Από το ακαδημαϊκό έτος 2008 - 2009 και εφεξής, από τον αριθμό των δοκίμων που εισάγονται στην οικεία Σχολή, ποσοστό μέχρι 10% συνολικά καλύπτεται από τις παρακάτω κατηγορίες υποψηφίων, με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στο διαγωνισμό: α. πολύτεκνοι και τέκνα τους, β. τέκνα αναπήρων και θυμάτων πολέμου, καθώς και τέκνα αναπήρων ή θυμάτων εν ενεργεία ή εν συντάξει αστυνομικού προσωπικού ειρηνικής περιόδου, γ. τέκνα αναγνωρισμένων σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία ως αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, δ. (καταργείται), ε. ένα τέκνο Ελλήνων πολιτών που έχασαν τη ζωή τους ή έχουν ανικανότητα σε ποσοστό τουλάχιστον 67% συνεπεία τρομοκρατικής πράξης. Για το ποσοστό ανικανότητας αποφαίνεται η Ανώτατη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή.

2.

Από τον αριθμό των δοκίμων που εισάγονται στην οικεία Σχολή, ποσοστό μέχρι 4% συνολικά καλύπτεται από γονείς με τρία ζώντα τέκνα και τέκνα τους από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα, με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στο διαγωνισμό.

3.

Κατά τον καθορισμό του αριθμού που αντιστοιχεί στο ποσοστό των παρ. 1, 2 και 5, δεν λαμβάνονται υπόψη τα κλασματικά υπόλοιπα. Εάν το ποσοστό δεν καλυφθεί, ο αριθμός που υπολείπεται συμπληρώνεται από υποψηφίους επιλαχόντες της γενικής κατηγορίας.

4.

Η χρήση του δικαιώματος για εισαγωγή στις σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας, από αυτούς που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες των παρ. 1, 2 και 5, γίνεται για μία μόνο από τις σχολές αυτές. Αν κάποιος εισαχθεί με το δικαίωμα αυτό σε μία σχολή, δεν δικαιούται να κάνει χρήση του ίδιου δικαιώματος σε άλλη σχολή.

5.

Από τον αριθμό των δοκίμων που εισάγονται στην οικεία Σχολή, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) καλύπτεται από τέκνα ή εν χηρεία συζύγους του προσωπικού του Αστυνομικού Σώματος, που απεβίωσαν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, πρόδηλα και αναμφισβήτητα ένεκα αυτής, και τα τέκνα αναπήρων του προσωπικού του Αστυνομικού Σώματος που έχουν υπαχθεί στην κατάσταση της μόνιμης διαθεσιμότητας πρόδηλα και αναμφισβήτητα ένεκα της υπηρεσίας, με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στον διαγωνισμό.»

3.

Η εισαγωγή στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται από τον Κανονισμό Σπουδών της ή από τις αποφάσεις της κατ’ εξαίρεση ανάθεσης σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 129.

4.

Η εισαγωγή στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας γίνεται με επιλογή των υποψηφίων από το οικείο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κανονισμό Σπουδών της Σχολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Άρθρο 126

Εκπαίδευση στη Σχολή Αστυφυλάκων Ελληνικής Αστυνομίας

1.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας διακρίνεται στους ακόλουθους κύκλους:

  • α) νομικών σπουδών, που περιλαμβάνει ειδικότερα

μαθήματα συνταγματικού, διοικητικού, ποινικού, αστικού, ενωσιακού και διεθνούς δικαίου,

  • γ) εφαρμοσμένης αστυνομικής εκπαίδευσης, που

περιλαμβάνει ειδικότερα θέματα αυτοάμυνας-αυτοπροστασίας, δεοντολογίας, οπλοτεχνικής-σκοποβολής, πρακτικής εφαρμογής ποινικών υποθέσεων και χειρισμού υπηρεσιακών θεμάτων της Ελληνικής Αστυνομίας,

  • δ) πληροφορικής και ψηφιακής τεχνολογίας, και
  • ε) εργαστηρίων (workshops) στα ως άνω αντικείμενα

σπουδών.

2.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας διαρκεί έξι (6) ακαδημαϊκά εξάμηνα, τα οποία διακρίνονται σε θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, οι λεπτομέρειες των οποίων ορίζονται ειδικότερα στον Κανονισμό Σπουδών της Σχολής.

Άρθρο 127

Εκπαίδευση στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας

1.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας διακρίνεται στους ακόλουθους κύκλους:

  • α) Νομικών σπουδών, που περιλαμβάνει ειδικότερα

μαθήματα συνταγματικού, διοικητικού, ποινικού, αστικού, ενωσιακού και διεθνούς δικαίου, ιστορίας και λειτουργίας θεσμών,

  • γ) διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών, που περιλαμβάνει ειδικότερα μαθήματα διεθνών και ευρωπαϊκών

σχέσεων, πολιτικών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, διεθνούς και ευρωπαϊκής διπλωματίας,

  • δ) εφαρμοσμένης αστυνομικής εκπαίδευσης, που περιλαμβάνει ειδικότερα θέματα αυτοάμυνας-αυτοπροστασίας, δεοντολογίας, οπλοτεχνικής-σκοποβολής, πρακτικής

εφαρμογής ποινικών υποθέσεων και υπηρεσιακών θεμάτων της Ελληνικής Αστυνομίας,

  • ε) δημόσιας διοίκησης και διαχείρισης ανθρωπίνων

πόρων, που περιλαμβάνει θέματα δημόσιας διοίκησης, ανάπτυξης δημόσιας πολιτικής, στρατηγικής διοίκησης (management) στο πλαίσιο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και ψηφιακών δεξιοτήτων,

  • στ) μαθήματα εξειδικεύσεων, διάρκειας δύο (2) εξαμήνων, με κατευθύνσεις σε:
  • στα) ασφάλεια, στβ) μετανάστευση και προστασία

συνόρων, στγ) αστυνόμευση, στδ) κυβερνοέγκλημα και κυβερνοασφάλεια, στε) επικοινωνίες και νέες τεχνολογίες, στστ) επιτελικό συντονισμό και στρατηγικό σχεδιασμό. Οι ως άνω κατευθύνσεις και ο αριθμός των σπουδαστών που κατανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών επανεξετάζονται περιοδικά, και σε κάθε περίπτωση ανά πενταετία, ώστε να ανταποκρίνονται στις γενικές εξελίξεις και τις επιχειρησιακές ανάγκες και προτεραιότητες της Ελληνικής Αστυνομίας.

  • ζ) εργαστηρίων (workshops) στα ως άνω αντικείμενα

σπουδών.

2.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Αξιωματικών της Αστυνομικής Ακαδημίας διαρκεί οκτώ (8) ακαδημαϊκά εξάμηνα, τα οποία διακρίνονται: α) σε κύκλο σπουδών των πρώτων έξι (6) εκπαιδευτικών εξαμήνων, κατά τη διάρκεια των οποίων διδάσκονται τα μαθήματα των περ. α’ έως ε’ και ζ’ της παρ. 1 και β) σε κύκλο σπουδών των επόμενων δύο (2) εκπαιδευτικών εξαμήνων, κατά τη διάρκεια των οποίων διδάσκονται τα μαθήματα των κατευθύνσεων της περ. στ’ της παρ. 1, με σκοπό τη γνωστική εξειδίκευση των δοκίμων αξιωματικών.

Άρθρο 128

Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών

1.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αστυνομικής Ακαδημίας, δύνανται να οργανώνονται και να υλοποιούνται Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ), σε συνεργασία με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, και Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας ή ομοταγή εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής.

2.

Την αρμοδιότητα απονομής των τίτλων μεταπτυχιακών σπουδών και την ακαδημαϊκή επιμέλεια των προγραμμάτων της παρ. 1 έχουν αποκλειστικά τα συνεργαζόμενα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΣΧΟΛΕΣ ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Άρθρο 129

Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Ελληνικής Αστυνομίας (ΣΜΕ)

1.

Η Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης αποτελεί τον κύριο φορέα διοργάνωσης προγραμμάτων μετεκπαίδευσης, διαρκούς επιμόρφωσης και εξειδίκευσης του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, τα οποία, ανάλογα με το αντικείμενό τους, ποικίλλουν σε χρονική διάρκεια και υποχρεωτικότητα παρακολούθησης και περιλαμβάνουν θεωρητικό και πρακτικό μέρος.

2.

Τα προγράμματα της Σχολής μπορεί να παρακολουθήσει το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας.

3.

Η εκπαίδευση περιλαμβάνει την οργάνωση και υλοποίηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης με σκοπό την αναβάθμιση των επιτελικών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων του ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και τη βέλτιστη αξιοποίηση σύγχρονων μεθόδων και διαδικασιών ασφάλειας και αστυνόμευσης.

4.

Για την εκπαίδευση αξιοποιούνται σύγχρονες μέθοδοι και τεχνικές εκπαίδευσης, ιδίως ασύγχρονη εκπαίδευση, προσομοιώσεις, ηλεκτρονικά μαθήματα, βιωματικά σεμινάρια και εκπαιδευτικές ασκήσεις.

5.

Στο πλαίσιο της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, η Σχολή διοργανώνει και διευκολύνει τη συμμετοχή αστυνομικών σε προγράμματα μετεκπαίδευσης στο εξωτερικό.

6.

Η Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης υλοποιεί τα εκπαιδευτικά προγράμματα που ανατίθενται στην Αστυνομική Ακαδημία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 1481/1984 (Α’ 152), περί ειδικών εκπαιδεύσεων.

Άρθρο 130

Τμήματα της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Η Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης διαρθρώνεται στα ακόλουθα Τμήματα:

  • α) Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης,
  • β) Διαρκούς Επιμόρφωσης Στελεχών,
  • γ) Ασκήσεων,
  • δ) Εξειδικευμένων Σχολείων,
  • ε) Ειδικών Αστυνομικών Εκπαιδεύσεων και
  • στ) Ξένων Γλωσσών.
Άρθρο 131

Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης περιλαμβάνει τα ακόλουθα Σχολεία:

  • α) Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών Στελεχών,
  • β) Μετεκπαίδευσης Αξιωματικών,
  • γ) Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων,
  • ε) Μετεκπαίδευσης Ειδικών Φρουρών και
  • στ) Μετεκπαίδευσης Συνοριακών Φυλάκων.
Άρθρο 132

Τμήμα Διαρκούς Επιμόρφωσης Στελεχών Το Τμήμα Διαρκούς Επιμόρφωσης Στελεχών είναι αρμόδιο για:

  • α) Τον σχεδιασμό, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση

Εκπαίδευσης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, και την επίβλεψη της υλοποίησης του τριετούς προγράμματος Διαρκούς Επιμόρφωσης της Αστυνομικής Ακαδημίας, το οποίο είναι ανεξάρτητο από το πενταετές Στρατηγικό και Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Ελληνικής Αστυνομίας,

  • β) την υλοποίηση προγράμματος εκπαίδευσης εκπαιδευτών σε θέματα ασφάλειας, εγκληματικότητας και

αστυνόμευσης με στόχο τη δημιουργία πυρήνα εκπαιδευτών στην Ελληνική Αστυνομία,

  • γ) την ανάπτυξη συνεργασίας με τις αστυνομικές

ακαδημίες άλλων χωρών στο πλαίσιο της διοργάνωσης κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων διαρκούς επιμόρφωσης και ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, και

  • δ) τη χορήγηση πιστοποιητικών για τις εκπαιδεύσεις

που υλοποιεί αυτοτελώς ή σε συνεργασία με ημεδαπούς ή αλλοδαπούς εκπαιδευτικούς οργανισμούς και φορείς.

Άρθρο 133

Τμήμα Ασκήσεων Το Τμήμα Ασκήσεων είναι αρμόδιο για την προετοιμασία, σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), εκπαιδευτικών ασκήσεων, προσομοιώσεων και εργαστηρίων (workshops), σε θέματα που άπτονται της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας και ιδίως νέων απειλών, καθώς και για τη δοκιμή νέων επιχειρησιακών τακτικών.

Άρθρο 134

Τμήμα Εξειδικευμένων Σχολείων Το Τμήμα Εξειδικευμένων Σχολείων είναι αρμόδιο για την οργάνωση, υποστήριξη και υλοποίηση έξι (6) Εξειδικευμένων Σχολείων, στα κάτωθι αντικείμενα:

  • α) Ανθρώπινα δικαιώματα, διαχείριση διαφορετικότητας και αντίδραση της Αστυνομίας,
  • β) προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,
  • γ) διαχείριση κρίσεων εσωτερικής ασφάλειας,
  • δ) τεχνικές επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης,
  • ε) εξέλιξη του εγκλήματος,
  • στ) ανακριτική διερεύνηση σοβαρού και οργανωμένου

εγκλήματος.

Άρθρο 135

Τμήμα Ειδικών Αστυνομικών Εκπαιδεύσεων

1.

Το Τμήμα Ειδικών Αστυνομικών Εκπαιδεύσεων είναι αρμόδιο για την κατάρτιση και υλοποίηση ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, των οποίων η ιδιαίτερη φύση και αποστολή απαιτεί την εξειδίκευση του προσωπικού τους.

2.

Οι υπηρεσίες της παρ. 1 ορίζονται στον Κανονισμό Σπουδών της ΣΜΕ.

Άρθρο 136

Τμήμα Ξένων Γλωσσών Το Τμήμα Ξένων Γλωσσών είναι αρμόδιο για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας στις ξένες γλώσσες. Το Τμήμα παρέχει εξειδικευμένες γνώσεις, προσαρμοσμένες στις σύγχρονες απαιτήσεις, όπως διαμορφώνονται στο διεθνές και ευρωπαϊκό αστυνομικό περιβάλλον.

Άρθρο 137

Σχολή Εθνικής Ασφάλειας

1.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας συνίσταται στη μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των ανώτερων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας σε θέματα στρατηγικής και πολιτικής της εθνικής και εσωτερικής ασφάλειας.

2.

Το πρόγραμμα της Σχολής μπορεί να παρακολουθήσουν και ανώτεροι αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και κάθε άλλη κατηγορία πολιτικών υπαλλήλων που προσδιορίζεται με την εκάστοτε προκήρυξη.

3.

Η φοίτηση στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας διαρκεί δύο (2) ακαδημαϊκά εξάμηνα, με παράλληλη εκπόνηση διπλωματικής εργασίας.

4.

Στους σπουδαστές που αποφοιτούν απονέμεται Δίπλωμα εξειδίκευσης στις Σπουδές Εθνικής Ασφάλειας.

Άρθρο 138

Προγράμματα σπουδών σε συνεργασία με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τη Σχολή Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, ερευνητικά κέντρα, ινστιτούτα και Αστυνομικές Ακαδημίες άλλων χωρών

1.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η Αστυνομική Ακαδημία μπορεί να οργανώνει και να υλοποιεί προγράμματα σπουδών σε συνεργασία με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τη Σχολή Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, ερευνητικά κέντρα ή ινστιτούτα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και Αστυνομικές Ακαδημίες άλλων χωρών.

2.

Για τα προγράμματα της παρ. 1 καταρτίζεται μνημόνιο συνεργασίας, στο οποίο καθορίζονται, ιδίως, η διάρκεια και το αντικείμενο του προγράμματος κατά περίπτωση, τα επιστημονικά πεδία, ο τρόπος εισαγωγής των σπουδαστών, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, η μετακίνηση του διδακτικού προσωπικού, η ανταλλαγή σπουδαστών, η χορήγηση τίτλου σπουδών, ο τύπος του χορηγούμενου προγραμμάτων σπουδών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

Άρθρο 139

Μονάδα Διασφάλισης Ποιότητας

1.

Η Αστυνομική Ακαδημία είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση και τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου της, καθώς και για την αποτελεσματική λειτουργία και απόδοση των υπηρεσιών της, σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, ιδίως εκείνες του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και τις αρχές και κατευθύνσεις της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.) και της CEPOL.

2.

Για την εκπλήρωση του σκοπού της παρ. 1 συγκροτείται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αστυνομικής Ακαδημίας, η Μονάδα Διασφάλισης της Ποιότητας (ΜΟ.ΔΙ.Π). Η ΜΟ.ΔΙ.Π. αποτελείται από επτά (7) μέλη με τους αναπληρωτές τους και, συγκεκριμένα, από τον Διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας ως Πρόεδρο, τον Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου και πέντε (5) μέλη του διδακτικού προσωπικού της. Αν συζητούνται θέματα του διοικητικού προσωπικού, συμμετέχει εκπρόσωπός του με δικαίωμα ψήφου, όπως ειδικότερα καθορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου.

3.

Η ΜΟ.ΔΙ.Π. είναι αρμόδια, ιδίως, για:

  • α) την ανάπτυξη συγκεκριμένης πολιτικής, στρατηγικής, καθώς και των απαραίτητων διαδικασιών για τη

συνεχή βελτίωση της ποιότητας του έργου και των υπηρεσιών της Ακαδημίας,

  • β) την οργάνωση, λειτουργία και συνεχή βελτίωση του

εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας της Ακαδημίας,

  • γ) τον συντονισμό και την υποστήριξη των διαδικασιών αξιολόγησης των ακαδημαϊκών μονάδων και των

λοιπών υπηρεσιών της Ακαδημίας και

  • δ) την υποστήριξη των διαδικασιών εξωτερικής αξιολόγησης και πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών και του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της

ποιότητας της Ακαδημίας.

4.

Το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας της Αστυνομικής Ακαδημίας και οι διαδικασίες υλοποίησής του καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και στον ιστότοπο της Ακαδημίας. Τα ανωτέρω αναθεωρούνται το αργότερο κάθε πέντε (5) έτη.

5.

Η ΜΟ.ΔΙ.Π. συνεργάζεται με την ΕΘ.Α.Α.Ε., αναπτύσσει πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης των δεδομένων της αξιολόγησης και έχει την ευθύνη για τη συστηματική παρακολούθηση και δημοσιοποίηση στον ιστότοπο της Αστυνομικής Ακαδημίας των σχετικών με την αξιολόγηση διαδικασιών και των αποτελεσμάτων της.

Άρθρο 140

Εσωτερικός Κανονισμός της Αστυνομικής Ακαδημίας

1.

Ο Εσωτερικός Κανονισμός της Αστυνομικής Ακαδημίας εκδίδεται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 142, κατόπιν έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.

Με τον Εσωτερικό Κανονισμό ρυθμίζονται ιδίως:

  • α) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικό με την οργάνωση, τη

στελέχωση και λειτουργία της Αστυνομικής Ακαδημίας και των Σχολών της,

  • β) η κατάργηση ή λειτουργία και άλλων σχολών ή τμημάτων ή παραρτημάτων των σχολών της Αστυνομικής

Ακαδημίας,

  • γ) τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις

των σπουδαστών και ο τρόπος ελέγχου της άσκησης και εκπλήρωσής τους,

  • δ) ο υποχρεωτικός χρόνος παραμονής στο Σώμα των

εκπαιδευόμενων και μετεκπαιδευόμενων σπουδαστών, ύστερα από την ολοκλήρωση της φοίτησής τους,

  • ε) οι κανόνες δεοντολογίας και τα όργανα ελέγχου της

τήρησης των κανόνων αυτών,

  • στ) η διαδικασία προκήρυξης θέσεων και επιλογής

του διδακτικού προσωπικού, καθώς και η διαδικασία ανάθεσης διδακτικού έργου,

  • ζ) τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις

του διδακτικού προσωπικού,

  • η) τα πειθαρχικά παραπτώματα, οι κυρώσεις, η πειθαρχική διαδικασία και τα όργανα πειθαρχικού ελέγχου και

επιβολής κυρώσεων,

  • θ) η οργάνωση της φοίτησης και της διαμονής,
  • ι) η κατανομή του χρόνου εκπαίδευσης,
  • ια) τα δικαιολογητικά και η διαδικασία για την υποβολή

και την έγκριση αιτήματος για αναστολή σπουδών, και

  • ιβ) οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία συμμετοχής της Αστυνομικής Ακαδημίας σε προγράμματα συνεργασίας, καθώς και τα όργανα της Αστυνομικής Ακαδημίας που έχουν την αρμοδιότητα οργάνωσης, έγκρισης

και εποπτείας των προγραμμάτων αυτών.

Άρθρο 141

Κανονισμός Σπουδών των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας Με τον Κανονισμό Σπουδών, που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 142, καθορίζονται:

  • α) Οι βασικές αρχές που διέπουν την κατάρτιση και

υλοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και την εκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας,

  • β) τα κριτήρια και η διαδικασία κατανομής των σπουδαστών σε κύκλους,
  • γ) η δυνατότητα διάκρισης μεταξύ υποχρεωτικών, κατ’

επιλογή υποχρεωτικών και επιλεγόμενων μαθημάτων, καθώς και η μεταξύ τους ποσοστιαία αναλογία,

  • δ) η κατανομή των μαθημάτων σε εξάμηνα ή άλλες

διδακτικές περιόδους, οι ώρες διδασκαλίας κάθε μαθήματος, η αλληλεξάρτηση των μαθημάτων και η βαρύτητα κάθε μαθήματος,

  • ε) ο τρόπος αξιολόγησης του διδακτικού έργου των

καθηγητών και του προγράμματος σπουδών, σπουδαστών,

  • ζ) οι προϋποθέσεις συμμετοχής των σπουδαστών

στις εξεταστικές περιόδους, η διάρκεια των εξεταστικών περιόδων, οι όροι και η διαδικασία επανεξέτασης των σπουδαστών,

  • η) ο τύπος του τίτλου σπουδών,
  • θ) ο τρόπος επιλογής των σπουδαστών της Σχολής

Εθνικής Ασφάλειας,

  • ι) το είδος, η διάρκεια και τα ειδικότερα ζητήματα της

πρακτικής εκπαίδευσης των σπουδαστών της Σχολής Αστυφυλάκων και της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΤΕΛΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 142

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα που αφορούν την κατανομή των πόρων της Αστυνομικής Ακαδημίας του άρθρου 107, με την επιφύλαξη του ειδικού θεσμικού πλαισίου των Προγραμμάτων που χρηματοδοτεί το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Α.Π.Δ.Ε.) και του ν. 5140/2024 (Α’ 154) σε ό,τι αφορά στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 107.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται η αποζημίωση που καταβάλλεται στο διδακτικό προσωπικό του άρθρου 123, για κάθε ώρα διδασκαλίας, προφορικών ή γραπτών εξετάσεων ή άλλης απασχόλησης.

3.

Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εκδίδεται ο Εσωτερικός Κανονισμός της Αστυνομικής Ακαδημίας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 140.

4.

Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, εκδίδεται ο Κανονισμός Σπουδών των σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας, σύμφωνα με το άρθρο 141.

Άρθρο 143

Τελικές διατάξεις

1.

Οι σπουδαστές της Σχολής Αστυφυλάκων και της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας διατίθενται για πρακτική εκπαίδευση στις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας. Το είδος, η διάρκεια και τα ειδικότερα ζητήματα της πρακτικής εκπαίδευσης προσδιορίζονται στον Κανονισμό Σπουδών της οικείας Σχολής και συναρτώνται με τον κύκλο σπουδών και τις επιχειρησιακές και υπηρεσιακές ανάγκες της Ελληνικής Αστυνομίας.

2.

Το δεύτερο ακαδημαϊκό εξάμηνο εκάστου έτους σπουδών της Σχολής Αστυφυλάκων οι σπουδαστές αυτής παρακολουθούν πρακτική αστυνομική εκπαίδευση στις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό Σπουδών της και στις επιμέρους διαταγές που εκδίδονται από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας.

3.

Στο δεύτερο εξάμηνο του τρίτου και τέταρτου έτους σπουδών της Σχολής Αξιωματικών οι σπουδαστές πραγματοποιούν πρακτική εκπαίδευση στις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό Σπουδών της και τις επιμέρους διαταγές που εκδίδονται από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας.

4.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αστυνομικής Ακαδημίας και τα Εκπαιδευτικά Συμβούλια των Σχολών της λειτουργούν, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του παρόντος και δύνανται να συνεδριάζουν και μέσω τηλεδιάσκεψης.

Άρθρο 144
1.

Μέχρι την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 142, τα οποία εκδίδονται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η Αστυνομική Ακαδημία και οι Σχολές που υπάγονται σε αυτήν εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τα προεδρικά διατάγματα 585/1985 (Α’ 205), 319/1995 (Α’ 174), 352/1995 (Α’ 187), 190/1996 (Α’ 153), 380/1996 (Α’ 251) και 14/2001 (Α’ 12).

2.

Συμβάσεις ή πρωτόκολλα συνεργασίας, στα οποία η Αστυνομική Ακαδημία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας είναι συμβαλλόμενο μέρος εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη λειτουργίας της Αστυνομικής Ακαδημίας ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Άρθρο 145

Καταργούμενες διατάξεις Καταργούνται τα άρθρα 1 έως 86 του ν. 4962/2022 (Α’  148), περί αναβάθμισης της αστυνομικής εκπαίδευσης, αναμόρφωσης του πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων ρυθμίσεων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, η οποία είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 146

Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η προσαρμογή της νομοθεσίας σε νέα κοινωνικά και τεχνολογικά δεδομένα, επί θεμάτων που αφορούν: α) σε όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες και εκρηκτικούς μηχανισμούς, β) στις στις υπηρεσίες της και δ) στις αστυνομικές ταυτότητες.

Άρθρο 147

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι:

  • α) η ρύθμιση θεμάτων που αφορούν στον ορισμό των

όπλων, στις προϋποθέσεις για νόμιμη οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία, στις διακεκριμένες περιπτώσεις και στις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, καθώς και θεμάτων που αφορούν στις προϋποθέσεις έκδοσης άδειας κατοχής κυνηγετικών όπλων και οπλοφορίας αστυνομικών, όταν υποβάλλεται σε βάρος τους καταγγελία για πράξεις ενδοοικογενειακής βίας,

  • β) η αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας,
  • γ) η ρύθμιση θεμάτων που αφορούν στη βαθμολογική

προαγωγή θανόντος ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και στην παροχή οικονομικού βοηθήματος στους γονείς και

  • δ) ρυθμίσεις που αφορούν στα στοιχεία των δελτίων

αστυνομικής ταυτότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΟΠΛΑ, ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ, ΕΚΡΗΚΤΙΚΕΣ ΥΛΕΣ, ΕΚΡΗΚΤΙΚΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 148

Αντικείμενα που θεωρούνται όπλα - Μαχαίρια - Αντικατάσταση περ. αβ’ δεύτερου εδαφίου περ. α’παρ. 1 άρθρου 1 ν. 2168/1993 Η περ. αβ’ του δεύτερου εδαφίου της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί των ορισμών που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του νόμου αυτού, αντικαθίσταται ως εξής: «αβ. Μαχαίρια κάθε είδους, μεταξύ των οποίων τα γενικής χρήσης, που προορίζονται για την κοπή, παρασκευή ή κατανάλωση τροφίμων, καθώς και τα ειδικής χρήσης, που προορίζονται για επαγγελματική, επιστημονική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία, ορειβασία, τουριστικούς σκοπούς ή άλλη συναφή, με αυτές τις δραστηριότητες, χρήση.»

Άρθρο 149

Εισαγωγή όπλων από το εξωτερικό Αντικατάσταση περ. β’παρ. 8 άρθρου 2 ν. 2168/1993 Η περ. β’ της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί των περιπτώσεων στις οποίες δεν απαιτείται άδεια για την εισαγωγή όπλων από το εξωτερικό, αντικαθίσταται ως εξής: «β. Μαχαιριών γενικής χρήσης, που προορίζονται για την κοπή, παρασκευή ή κατανάλωση τροφίμων, καθώς και ειδικής χρήσης, που προορίζονται για επαγγελματική, επιστημονική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία, ορειβασία, τουριστικούς σκοπούς, ή άλλη συναφή, με αυτές τις δραστηριότητες, χρήση καθώς και τυφεκίων αλιείας.»

Άρθρο 150

Εξαγωγή και επανεξαγωγή όπλων Αντικατάσταση περ. (1) παρ. 2α άρθρου 3 ν. 2168/1993 Η περ. (1) της παρ. 2α του άρθρου 3 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί των περιπτώσεων στις οποίες δεν απαιτείται άδεια εξαγωγής και επανεξαγωγής όπλων, αντικαθίσταται ως εξής: «(1) μαχαιριών γενικής χρήσης, που προορίζονται για την κοπή, παρασκευή ή κατανάλωση τροφίμων, καθώς και ειδικής χρήσης, που προορίζονται για επαγγελματική, επιστημονική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία, ορειβασία, τουριστικούς σκοπούς, ή άλλη συναφή, με αυτές τις δραστηριότητες, χρήση, καθώς και τυφεκίων αλιείας.»

Άρθρο 151

Εμπορία και διάθεση όπλων - Αντικατάσταση περ. β’παρ. 4 και περ. ε’παρ. 5 άρθρου 6 ν. 2168/1993

1.

Η περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί των περιπτώσεων στις οποίες δεν απαιτείται άδεια για την εμπορία, αντικαθίσταται ως εξής: «β. Μαχαιριών γενικής χρήσης, που προορίζονται για την κοπή, παρασκευή ή κατανάλωση τροφίμων, καθώς και ειδικής χρήσης, που προορίζονται για επαγγελματική, επιστημονική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία, ορειβασία, τουριστικούς σκοπούς ή άλλη συναφή, με αυτές τις δραστηριότητες, χρήση, καθώς και τυφεκίων αλιείας.»

2.

Η περ. ε’ της παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2168/1993, περί των περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται η πώληση ή διάθεση όπλων, αντικαθίσταται ως εξής: «ε. Μαχαιριών, γενικής και ειδικής χρήσης, μόνο σε άτομα που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας τους, και τυφεκίων αλιείας μόνο σε άτομα που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους.»

Άρθρο 152

Οπλοκατοχή - Αντικατάσταση παρ. 5 και τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 7 ν. 2168/1993

1.

Η παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί της οπλοκατοχής, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Δεν απαιτείται άδεια για την κατοχή μαχαιριών γενικής και ειδικής χρήσης, μηχανισμών εκτοξεύσεως χημικών ουσιών που προορίζονται για αντίστοιχες χρήσεις, καθώς και ξιφών και σπαθών που χρησιμοποιούνται για άθληση.»

2.

Στην παρ. 8 του άρθρου 7 του ν. 2168/1993 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 15:», β) στην περ. α’, βα) οι λέξεις «έξι (6) μηνών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ενός (1) έτους», ββ) οι λέξεις «εξακοσίων (600) ευρώ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οκτακοσίων (800) «8. Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 15: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον οκτακοσίων (800) τιμωρούνται οι παραβάτες των παρ. 1 και 2, πλην της περ. η’ της παρ. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος μετατρέπει ή παραλλάσσει όπλο από τα αναφερόμενα στις περ. β’, θ’, ι’, ιβ’, ιδ’ και ιε’ της παρ. 1 του άρθρου 1 και στην περ. δ’ της παρ. 2 ή απαλείφει ή παραποιεί τον αριθμό ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της σήμανσης του όπλου ή ουσιώδους συστατικού μέρους. β. Με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους τιμωρούνται οι παραβάτες της περ. η’ της παρ. 2, της περ. α’ της παρ. 3 και των παρ. 4 και 6. γ. Οι παραβάτες της παρ. 7 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών και, σε περίπτωση που αποσκοπούν σε κατακράτηση των ανευρεθέντων αντικειμένων, με τις ποινές των προηγούμενων περιπτώσεων, ανάλογα με το είδος του ανευρεθέντος αντικειμένου.» δ. Οι κάτοχοι όπλων των περ. α’, β’ και ε’ της παρ. 1 και της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 1 της υπό στοιχεία 3009/2/84-δ’/27.7.2004 απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (Β’ 1208), που δεν έχουν εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος νόμου άδεια κατοχής, δεν υπέχουν ποινική ευθύνη αν με δική τους θέληση και πριν εξετασθούν με οποιονδήποτε τρόπο για παράνομη κατοχή των όπλων αυτών από την αρχή, υποβάλλουν στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση άδειας κατοχής. Στην περίπτωση αυτή, οι κάτοχοι υποχρεούται να καταβάλλουν, για την έκδοση της άδειας κατοχής, το δεκαπλάσιο των τελών που προβλέπονται κάθε φορά.»

Άρθρο 153

Οπλοφορία - Προσθήκη παρ. 11Α και τροποποίηση παρ. 13 άρθρου 10 ν. 2168/1993

1.

Μετά από την παρ.  11 του άρθρου 10 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί της οπλοφορίας, προστίθεται παρ. 11Α ως εξής: «11Α. Επιτρέπεται να φέρουν μαχαίρια, γενικής ή ειδικής χρήσης, άτομα που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας τους, εφόσον μπορούν να αποδείξουν, με οποιονδήποτε τρόπο, τον σκοπό κατοχής τους. Η μεταφορά μαχαιριών γενικής ή ειδικής χρήσης που κατέχονται νόμιμα, επιτρέπεται μόνο από τον τόπο κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του φέροντα στον χώρο άσκησης της δραστηριότητας για την οποία προορίζονται και εντός αυτού, και αντίστροφα. Τα μαχαίρια, κατά τη μεταφορά εντός κατοικημένων περιοχών ή κατά τη διέλευση από κατοικημένες περιοχές, τοποθετούνται σε ασφαλή περίκλειστη θέση, εντός θήκης, σακιδίου ή τσάντας μεταφοράς αντικειμένων, με τρόπο ώστε να μην καθίστανται πρόσφορα για επίθεση, άμυνα ή ακινητοποίηση. Ειδικά κατά τη μετακίνηση με οποιουδήποτε τύπου όχημα, τοποθετούνται ως άνω, στον χώρο αποσκευών του οχήματος και αν δεν διατίθεται τέτοιος, σε άλλον μη ευχερώς προσβάσιμο χώρο του. Η χρήση τους εκτός των χώρων άσκησης της εκάστοτε δραστηριότητας, για την οποία προορίζονται, απαγορεύεται.»

2.

Στην παρ. 13 του άρθρου 10 του ν. 2168/1993 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη του άρθρου 15:», β) στην περ. α), αα) οι λέξεις «τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον εξακοσίων (600) ευρώ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1.000) ευρώ» και

  • αβ) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται, β) στην περ. β’,
  • βα) οι λέξεις «περίπτωση 2» αντικαθίστανται από τις

λέξεις «στην παρ. 2 του άρθρου 1,» και ββ) οι λέξεις «τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον οκτακοσίων (800) ευρώ» και η παρ. 13, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «13. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15: α. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, πλην των αναφερομένων στην επόμενη περίπτωση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1.000) ευρώ. Όταν τα ανωτέρω είδη φέρονται σε χώρους συνάθροισης κοινού, συντρέχει επιβαρυντική περίσταση. β. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις υποπερ. αα’ έως αζ’ και ιε’ του δεύτερου εδαφίου της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 1 και στην παρ. 2 του άρθρου 1, συσκευές ή εγκαταστάσεις που προορίζονται για τον φωτισμό του στόχου ή των σκοπευτικών του όπλου και σκοπευτικές διόπτρες όπλων, καθώς και όποιος παραβαίνει τις παρ. 11 και 12 του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον οχτακοσίων (800) ευρώ.»

Άρθρο 154

Οπλοχρησία - Τροποποίηση άρθρου 14 ν. 2168/1993 Στο άρθρο 14 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί της οπλοχρησίας, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 14 «Άρθρο 14 Οπλοχρησία Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται για αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Η ποινή για την οπλοχρησία εκτίεται αθροιστικά και δεν εφαρμόζονται για αυτήν οι περί συρροής διατάξεις.»

Άρθρο 155

Διακεκριμένες περιπτώσεις Αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 13 και παρ. 1 άρθρου 15 ν. 2168/1993

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί όπλων και αντικειμένων στις φυλακές, αντικαθίσταται ως εξής: με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Η ποινή εκτίεται αθροιστικά και δεν εφαρμόζονται για αυτήν οι περί συρροής διατάξεις.»

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2168/1993, περί των διακεκριμένων περιπτώσεων, αντικαθίσταται ως εξής: «1. α) Όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πυροβόλα όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και οποιοδήποτε άλλο υλικό με στρατιωτικό προορισμό, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων ή για τον ίδιο σκοπό, λαμβάνει, αποκρύπτει ή με οποιονδήποτε τρόπο δέχεται τα ανωτέρω αντικείμενα ή ως μέλος διοικητικού συμβουλίου ή διοικούσας επιτροπής ή ως υπεύθυνος ή αρχηγός των ομάδων, οργανώσεων, σωματείων και ενώσεων προσώπων της παρούσας, γνωρίζει ότι κάποιο από τα μέλη τους έχει παράνομα εφοδιαστεί ή κατέχει τα ανωτέρω αντικείμενα, καθώς και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει το μέλος αυτό και δεν το καταγγέλλει στις αρμόδιες αρχές τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

  • β) Όποιος, παράνομα εισάγει, κατέχει ή φέρει πυροβόλο όπλο ή μαχαίρι, σε στρατόπεδα ή άλλους χώρους των

ενόπλων δυνάμεων, αστυνομικά κρατητήρια, σωφρονιστικά καταστήματα, καταστήματα κράτησης ανηλίκων ή δομές φιλοξενίας ανηλίκων κάθε κατηγορίας, σχολικές μονάδες οποιασδήποτε βαθμίδας, εκπαιδευτικά ιδρύματα ή άλλες μονάδες εκπαίδευσης, κατάρτισης, επιμόρφωσης ή μετεκπαίδευσης, σε αθλητικούς χώρους, σε χώρους θρησκευτικής λατρείας, σε δημόσιες συναθροίσεις, σε κέντρα διασκέδασης ή παιγνίων ή εντός ελεγχόμενων χώρων αεροδρομίων, σιδηροδρομικών σταθμών, λιμένων ή υπεραστικών συγκοινωνιών, τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) ετών αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

  • γ) Όποιος παράνομα κατέχει ή φέρει ή μεταφέρει πολεμικό τυφέκιο, πολυβόλο, υποπολυβόλο, χειροβομβίδα,

βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού ή εισάγει ή διευκολύνει την εισαγωγή ή τη μεταφορά του σε άλλο χώρο, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση των ανωτέρω πράξεων στους χώρους της περ. β) συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Αν οι ως άνω πράξεις τελέστηκαν σε αστυνομικά κρατητήρια, σωφρονιστικά καταστήματα ή καταστήματα ανηλίκων κάθε κατηγορίας και ο δράστης είναι κρατούμενος, η ποινή του εκτίεται αθροιστικά και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτήν οι περί συρροής διατάξεις.»

Άρθρο 156

Χορήγηση και ανάκληση αδειών Αντικατάσταση παρ. 2 και τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 18 ν. 2168/1993

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί της χορήγησης και της ανάκλησης αδειών, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο άδειες δεν χορηγούνται:

  • α) Σε όσους εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για:
  • αα) Οποιοδήποτε κακούργημα,
  • αβ) οποιοδήποτε πλημμέλημα διώκεται αυτεπάγγελτα

και τελείται με πρόθεση και ενέχει στοιχεία βίας ή απειλής βίας ή στρέφεται κατά του περιβάλλοντος ή περιλαμβάνεται στον ν. 4139/2013 (Α’ 74) ή στον ν. 3500/2006 (Α’ 232) ή στον ν. 4285/2014 (Α’ 191) ή στον ν. 4830/2021 (Α’ 169) ή στις διατάξεις των άρθρων 41ΣΤ και 41Θ του ν. 2725/1999 (Α’ 121) ή στα κεφάλαια δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο ένατο του ειδικού μέρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) ή στις περ. β’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 12, στο άρθρο 14 και στο άρθρο 15 του παρόντος,

  • αγ) το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια

του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον τελέστηκε με όπλο. Η απαγόρευση της παρούσας παύει να ισχύει μόνο από την έκδοση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή αμετακλήτου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης αρχειοθέτησης της υπόθεσης.

  • β) Σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα:
  • βα) για οποιοδήποτε κακούργημα,
  • ββ) για τα πλημμελήματα των υποπερ. αβ) και αγ) της

περ. α),

  • βγ) για οποιοδήποτε πλημμέλημα διώκεται αυτεπάγγελτα και τελείται με πρόθεση, πέραν αυτών που αναφέρονται ρητά στις υποπερ. αβ) και αγ) της περ. α), για το

οποίο τους επιβλήθηκε με μία ή περισσότερες αποφάσεις ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών,

  • βδ) για οποιοδήποτε πλημμέλημα που προβλέπεται

στον παρόντα, πέραν αυτών που αναφέρονται στις υποπερ. αβ) και αγ) της περ. α), ανεξάρτητα από το ύψος της επιβληθείσας ποινή. Η απαγόρευση της παρούσας ισχύει ως εξής:

  • α) για την υποπερ. ββ) για διάστημα πέντε (5) ετών από

την έκτισή της ή την άφεσή της με χάρη ή, σε περίπτωση επιβολής της ποινής με πλήρη αναστολή, για διάστημα ενός (1) έτους μετά από τη λήξη του χρόνου αναστολής,

  • β) για τις υποπερ. βγ) και βδ) για διάστημα τριών (3)

ετών από την έκτιση της ποινής ή την άφεσή της με χάρη ή, σε περίπτωση επιβολής της ποινής με πλήρη αναστολή, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.»

2.

Στην παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 2168/1993 προστίθενται οι λέξεις «, καθώς και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν εκκρεμεί ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις της περ. α’ της παρ. 2 στο δικονομικό στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αρνηθούν τη χορήγηση των αναφερόμενων στον παρόντα νόμο αδειών ή να ανακαλέσουν ήδη χορηγηθείσες σε άτομα, σε βάρος των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη ή τα οποία έχουν καταδικαστεί για παραβάσεις που προβλέπονται στην περ. β’ της παρ. 2, καθώς και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν εκκρεμεί ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις της περ. α’ της παρ. 2 στο δικονομικό στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης.» ανανέωσης άδειας. Η ανάκληση των αδειών που έχουν χορηγηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 2168/1993, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 157

Οπλοφορία αστυνομικών όταν υποβάλλεται σε βάρος τους μήνυση ή έγκληση ή καταγγελία για τέλεση εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας - Τροποποίηση παρ. 4 και προσθήκη παρ. 6 στο άρθρο 2 του ν. 3169/2003

1.

Στην παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3169/2003 (Α’ 189), περί των προϋποθέσεων οπλοκατοχής και οπλοφορίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. ε), οι λέξεις «παρ. 2 και 5» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παρ. 2, 5 και 6», β) προστίθεται περ. ζ) και η παρ. 4, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «4. Ο αστυνομικός υποχρεούται να παραδίδει τον ατομικό του οπλισμό στην Υπηρεσία του: α. Όταν τίθεται σε κατάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται να οπλοφορεί, εκτός αν, για ειδικούς λόγους που αφορούν την ασφάλειά του, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας του επιτρέψει να οπλοφορεί. Τη συνδρομή των ως άνω ειδικών λόγων αποδεικνύει ο αστυνομικός με αίτηση που υποβάλλει. Πριν από τη λήψη απόφασης από το αρμόδιο όργανο, ο αιτών αστυνομικός οφείλει να συνυποβάλει σε σφραγισμένους φακέλους πιστοποιητικά υπηρεσιακών ιατρών ειδικότητας ψυχιάτρου για την ψυχική του υγεία και παθολόγου ή νευρολόγου για την εν γένει σωματική του ικανότητα και καταλληλότητα να φέρει όπλο για την προσωπική του ασφάλεια. β. Όταν παραπέμπεται να δικαστεί για οποιοδήποτε έγκλημα του νόμου αυτού ή του ν. 2168/1993 (Α’ 147) ή καταδικασθεί, έστω και με οριστική απόφαση, σε οποιαδήποτε ποινή για παράβαση των προαναφερόμενων νόμων. Στην τελευταία περίπτωση ο αστυνομικός δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί για δύο (2) χρόνια από την παράδοση του οπλισμού. Αν πριν τη συμπλήρωση της διετίας ο αστυνομικός απαλλαγεί ή αθωωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο οπλισμός επιστρέφεται σε αυτόν. γ. Όταν διατάσσεται σχετικά από τον διοικητή του ή τους ιεραρχικά προϊσταμένους αυτού, επειδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κακής χρήσης ή πλημμελούς φύλαξης του όπλου, ιδίως για λόγους υγείας ή παραβίασης των κανόνων και μέτρων ασφάλειας. Αν οι ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου οφείλονται σε λόγους ψυχικής υγείας, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του ψυχολόγου της Υπηρεσίας, εφόσον αυτός υπάρχει. Κατά της ανωτέρω διαταγής ο αστυνομικός μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του ιεραρχικώς προϊσταμένου αυτού που την εξέδωσε εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διαταγής. Η διαταγή αυτή παύει να ισχύει μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την έκδοσή της. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί να την παρατείνει για ένα ακόμη τρίμηνο. Ο Αρχηγός, σε περίπτωση που οι ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου οφείλονται σε λόγους ψυχικής υγείας του αστυνομικού, παραπέμπει αυτόν στην Επιτροπή του άρθρου 4. δ. Όταν δεν πιστοποιείται η ικανότητά του στο χειρισμό των όπλων κατά τη συντηρητική εκπαίδευση. ε. Όταν χαρακτηρίζεται ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί σύμφωνα με τις παρ. 2, 5 και 6 του άρθρου 4. στ. Όταν λήγει η υπηρεσιακή του σχέση. ζ. Όταν έχει υποβληθεί σε βάρος του μήνυση ή έγκληση ή καταγγελία για την τέλεση εγκλημάτων του ν. 3500/2006 (Α’ 232), και έως ότου αποφανθούν οι ειδικές επιτροπές του άρθρου 4 του παρόντος, με διαταγή του διοικητή του ή του ιεραρχικά προϊσταμένου αυτού.»

2.

Μετά από την παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3169/2003 προστίθεται παρ. 6 ως εξής: «6. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι αστυνομικοί παραπέμπονται στις ειδικές επιτροπές του παρόντος, όταν υποβάλλεται σε βάρος τους μήνυση ή έγκληση ή καταγγελία για τέλεση εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας του ν. 3500/2006, τα οποία τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν ο παραπεμπόμενος αστυνομικός κριθεί κατάλληλος να φέρει όπλο, οι ειδικές επιτροπές γνωματεύουν επιπλέον για το αν πρέπει να παραδίδει στο αρμόδιο όργανο τον ατομικό του οπλισμό, για όσο χρόνο βρίσκεται εκτός υπηρεσίας. Όταν ο αστυνομικός κρίνεται κατάλληλος να οπλοφορεί, πλην όμως πρέπει να παραδίδει τον ατομικό του οπλισμό όταν βρίσκεται εκτός υπηρεσίας, ο οπλισμός αυτός (υπηρεσιακός ή ιδιωτικός) χρεώνεται κατά τον χρόνο εκτέλεσης υπηρεσίας και παραδίδεται μετά το πέρας αυτής στην υπηρεσία χρέωσης αυτού. Η ως άνω διαδικασία εφαρμόζεται για δύο (2) έτη από την ημερομηνία έναρξης της υποχρέωσης παράδοσης του οπλισμού από τον αστυνομικό. Μετά από τη συμπλήρωση δύο (2) ετών, ο αστυνομικός παραπέμπεται εκ νέου στις ειδικές επιτροπές για επανεξέταση. Αν πριν από τη συμπλήρωση της διετίας, ο αστυνομικός απαλλαγεί ή αθωωθεί, είτε με εισαγγελική διάταξη αρχειοθέτησης είτε με απαλλακτικό βούλευμα, είτε με δικαστική απόφαση, έστω και σε πρώτο βαθμό, παύει να εφαρμόζεται η ως άνω διαδικασία. Οι αστυνομικοί που τελούν σε κατάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται να οπλοφορούν, παραπέμπονται αμελλητί στις ως άνω επιτροπές, μόλις αρθεί το κώλυμα.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 158

Προϋποθέσεις λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας Εξουσιοδοτική διάταξη - Προσθήκη παρ. 1Α και 1Β στο άρθρο 2 του ν. 2518/1997

1.

Στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/1997 (Α’ 164), περί των προϋποθέσεων λειτουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ο αριθμός ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι (6) μηνών για έγκλημα του άρθρου 8 αυτού του νόμου και για κάθε έγκλημα που τελέστηκε με δόλο,».

2.

Στο άρθρο 2 του ν. 2518/1997 προστίθενται παρ. 1Α και 1Β ως εξής: «1Α. Η επιτροπή της παρ. 1 συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου δύνανται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα λειτουργίας της επιτροπής της παρ. 1. 1Β. Σε περίπτωση καταδίκης με χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής για τα εγκλήματα της περ. δ’ της παρ. 1, η άδεια λειτουργίας χορηγείται μετά από την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη λήξη του χρόνου της αναστολής.»

Άρθρο 159

Υποχρεώσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 4 ν. 2518/1997 Στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2518/1997 (Α’ 164), περί των υποχρεώσεων των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι περ. γ’ και ια’ αντικαθίστανται, β) προστίθεται περ. ιε’ και η παρ. 1, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας υποχρεούνται: α. Να φέρουν στην επωνυμία τους τη φράση «ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας» και στα έγγραφά τους τον αριθμό της άδειας λειτουργίας τους, β. να μην χρησιμοποιούν στην επωνυμία, στο διακριτικό τίτλο, στα έγγραφα, στις διαφημίσεις και γενικά κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους λέξεις ή φράσεις, της ελληνικής ή άλλης γλώσσας, ικανές να παραπλανήσουν το κοινό ότι αντιπροσωπεύουν δημόσια αρχή και ιδιαίτερα αστυνομική, γ. να εφοδιάζουν το προσωπικό ασφαλείας με την προβλεπόμενη στην παρ. 5 του άρθρου 2 στολή, εφόσον η χρήση της στολής ορίζεται στην άδεια λειτουργίας τους. Σε περίπτωση μη χρήσης της στολής, οι επιχειρήσεις χορηγούν σχετική ατομική βεβαίωση στο προσωπικό που απασχολούν, στην οποία εμφαίνονται τα στοιχεία της επιχείρησης, τα στοιχεία του υπαλλήλου, ο αριθμός άδειας εργασίας αυτού και ο χώρος διάθεσής του, δ. να εκπαιδεύουν το απασχολούμενο προσωπικό ασφαλείας, ανάλογα με τα καθήκοντα που του ανατίθενται, ε. να μην χρησιμοποιούν, ιδίως στα αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες, σήματα, αυτοκόλλητες ή μη ταινίες ή χρωματισμό, που καθιστούν την εξωτερική τους εμφάνιση όμοια ή παρεμφερή με εκείνη των μέσων που χρησιμοποιούν τα σώματα ασφαλείας και να μην φέρουν συσκευές ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης (σειρήνες, φάρους). Τα αυτοκίνητα που συνοδεύουν τα οχήματα της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, τα οποία μεταφέρουν ογκώδη ή βαρέα αντικείμενα, πρέπει να φέρουν στοιχεία αναγνώρισης και επισήμανσης, για την ειδοποίηση των οδηγών ακολουθούντων οχημάτων, στ. να μην θίγουν, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, τα κάθε είδους συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών, ζ. να μην χρησιμοποιούν μέσα και μεθόδους που μπορούν να προκαλέσουν ζημία, βλάβη, ενόχληση σε τρίτους ή να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Η χρήση σκύλων σε δημόσιους και γενικά προσιτούς στο κοινό χώρους, απαγορεύεται. Η χρήση αυτών επιτρέπεται μόνο στο εσωτερικό των φυλασσόμενων κτιρίων και ιδιοκτησιών ή σε περίκλειστους χώρους, η. να χρησιμοποιούν τεθωρακισμένο όχημα για την άσκηση της αναφερόμενης στην περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 δραστηριότητας, θ. να εφοδιάζουν το προσωπικό ασφαλείας με αλεξίσφαιρο γιλέκο όταν σε αυτό ανατίθεται η δραστηριότητα της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 1 και με αλεξίσφαιρο γιλέκο και προστατευτικό κράνος όταν στο προσωπικό αυτό ανατίθεται η δραστηριότητα της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, ι. να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας κάθε μεταβολή των αρχικών προϋποθέσεων χορήγησης της σχετικής άδειας, καθώς και κάθε μεταβολή στα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 2, ια. να υποβάλλουν έως την τελευταία ημέρα κάθε μήνα στις κατά τόπους αστυνομικές αρχές κατάσταση του προσωπικού που θα απασχολήσουν στην περιοχή δικαιοδοσίας τους κατά τον αμέσως επόμενο μήνα, για τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στις περ. α’, β’, γ’, δ’, ε’, στ’, ζ’ και ι’ της παρ. 1 του άρθρου 1, στην οποία εμφαίνονται ο αριθμός της άδειας εργασίας του προσωπικού, οι χώροι διάθεσής του καθώς και η χρήση ή μη της στολής που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου

2.

Σε περίπτωση ανάθεσης δραστηριότητας εντός του τρέχοντος μηνός, καθώς και σε περίπτωση οποιασδήποτε μεταβολής των υποβληθεισών καταστάσεων, η ενημέρωση πραγματοποιείται πριν από την ανάληψη της άσκησης της δραστηριότητας, ιβ. να μην παραδίδουν τα όπλα που κατέχουν σε τρίτα πρόσωπα ή σε προσωπικό ασφαλείας εφόσον συντρέχουν οι απαγορεύσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 5, ιγ. να γνωστοποιούν αμέσως στην οικεία αστυνομική αρχή κάθε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης όπλου από το προσωπικό τους, ιδ. να μην απασχολούν προσωπικό που δεν κατέχει την κατά περίπτωση απαιτούμενη άδεια εργασίας, ιε. να μην ασκούν δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 1 χωρίς την προβλεπόμενη άδεια.»

Άρθρο 160

Διοικητικές κυρώσεις - Αντικατάσταση παρ. 2 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 9 του ν. 2518/1997

1.

Η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2518/1997 (Α’ 164), περί των διοικητικών κυρώσεων, αντικαθίσταται ως εξής: διοικητικές κυρώσεις ως εξής: α. Στην επιχείρηση που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις περ. γ’, ι’, και ια’ της παρ. 1 του άρθρου 4, και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, επιβάλλεται, με απόφαση του προϊσταμένου της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, διοικητικό πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Αν εντός τριετίας βεβαιωθεί δεύτερη παράβαση, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από τριάντα χιλιάδες (30.000) έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, ενώ από την τρίτη παράβαση και για κάθε επόμενη παράβαση εντός της τριετίας επιβάλλεται πρόστιμο από σαράντα χιλιάδες (40.000) έως τριακόσιες πενήντα χιλιάδες (350.000) ευρώ. β. Στην επιχείρηση που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις λοιπές περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 4, καθώς και στα άρθρα 5, 6 και 7, και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, επιβάλλεται, με απόφαση του προϊσταμένου της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, διοικητικό πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Αν εντός τριετίας βεβαιωθεί δεύτερη παράβαση, επιβάλλεται, πέραν του διοικητικού προστίμου, και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας από είκοσι (20) ημέρες έως έξι (6) μήνες, ενώ στην περίπτωση βεβαίωσης τρίτης και τέταρτης παράβασης εντός της τριετίας επιβάλλεται, πέραν του διοικητικού προστίμου, και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας από έξι (6) έως δώδεκα (12) μήνες. Σε περίπτωση βεβαίωσης πέντε παραβάσεων εντός της τριετίας, επιβάλλεται, πέραν του διοικητικού προστίμου, και το διοικητικό μέτρο της οριστικής αφαίρεσης της άδειας. γ. Στην επιχείρηση που προσλαμβάνει ή αναθέτει τις δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 1 σε πρόσωπα τα οποία υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις ή τα σώματα ασφαλείας ή σε άλλους φορείς του Δημοσίου, που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προβλέπεται να οπλοφορούν, επιβάλλεται, με την πρώτη παράβαση των περ. α’ και β’ της παρούσας παραγράφου, πέραν του ως άνω διοικητικού προστίμου, και οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας.»

2.

Μετά από την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2518/1997 προστίθεται παρ. 7 ως εξής: «7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται το ύψος του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται για κάθε παράβαση, η διαδικασία και τα αρμόδια για την επιβολή και είσπραξή του όργανα, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2.»

3.

Η περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2518/1997 (Α’ 164), περί διοικητικών κυρώσεων, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του παρόντος, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς διαδικασίες επιβολής προστίμου ή αφαίρεσης αδειών λειτουργίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 161

Βαθμολογική προαγωγή ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας προτεραία του θανάτου - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 12 ν. 3387/2005

1.

Η παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3387/2005 (Α’ 224), περί της προτεραίας του θανάτου βαθμολογικής προαγωγής του ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, αντικαθίσταται ως εξής: «5.α. Οι θανόντες Αστυφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αρχιφύλακες και Ανθυπαστυνόμοι προάγονται στον επόμενο βαθμό από την προτεραία του θανάτου τους, ανεξαρτήτως των ετών υπηρεσίας, ύστερα από κρίση για το ευδόκιμο της υπηρεσίας τους, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης του άρθρου 47 του ν. 1481/1984 (Α’ 152). Για την προαγωγή εκδίδεται απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β. Οι θανόντες Ειδικοί Φρουροί και Συνοριακοί Φύλακες εντάσσονται στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων με τον βαθμό του Αστυφύλακα από την προτεραία του θανάτου τους, ανεξαρτήτως των ετών υπηρεσίας, ύστερα από κρίση για το ευδόκιμο της υπηρεσίας τους, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης του άρθρου 47 του ν. 1481/1984. Η ένταξη λόγω θανάτου γίνεται με διαπιστωτική πράξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. γ. Οι θανόντες Δόκιμοι Αστυφύλακες ονομάζονται Αστυφύλακες από την προτεραία του θανάτου τους, ανεξαρτήτως του χρόνου φοίτησης, ύστερα από κρίση για το ευδόκιμο της υπηρεσίας τους, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης του άρθρου 47 του ν. 1481/1984. Η ονομασία σε Αστυφύλακα λόγω θανάτου γίνεται με απόφαση του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. δ. Οι θανόντες Δόκιμοι Υπαστυνόμοι ονομάζονται Υπαστυνόμοι Β’ από την προτεραία του θανάτου τους, ανεξαρτήτως του χρόνου φοίτησης, ύστερα από κρίση για το ευδόκιμο της υπηρεσίας τους, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης του άρθρου 47 του ν. 1481/1984. Η ονομασία σε Υπαστυνόμο Β’ λόγω θανάτου γίνεται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. ε. Αν ο θάνατος του κατώτερου αστυνομικού προσωπικού, των Ειδικών Φρουρών, των Συνοριακών Φυλάκων, των Δοκίμων Αστυφυλάκων και των Δοκίμων Υπαστυνόμων συνέβη ένεκα της υπηρεσίας ή κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και ένεκα αυτής, γεγονός που προκύπτει ύστερα από Ένορκη Διοικητική Εξέταση της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 27 του π.δ. 120/2008 (Α’ 182) ή της διαδικασίας αναγνώρισης σύνταξης του παθόντος του β’, γ’ και δ’ του παρόντος, προάγεται, χωρίς προηγούμενη κρίση, στους επόμενους τρεις (3) βαθμούς της ιεραρχικής κλίμακας του Σώματος, από την προτεραία του θανάτου, με την πρόκληση των σχετικών διοικητικών πράξεων αναδρομικής αποκατάστασης.»

2.

Η ισχύς της παρ. 1 αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 3387/2005.

3.

Οι παρ. 1 και 2 δεν επηρεάζουν τις προαγωγές του θανόντος προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος με τους βαθμούς του Πυροσβέστη, του Αρχιπυροσβέστη και του Πυρονόμου, οι οποίες έγιναν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 162

Εφάπαξ οικονομικό βοήθημα γονέων υπαλλήλου ή στρατιωτικού σε περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία - Τροποποίηση παρ. 17 άρθρου 8 ν. 2592/1998 και άρθρου 25 Κώδικα διατάξεων φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια

1.

Στην παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α’ 57), περί του εφάπαξ οικονομικού βοηθήματος που παρέχεται στους γονείς υπαλλήλου ή στρατιωτικού σε περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, προστίθενται οι λέξεις «ή εν χηρεία ή διαζευγμένου», β) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο και η παρ. 17, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «17. Στους γονείς του άγαμου ή εν χηρεία ή διαζευγμένου χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο οποίος έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως τις 31 Δεκεμβρίου 1992, παρέχεται, εφόσον αυτός αποβιώσει στην υπηρεσία πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της, εφάπαξ οικονομικό βοήθημα εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, το οποίο καταβάλλεται με χρηματικό ένταλμα, από την υπηρεσία στην οποία υπηρετούσε ο θανών. Στην περίπτωση της διάζευξης, το βοήθημα παρέχεται στους γονείς εφόσον δεν γεννάται δικαίωμα σύνταξης για την ίδια αιτία στον/στην πρώην σύζυγο. Οι δικαιούχοι του βοηθήματος αυτού υποβάλλουν στην υπηρεσία του θανόντος αίτηση και πιστοποιητικό του οικείου Δήμου από το οποίο να προκύπτει η οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου ή στρατιωτικού που αποβιώνει στην υπηρεσία και η συγγενική του σχέση με τον αιτούντα ή τους αιτούντες. Εφόσον οι δικαιούχοι του βοηθήματος της παρούσας παραγράφου είναι δύο, η αίτηση γίνεται δεκτή μόνο εάν υποβάλλεται ταυτόχρονα και από τους δύο, το δε ποσό του βοηθήματος ανήκει σε αυτούς κατά ίσες μερίδες. Για τη χορήγηση του ανωτέρω βοηθήματος εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 23 και 51 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, Α’ 210), κατά περίπτωση. Η παρούσα παράγραφος καταλαμβάνει και πρόσωπα που έλκουν το ανωτέρω δικαίωμα από υπαλλήλους ή στρατιωτικούς που προσλήφθηκαν ή κατατάχθηκαν για πρώτη φορά από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά, εφόσον δεν είχαν ασφαλισθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης. Το εφάπαξ βοήθημα της παρούσας παραγράφου δεν υπόκειται σε καμία κράτηση και δεν αποτελεί εισόδημα. Το ανωτέρω βοήθημα δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 25 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια (ν. 2961/2001, Α’ 266), περί απαλλαγών από τον φόρο, προστίθεται περ. ι) ως εξής: «ι) Δωρεές κάθε είδους μέχρι του ποσού των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ συνολικά ανά δικαιούχο, που χορηγούνται, εφάπαξ ή περιοδικά, προς ενίσχυση συζύγου ή συμβιούντος με σύμφωνο συμβίωσης ή τέκνων και, σε περίπτωση μη έγγαμων ή συμβιούντων με σύμφωνο συμβίωσης, γονέων ή αδελφών μελών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που έχασαν την ζωή τους κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, οι οποίες πραγματοποιούνται εξ αυτού και μόνο του γεγονότος.»

3.

Η ισχύς της παρ. 1 αρχίζει από την 1η Δεκεμβρίου 2023.

Άρθρο 163

Διορισμός συγγενούς από εγκληματική ενέργεια πεσόντος εν υπηρεσία ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας

1.

Κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, δύναται να διορίζεται, σε θέση μονίμου εκπαιδευτικού προσωπικού, συγγενικό πρόσωπο εξ αίματος έως δεύτερου βαθμού, με συναφή προϋπηρεσία και αντίστοιχη ειδικότητα, πεσόντος από εγκληματική ενέργεια εν υπηρεσία ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, για κάλυψη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, τμημάτων ένταξης σε σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του τόπου κατοικίας του. Ο διορισμός διενεργείται με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Υπουργείων Εσωτερικών, Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Προστασίας του Πολίτη.

2.

Η ισχύς της παρ. 1 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2023.

Άρθρο 164

Αποζημίωση ένστολου προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας για τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις αναγκαστικών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών, στο πλαίσιο συμφωνίας επιχορήγησης (Grant Agreement) με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής - Τροποποίηση άρθρου 66 ν. 4873/2021 Στο άρθρο 66 του ν. 4873/2021 (Α’ 248), περί της συμμετοχής της Ελληνικής Αστυνομίας στο Μόνιμο Σώμα την παρ. 3, προστίθεται παρ. 3Α, β) στην παρ. 4, οι λέξεις «της παρ. 3» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των παρ. 3 και 3Α», γ) στην παρ. 5, προστίθενται οι λέξεις «, ενώ αυτές της παρ. 3Α δεν υπόκειται σε κρατήσεις» και το άρθρο 66 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 66 Συμμετοχή της Ελληνικής Αστυνομίας στο Μόνιμο Σώμα της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής

1.

Η Ελληνική Αστυνομία αποσπά στελέχη της στο Μόνιμο Σώμα της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, κατ’ εφαρμογή του ισχύοντος Κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή εντός των οριζόμενων προθεσμιών.

2.

Στα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας που αποσπώνται στο Μόνιμο Σώμα της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής μέσω μακροπρόθεσμων αποσπάσεων (κατηγορία 2) καταβάλλεται αποζημίωση απευθείας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής με το οριζόμενο από αυτόν ποσό. Τα εν λόγω στελέχη δεν δικαιούνται διαφορά επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, καθώς και καμία άλλη δαπάνη μετακίνησης που προβλέπεται στα εσωτερικά άρθρα 16, 20 και 21 της υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94).

3.

Στα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας που αποσπώνται στο Μόνιμο Σώμα της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής μέσω βραχυπρόθεσμων αποστολών και μέσω της εφεδρείας ταχείας αντίδρασης (κατηγορίες 3 και 4) δικαιολογούνται αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στον Κανονισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων μίσθωσης μεταφορικού μέσου. Οι αποζημιώσεις αυτές καταβάλλονται στα στελέχη από τον φορέα στον οποίο ανήκουν, εφόσον δεν δύναται να καταβληθούν απευθείας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής. 3Α. Στους αστυνομικούς, ειδικούς φρουρούς, συνοριακούς φύλακες και συνοριακούς φύλακες ορισμένου χρόνου που συμμετέχουν σε επιχειρήσεις αναγκαστικών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών, κατόπιν σχετικής συμφωνίας επιχορήγησης (Grant Agreement) με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής και στο πλαίσιο εφαρμογής αυτής, δικαιολογείται αποζημίωση, όπως αυτή ορίζεται από τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής και της συμφωνίας επιχορήγησης. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται στα στελέχη από τον φορέα στον οποίο ανήκουν, εφόσον δεν δύναται να καταβληθεί απευθείας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής. Στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εκκαθάριση της σχετικής δαπάνης καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 91 του ν. 4270/2014 (Α’ 143). Στην εν λόγω περίπτωση δεν δικαιολογούνται δαπάνες μετακίνησης εξωτερικού κατά τον ν. 4336/2015.

4.

Οι αποζημιώσεις και τα έξοδα των παρ. 3 και 3Α αναγνωρίζονται βάσει των υποβληθέντων παραστατικών και των ορίων που καθορίζονται στους κανόνες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής. Όταν θεσπίζεται μοναδιαίο κόστος από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, η εκάστοτε αποζημίωση ή έξοδο, εφόσον δικαιολογείται, αναγνωρίζεται στο ύψος του μοναδιαίου κόστους, ανεξαρτήτως του ποσού που δαπανήθηκε από τον μετακινούμενο. Το ποσό που καταβάλλεται στον μετακινούμενο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό που επιστρέφεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής ως έκτακτο έσοδο στον τακτικό προϋπολογισμό.

5.

Οι δαπάνες και αποζημιώσεις της παρ. 3 υπόκεινται σε κρατήσεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 4336/2015, ενώ αυτές της παρ. 3Α δεν υπόκεινται σε κρατήσεις.

6.

Η ισχύς των παρ.  3, 4 και 5 αρχίζει από την 27η.1.2021.»

Άρθρο 165

Άδεια χωρίς αποδοχές για εργασία σε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνή οργανισμό Αντικατάσταση άρθρου 48 ν. 4249/2014

1.

Το άρθρο 48 του ν. 4249/2014 (Α’ 73), περί της άδειας χωρίς αποδοχές για εργασία σε διεθνή οργανισμό, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 48 Άδεια χωρίς αποδοχές για εργασία σε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνή οργανισμό

1.

Στους αστυνομικούς, ειδικούς φρουρούς και συνοριακούς φύλακες που αποδέχονται θέση, υπό καθεστώς σύμβασης εργασίας σε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, δύναται να χορηγείται άδεια χωρίς αποδοχές, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.

2.

Για τη χορήγηση της άδειας λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, τα καθήκοντα και τα επιμέρους προσόντα της θέσης που καταλαμβάνει ο αιτών, σε συνάρτηση με την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και την εξυπηρέτηση του υπηρεσιακού συμφέροντος. Προς τούτο, συντάσσεται και διακινείται εισηγητικό σημείωμα από τη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Διοικητικών Διαδικασιών της Ελληνικής Αστυνομίας (π.δ. 103/2021, Α’ 255) και αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι απόψεις του προϊστάμενου της υπηρεσίας προέλευσης του αιτούντος, καθώς και των ιεραρχικά προϊστάμενων αυτής.

3.

Η άδεια της παρ. 1 δύναται να χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά, για εργασία στο ίδιο ή διαφορετικό θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, ωστόσο δεν δύναται να υπερβαίνει συνολικά τα πέντε (5) έτη. Ελληνική Αστυνομία, όπως ορίζεται για κάθε κατηγορία προσωπικού. Σε περίπτωση προηγούμενης απόσπασης του αιτούντος στο εξωτερικό, η άδεια χορηγείται, εφόσον έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τριπλάσιο της διάρκειας της τελευταίας απόσπασής του.

5.

Όταν ο αιτών καταλαμβάνει διευθυντική θέση σε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, μέσω της οποίας προωθείται το εθνικό συμφέρον και προβάλλεται η χώρα, δεν ισχύουν οι περιορισμοί της παρ. 4.

6.

Μετά την έγκριση της άδειας της παρ. 1 ο αστυνομικός, ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας μετατίθεται αυτοδικαίως, κατ’ εξαίρεση των π.δ. 100/2003 (Α’ 94), 211/2005 (Α’ 254) και 53/2022 (Α’ 132), στη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια της άδειας η ανωτέρω υπηρεσία συγκεντρώνει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης του αστυνομικού, ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα, σχετικά με τα ουσιαστικά προσόντα και τις τυχόν πειθαρχικές ποινές που του έχουν επιβληθεί, από την αρμόδια αρχή του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του διεθνούς οργανισμού.

7.

Ο αστυνομικός, ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας υπέχει πειθαρχική ευθύνη για τα παραπτώματα που διαπράττει κατά τη διάρκεια της άδειας της παρ. 1, εφόσον αυτά επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση ή αργίας με απόλυση ή ποινή της απόταξης και υποχρεούται να ενημερώνει άμεσα τη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας για πειθαρχικές ποινές που του επιβλήθηκαν από την αρμόδια αρχή του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του διεθνούς οργανισμού.

8.

Ο χρόνος της άδειας που διανύθηκε δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και δεν υπολογίζεται για τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού και τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.

9.

Η άδεια της παρ. 1 διακόπτεται σε περίπτωση καταγγελίας της σχετικής σύμβασης εργασίας με το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τον διεθνή οργανισμό και ο αστυνομικός, ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας υποχρεούται άμεσα να γνωστοποιήσει αυτήν στη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.»

2.

Ο αστυνομικός, ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας που έχει ήδη λάβει άδεια χωρίς αποδοχές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 του ν. 4249/2014, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του παρόντος, λαμβάνει τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις, εφόσον υπαχθεί μετά τη λήξη της άδειάς του στη διαδικασία του άρθρου 141 του ν. 4808/2021 (Α’ 101). Ο αστυνομικός, ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας που υπάγεται στη συνταξιοδοτική νομοθεσία του Δημοσίου, δύναται εναλλακτικά, προκειμένου να λάβει τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις, να καταβάλλει τις εισφορές, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 36 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, Α’ 210) και τις αντίστοιχες εισφορές στα μετοχικά και επικουρικά ταμεία, καθώς και στα ταμεία πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 166

Στοιχεία δελτίων ταυτότητας Εξουσιοδοτική διάταξη - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 4 ν.δ. 127/1969

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 127/1969 (Α’ 29), περί των εξουσιοδοτικών διατάξεων του νόμου αυτού, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται: α. Ο τύπος και οι προδιαγραφές του δελτίου ταυτότητας, β. η διάρκεια ισχύος του, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των δέκα (10) ετών, γ. τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται για την έκδοσή του, δ. θέματα που αφορούν στην αντικατάστασή του, ε. οι υπηρεσίες στις οποίες υποβάλλεται η αίτηση έκδοσης, ο τύπος της αίτησης, η προθεσμία και η διαδικασία υποβολής της, στ. τα στοιχεία του άρθρου 2, τα οποία αναγράφονται και με λατινικούς χαρακτήρες, ζ. η προσθήκη ή αφαίρεση στοιχείων του κατόχου, σε σχέση με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 2, και η. κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»

2.

Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.δ. 127/1969, περί διάρκειας ισχύος των δελτίων ταυτότητας, καταργείται.

Άρθρο 167

Μεταβολή των στοιχείων της ταυτότητας Αντικατάσταση άρθρου 6 ν.δ. 127/1969 Το άρθρο 6 του ν.δ. 127/1969 (Α’ 29), περί της μεταβολής των στοιχείων της ταυτότητας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Μεταβολή στοιχείων ταυτότητας

1.

Αν μεταβληθούν το όνομα ή το επώνυμο ή το όνομα πατέρα ή το όνομα μητέρας ή το φύλο ή η ημερομηνία γέννησης ή ο τόπος γέννησης ή η ιθαγένεια του κατόχου, το δελτίο ταυτότητας καθίσταται άκυρο από την οριστικοποίηση της σχετικής πράξης ή απόφασης.

2.

Ο κάτοχος του ακυρωθέντος δελτίου οφείλει αμελλητί από την έκδοση της πράξης της παρ. 1, να αιτηθεί στην αρμόδια υπηρεσία την έκδοση νέου δελτίου, παραδίδοντας το ακυρωθέν, καθώς και αντίγραφο της πράξης με την οποία επήλθε η μεταβολή. Σε περίπτωση απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας, ο κάτοχος υποχρεούται να παραδώσει αμελλητί το ακυρωθέν δελτίο στην πλησιέστερη αστυνομική ή προξενική αρχή του τόπου κατοικίας του.» Αντικατάσταση άρθρου 7 ν.δ. 127/1969 Το άρθρο 7 του ν.δ. 127/1969 (Α’ 29), περί των κατόχων ειδικών δελτίων ταυτότητας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 7 Υποχρέωση παράδοσης ειδικών δελτίων ταυτότητας Αν πρόσωπα που κατέχουν ειδικό δελτίο ταυτότητας, παύσουν να τελούν στην ενέργεια, υποχρεούνται να παραδώσουν το ειδικό δελτίο στην εκδούσα υπηρεσία, από την οποία εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση που περιέχει όλα τα στοιχεία προς έκδοση δελτίου ταυτότητας, προκειμένου στη συνέχεια να απευθυνθούν στην αρμόδια υπηρεσία έκδοσης για την υποβολή αίτησης χορήγησης νέου δελτίου ταυτότητας.»

ΜΕΡΟΣ Δ’

ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗΣ ΥΠΟΔΙΚΩΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΔΕΙΑ - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 169

Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι: α) η αποτελεσματική και καθολική εφαρμογή του θεσμού της ηλεκτρονικής επιτήρησης υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια, β) η βελτίωση των διαδικασιών και υποδομών των σωφρονιστικών καταστημάτων, γ) η εύρυθμη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής και των υπαγόμενων ή εποπτευόμενων από αυτήν υπηρεσιών, δ) η ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας, ε) η προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων και στ) η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων.

Άρθρο 170

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι: α) η αναμόρφωση του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια των Σωφρονιστικών Καταστημάτων, προκειμένου να περιλαμβάνει τις απαιτήσεις λειτουργίας, τις διαδικασίες ενεργοποίησης και εγκατάστασής του, σύμφωνα με τον Σωφρονιστικό Κώδικα (ν. 2776/1999, Α’ 291), καθώς και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των κρατουμένων σε αυτά, προβαίνοντας παράλληλα στις απαραίτητες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), β) η τροποποίηση του Σωφρονιστικού Κώδικα, με ρυθμίσεις που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής και του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία «ΕΠΑΝΟΔΟΣ», τις κτιριακές εγκαταστάσεις των σωφρονιστικών καταστημάτων, τον επαναπροσδιορισμό του ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων κρατουμένων, τις μεταγωγές, καθώς επίσης και τα πειθαρχικά παραπτώματά τους, γ) η ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής, με τροποποίηση των ν. 3090/2002 (Α’ 329), 2298/1995 (Α’ 62), 2721/1999 (Α’ 112), 4356/2015 (Α’ 181) και 4760/2020 (Α’ 247) και συγκεκριμένα ζητημάτων που αφορούν το Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου των Σωφρονιστικών Καταστημάτων, τα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων, την ενίσχυση της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης από τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας για τη διενέργεια μεταγωγών, τη διαδικασία επιλογής προσωπικού για την πλήρωση των θέσεων των κλάδων Δ.Ε. Φύλαξης και Δ.Ε. Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης των Σωφρονιστικών Καταστημάτων, την τακτοποίηση δαπανών της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής, το καθεστώς των αποσπάσεων των υπαλλήλων των Σωφρονιστικών Καταστημάτων και του Ιδρύματος Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου εντός των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής, των μετατάξεων και αποσπάσεων των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής εκτός του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, τα οχήματα της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης και το Πληροφοριακό Σύστημα Ψηφιακής Διακυβέρνησης της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής και δ) η θέσπιση εξουσιοδοτικών, μεταβατικών και καταργούμενων διατάξεων για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΥΠΟΔΙΚΩΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΔΕΙΑ

Άρθρο 171

Ορισμοί

1.

Ως «σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης» ορίζεται το σύνολο των ηλεκτρονικών και λοιπών τεχνικών μέσων και συσκευών, με τα οποία ανιχνεύεται και βεβαιώνεται η θέση ή η κίνηση του επιτηρούμενου σε πραγματικό χρόνο και τα δεδομένα αυτά ταυτοχρόνως αποστέλλονται και καταγράφονται σε ένα κέντρο ελέγχου. Η έννοια της επιτήρησης περιλαμβάνει την παρακολούθηση της παραμονής του επιτηρούμενου προσώπου στην κατοικία του και της κίνησής του εκτός αυτής.

2.

Ως «παραβίαση των όρων της ηλεκτρονικής επιτήρησης» ορίζεται:

  • α) η απουσία σήματος ή η καταστροφή ή αποσύνδεση

του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης που οφείλεται σε υπαιτιότητα του επιτηρούμενου,

  • β) η κίνηση του επιτηρούμενου εκτός του καθορισμένου γεωγραφικού χώρου,
  • γ) η απειλή ή χρήση βίας κατά του προσώπου που είναι

επιφορτισμένο με την τοποθέτηση, τον έλεγχο και την ορθή λειτουργία του συστήματος. κίνησης του οποίου πραγματοποιείται με τη χρήση συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης, κατόπιν διάταξης, βουλεύματος ή δικαστικής απόφασης του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

Άρθρο 172

Εφαρμογή του Συστήματος Ηλεκτρονικής Επιτήρησης

1.

Αρμόδια οργανική μονάδα για την εφαρμογή, τον συντονισμό, την εποπτεία και την εν γένει λειτουργία του θεσμού της ηλεκτρονικής επιτήρησης ορίζεται το Τμήμα Διαχείρισης Σωφρονιστικών Καταστημάτων και Θεμάτων Μεταγωγών της Διεύθυνσης Διαχείρισης Σωφρονιστικών Καταστημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Διαχείρισης Σωφρονιστικών Καταστημάτων και Διαχείρισης Κρίσεων, της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, η οποία υποστηρίζεται, όπου αυτό απαιτείται, από το Τμήμα Υποστήριξης και Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων και Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής.

2.

Το Τμήμα Διαχείρισης Σωφρονιστικών Καταστημάτων και Θεμάτων Μεταγωγών, πέραν των αρμοδιοτήτων της παρ. 1, έχει και την αρμοδιότητα της τήρησης Μητρώου Επιτηρουμένων.

3.

Η υλοποίηση, η λειτουργία και η συντήρηση του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης δύναται να ανατίθενται από τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής ως Υπεύθυνου Επεξεργασίας, σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 (Α’ 147), με την υποχρέωση τήρησης των διατάξεων του παρόντος, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της αρμόδιας οργανικής μονάδας της παρ. 1.

Άρθρο 173

Απαιτήσεις λειτουργίας συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης Για τη λειτουργία του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης απαιτείται:

  • α) κέντρο ελέγχου και επιτήρησης, το οποίο λειτουργεί

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)