Νόμοι — ΦΕΚ A' 56/2025

Type Νόμος
Publication 2025-04-14
Τελευταία ενημέρωση 2025-04-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 476
Reform history JSON API

και των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ έως ιβ’, ιδ’ και ιε’ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 (Α’ 107). Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορεί να ορίζονται ως χρηματοπιστωτικοί

4.

«Όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4308/2014 (Α’ 251).

5.

«Αρχή»: η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47.

6.

«Πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα.

7.

«Χρηματοπιστωτικός τομέας»: ο τομέας της οικονομίας που αποτελείται από τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

8.

«Εικονική τράπεζα»: το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός ή το ίδρυμα που ασκεί δραστηριότητες αντίστοιχες με εκείνες των πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοπιστωτικών οργανισμών το οποίο:

  • α) Έχει συσταθεί σε χώρα ή δικαιοδοσία, όπου δεν έχει

φυσική παρουσία και επομένως πραγματική έδρα και διοίκηση, και

  • β) δεν συνδέεται με χρηματοπιστωτικό όμιλο που

πληροί τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με τη ρύθμιση και εποπτεία αυτού ή τουλάχιστον ισοδύναμες απαιτήσεις.

9.

«Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα»: τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ή είχαν ανατεθεί σημαντικά δημόσια λειτουργήματα όπως τα εξής:

  • α) οι αρχηγοί κρατών, αρχηγοί κυβερνήσεων, υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί,
  • β) τα μέλη κοινοβουλίων ή αντίστοιχων νομοθετικών

σωμάτων,

  • γ) τα μέλη των διοικητικών οργάνων πολιτικών κομμάτων,
  • δ) τα μέλη ανώτατων δικαστηρίων, συνταγματικών

δικαστηρίων ή άλλων υψηλού επιπέδου δικαστικών οργάνων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων,

  • ε) τα μέλη ελεγκτικών δικαστηρίων,
  • στ) τα μέλη διοικητικών συμβουλίων κεντρικών τραπεζών,
  • ζ) οι πρέσβεις και επιτετραμμένοι διπλωμάτες,
  • η) οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ενόπλων δυνάμεων,
  • θ) τα μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών

οργάνων κρατικών επιχειρήσεων,

  • ι) οι διευθυντές, αναπληρωτές διευθυντές και μέλη

του διοικητικού συμβουλίου ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε διεθνείς οργανισμούς. Κανένα από τα ανωτέρω δημόσια λειτουργήματα δεν αφορά πρόσωπα που κατέχουν ενδιάμεσες ή χαμηλές θέσεις της υπαλληλικής ιεραρχίας.

10.

«Στενοί συγγενείς»: στους στενούς συγγενείς των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων περιλαμβάνονται:

  • α) Οι σύζυγοι ή πρόσωπα εξομοιούμενα με συζύγους,

σύμφωνα με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία, όπως εκείνα με τα οποία έχει συναφθεί σύμφωνο συμβίωσης, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο,

  • β) τα τέκνα και οι σύζυγοί τους ή πρόσωπα εξομοιούμενα με τους τελευταίους, σύμφωνα με την εκάστοτε

εθνική νομοθεσία,

  • γ) οι γονείς.
11.

«Στενοί συνεργάτες»: πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες των προσώπων που εμπίπτουν στην παρ. 9, στα οποία περιλαμβάνονται:

  • α) Φυσικά πρόσωπα για τα οποία είναι γνωστό ότι είναι

από κοινού πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος ή συνδέονται με οποιαδήποτε άλλη στενή επιχειρηματική σχέση με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο,

  • β) φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι οι μόνοι πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος που είναι γνωστό ότι έχει συσταθεί εν τοις πράγμασι

προς όφελος πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου.

12.

«Λογαριασμός πλάγιας πρόσβασης (payable  - through account)»: τραπεζικός λογαριασμός που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα (ίδρυμα ανταποκριτής) και ανοίγεται στο πλαίσιο σχέσης τραπεζικής ανταπόκρισης με σκοπό την εξυπηρέτηση των πελατών πιστωτικού ιδρύματος (ιδρύματος πελάτη) για την εκ μέρους τους διενέργεια χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

13.

«Σχέση ανταπόκρισης»:

  • α) Η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από μια τράπεζα

(«ανταποκριτής») σε άλλη τράπεζα («πελάτης»), συμπεριλαμβανομένων της παροχής τρεχούμενου ή άλλου λογαριασμού υποχρεώσεως και συναφών υπηρεσιών, όπως της διαχείρισης των ταμειακών διαθεσίμων, των διεθνών μεταφορών χρηματικών ποσών, του συμψηφισμού επιταγών, των λογαριασμών πλάγιας πρόσβασης και των υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος,

  • β) οι σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων

των περιπτώσεων στις οποίες παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες από ίδρυμα ανταποκριτή σε ίδρυμα πελάτη και συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών ή των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία ή μεταφορές κρυπτοστοιχείων.

14.

«Ύποπτη συναλλαγή ή δραστηριότητα»: η συναλλαγή ή δραστηριότητα από την οποία εκτιμάται ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ή υπόνοιες για πιθανή απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2 ή για εμπλοκή του συναλλασσόμενου ή του πραγματικού δικαιούχου σε εγκληματικές δραστηριότητες, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων της συναλλαγής, όπως η φύση της συναλλαγής, η κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου, η συχνότητα, η πολυπλοκότητα και το ύψος της συναλλαγής, καθώς και η χρήση ή μη μετρητών, και του προσώπου, όπως το επάγγελμα, η οικονομική επιφάνεια, η συναλλακτική ή επιχειρηματική συμπεριφορά, η φήμη, το παρελθόν, το επίπεδο διαφάνειας του νομικού προσώπου - πελάτη και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά.

15.

«Ασυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα»: η συναλλαγή ή δραστηριότητα που δεν συνάδει με τη συναλλακτική, επιχειρηματική ή επαγγελματική συμπεριφορά προσωπικής φύσεως.

16.

«Επιχειρηματική σχέση»: η επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση η οποία συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες των υπόχρεων προσώπων και η οποία αναμένεται, κατά το χρόνο σύναψής της, ότι θα έχει κάποια διάρκεια.

17.

«Πραγματικός δικαιούχος»: το ή τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία τελικά ανήκει ο πελάτης, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή τα οποία ελέγχουν αυτόν, καθώς και το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται ιδίως:

  • α) Όσον αφορά στις εταιρείες:
  • αα) Το ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία τελικά ανήκει η

εταιρεία ή τα οποία ελέγχουν αυτή διά της κατοχής ή του ελέγχου αμέσως ή εμμέσως ικανού ποσοστού των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων αυτής, μεταξύ άλλων και μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα. Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από φυσικό πρόσωπο αποτελεί ένδειξη άμεσου ελέγχου αυτής. Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από άλλη εταιρεία, ο έλεγχος της οποίας ασκείται από φυσικό ή φυσικά πρόσωπα ή από περισσότερες εταιρείες που ελέγχονται από το ίδιο ή τα ίδια φυσικά πρόσωπα, αποτελεί ένδειξη έμμεσου ελέγχου. Ο έλεγχος με άλλα μέσα μπορεί να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων, με βάση τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. Τα ανωτέρω δεν αφορούν στην περίπτωση εισηγμένης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή ισοδύναμα διεθνή πρότυπα που εξασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ή εταιρείας που διαπραγματεύεται σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης και υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης ισοδύναμες αυτών της ρυθμιζόμενης αγοράς.

  • αβ) Αν, και μόνο εφόσον εξαντληθούν όλα τα δυνατά

μέσα και ελλείψει βάσιμων υποψιών, δεν προσδιοριστεί κανένα πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την περ. αα’ ή αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το ότι το πρόσωπο που προσδιορίστηκε είναι ο πραγματικός δικαιούχος, το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτατου διοικητικού στελέχους διευθύνοντος την εταιρεία. Τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν αρχεία των δράσεων που έχουν αναλάβει για να προσδιοριστεί ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

  • β) Όσον αφορά στα εμπιστεύματα (trusts):
  • βα) ο ή οι εμπιστευματοπάροχοι, ββ) ο ή οι εμπιστευματοδόχοι, βγ) ο ή οι προστάτες, αν υπάρχουν, βδ) οι

δικαιούχοι ή, εφόσον οι δικαιούχοι της νομικής οντότητας ή του νομικού μορφώματος δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον των οποίων κυρίως έχει συσταθεί ή λειτουργεί η νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα, βε) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο στο οποίο τελικά ανήκει ή το οποίο ασκεί άμεσα ή έμμεσα με οποιοδήποτε μέσο τον έλεγχο του εμπιστεύματος.

  • γ) Όσον αφορά σε λοιπές νομικές οντότητες ή νομικά

μορφώματα παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, πραγματικοί δικαιούχοι είναι τα πρόσωπα που κατέχουν αντίστοιχη ή ανάλογη θέση με τα πρόσωπα της περ. β’.

  • δ) Όσον αφορά σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

πραγματικός δικαιούχος είναι το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους.

18.

«Ανώτερο διοικητικό στέλεχος»: το διευθυντικό στέλεχος ή ο υπάλληλος, ή το αιρετό ή διορισμένο μονομελές όργανο ή μέλος συλλογικού οργάνου διοίκησης με υψηλή ιεραρχική θέση, εφόσον γνωρίζει επαρκώς τον βαθμό έκθεσης του ιδρύματος ή του οργανισμού σε κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που την επηρεάζουν, χωρίς να είναι απαραίτητα μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

19.

«Υπηρεσίες τυχερών παιγνίων»: οι υπηρεσίες διοργάνωσης ή διεξαγωγής χρηματικού στοιχήματος σε τυχερά παίγνια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κάποιο στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχεία, παίγνια καζίνο, παίγνια πόκερ και πράξεις στοιχηματισμού, που προσφέρονται σε συγκεκριμένο χώρο ή με οποιοδήποτε μέσο εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα ή με κάθε άλλη τεχνολογία διευκόλυνσης της επικοινωνίας και ύστερα από ατομικό αίτημα του αποδέκτη των υπηρεσιών.

20.

«Ηλεκτρονικό χρήμα»: Το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α’ 218), με εξαίρεση τη νομισματική αξία, όπως αναφέρεται στις υποπερ. αα’ και ββ’ της περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου.

21.

«Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (Ε.Ε.Α.)»: η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

22.

«Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)»: Η αρμόδια εθνική Μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (EE) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλί 141). Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α’ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του παρόντος.

23.

«Εγκληματική δραστηριότητα»: η διάπραξη των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4.

24.

«Κρυπτοστοιχείο»: Το κρυπτοστοιχείο, όπως ορίζεται στην περ. 5) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), εκτός αν εμπίπτει στις κατηγορίες των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 2 του εν λόγω Κανονισμού ή χαρακτηρίζεται ως χρηματικό ποσό.

25.

«Πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων»: Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην περ. 15) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, εφόσον παρέχει μία ή περισσότερες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, με εξαίρεση την παροχή συμβουλών σχετικά με κρυπτοστοιχεία, όπως αναφέρεται στην υποπερ. η) της περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού.

26.

«Αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση»: Η αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση, όπως ορίζεται στην περ. 20) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849».

Άρθρο 117

Αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση παραγράφων 1 και 3 άρθρου 6 ν. 4557/2018

1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί αρμόδιων αρχών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) προστίθεται υποπερ. αιγ), β) στην περ. β): βα) η υποπερ. βη) αντικαθίσταται, ββ) η υποπερ. βθ) καταργείται, βγ) τα δύο τελευταία εδάφια της περ. β) διαγράφονται, και η παρ. 1 διαμορφώνεται «1. Αρμόδιες αρχές για την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος από τα υπόχρεα πρόσωπα ορίζονται οι εξής αρχές και φορείς:

  • α) Η Τράπεζα της Ελλάδος για:
  • αα) τα πιστωτικά ιδρύματα, αβ) τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, αγ)

τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, αδ) τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, αε) τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνεια και πιστώσεις, αστ) τις εταιρείες παροχής πιστώσεων, αζ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, αη) τα ιδρύματα πληρωμών, αθ) τις ταχυδρομικές εταιρείες, ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, αι) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, αια) τις επιχειρήσεις της περ. κ’ του στοιχείου 3 του άρθρου 3, αιβ) τα ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων, αιγ) τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που είναι πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) και των εφαρμοστικών μέτρων αυτού.

  • β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για: βα) τις εταιρείες

επενδύσεων χαρτοφυλακίου μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, ββ) τις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, βγ) τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους τους,

  • βδ) τις εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης, βε) τις

εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης, βστ) τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, βζ) τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, βη) τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού 2023/1114 και των εφαρμοστικών μέτρων αυτού, βθ) καταργείται.

  • γ) Το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας για τους ενεχυροδανειστές και τους αργυραμοιβούς.
  • δ) Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων

για τους ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και τις εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, που έχουν εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και για τους ιδιώτες ελεγκτές.

  • ε) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) για:
  • εα) τους εξωτερικούς λογιστές- φοροτεχνικούς, τα νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών-φοροτεχνικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που αναλαμβάνει

να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων συνδεδεμένων προσώπων, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα, εβ) τους μεσίτες ακινήτων, εγ) τους εμπόρους και εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας.

  • στ) Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων για:
  • στα) τις επιχειρήσεις καζίνο και τα καζίνο που λειτουργούν επί πλοίων στην Ελλάδα ή υπό ελληνική σημαία,
  • στβ) τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους άλλους

φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων, καθώς και τα πρακτορεία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες αυτές.

  • ζ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους.
  • η) Καταργήθηκε.
  • θ) Για τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών που έχουν την

έδρα τους στην αλλοδαπή, αρμόδια αρχή είναι η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπι οργανισμούς της αλλοδαπής».

2.

Στο πρώτο εδάφιο της περ. θ) της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, μετά από τις λέξεις «του παρόντος» προστίθενται οι λέξεις «και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150)» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Οι ανωτέρω αρχές ασκούν τις εξής εποπτικές αρμοδιότητες, με αποφάσεις που εκδίδονται, κατά περίπτωση, από τα αρμόδια όργανα διοίκησής τους:

  • α) Καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των επί

μέρους υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα για τα εποπτευόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων και στοιχείων που απαιτούνται για τη διενέργεια της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας των πελατών τους, κατά την εφαρμογή μέτρων συνήθους, απλουστευμένης ή αυξημένης δέουσας επιμέλειας. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται, αφού ληφθεί ιδίως υπόψη, η φύση, το μέγεθος και το νομικό πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των ανωτέρω προσώπων, ο βαθμός κινδύνου που ενέχουν αυτές οι δραστηριότητες και οι διενεργούμενες συναλλαγές, καθώς και η αντικειμενική αδυναμία εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων προσώπων. Ομοίως, μπορεί να καθορίζονται πρόσθετες ή αυστηρότερες υποχρεώσεις, εκτός όσων προβλέπονται στον παρόντα ή χαμηλότερα ποσοτικά όρια για να αντιμετωπίζονται αυξημένοι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

  • β) καθοδηγούν με κατάλληλες οδηγίες και εγκυκλίους

ή άλλες πρόσφορες μεθόδους τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, τον καθορισμό πρακτικών συμπεριφοράς έναντι των πελατών, την επιλογή των κατάλληλων πληροφοριακών συστημάτων και την υιοθέτηση εσωτερικών διαδικασιών και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου για τον εντοπισμό ύποπτων ή ασύνηθων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων, που ενδέχεται να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

  • γ) καταρτίζουν ή διανέμουν στα υπόχρεα πρόσωπα

ανακοινώσεις και πληροφορίες για υποθέσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν νέες μέθοδοι και πρακτικές για τη διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2 στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό (τυπολογίες), καθώς και εκθέσεις για κινδύνους που συνδέονται με συγκεκριμένους κλάδους ή δραστηριότητες. Προς τον σκοπό αυτόν συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, με την Αρχή και ενδεχομένως με αλλοδαπές αντίστοιχες Αρχές, καθώς και παρακολουθούν τις σχετικές εργασίες διεθνών φορέων,

  • δ) ενημερώνουν τα υπόχρεα πρόσωπα για πληροφορίες και ανακοινώσεις που αφορούν στη συμμόρφωση ή

μη χωρών προς την ενωσιακή νομοθεσία και τις Συστάσεις της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force, εφεξής FATF),

  • ε) διενεργούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους για

την επάρκεια και καταλληλότητα των εσωτερικών πολιτικών, των μέτρων και διαδικασιών που έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, περιλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων στα κεντρικά γραφεία και τις εγκαταστάσεις τους, καθώς και σε υποκαταστήματα και θυγατρικές που εδρεύουν ή λειτουργούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, σε συνεργασία, όταν κρίνεται απαραίτητο, με τις αρμόδιες Αρχές της ξένης χώρας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουν δεόντως τις εκτιμήσεις κινδύνου στις οποίες προβαίνουν τα υπόχρεα πρόσωπα κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 13, καθώς και την επάρκεια των εφαρμοζόμενων μέτρων δέουσας επιμέλειας και εσωτερικών διαδικασιών. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διενεργεί ελέγχους στα υπόχρεα πρόσωπα που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες στην Ελληνική Επικράτεια και έχει πλήρη πρόσβαση στις εγκαταστάσεις λειτουργίας τους, στους χώρους και στα συστήματα διεξαγωγής των παιγνίων, καθώς και στους χώρους φιλοξενίας των συστημάτων αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους,

  • στ) διασφαλίζουν με εποπτικές δράσεις ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα που λειτουργούν εγκαταστάσεις στην

Ελληνική Επικράτεια τηρούν τις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διασφαλίζει με εποπτικές δράσεις, ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν τις διατάξεις του παρόντος, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης των χώρων λειτουργίας τους, καθώς και των χώρων και συστημάτων διεξαγωγής των παιγνίων και των χώρων φιλοξενίας αυτών. Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις που λειτουργούν τα υπόχρεα αυτά πρόσωπα σε άλλες χώρες εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου

36.

Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο, η μητρική επιχείρηση του οποίου εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την εκάστοτε αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του το υπόχρεο πρόσωπο, καθώς και των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου. Στην περίπτωση των εγκαταστάσεων της παρ. 6 του άρθρου 36, η εποπτεία μπορεί να περιλαμβάνει τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων για την αντιμετώπιση σοβαρών ελλείψεων που απαιτούν άμεσες λύσεις. Τα εν λόγω μέτρα είναι προσωρινά και λήγουν όταν αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις που έχουν επισημανθεί με τη συνδρομή ή συνεργασία της εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής του υπόχρεου προσώπου,

  • ζ) απαιτούν από τα υπόχρεα πρόσωπα κάθε στοιχείο ή

δεδομένο που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των εποπτικών και ελεγκτικών τους καθηκόντων, δικαιούχοι υπόχρεων προσώπων, πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας, όπως αυτές ορίζονται κατά περίπτωση στην κείμενη νομοθεσία και διαθέτουν εχέγγυα εντιμότητας και ήθους,

  • θ) θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών που

αφορούν σε παραβάσεις από τα υπόχρεα πρόσωπα των διατάξεων του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150). Για τον σκοπό αυτό, παρέχουν έναν ή περισσότερους ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας για άτομα που επιθυμούν να προβούν σε τέτοιου είδους αναφορές ή καταγγελίες. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή των σχετικών καταγγελιών και την παρακολούθηση της έκβασής τους, μέτρα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των καταγγελλόντων, σαφείς κανόνες, ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των καταγγελιών, καθώς και κατάλληλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβάσεις που έχουν διαπραχθεί εντός του υπόχρεου προσώπου,

  • ι) επιβάλλουν μέτρα και διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον

παρόντα κατά των υπόχρεων προσώπων και των υπαλλήλων τους σύμφωνα με το άρθρο 46. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με τα μέτρα και τις διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβάλλει, συμπεριλαμβανομένης κάθε προσφυγής που έχει ασκηθεί και της έκβασής της».

Άρθρο 118

Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 13 ν. 4557/2018 Στην παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο: αα) μετά από τις λέξεις «Τράπεζας της Ελλάδος» προστίθενται οι λέξεις «ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας,», αβ) οι λέξεις «Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (L 141)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849» (L 150)»,

  • β) στο δεύτερο εδάφιο: βα) πριν από τη λέξη «ποσών»

προστίθεται η λέξη «χρηματικών»,: ββ) οι λέξεις «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1113», βγ) στην περ. β) πριν από τη λέξη «ποσών» προστίθεται η λέξη «χρηματικών», βδ) στην περ. γ) πριν από τη λέξη «ποσό» προστίθεται η λέξη «χρηματικό», και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας, μπορεί να εξειδικεύονται διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150), λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1113 δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές χρηματικών ποσών εντός της Ελλάδας σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που επιτρέπει πληρωμή αποκλειστικά για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, όταν πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  • α) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου

υπόκειται στον παρόντα,

  • β) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου

της πληρωμής είναι σε θέση να ανιχνεύει, μέσω του δικαιούχου, με αποκλειστικό αναγνωριστικό κωδικό συναλλαγής, τη μεταφορά χρηματικών ποσών από το πρόσωπο που έχει συνάψει συμφωνία με τον δικαιούχο της πληρωμής για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών και

  • γ) το χρηματικό ποσό που μεταφέρεται δεν υπερβαίνει

τα χίλια (1.000) ευρώ».

Άρθρο 119

Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 16 ν. 4557/2018 (άρθρο 18 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, οι λέξεις «άρθρα 16Α, 17 και 18» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 16Α, 17, 17Α, 17Β και 18» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 16Α, 17, 17Α, 17Β και

18.

Ομοίως, τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όταν συναλλάσσονται με πρόσωπα με εγκατάσταση σε τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς επίσης και σε άλλες περιπτώσεις επιχειρηματικών σχέσεων ή συναλλαγών υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την παρ. 4».

Άρθρο 120

των κινδύνων που αφορούν συναλλαγές με αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση Προσθήκη άρθρου 17Α στον ν. 4557/2018 (άρθρο 19α Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 που προστίθεται με παρ. 4 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στον ν. 4557/2018 (Α’ 139), προστίθεται άρθρο 17Α των κινδύνων που αφορούν συναλλαγές με αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εντοπίζουν και αξιολογούν τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέεται με μεταφορές κρυπτοστοιχείων που απευθύνονται προς ή προέρχονται από αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση. Για τον σκοπό αυτόν εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες, ελέγχους και μέτρα μετριασμού ανάλογα προς τους εντοπιζόμενους κινδύνους, τα οποία περιλαμβάνουν ένα (1) ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  • α) Μέτρα βάσει κινδύνου για τον εντοπισμό και την

επαλήθευση της ταυτότητας του εντολέα ή του δικαιούχου μεταφοράς που πραγματοποιείται προς ή από αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση ή του πραγματικού δικαιούχου του εν λόγω εντολέα ή δικαιούχου κρυπτοστοιχείων, μεταξύ άλλων μέσω στήριξης σε τρίτους,

  • β) απαίτηση επιπλέον στοιχείων σχετικά με την προέλευση και τον προορισμό των μεταφερόμενων κρυπτοστοιχείων,
  • γ) διεξαγωγή ενισχυμένης συνεχούς παρακολούθησης

των εν λόγω συναλλαγών,

  • δ) κάθε άλλο μέτρο για τον μετριασμό και τη διαχείριση

των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και του κινδύνου μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων και στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής».

Άρθρο 121

Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων Προσθήκη άρθρου 17Β στον ν. 4557/2018 (άρθρο 19β Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 που προστίθεται με παρ. 4 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στον ν. 4557/2018 (Α’ 139), προστίθεται άρθρο 17Β «Άρθρο 17Β Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων

1.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 17, περί διασυνοριακών σχέσεων ανταπόκρισης, όσον αφορά τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης που περιλαμβάνουν την εκτέλεση υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), περί ορισμών, εξαιρουμένης της υποπερ. η), με οντότητα πελάτη που δεν είναι εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παρέχει παρόμοιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κρυπτοστοιχείων, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, επιπλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 13 του παρόντος, όταν συνάπτουν επιχειρηματική σχέση με τέτοια οντότητα:

  • α) διαπιστώνουν αν η οντότητα πελάτης έχει λάβει

άδεια ή έχει εγγραφεί σε μητρώο,

  • β) συγκεντρώνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με

την οντότητα πελάτη για να κατανοήσουν πλήρως τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της και να εκτιμήσουν, από τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, τη φήμη της οντότητας και την ποιότητα της εποπτείας που ασκείται επ’ αυτής,

  • γ) αξιολογούν τους ελέγχους που διενεργεί η οντότητα - πελάτης κατά της νομιμοποίησης εσόδων από

εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

  • δ) λαμβάνουν έγκριση ανώτερου διοικητικού στελέχους πριν από τη σύναψη νέων σχέσεων ανταπόκρισης,
  • ε) προσδιορίζουν ρητά τις αρμοδιότητες κάθε μέρους

στο πλαίσιο της σύμβασης ανταπόκρισης,

  • στ) διασφαλίζουν επί λογαριασμών πλάγιας πρόσβασης κρυπτοστοιχείων ότι η οντότητα πελάτης έχει επαληθεύσει την ταυτότητα των πελατών που έχουν άμεση

πρόσβαση στους λογαριασμούς της ανταποκρίτριας οντότητας, ασκεί συνεχή δέουσα επιμέλεια ως προς αυτούς, και είναι σε θέση να παράσχει, κατόπιν αιτήματος, τα σχετικά δεδομένα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στην ανταποκρίτρια οντότητα. Αν οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αποφασίσουν να τερματίσουν τις σχέσεις ανταπόκρισης για λόγους που σχετίζονται με την πολιτική πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, τεκμηριώνουν και καταχωρίζουν στα αρχεία τους την απόφασή τους. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων επικαιροποιούν τα στοιχεία δέουσας επιμέλειας για τη σχέση ανταπόκρισης σε τακτική βάση ή όταν προκύπτουν νέοι κίνδυνοι σε σχέση με την οντότητα πελάτη.

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 προκειμένου να καθορίσουν, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, τα ενδεδειγμένα μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων που συνδέονται με την οντότητα πελάτη».

Άρθρο 122

Εσωτερικές διαδικασίες Τροποποίηση παρ. 3άρθρου 35 ν. 4557/2018 (παρ. 4 άρθρου 8 και παρ. 3 άρθρου 61 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849) Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί εσωτερικών διαδικασιών, μετά από τη λέξη «παραβάσεις» προστίθενται οι λέξεις «του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και «3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του παρόντος. Οι ανωτέρω πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες είναι ανάλογες προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος των υπόχρεων προσώπων και αφορούν:

  • α) Στην αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων, τα

μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, την υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, την τήρηση αρχείου, τον ορισμό υπευθύνου σε επίπεδο διοίκησης για τον έλεγχο της συμμόρφωσης και τον έλεγχο καταλληλότητας των εργαζομένων,

  • β) στη συγκρότηση και λειτουργία ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου για την εξακρίβωση της εφαρμογής των

εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών. Επιπρόσθετα, τα υπόχρεα πρόσωπα θεσπίζουν διαδικασίες που επιτρέπουν στους εργαζομένους τους να καταγγέλλουν παραβάσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150) εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου διαύλου, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος του εκάστοτε υπόχρεου προσώπου, όπως προβλέπεται ειδικότερα στην παρ. 2 του άρθρου 26».

Άρθρο 123

Εσωτερικές διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 36 ν. 4557/2018 (παρ. 9 άρθρου 45 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιείται με παρ. 6 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στην παρ. 6 του άρθρου 36 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί εσωτερικών διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου, προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα με μορφή διαφορετική από υποκατάστημα και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στην Ελλάδα με βάση τα κριτήρια του άρθρου 3 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1108, της 7ης Μαΐου 2018, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συμπλήρωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια για τον ορισμό κεντρικών σημείων επαφής από τους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και με τους κανόνες σχετικά με τα καθήκοντα των εν λόγω κεντρικών σημείων επαφής (L 203). Το κεντρικό αυτό σημείο επαφής είναι αρμόδιο να εξασφαλίζει για λογαριασμό τους τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος και να διευκολύνει την εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εγγράφων και πληροφοριών προς αυτήν ύστερα από σχετικό αίτημα. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα με μορφή διαφορετική από υποκατάστημα και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στην Ελλάδα, το οποίο είναι αρμόδιο να εξασφαλίζει για λογαριασμό τους τη συμμόρφωση στον παρόντα και να διευκολύνει την εποπτεία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εγγράφων και πληροφοριών προς αυτές ύστερα από σχετικό αίτημα». ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ - ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ’

Άρθρο 124

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ’

1.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2, με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να ρυθμίζονται ειδικά και τεχνικά θέματα ως προς τη λειτουργία των επιχειρήσεων της παρ. 2 του άρθρου 97, περί νομικής μορφής των επιχειρήσεων που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και διενεργούν δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, σε ζητήματα που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

2.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ρυθμίζονται ειδικά και τεχνικά θέματα ως προς τη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδρυμάτων πληρωμών που δραστηριοποιούνται κατά την παρ. 4 του άρθρου 97, περί νομικής μορφής των επιχειρήσεων που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και διενεργούν δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, σε ζητήματα που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών συγκροτείται η συντονιστική επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 99, η οποία αποτελείται από έναν (1) εκπρόσωπο της Τράπεζας της Ελλάδος, έναν (1) μέλη του πρώτου εδαφίου προτείνονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται ζητήματα λειτουργίας και λήψης αποφάσεων από τη συντονιστική επιτροπή του πρώτου εδαφίου.

4.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, δύναται να καθορίζονται στοιχεία που υποβάλλουν οι εποπτευόμενοι φορείς, ο χρόνος και τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα, για την εφαρμογή του άρθρου 104 του παρόντος, περί εξουσιών αρμόδιων αρχών, και του άρθρου 94 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

5.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, ορίζονται τα απαραίτητα κριτήρια για την αξιολόγηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των φυσικών προσώπων που παρέχουν συμβουλές ή πληροφορίες σχετικά με κρυπτοστοιχεία ή με υπηρεσία κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 81 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, περί παροχής συμβουλών σχετικά με κρυπτοστοιχεία και παροχής διαχείρισης χαρτοφυλακίου κρυπτοστοιχείων.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, δύναται να:

  • α) Ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με τη διαχείριση καταγγελιών πελατών και άλλων νομιμοποιούμενων προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 105, περί

διαχείρισης καταγγελιών,

  • β) ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με την

επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων του άρθρου 106, καθώς και την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και επιβολής κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 108, περί άσκησης των εποπτικών εξουσιών και των εξουσιών επιβολής κυρώσεων,

  • γ) καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με τη δημοσιοποίηση των αποφάσεών τους, με τις οποίες επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα

για παραβάσεις του Κεφαλαίου Β’ του παρόντος Μέρους και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, σύμφωνα με το άρθρο 110, περί δημοσιοποίησης αποφάσεων,

  • δ) καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την τήρηση των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που

εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, σύμφωνα με το άρθρο 115, περί υιοθέτησης αυτών από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,

  • ε) προβλέπεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του Κεφαλαίου Β’ του παρόντος Μέρους και του

Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

Άρθρο 125

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Γ’

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 24 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί ορισμών, και παραστατικών νομισμάτων, καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, όπως αυτοί ορίζονται στην περ. 25 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 116 του παρόντος, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 2024 στο μητρώο της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, περί αρμοδίων αρχών, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 117 του παρόντος, δικαιούνται να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες είναι εγγεγραμμένοι με βάση τον ν. 4557/2018, περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αυτός ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο, ως εξής:

  • α) Όσοι έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα, έως

την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή μέχρι την ημερομηνία χορήγησης άδειας ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), περί αξιολόγησης της αίτησης χορήγησης άδειας και χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη,

  • β) όσοι έχουν καταστατική έδρα σε άλλο κράτος μέλος,

εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος εφαρμόζει το μεταβατικό καθεστώς της παρ. 3 του άρθρου 143 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, περί μεταβατικών μέτρων,

  • βα) έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή
  • ββ) έως την ημερομηνία λήξης της περιόδου που προβλέπει το μεταβατικό καθεστώς του εν λόγω κράτους

μέλους, εφόσον αυτή είναι προγενέστερη της περιόδου της υποπερ. βα), ή

  • βγ) έως την ημερομηνία χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού 2023/1114 από την αρμόδια κατά τον εν λόγω

Κανονισμό εποπτική αρχή, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη της ημερομηνίας της υποπερ. βα).

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 24 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 και παραστατικών νομισμάτων και οι πάροχοι υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, όπως αυτοί ορίζονται στην περ. 25 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, αντίστοιχα, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 116 του παρόντος, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 2024 στο ειδικό μητρώο παρόχων που τηρεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή υπόχρεων προσώπων και υπάγονται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή μέχρι την ημερομηνία χορήγησης άδειας ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού 2023/1114 και του Κεφαλαίου Α’ του παρόντος Μέρους, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη.

3.

Το ειδικό μητρώο παρόχων διατηρείται σε ισχύ έως την 31η Δεκεμβρίου 2025.

Άρθρο 126

Καταργούμενες διατάξεις Μέρους Γ’ (παρ. 1 άρθρου 2, Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Οι περιπτώσεις ιβ) και ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί υπόχρεων προσώπων, καταργούνται.

ΜΕΡΟΣ Δ’

ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/2631 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 22ας ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΩΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΒΙΩΣΙΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΟΜΟΛΟΓΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Δ’

Άρθρο 127

Σκοπός Μέρους Δ’ Σκοπός του Μέρους Δ’ είναι η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L).

Άρθρο 128

Αντικείμενο Μέρους Δ’ Αντικείμενο του Μέρους Δ’ είναι:

  • α) Ο ορισμός των αρμόδιων αρχών για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού

Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L),

  • β) η ρύθμιση των εξουσιών εποπτείας και έρευνας,

καθώς και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτές διαθέτουν τις εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης για την άσκηση των καθηκόντων τους αναφορικά με τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631,

  • γ) η θέσπιση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων για τις περιπτώσεις παραβίασης των

διατάξεων του παρόντος Μέρους και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 και

  • δ) η παροχή δικαστικής προστασίας, μέσω της άσκησης ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΟΜΟΛΟΓΑ

Άρθρο 129

Αρμόδιες αρχές (άρθρο 44 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 44 του Κανονισμού Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L), για την εποπτεία:

  • α) των εκδοτών ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων

όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II και στα άρθρα 18 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 και

  • β) των εκδοτών που χρησιμοποιούν τα κοινά υποδείγματα που προβλέπονται στο άρθρο 21, όσον αφορά τη

συμμόρφωση με τα εν λόγω υποδείγματα.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδιες, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 44 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 4706/2020 (Α’ 136), για την εποπτεία της συμμόρφωσης των μεταβιβαζουσών οντοτήτων με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II και στα άρθρα 18 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.

Άρθρο 130

Εξουσίες αρμόδιων αρχών (άρθρο 45 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους, διαθέτουν, κατά λόγο αρμοδιότητας, τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας:

  • α) Να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν τα

δελτία πληροφοριών για τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα που αναφέρονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 ή να περιλαμβάνουν στα εν λόγω δελτία τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L),

  • β) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν αξιολογήσεις και εκτιμήσεις,
  • γ) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τον επιμερισμό των κερδών ή

να περιλαμβάνουν στις ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τον επιμερισμό των κερδών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • δ) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν

έκθεση αντικτύπου ή να περιλαμβάνουν στην έκθεση αντικτύπου τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα III του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • ε) να απαιτούν από τους εκδότες να κοινοποιούν σε

αυτές, τη δημοσίευση σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • στ) αν οι εκδότες χρησιμοποιούν τα κοινά υποδείγματα

που προβλέπονται στο άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, να απαιτούν από αυτούς να περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αναφέρονται στα υποδείγματα αυτά στις περιοδικές δημοσιοποιήσεις τους μετά από την έκδοση,

  • ζ) να απαιτούν από τους ελεγκτές και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του εκδότη να παρέχουν πληροφορίες

και έγγραφα,

  • η) να αναστέλλουν μια προσφορά ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά για μέγιστο διάστημα

δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών εφάπαξ, αν έχουν βάσιμες υποψίες μη συμμόρφωσης του εκδότη με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • θ) να απαγορεύουν την προσφορά ή την εισαγωγή ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων προς διαπραγμάτευση

σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι ο εκδότης εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • ι) να αναστέλλουν για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών τις διαφημίσεις ή να απαιτούν από τους εκδότες ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων

ή τους οικείους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές να αναστείλουν τις διαφημίσεις για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών εφάπαξ, αν έχουν βάσιμες υποψίες μη συμμόρφωσης του εκδότη με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • ια) να απαγορεύουν τις διαφημίσεις ή να απαιτούν

από τους εκδότες ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων ή τους οικείους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές να διακόψουν τις διαφημίσεις, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι ο εκδότης εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • ιβ) να δημοσιοποιούν το γεγονός ότι ένας εκδότης

ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων δεν συμμορφώνεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631 και να απαιτούν από τον εκδότη να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό του,

  • ιγ) να απαγορεύουν σε εκδότη να εκδίδει ευρωπαϊκά

πράσινα ομόλογα για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος αν ο εν λόγω εκδότης έχει διαπράξει επανειλημμένα σοβαρή παράβαση του κεφαλαίου 2 του τίτλου II ή των άρθρων 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • ιδ) έπειτα από χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών

μετά από την απαίτηση που αναφέρεται στην περ. ιβ), να δημοσιοποιούν το γεγονός ότι ο εκδότης ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων δεν συμμορφώνεται πλέον με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 όσον αφορά τη χρήση της ονομασίας «ευρωπαϊκό πράσινο ομόλογο» ή «EuGB» και να απαιτούν από τον εκδότη να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό του,

  • ιε) να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, επιθεωρήσεις

ή έρευνες σε τοποθεσίες άλλες εκτός των ιδιωτικών κατοικιών φυσικών προσώπων και, για τον σκοπό αυτό, να εισέρχονται σε εγκαταστάσεις για να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και λοιπά δεδομένα υπό οποιαδήποτε μορφή, αν υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι τα έγγραφα και τα λοιπά δεδομένα που αποτελούν το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να ζητούν από την αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίζει για την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος ασκούν τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στην παρ. 1 με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:

  • α) Άμεσα,
  • β) σε συνεργασία με άλλες αρχές,
  • γ) υπό την ευθύνη τους με μεταβίβαση εξουσιών σε

άλλες αρχές και

  • δ) κατόπιν αίτησης προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
Άρθρο 131

Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών (άρθρο 46 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται μεταξύ τους, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L), σύμφωνα με το άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού, ανταλλάσσοντας πληροφορίες χωρίς καθυστέρηση στους τομείς της έρευνας, της εποπτείας και της επιβολής του νόμου.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να αρνηθούν να ανταποκριθούν σε αίτημα πληροφόρησης ή συνεργασίας στο πλαίσιο έρευνας, μόνο κατ’ εξαίρεση, στις ακόλουθες περιστάσεις:

  • α) Αν η συμμόρφωση με το αίτημα ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις δικές τους δραστηριότητες έρευνας

ή επιβολής του νόμου ή μία ποινική έρευνα, ενώπιον των οικείων αρχών στην Ελλάδα,

  • γ) αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. β) έχουν

ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στην Ελλάδα.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να ζητήσουν τη συνδρομή της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους όσον αφορά επιτόπιους ελέγχους, επιθεωρήσεις ή έρευνες. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος λάβουν αίτημα από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, επιθεώρησης ή έρευνας μπορούν να προβούν σε μία από τις παρακάτω ενέργειες:

  • α) να διενεργήσουν οι ίδιες τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
  • β) να επιτρέψουν στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε

το αίτημα να συμμετάσχει στον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,

  • γ) να επιτρέψουν στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το

αίτημα να διενεργήσει η ίδια τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,

  • δ) να ορίσουν ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες για να διενεργήσουν τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
  • ε) να κατανείμουν συγκεκριμένα καθήκοντα σχετικά

με τις δραστηριότητες εποπτείας με τις άλλες αρμόδιες αρχές.

4.

Στην περίπτωση ομολόγου τιτλοποίησης, αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσουν ή έχουν λόγο να κάνουν δεκτό ότι δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της οντότητας, για την οποία υπάρχουν υπόνοιες μη συμμόρφωσης, σχετικά με τα πορίσματά τους, με επαρκώς λεπτομερή τρόπο, τηρουμένου του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος διαφωνούν με άλλη αρμόδια αρχή σχετικά με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο των μέτρων που έλαβε η τελευταία ή με το γεγονός ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο, κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση τη διαφωνία αυτή σε όλες τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να θέτουν υπόψη της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών ότι αίτημα πληροφόρησης ή συνεργασίας, απορρίφθηκε ή δεν δόθηκε σε αυτό η απαιτούμενη συνέχεια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Άρθρο 132

Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα (άρθρο 49 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας και έρευνας που προβλέπονται στο άρθρο 131 και στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, επιβάλλουν, κατά λόγο αρμοδιότητας, με απόφασή τους, για τις παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα, διοικητικές κυρώσεις και λαμβάνουν άλλα κατάλληλα διοικητικά μέτρα που είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα ισχύουν για:

  • α) Παράβαση από εκδότες του κεφαλαίου 2 του τίτλου ΙΙ ή των άρθρων 18, 19 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ)

2023/2631,

  • β) μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα, επιθεώρηση ή απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου

45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, δύνανται να επιβάλλουν, με απόφασή τους, διαζευκτικά ή σωρευτικά, τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα σε σχέση με τις παραβάσεις που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1:

  • α) δημόσια ανακοίνωση, η οποία αναφέρει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου

45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,

  • β) εντολή με την οποία απαιτείται από το υπεύθυνο

φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παύσει τη συμπεριφορά που αποτελεί την παράβαση και να παραλείψει αυτήν στο μέλλον,

  • γ) εντολή με την οποία απαγορεύεται στο υπεύθυνο

φυσικό ή νομικό πρόσωπο να εκδίδει ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος,

  • δ) ανώτατα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα που ανέρχονται στο διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, αν το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί,
  • ε) στην περίπτωση νομικού προσώπου, ανώτατα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους πέντε εκατομμυρίων

(5.000.000) ευρώ ή έως τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο,

  • στ) στο κάθε υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, ανώτατα διοικητικά πρόστιμα ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000)

ευρώ. Για τους σκοπούς της περ. ε) του πρώτου εδαφίου, αν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τον ν. 4308/2014 (Α’ 251) και την Οδηγία 2013/34/ ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων κατάργηση των Οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 182), ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.

3.

Οι αποφάσεις του παρόντος δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.

4.

Για τον καθορισμό των διοικητικών κυρώσεων και των διοικητικών μέτρων της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, λαμβάνουν υπόψη τις ειδικότερες περιστάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται ιδίως:

  • α) Η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός ευθύνης του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
  • γ) η χρηματοοικονομική ισχύς του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από

τον συνολικό κύκλο εργασιών του ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του,

  • δ) ο αντίκτυπος της παράβασης στα συμφέροντα των

επενδυτών λιανικής,

  • ε) η σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι

υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

  • στ) το επίπεδο συνεργασίας του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την αρμόδια αρχή,

με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο,

  • ζ) προηγούμενες παραβάσεις του προσώπου που είναι

υπεύθυνο για την παράβαση και

  • η) τα μέτρα που ελήφθησαν από το πρόσωπο που είναι

υπεύθυνο για την παράβαση για την αποτροπή επανάληψής της.

Άρθρο 133

Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 51 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)

1.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα, προσβάλλονται, κατά περίπτωση, με προσφυγή ουσίας ή αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α’ 178), περί ενδίκων βοηθημάτων.

2.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το π.δ. 18/1989 (Α’ 8).

Άρθρο 134

και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, για θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητές τους, μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις που εκδίδονται μεμονωμένα από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και από κοινού από τις παραπάνω Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μέσω της Μεικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ ΕΚ της Επιτροπής (L 331), 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331) και 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (L 331).

2.

Οι αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L) λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α’ 298) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 135

Εξουσιοδοτική διάταξη Μέρους Δ’ Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τα θέματα αρμοδιότητάς της, όσον αφορά την εφαρμογή του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L).

ΜΕΡΟΣ Ε’

ΡΥΘΜΙΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Ε’

Άρθρο 136

Σκοπός Μέρους Ε’ Σκοπός του Μέρους Ε’ είναι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και η περαιτέρω διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της χώρας μας.

Άρθρο 137

Αντικείμενο Μέρους Ε’ Αντικείμενο του Μέρους Ε’ είναι η πλήρης συμμόρφωση της χώρας μας με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εξαιρούμενες οντότητες, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, τις αποδοχές, τα μέτρα και τις εξουσίες εποπτείας και τα μέτρα διατήρησης κεφαλαίου (L 150). ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 138

Έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 22Α ν. 4261/2014 (παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 22Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί έγκρισης των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, οι λέξεις «στην παρ. 8» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην παρ. 7» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συμπίπτει χρονικώς με την αξιολόγηση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 23, η Τράπεζα της Ελλάδος για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου συντονίζεται καταλλήλως με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εφόσον είναι διαφορετική, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 7 του άρθρου 23 αναστέλλεται επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών συντονίζεται ως ανωτέρω με την αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (L 176)».

Άρθρο 139

Πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 96Α ν. 4261/2014 (παρ. 33 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην παρ. 4 του άρθρου 96Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α): αα) οι λέξεις «ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» διαγράφονται, αβ) μετά από τις λέξεις «της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96», προστίθενται οι λέξεις «, για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης,»,

  • αγ) προστίθεται νέο τελευταίο εδάφιο, β) στην περ. β)

οι λέξεις «ή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» διαγράφονται,

  • γ) στις περιπτώσεις γ) και δ) οι λέξεις «ή την Επιτροπή

Κεφαλαιαγοράς», όπου αναφέρονται, διαγράφονται, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4.α) Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96, για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, με ίδια κεφάλαια που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • αα) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) της πρόσθετης

απαίτησης ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαια της Κατηγορίας 1,

  • ββ) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της

Κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην υποπερ. αα) αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1. Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης με κεφάλαια της Κατηγορίας 1.

  • β) Κατά παρέκκλιση της περ. α) η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτήσει από το ίδρυμα να πληροί την

πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων με υψηλότερο ποσοστό κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών του ιδρύματος.

  • γ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που

αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:

  • ββ) της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας,
  • γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β, όταν η

κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.

  • δ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που

αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:

  • αα) της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται

στο στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

  • ββ) της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον

δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

  • γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β,

όταν η κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους υπερβολικής μόχλευσης».

Άρθρο 140

Περιορισμοί διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης Τροποποίηση περ. β) παρ. 2 άρθρου 131Β ν. 4261/2014 (παρ. 52 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην περ.  β) της παρ.  2 του άρθρου 131Β του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί περιορισμών διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, οι λέξεις «τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Ίδρυμα που δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό που αφορά τον δείκτη μόχλευσης («Μ-ΜΔΠ») σύμφωνα με την παρ. 4 και το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες προτού υπολογίσει το Μ-ΜΔΠ:

  • α) διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών

μετοχών της Κατηγορίας 1,

  • β) ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών

αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ή καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε, όσο το ίδρυμα δεν πληρούσε την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ή

  • γ) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1».

ΜΕΡΟΣ ΣΤ’

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ - ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΠΕΙΛΕΣ - ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΜΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΕ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ ΣΤ’

Άρθρο 141

Σκοπός Μέρους ΣΤ’ Σκοπός του Μέρους ΣΤ’ είναι ο προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στο πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στις ψηφιακές απειλές και ο προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές με τις απαιτήσεις διαφάνειας των περιβαλλοντικά βιώσιμων επενδύσεων, των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που προωθούν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, σε προσυμβατικές γνωστοποιήσεις και σε περιοδικές εκθέσεις.

Άρθρο 142

Αντικείμενο Μέρους ΣΤ’ Αντικείμενο του Μέρους ΣΤ’ είναι:

  • α) Η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174 του

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 όσον αφορά ορισμένες πτυχές της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (Σειρά L),

  • β) η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού

(ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333),

  • γ) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2556 του

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 για την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2015/2366 και (ΕΕ) 2016/2341 όσον αφορά την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα για τον χρηματοοικονομικό τομέα (L 333), και

  • δ) η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού

(ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (L 198). ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 143

Ορισμός οντότητας εκκαθάρισης Προσθήκη περ. 47δ στο εσωτερικό άρθρο 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί ορισμών, προστίθεται περ. 47δ) ως εξής: «47δ «οντότητα εκκαθάρισης»: νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή, για οντότητες που δεν ανήκουν σε όμιλο, το σχέδιο εξυγίανσης, προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή οντότητα, εντός ομίλου εξυγίανσης, η οποία δεν είναι οντότητα εξυγίανσης και σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν προβλέπει την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής,».

Άρθρο 144

Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις - Τροποποίηση παρ. 2 και προσθήκη παρ. 2α στο εσωτερικό άρθρο 45γ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 45γ του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α’ 87), περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο καταργούνται, β) προστίθεται παρ. 2Α, και οι παράγραφοι 2 και 2Α διαμορφώνονται «2. Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει, ότι η ενέργεια εξυγίανσης πρέπει να αναλαμβάνεται ή οι εξουσίες απομείωσης και μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 59, να ασκούνται σύμφωνα με το σχετικό σενάριο εξυγίανσης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 18, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 ισούται με ποσό ικανό να διασφαλίσει ότι:

  • α) οι ζημίες που αναμένεται να υποστεί η οντότητα

απορροφώνται πλήρως (απορρόφηση ζημιών),

  • β) η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που

είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, ανακεφαλαιοποιούνται στο αναγκαίο επίπεδο, ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας λειτουργίας και να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του v. 4261/2014, του v. 4514/2018 ή ισοδύναμης νομοθετικής πράξης για ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος (ανακεφαλαιοποίηση). 2Α. Η αρχή εξυγίανσης δεν καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, περί εφαρμογής και υπολογισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, για τις οντότητες εκκαθάρισης. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αξιολογεί αν δικαιολογείται να καθοριστεί η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 για οντότητα εκκαθάρισης σε μεμονωμένη βάση σε ύψος που υπερβαίνει το ποσό που επαρκεί για την απορρόφηση ζημιών, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη στην αξιολόγησή της κάθε πιθανό αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον κίνδυνο μετάδοσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μεταξύ άλλων όσον αφορά στη χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων. Αν η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, η οντότητα εκκαθάρισης πληροί την εν λόγω απαίτηση χρησιμοποιώντας ένα (1) ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  • αα) ίδια κεφάλαια,
  • αβ) υποχρεώσεις που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α, περί στοιχείων

επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176), με εξαίρεση τις περιπτώσεις β) και δ) της παρ. 2 του άρθρου 72β, περί μέσων επιλέξιμων δαπανών του εν λόγω Κανονισμού,

  • αγ) τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του

άρθρου 45β. Η παρ. 2 του άρθρου 77, περί προϋποθέσεων μείωσης των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, και το άρθρο 78α, περί άδειας για τη μείωση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 δεν εφαρμόζονται σε οντότητες εκκαθάρισης για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του παρόντος. Μέσα ιδίων κεφαλαίων και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδόθηκαν από θυγατρικά ιδρύματα που είναι οντότητες εκκαθάρισης, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, δεν αφαιρούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72ε, περί αφαιρέσεων από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Κατά παρέκκλιση από το έκτο εδάφιο, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β), γ) ή είναι θυγατρική οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας που θα ήταν οντότητα εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφαιρεί τα μέσα ιδίων κεφαλαίων που κατέχει σε θυγατρικά ιδρύματα που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και είναι οντότητες εκκαθάρισης, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, αν το συνολικό ποσό των εν λόγω μέσων ισούται ή υπερβαίνει το επτά τοις εκατό (7%) του συνολικού ποσού των ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων του ιδρύματος αυτού ή της οντότητας αυτής τα οποία συμμορφώνονται με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 45στ, περί εφαρμογής της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, υπολογιζόμενου ετησίως την 31η Δεκεμβρίου, με εξαγωγή του μέσου όρου των προηγούμενων δώδεκα (12) μηνών».

Άρθρο 145

Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης - Τροποποίηση παρ. 1 και προσθήκη παραγράφων 2Α και 2Β στο εσωτερικό άρθρο 45στ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 45στ του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α’ 87), περί εφαρμογής της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο, β) προστίθενται παράγραφοι 2Α και 2Β, και οι παράγραφοι 1 έως 2Β διαμορφώνονται ως εξής: «1. Τα ιδρύματα που είναι θυγατρικές μιας οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45γ σε ατομική βάση. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν σε οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, η οποία είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης αλλά δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης. Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45γ και 45δ σε ενοποιημένη βάση. Κατά παρέκκλιση του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να καθορίσει την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 45γ, περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, σε ενοποιημένη βάση για μια θυγατρική, όπως αναφέρεται στην παρούσα αν η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) η θυγατρική πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  • αα) η θυγατρική ανήκει άμεσα στην οντότητα εξυγίανσης και:
i)

η οντότητα εξυγίανσης είναι μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, ii) τόσο η θυγατρική όσο και η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, iii) η οντότητα εξυγίανσης δεν κατέχει άμεσα κάποιο θυγατρικό ίδρυμα ούτε κάποια θυγατρική οντότητα όπως αναφέρεται στις περιπτώσεις β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 περί αντικειμένου και πεδίου εφαρμογής, όταν η εν λόγω οντότητα υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου ή στην απαίτηση του άρθρου 45γ, εκτός από την οικεία θυγατρική, iv) η θυγατρική επηρεάζεται δυσανάλογα από τις αφαιρέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72ε, περί αφαιρέσεων από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176),

  • αβ) η θυγατρική υπόκειται στην απαίτηση του άρθρου

96Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων, μόνο σε ενοποιημένη βάση και ο καθορισμός της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 45γ του παρόντος σε ενοποιημένη βάση δεν θα οδηγούσε σε υπερεκτίμηση των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης, για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 45γ, του υποομίλου που αποτελείται από οντότητες εντός της συναφούς περιμέτρου ενοποίησης, ιδίως αν υπάρχει επικράτηση οντοτήτων εκκαθάρισης εντός της συγκεκριμένης περιμέτρου ενοποίησης,

  • β) η συμμόρφωση με την απαίτηση του άρθρου 45γ σε

ενοποιημένη βάση ως υποκατάστατο της συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή σε μεμονωμένη βάση δεν θίγει ουσιωδώς κάποιο από τα ακόλουθα:

  • βα) την αξιοπιστία και την εφικτότητα της στρατηγικής

εξυγίανσης του ομίλου,

  • ββ) την ικανότητα της θυγατρικής να συμμορφώνεται με την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της μετά από την

άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και

  • βγ) την επάρκεια του μηχανισμού εσωτερικής μεταφοράς ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της απομείωσης ή μετατροπής, σύμφωνα με το

άρθρο 59 περί απαίτησης για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της οικείας θυγατρικής ή άλλων οντοτήτων εντός του ομίλου εξυγίανσης. τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, και κεντρικός οργανισμός που δεν είναι ο ίδιος οντότητα εξυγίανσης, καθώς και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαίτηση δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 45ε, συμμορφώνονται με την παρ. 6 του άρθρου 45γ σε ατομική βάση. Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 μιας οντότητας που αναφέρεται στην παρούσα προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45η και 86, κατά περίπτωση, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 45γ.

2.

Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 για οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 ικανοποιείται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  • α) υποχρεώσεις που:
i)

εκδίδονται προς την οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν τις υποχρεώσεις από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν ή εκδίδονται προς υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτόν υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, ii) πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (L 176), με εξαίρεση τις περιπτώσεις β’, γ’, ια’, ιβ’ και ιγ’ της παρ. 2 του άρθρου 72β, και τις παραγράφους 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού, iii) στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατατάσσονται κάτω από τις υποχρεώσεις που δεν πληρούν την προϋπόθεση της υποπερ. i και δεν είναι επιλέξιμες για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, iv) υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62, με τρόπο που συνάδει με τη στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, ιδίως χωρίς να επηρεάζουν τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, v) η απόκτηση της κυριότητας αυτών δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν, vi) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν να αγοραστούν, εξοφληθούν, επαναγοραστούν ή αποπληρωθούν πρόωρα, αναλόγως, από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας, και η οντότητα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη, vii) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν, viii) το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, επί των υποχρεώσεων δεν τροποποιείται βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν ή της μητρικής της επιχείρησης,

  • β) ίδια κεφάλαια, ως εξής:
i)

κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και ii) άλλα ίδια κεφάλαια τα οποία: - εκδίδονται προς οντότητες που περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, ή - εκδίδονται προς οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης. 2Α. Αν μια οντότητα, όπως αναφέρεται στην παρ. 1, συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 σε ενοποιημένη βάση, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της εν λόγω οντότητας περιλαμβάνει τις ακόλουθες υποχρεώσεις που εκδίδονται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του παρόντος από θυγατρική εγκατεστημένη στην ΕΕ που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση της εν λόγω οντότητας:

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)