Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 57/2021

Type Κανονισμός
Publication 2021-04-12
Τελευταία ενημέρωση 1900-01-01
State In force
Source ΦΕΚ
articles 124
Reform history JSON API

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 327/2021 Περί τροποποιήσεως του υπ' αρ. 5/1978 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Α΄ 48) . Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπόψη:

1.

Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 590/ 1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 146),

2.

την ανάγκη εκσυγχρονισμού του υπαλληλικού καθεστώτος των εργαζομένων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,

3.

την υπ’ αρ. 4/3.2.2021 γνωμοδότηση του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α.Υ.Σ.Ε.),

4.

την υπ’ αρ. 4/2021 γνωμοδότηση του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,

5.

την από 2.3.2021 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ψηφίζει τον Κανονισμό υπ’ αρ. 327/2021 που έχει ως ακολούθως:

Άρθρο 1

Τα άρθρα 1-13 του υπ’ αριθ. 5/1978 (Α΄ 48) Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 1-7 που έχουν ως εξής: «Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής

1.

Σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι η καθιέρωση κανόνων διεπόντων την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου επί βάσεων ισότητας και δικαιοσύνης, η εξασφάλιση της ορθής επιλογής αυτών, η κατοχύρωση της κατά το συμφέρον των νομικών τούτων προσώπων σταδιοδρομίας τους και η επίτευξη της μεγίστης δυνατής αποδόσεώς τους στην εργασία τους.

2.

Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται πάντες οι επί σχέσει δημοσίου δικαίου μόνιμοι (τακτικοί), επί θητεία ή μετακλητοί και οι επί σχέσει εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και ορισμένου χρόνου υπάλληλοι όλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους ως κληρικών, μοναχών ή λαϊκών, καθώς και οι ιεροκήρυκες, πάσης κατηγορίας. Δεν υπάγονται οι πρεσβύτεροι (προϊστάμενοι ή μη,) ως και οι διάκονοι των Ιερών Ναών (ενοριακών ή μη), οι ιεροψάλτες, οι χορωδοί, οι γραφείς, το βοηθητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό (νεωκόροι, καθαρίστριες), που υπηρετούν στους κάθε είδους Ιερούς Ναούς.

3.

Επί πάσης αμφισβητουμένης ιδιότητας ή προϋπηρεσίας ως εκκλησιαστικού υπαλλήλου αποφαίνεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος του άρθρου 3 του παρόντος Κανονισμού.

4.

Οι αναφορές των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού σε «εκκλησιαστικό υπάλληλο», «υπάλληλο», «υπαλληλική σχέση» ή «θέση», «εργασιακή σχέση» περιλαμβάνουν όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 με κάθε έννομη σχέση (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εκτός εάν πραγματοποιείται ρητώς διάκριση ή εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας υπαλλήλων στις διατάξεις του. Στον παρόντα Κανονισμό ο όρος «διορισμός» αναφέρεται σε υπαλλήλους επί σχέσει δημοσίου δικαίου (μονίμους, μετακλητούς, επί θητεία) και ο όρος «πρόσληψη» αναφέρεται σε υπαλλήλους επί σχέσει Ιδιωτικού Δικαίου (Αορίστου ή Ορισμένου Χρόνου).

Άρθρο 2

Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο

1.

Το πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων είναι πενταμελές συλλογικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος αρμόδιο για όλα τα υπηρεσιακά και πειθαρχικά θέματα του προσωπικού που υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό. Στον παρόντα Κανονισμό το ανωτέρω Συμβούλιο όταν ασκεί υπηρεσιακές αρμοδιότητες καλείται «Υπηρεσιακό Συμβούλιο» και όταν ασκεί πειθαρχικές αρμοδιότητες καλείται «Πειθαρχικό Συμβούλιο». Το Συμβούλιο συνεδριάζει στα γραφεία της Ιεράς Συνόδου ή με τηλεδιάσκεψη, πλήρως ή μερικώς, και ευρίσκεται σε απαρτία, παρόντων τουλάχιστον τριών εκ των μελών του. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Στις γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις του Συμβουλίου καταχωρίζεται υποχρεωτικώς και η γνώμη της μειοψηφίας. με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στην αρχή κάθε Συνοδικής Περιόδου με αναπληρωτή του ένα επίσης Συνοδικό Αρχιερέα επόμενο κατά την τάξη, με θητεία ετήσια, όση είναι και η Συνοδική Περίοδος. β. Μέλη: τέσσερεις (4) εκκλησιαστικοί υπάλληλοι με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων δύο (2) είναι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι Ιερών Μητροπόλεων και δύο (2) υπάλληλοι της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Αποστολικής Διακονίας ή του Διορθοδόξου Κέντρου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β, που αναπληρώνονται από υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β με διετή θητεία και ορίζονται με πράξη της Δ.Ι.Σ στην αρχή της Συνοδικής Περιόδου, μετά τη λήξη της διετούς θητείας τους. γ. Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται από τη Δ.Ι.Σ. οποιοσδήποτε εκκλησιαστικός υπάλληλος με αναπληρωτή υπάλληλο οποιουδήποτε βαθμού.

3.

Η θητεία των μελών του Συμβουλίου δύναται να ανανεώνεται, ενώ παρατείνεται αυτοδικαίως μετά την ημερομηνία λήξεώς της, εάν έως τότε δεν έχει εκδοθεί απόφαση συγκροτήσεως του Συμβουλίου από την Δ.Ι.Σ και έως την συγκρότησή του.

4.

Το Συμβούλιο τηρεί διά του γραμματέα του πρακτικά για την συνεδρίασή του, που υπογράφονται από τον πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του και τον γραμματέα.

5.

Επιφυλασσομένων των διατάξεων πειθαρχικού δικαίου, κάθε ατομική πράξη που αφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση εκκλησιαστικού υπαλλήλου και εκδόθηκε μετά από γνωμοδότηση ή απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ως και κάθε εκτελεστή απόφαση Υπηρεσιακού Συμβουλίου με την οποία ρυθμίζεται απ’ ευθείας παρόμοιο ζήτημα, υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 3 εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοση ή άλλως την λήψη γνώσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή αποφάσεως, και επιτρέπει τον έλεγχο της πράξεως κατά τον νόμο και την ουσία. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται υποχρεωτικώς για το δικαίωμά του να ασκήσει την ανωτέρω ενδικοφανή προσφυγή, ειδάλλως το ένδικο βοήθημά του κατά της ανωτέρω προσβαλλομένης πράξεως ή αποφάσεως δεν είναι απαράδεκτο λόγω μη ασκήσεως της ενδικοφανούς προσφυγής.

Άρθρο 3

Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησίας της Ελλάδος

1.

Το Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α.Υ.Σ.Ε.) ασκεί αρμοδιότητες επί των θεμάτων των παρ. 2 και 4 του άρθρου 42 του ν. 590/1977 (Α’ 146). Αποτελεί επίσης το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος για τους υπαλλήλους που διέπονται από τον παρόντα Κανονισμό.

2.

Το Α.Υ.Σ.Ε. συγκροτείται, λειτουργεί και ασκεί τις αρμοδιότητές του, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 3/1977 (Α’ 273), όπως ισχύει, ενώ επιτρέπεται να συνεδριάζει πλήρως ή μερικώς και με τηλεδιάσκεψη.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσεως - Κατάταξη υπαλλήλων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Διορισμός - Πρόσληψη Τμήμα Α’

Άρθρο 4

Ουδείς διορίζεται ως μόνιμος, επί θητεία ή μετακλητός εκκλησιαστικός υπάλληλος ή προσλαμβάνεται ως εκκλησιαστικός υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου, εάν δεν κέκτηται τα κατωτέρω αναφερόμενα τυπικά προσόντα, τα οποία πρέπει να συντρέχουν τόσο κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων, όσο και κατά την ημέρα διορισμού ή προσλήψεώς του κατά περίπτωση.

Άρθρο 5

Προσόντα διορισμού - προσλήψεως

1.

Προϋποθέσεις διορισμού του μονίμου, επί θητεία ή μετακλητού εκκλησιαστικού υπαλλήλου είναι: α. Να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος. Να μην έχει επιδείξει λόγω ή έργω έλλειψη σεβασμού προς την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία του Χριστού. β. Να είναι Έλληνας πολίτης. Πολίτες κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή τρίτων χωρών δύνανται να διορισθούν κατόπιν σχετικής αδείας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και εφ’ όσον η σχετική θέση στην οποία διορίζεται ο αλλοδαπός πολίτης δεν συνεπάγεται άσκηση δημόσιας εξουσίας. γ. Να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του ως ελάχιστο όριο για τις κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ και το 22ο έτος ως ελάχιστο όριο για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ. Ειδικές εξαιρέσεις δύνανται να επιτραπούν κατόπιν πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εκδιδομένης μετά από γνώμη του Α.Υ.Σ.Ε. Ανώτατο όριο ηλικίας δύναται να ορίζεται με την σχετική προκήρυξη της διαδικασίας πληρώσεως της θέσεως. Για την απόδειξη του χρόνου γεννήσεως προσάγεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως. Ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται η 1η Ιανουαρίου του έτους γεννήσεως, καθ’ όσον αφορά στο κατώτατο όριο και η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους, καθ’ όσον αφορά στο ανώτατο όριο ηλικίας. Εάν υπάρχουν διαφορετικές εγγραφές για τον χρόνο γεννήσεως στα οικεία μητρώα, επικρατεί η πρώτη εγγραφή. Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ουδέποτε λαμβάνεται υπόψη. δ. Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές και όχι για λόγο που του στερεί σε διαρκή βάση την σωματική ή πνευματική ικανότητα ασκήσεως των καθηκόντων του εκκλησιαστικού υπαλλήλου. Δεν διορίζονται ούτε προσλαμβάνονται όσοι έχουν αναγνωρισθεί ως αντιρρησίες συνειδήσεως ακόμα και εάν έχουν εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία. Η μη εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων αποτελεί κώλυμα διορισμού, εφ’ όσον αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί κατά τον χρόνο διορισμού του υπαλλήλου. στ. Να έχει τη σωματική αρτιμέλεια και την υγεία που του επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσεως, στην οποία θα διορισθεί ή προσληφθεί, πιστοποιούμενη από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, όπου θα περιγράφονται τα καθήκοντα της θέσεως κατά τα ειδικότερα κατωτέρω οριζόμενα. ζ. Να μην έχει καταδικασθεί από Εκκλησιαστικό Δικαστήριο οποιασδήποτε ορθόδοξης Εκκλησίας σε οποιαδήποτε ποινή ή να μην έχει επιβληθεί από την Ιερά Σύνοδο οποιασδήποτε ορθόδοξης Εκκλησίας οποιοδήποτε επιτίμιο. η. Να μην έχει καταδικασθεί για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, απιστία, απιστία δικηγόρου, συκοφαντική δυσφήμιση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα περί την γενετήσια ζωή, προσβολές του δημοκρατικού πολιτεύματος ή της διεθνούς υποστάσεως της χώρας, εγκλήματα κατά πολιτειακών οργάνων, προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξεως, επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης, εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα. Να μην είναι υπόδικος που έχει παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για τα ως άνω πλημμελήματα, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί. Να μην έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα ή θέση λόγω καταδίκης ή απαγορευθεί η άσκηση επαγγέλματός του σχετικού με την θέση. θ. Να μην έχει απολυθεί από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέως ή της Γενικής Κυβερνήσεως ή από εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως ή λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου. Για την διαπίστωση του ως άνω κωλύματος διορισμού υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού. ι. Να έχει απασχοληθεί για ένα τουλάχιστον έτος σε οιανδήποτε θέση και με οποιαδήποτε έννομη σχέση σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Η απασχόληση βεβαιώνεται από το οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο και τον αντίστοιχο ασφαλιστικό οργανισμό. ια. Να έχει πιστοποιηθεί η επάρκεια γνώσεών του περί της δομής, της λειτουργίας και του χαρακτήρα των εκκλησιαστικών φορέων. Οι προς πιστοποίηση γνώσεις, ο φορέας πιστοποιήσεως, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα αξιολογήσεως ανά κλάδο, και κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια θα καθορισθεί ειδικότερα με Κανονισμό που εγκρίνεται από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και δημοσιεύεται διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και του επισήμου Δελτίου της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».

2.

Τα ανωτέρω προσόντα ισχύουν και για την πρόσληψη υπαλλήλου με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου ή ορισμένου χρόνου. Για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου επιτρέπεται η εξαίρεση από τα προσόντα των περιπτώσεων ι και ια, όταν κρίνονται από τον φορέα μη απαραίτητα για το αντικείμενο της εργασίας, και για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τεχνικές και βοηθητικές εργασίες επιτρέπεται η εξαίρεση και από τις περιπτώσεις α εδάφιο πρώτο, β, γ, δ της παραγράφου 1.

Άρθρο 6

Υγεία

1.

Υπάλληλοι διορίζονται ή προσλαμβάνονται όσοι έχουν την υγεία, που τους επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσεως. Η έλλειψη σωματικών δεξιοτήτων δεν εμποδίζει τον διορισμό ή πρόσληψη, εφ’ όσον ο υπάλληλος, με την κατάλληλη και δικαιολογημένη τεχνική υποστήριξη, μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσεως. Ειδικές διατάξεις για τον διορισμό ατόμων με αναπηρία δεν θίγονται.

2.

Η υγεία των υποψήφιων υπαλλήλων να ασκήσουν τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσεως, πιστοποιείται με γνωματεύσεις (α) παθολόγου ή γενικού ιατρού και (β) ψυχιάτρου, είτε του Δημοσίου, είτε ιδιωτών, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο της υπηρεσίας, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσεως, που πρόκειται να καταληφθεί.

3.

Ειδικά για τα άτομα με αναπηρία, που διορίζονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις, η υγεία και η φυσική καταλληλότητα πιστοποιούνται, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο της υπηρεσίας, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσεως, που πρόκειται να αναλάβει ο υπάλληλος.

4.

Υπάλληλος, που εμφανίζει κατά την κρίση της προϊσταμένης του αρχής αδυναμία εκτελέσεως καθηκόντων ή τηρήσεως των εντολών της υπηρεσίας ή συνεργασίας με το λοιπό προσωπικό της υπηρεσίας ή την προϊσταμένη του αρχή ή εμφανίζει απάδουσα σε εκκλησιαστικό υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας και η προϊσταμένη του αρχή πιθανολογεί ότι τα παραπάνω περιστατικά οφείλονται σε σωματική ή ψυχική νόσο, παραπέμπεται σε ιατρική εξέταση με έγγραφο της υπηρεσίας, αφού του χορηγηθεί υποχρεωτική αναρρωτική άδεια από την υπηρεσία για όσο διάστημα απαιτείται κατά την κρίση της.

5.

Σε όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που κατά νόμον υποχρεούνται να διαθέτουν ιατρό εργασίας, συγκροτούνται ιατρικοί φάκελοι υγείας για το προσωπικό τους με ευθύνη του ιατρού εργασίας. Η άρνηση προσελεύσεως στον ιατρό εργασίας από υπάλληλο αποτελεί λόγο οριστικής παύσεως, εάν είναι τακτικός ή μετακλητός ή επί θητεία υπάλληλος, ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, εάν είναι υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου.

Άρθρο 7

Προϋποθέσεις διορισμού και προσλήψεως

1.

Δεν επιτρέπεται ο διορισμός μονίμου ή η πρόσληψη εκκλησιαστικού υπαλλήλου με σύμβαση Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, εάν δεν υφίσταται αντίστοιχη

2.

Επιτρέπεται, προκειμένου να καλυφθούν για ορισμένο χρόνο ανάγκες εκπονήσεως ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών ή βοηθητικών εργασιών, που κατατείνουν στην εκπόνηση συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνικού έργου ή εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας που δεν έχει πάγιο και διαρκή χαρακτήρα, αλλά χρονικά περιορισμένη διάρκεια, ή για να καλυφθούν εποχικές και παροδικές ανάγκες ή απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, η πρόσληψη προσωπικού για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου εκτός οργανικών θέσεων.

3.

Η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη και ο αριθμός των ανανεώσεων των διαδοχικών συμβάσεων ή διαδοχικών σχέσεων εργασίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) μέσα στο παραπάνω διάστημα, ειδάλλως οι καθ’ υπέρβαση των ανωτέρω ορίων σωρευτικώς συμβάσεις είναι άκυρες. Διαδοχικές θεωρούνται, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ’ όσον μεταξύ τους μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών ή δεν καταρτίζονται μετά από επιλογή υποψηφίων δυνάμει διαδικασίας γραπτού διαγωνισμού ή μοριοδοτήσεως προσόντων. Σε περίπτωση εκπονήσεως ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών ή βοηθητικών εργασιών που κατατείνουν στην εκπόνηση συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνικού έργου ή εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, που δεν έχει πάγιο και διαρκή χαρακτήρα, αλλά χρονικά περιορισμένη διάρκεια, ο χρόνος της συμβάσεως ορισμένου χρόνου ορίζεται εξ αρχής ως ισόχρονος με τη διάρκεια εκπονήσεως του έργου ή της ανατιθέμενης υπηρεσίας και στις συμβάσεις του προσωπικού γίνεται σχετικώς ειδική αναφορά του έργου ή της πρόσκαιρης υπηρεσίας, την οποία θα εκτελέσουν. Μόνο σε περίπτωση μη ολοκληρώσεως του έργου ή της υπηρεσίας και εφ’ όσον δεν ευθύνεται το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου επιτρέπεται η παράταση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του προσωπικού, μετά από ειδική αιτιολογία του οργάνου που αποφασίζει την πρόσληψη.

4.

Απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου των παραπάνω παραγράφων ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου ή μισθώσεως έργου.»

Άρθρο 2

Τα άρθρα 19-29 του υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 19-26, τα οποία έχουν ως εξής: «Άρθρο 19 Πράξη Διορισμού

1.

Η πράξη διορισμού εκδίδεται από τον Πρόεδρο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για υπαλλήλους της Εκκλησίας της Ελλάδος, από τον επιχώριο Μητροπολίτη για υπαλλήλους Ιερών Μητροπόλεων ή τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σε κάθε άλλη περίπτωση. Περίληψη της πράξεως διορισμού δημοσιεύεται στο επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κοινοποιείται στον διοριζόμενο το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Η κοινοποίηση στον διοριζόμενο γίνεται με έγγραφο της οικείας αρχής, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη της πράξεως διορισμού και το οποίο επιδίδεται επί αποδείξει στην κατοικία του είτε στον ίδιο είτε σε πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν. Με το έγγραφο αυτό τάσσεται και εύλογη προθεσμία τριάντα (30) το πολύ ημερών για διαβεβαίωση του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν καθορίζεται τέτοια προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία τριάντα (30) ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί έως έξι (6) μήνες, μόνο μία φορά, για εξαιρετικούς λόγους.

3.

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί την τριακοστή ημέρα από την δημοσίευση και από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για τη διαβεβαίωση του διοριζομένου και την ανάληψη υπηρεσίας.

Άρθρο 20

Βαθμός εισαγωγής

1.

Ο διοριζόμενος ή προσλαμβανόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με τον εισαγωγικό βαθμό που προβλέπεται στον οικείο κλάδο.

2.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται ο διορισμός ή πρόσληψη, σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, προσώπων τα οποία έχουν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εφ’ όσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Άρθρο 21

Έναρξη υπαλληλικής σχέσεως

1.

Η υπαλληλική σχέση του υπαλλήλου μονίμου ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου καταρτίζεται με τον διορισμό και την αποδοχή του.

2.

Η αποδοχή δηλώνεται με τη διαβεβαίωση.

Άρθρο 22

Διαβεβαίωση - Ανάληψη υπηρεσίας

1.

Η διαβεβαίωση του μονίμου ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου υπαλλήλου δίνεται ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη διορισμού ή του οργάνου που ορίζεται στο έγγραφο της κοινοποιήσεως. Η διαβεβαίωση έχει ως εξής: «Διαβεβαιώ ότι θα φυλάττω αφοσίωσιν εις την κατ’ ανατολάς Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν και την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της τους νόμους της, και ότι θα διαχειρίζωμαι τιμίως και ευσυνειδήτως την ανατεθείσαν μοι υπηρεσίαν ως πιστόν της Εκκλησίας τέκνον και θα εκπληρώ ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου».

2.

Η διαβεβαίωση πιστοποιείται με πρωτόκολλο, που χρονολογείται και υπογράφεται από τον υπάλληλο και το όργανο ενώπιον του οποίου δόθηκε. Η ανάληψη καθηκόντων βεβαιώνεται με έκθεση, που υπογράφεται από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας και τον υπάλληλο. Η έκθεση φέρει αριθμό πρωτοκόλλου της χρονολογίας αναλήψεως καθηκόντων.

3.

Αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων αποτελεί η χρονολογία δημοσιεύσεως στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως, με την προϋπόθεση ότι η ανάληψη υπηρεσίας γίνεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως, άλλως η ημερομηνία αναλήψεως υπηρεσίας.

Άρθρο 23

Ανάκληση διορισμού

1.

Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικώς, εάν ο διοριζόμενος δεν αποδέχθηκε τον διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς ή δεν εκπλήρωσε άλλες νόμιμες πρόσθετες υποχρεώσεις πριν από την ανάληψη υπηρεσίας.

2.

Η πράξη διορισμού, που έγινε κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού, ανακαλείται εντός πενταετίας από τη δημοσίευσή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η πράξη διορισμού ανακαλείται, εάν αυτός που διορίσθηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του παρόντος Κανονισμού.

3.

Ο υπάλληλος, του οποίου η πράξη διορισμού ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες των εκκλησιαστικών υπαλλήλων για τον χρόνο κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντά του και οι πράξεις του είναι έγκυρες.

4.

Οι διατάξεις της παραγράφου 2 για την απαγόρευση ανακλήσεως της πράξης διορισμού μετά την πάροδο πενταετίας δεν εφαρμόζονται, όταν η πράξη διορισμού ακυρώνεται δικαστικώς.

Άρθρο 24

Αναδιορισμός

1.

Ο μόνιμος υπάλληλος, που απολύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, αναδιορίζεται με απόφαση του κατά το άρθρο 19 αρμοδίου για τον διορισμό οργάνου μέσα σε μία πενταετία από την απόλυση, εφ’ όσον: α) είχε τουλάχιστον τριετή ευδόκιμη υπηρεσία,

  • β) υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική

προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόλυση, γ) έχει όλα τα τυπικά προσόντα, εκτός από την ηλικία, που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσεως κατά τον χρόνο του αναδιορισμού.

2.

Ο μόνιμος υπάλληλος δεν αναδιορίζεται, εάν δεν έχει προηγηθεί γνωμοδότηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε η σωματική ή πνευματική του ικανότητα, σε βαθμό που του επιτρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του. Ο υπάλληλος παραπέμπεται στην επιτροπή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αναδιορισμού.

3.

Για τον αναδιορισμό εισηγείται προς το κατά το άρθρο 19 αρμόδιο για τον διορισμό όργανο το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, εκτιμώντας τα ουσιαστικά προσόντα του αιτούντος. Ο υπάλληλος αναδιορίζεται με τον βαθμό που έφερε κατά τον χρόνο της απολύσεώς του. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κατά τον χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, συνιστάται προσωποπαγής θέση με την απόφαση αναδιορισμού. Ο αναδιοριζόμενος σε προσωποπαγή θέση καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενούται στον οικείο κλάδο και βαθμό.

4.

Οι διατάξεις που αναφέρονται στον διορισμό ισχύουν και για τον αναδιορισμό.

Άρθρο 25

Διάρθρωση θέσεων σε κατηγορίες

1.

Οι θέσεις του προσωπικού, που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

  • α) Κατηγορία Ειδικών Θέσεων (με χαρακτηριστικά

στοιχεία ΕΘ).

  • β) Κατηγορία θέσεων Πανεπιστημιακής Εκπαιδεύσεως

(με χαρακτηριστικά στοιχεία ΠΕ), για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής πανεπιστημιακού τομέως της ανωτάτης εκπαιδεύσεως της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής.

  • γ) Κατηγορία θέσεων Τεχνολογικής Εκπαιδεύσεως

(με χαρακτηριστικά στοιχεία ΤΕ), για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής τεχνολογικού τομέως της ανωτάτης εκπαιδεύσεως της ημεδαπής ή ισότιμο πτυχίο ή δίπλωμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής.

  • δ) Κατηγορία θέσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως

(με χαρακτηριστικά στοιχεία ΔΕ), για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος ή πτυχίο σχολής δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως ή άλλου ισότιμου σχολείου.

  • ε) Κατηγορία θέσεων Υποχρεωτικής Εκπαιδεύσεως (με

χαρακτηριστικά στοιχεία ΥΕ), για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαιδεύσεως ή ισοδύναμης κατώτερης τεχνικής σχολής.

2.

Σε θέσεις της κατηγορίας ΔΕ επιτρέπεται ο διορισμός με τα προσόντα της κατηγορίας ΥΕ, εφ’ όσον υπάρχει και τριετής τουλάχιστον αντίστοιχη εμπειρία.

3.

Οι θέσεις της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ καλύπτονται επίσης από κατόχους πτυχίων ή τίτλων τριτοβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, που έχουν αποκτηθεί σε χώρες - μέλη της Ε.Ε., στους οποίους έχει χορηγηθεί είτε πράξη αναγνωρίσεως επαγγελματικής ισοτιμίας από το συμβούλιο ισοτιμιών του π.δ. 165/2000 είτε απόφαση αναγνωρίσεως επαγγελματικής εκπαιδεύσεως από την εκάστοτε αρμοδία αρχή. Οι κάτοχοι των παραπάνω τίτλων κατατάσσονται σε κατηγορία εκπαιδεύσεως, όπως αυτή προσδιορίζεται κάθε φορά από την σχετική πράξη αναγνωρίσεως επαγγελματικής ισοτιμίας ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.

5.

Η κατάταξη των θέσεων κάθε κατηγορίας σε κλάδους, οι ειδικότητες των κλάδων, η κατανομή των θέσεων κάθε κλάδου ανά ειδικότητα και τα τυπικά προσόντα διορισμού ή προσλήψεως σε θέσεις κάθε κλάδου ή ειδικότητας καθορίζονται με τους οικείους οργανισμούς ή με την προκήρυξη πληρώσεως αυτών που μπορεί να καθορίζουν πρόσθετα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού σε θέσεις κάθε κλάδου, καθώς και τίτλους σπουδών ή άλλα έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή τους. Εάν οι οργανισμοί δεν προβλέπουν κατανομή των θέσεων ανά ειδικότητα ο αριθμός των υπαλλήλων που διορίζονται από κάθε ειδικότητα καθορίζεται με την προκήρυξη για την πλήρωση των θέσεων του οικείου κλάδου.

Άρθρο 26

Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων

1.

Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ κατατάσσονται σε πέντε βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως ακολούθως: Βαθμός Α’, Βαθμός Β’, Βαθμός Γ’, Βαθμός Δ’, Βαθμός Ε’, Βαθμός ΣΤ’.

2.

Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ’, Γ’, Β’ και Α’, από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ’ και ανώτερος ο Α’. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς ΣΤ’, Ε’, Δ’, Γ’ και Β’, από τους οποίους κατώτερος είναι ο ΣΤ’ και ανώτερος ο Β’. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ’ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός ΣΤ’. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους να απασχοληθούν, εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β’. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ’, στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη.

3.

Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικώς ενιαίες. Μεταξύ εκκλησιαστικών υπαλλήλων του ίδιου βαθμού υπάρχει αρχαιότητα. Οι προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων, ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου, οι Πρωτοσύγκελλοι και οι Γενικοί Αρχιερατικοί Επίτροποι των Ιερών Μητροπόλεων είναι ανώτατοι υπάλληλοι.

4.

Για υπαλλήλους, οι οποίοι μετά τον διορισμό τους αποκτούν διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών αναγνωρισμένο, συναφή προς τα συγκεκριμένα καθήκοντα της θέσεώς τους με βάση την περιγραφή της κατά τον οργανισμό της υπηρεσίας ή την προκήρυξη διορισμού ή προσλήψεως, ο χρόνος που απαιτείται για την βαθμολογική τους εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) και δύο (2) έτη αντιστοίχως. Ως μεταπτυχιακό και ως διδακτορικό δίπλωμα νοούνται εκείνα που χορηγούνται με αντίστοιχο ιδιαίτερο τίτλο μετά την λήψη του πτυχίου ή διπλώματος Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. Για τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά διπλώματα εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού απαιτείται βεβαίωση ισοτιμίας και αντιστοιχίας από την αρμοδία αρχή. Για την συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως της συνάφειας αποφαίνεται το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

5.

Οι υπάλληλοι που έχουν πριν από τον διορισμό ή την πρόσληψή τους αποδεδειγμένη προϋπηρεσία σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε εκκλησιαστικό σχολείο ή σε φορέα της Γενικής Κυβερνήσεως ή του Δημοσίου Τομέως των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Ε.Ε.) ή σε όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία έχει διανυθεί με τα ίδια ή αντίστοιχα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκουν κατά τον χρόνο της ένταξης, δύνανται να την αναγνωρίσουν για τη βαθμολογική και μισθολογική τους ένταξη, μετά την μονιμοποίησή τους ή την συνέχιση της απασχολήσεώς τους, μέχρι επτά (7) έτη κατ’ ανώτατο όριο, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Ως πραγματική εκκλησιαστική υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε εκκλησιαστικό σχολείο, στο Δημόσιο, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε Ο.Τ.Α., με σύμβαση ή σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική υπηρεσία για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.»

Άρθρο 3

Τα άρθρα 30-61 και 64 του Κανονισμού υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 30-61, τα οποία έχουν ως εξής: «ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Καθήκοντα - Υποχρεώσεις εκκλησιαστικού υπαλλήλου

Άρθρο 30

Εκκλησιαστικό ήθος

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να είναι εκτελεστής του σκοπού και της θελήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου στο οποίο απασχολείται, συμμετέχει στην οικουμενική αποστολή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και επιδεικνύει αφοσίωση στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία, ακρίβεια, αίσθημα ευθύνης και πνεύμα πλήρους συνεργασίας. Μαζί με τους λοιπούς εκκλησιαστικούς υπαλλήλους των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και υπηρεσιών, αποτελεί μια εργασιακή κοινότητα που οφείλει να διακρίνεται για την πνευματικότητα και την αυτονομία της σε ένα εκκλησιαστικό περιβάλλον.

2.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να διάγει εντός της υπηρεσίας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται παράδειγμα ηθικής, σεβασμού και εκτιμήσεως. Ομοίως οφείλει να φέρεται και εκτός αυτής, σε βαθμό ανάλογο με την υπηρεσιακή θέση και τη φύση της αρμοδιότητάς του στην εκκλησιαστική υπηρεσία.

3.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται ευπρεπώς, ισοτίμως και αξιοπρεπώς προς πάντες κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων. λαϊκός να είναι ενδεδυμένος αξιοπρεπώς. Ο οφειλόμενος βαθμός αξιοπρεπούς εμφανίσεως είναι ισότιμος ανεξαρτήτως φύλου και υπαλληλικής θέσεως.

Άρθρο 31

Περιουσιακή και οικογενειακή κατάσταση

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει εντός τριάντα (30) ημερών από την τοποθέτησή του στην υπηρεσία να δηλώσει εγγράφως στην αρμόδια γενική διεύθυνση ή προϊσταμένη αρχή την οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση. Τα δεδομένα αυτά πρέπει να επικαιροποιούνται σε περίπτωση μεταβολής τους και διαφυλάσσονται ως προσωπικά δεδομένα. Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει χωρίς καθυστέρηση κάθε αλλαγή στην οικογενειακή του κατάσταση, κάθε αλλαγή διευθύνσεως κατοικίας του, καθώς και κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπαλληλική ή εργασιακή του σχέση με την υπηρεσία, ή που θα μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για οποιοδήποτε δικαίωμα απέναντι στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Οι συνέπειες τέτοιων γεγονότων αρχίζουν μόνο με την ανωτέρω αναγγελία που αποδεικνύεται με έγγραφη απόδειξη της υπηρεσίας.

2.

Εάν ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, από τον τρόπο διαβιώσεώς του ή λόγω απροσδοκήτου και δυσαναλόγου κτήσεως κινητών ή ακινήτων σε σχέση με τις αποδοχές και την εν γένει περιουσιακή κατάστασή του, εγείρει υπόνοιες περί της προελεύσεως των χρηματικών αυτού πόρων, ή κατόπιν σχετικής καταγγελίας, η προϊσταμένη αρχή οφείλει να επιληφθεί της έρευνας προς εξακρίβωση της πηγής των περιουσιακών τούτων στοιχείων και ο υπάλληλος οφείλει να αποδείξει την νόμιμη προέλευσή τους.

3.

Σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απέκτησε τους πόρους τούτους υπό συνθήκες συνιστώσες πειθαρχικό αδίκημα, ο αρμόδιος προϊστάμενος ενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή εκκλησιαστική διοικητική εξέταση και, εφ’ όσον διαπιστώσει ότι υπάρχουν πράγματι αποχρώσες ενδείξεις, ενεργεί τα δέοντα για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου.

Άρθρο 32

Υπακοή - Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.

2.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να εκτελεί την εργασία του σύμφωνα με τις εντολές και τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Όταν όμως εκτελεί εντολή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει πριν την εκτελέσει να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η εντολή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.

3.

Στην περίπτωση κατά την οποία η εντολή είναι προδήλως παράνομη ή αντισυνταγματική, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει εγγράφως άνευ αναβολής. Όταν σε εντολή, η οποία προδήλως αντίκειται σε σαφείς και ρητές διατάξεις του Συντάγματος, νόμους, ή κανονισμούς, διατυπώνονται επείγοντες λόγοι γενικότερου συμφέροντος ή όταν, κατόπιν αρνήσεως υπακοής στην πρώτη εντολή, αντικείμενη ως άνω προδήλως σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη γραπτή εντολή εκθέτουσα επείγοντες λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει την εντολή, υποβάλλων έγγραφη αναφορά στην προϊσταμένη του αρχή, όπου συντρέχει περίπτωση. Εάν εκείνος που διέταξε είναι η Διοικούσα Επιτροπή της Ε.Κ.Υ.Ο. ή της Ε.Μ.Υ.Ε.Ε. ή ο αρμόδιος προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Μητροπολίτης ή Μητροπολιτικό Συμβούλιο ή ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, η αναφορά υποβάλλεται στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ εάν διέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως του Διορθοδόξου Κέντρου ή της Αποστολικής Διακονίας, η αναφορά υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου νομικού προσώπου.

4.

Αν ο εκκλησιαστικός υπάλληλος έχει αντίθετη γνώμη για εντελλόμενη ενέργεια, για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή του, οφείλει να το διατυπώσει εγγράφως για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Εάν κληθείς παραλείπει την προσυπογραφή χωρίς να αναφέρει τον λόγο, θεωρείται ότι προσυπέγραψε.

5.

Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων οφείλουν να προσυπογράφουν τα έγγραφα που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους. Αν διαφωνούν οφείλουν να διατυπώσουν εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις τους. Αν παραλείψουν να προσυπογράψουν το έγγραφο, θεωρείται ότι το προσυπέγραψαν.

Άρθρο 33

Εχεμύθεια

1.

Κάθε εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να τηρεί αυστηρά εχεμύθεια επί των γεγονότων ή πληροφοριών ή του περιεχομένου παντός είδους εγγράφων, των οποίων λαμβάνει γνώση ένεκα της εκτελέσεως των καθηκόντων του. Δεν μπορεί να αποκαλύπτει σε όποιον τρίτο δεν έχει δικαίωμα ή να χρησιμοποιεί πληροφορίες σχετικές με αποφάσεις, πράξεις, μεθόδους, πρακτικές, οικονομικά στοιχεία, συναλλαγές, μελλοντικές προθέσεις και πάσης φύσεως ειδήσεις της υπηρεσίας, για τα οποία λαμβάνει γνώση από την άσκηση της αρμοδιότητάς του ή επ’ ευκαιρία αυτής. Με ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να τηρείται το υπηρεσιακό απόρρητο επί των ανωτέρω στοιχείων είτε κατά την διάρκεια είτε μετά την λήξη της απασχολήσεως του εργαζομένου στην εκκλησιαστική υπηρεσία.

2.

Κατ’ εξαίρεση και μόνο με προηγούμενη άδεια της ιεραρχικώς αμέσως ανώτερης αρχής, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος μπορεί να προβαίνει σε ατομικές δηλώσεις ή συνεντεύξεις στον Τύπο σχετικά με άτομα, δραστηριότητες ή ενέργειες των εκκλησιαστικών υπηρεσιών, μετά του οφειλομένου σεβασμού και αντικειμενικότητας. Οι επίσημες δηλώσεις του οικείου νομικού προσώπου στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο κυκλοφορούν μόνον

3.

Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη διδόμενη υπό εκκλησιαστικού υπαλλήλου επί θεμάτων της προηγουμένης παραγράφου επιτρέπεται μόνον ενώπιον δικαστικής αρχής ή πειθαρχικού οργάνου, άλλως κατόπιν αδείας του αρμοδίου προϊσταμένου. Σε περίπτωση αμφιβολίας του υπαλλήλου, υφίσταται τεκμήριο υπέρ του απορρήτου.

4.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει να διατηρεί και να βελτιώνει το επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο των γνώσεών του που σχετίζεται με το αντικείμενο της εργασίας του, συνεπικουρούμενος προς τούτο από το οικείο νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 34

Αδιάβλητο ενεργειών Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δεν δύναται να επιληφθεί, είτε ατομικώς είτε μετέχων συλλογικού οργάνου, της επιλύσεως ζητήματος, για το οποίο έχει πρόδηλο συμφέρον αυτός ή συγγενής αυτού εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού, ή πρόσωπο με το οποίο συνδέεται ενεργητικώς με ιδιαίτερες σχέσεις προσωπικής φιλίας ή προσωπικής αντιπαλότητας.

Άρθρο 35

Πολιτική ουδετερότητα

1.

Απαγορεύονται απολύτως στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους οι οποιασδήποτε μορφής δημόσιες εκδηλώσεις πολιτικού χαρακτήρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Η εκτός υπηρεσίας δράση υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων δεν πρέπει να παραβιάζει το Σύνταγμα, τα δικαιώματα άλλων ή τα χρηστά και εκκλησιαστικά ήθη, ούτε να προσβάλλει το κύρος ή την αμεροληψία της εκκλησιαστικής υπηρεσίας. Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του να κάνει διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος άλλων υπαλλήλων ή τρίτων εξ αιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων.

2.

Απαγορεύεται στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους η σύσταση ενώσεων με σκοπό την συγκρότηση ή υποστήριξη ορισμένης εκκλησιαστικής παρατάξεως είτε συμπολιτευομένης είτε αντιπολιτευομένης προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και την Διαρκή Ιερά Σύνοδο ή τους Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος.

3.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος υποχρεούται να ενημερώνει την υπηρεσία του για την εγγραφή του ως μέλους ή την παντός ετέρου είδους συμμετοχή του σε πολιτικά κόμματα, καθώς και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ενώσεις προσώπων οποιασδήποτε μορφής, εκτός όσων έχουν αμιγώς ορθόδοξο χριστιανικό χαρακτήρα, φιλανθρωπικό, φιλοκοινωνικό, πολιτιστικό ή επιστημονικό σκοπό. Επίσης ο υπάλληλος ενημερώνει την υπηρεσία για την συμμετοχή σε ένωση προσώπων ή νομικό πρόσωπο με πολιτικούς σκοπούς, έστω και εάν συνδυάζονται με άλλους, μη πολιτικούς σκοπούς.

Άρθρο 36

Συμμετοχή σε εταιρείες

1.

Απαγορεύεται ο εκκλησιαστικός υπάλληλος να είναι διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος ή μέλος διοικητικού συμβουλίου ή εντεταλμένος σύμβουλος ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας ή συνεταιρισμού. Μετά από απόφαση της προϊσταμένης αρχής του νομικού προσώπου ή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για την Εκκλησία της Ελλάδος ή του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου κατά περίπτωση ο υπάλληλος δύναται να μετέχει στη διοίκηση νομικού προσώπου κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η άδεια χορηγείται μετά από αίτηση του υπαλλήλου και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

2.

Απαγορεύεται η απόκτηση από εκκλησιαστικό υπάλληλο, σύζυγό του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων ή άλλων εμπορικών εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο ή εποπτεία της εκκλησιαστικής υπηρεσίας του. Ο υπάλληλος που κατά τον διορισμό ή πρόσληψή του ο ίδιος ή σύζυγός του ή ανήλικα τέκνα του κατέχουν μετοχές εταιρειών, οι οποίες εμπίπτουν στην απαγόρευση του προηγουμένου εδαφίου ή τις αποκτά κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, λόγω κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς αιτίας θανάτου, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και εντός ενός έτους να τις μεταβιβάσει, άλλως να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξή του σε άλλη υπηρεσιακή μονάδα ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του και διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξής του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος. Εάν παρέλθει έτος και ο υπάλληλος δεν δηλώσει στην υπηρεσία την απόκτηση των μετοχών ή δεν τις μεταβιβάσει ή δεν υποβάλει αίτηση μετατάξεως, υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη.

3.

Επιτρέπεται η συμμετοχή υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς ή στη διοίκηση ανωνύμων ή άλλων εταιρειών ή νομικών προσώπων, οι οποίες ελέγχονται από τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, εφ’ όσον δόθηκε άδεια της υπηρεσίας. Ομοίως και σε εταιρείες που ελέγχονται από το Δημόσιο, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τις δημόσιες επιχειρήσεις, όταν τούτο δεν απαγορεύεται από ειδικές διατάξεις και δόθηκε άδεια της υπηρεσίας.

Άρθρο 37

Αλλότρια καθήκοντα

1.

Απαγορεύεται ρητώς στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους: α) να απασχολούνται, κατά την διάρκεια του ωραρίου εργασίας, με υποθέσεις άσχετες με το αρμόδιο γραφείο ή την υπηρεσία τους, β) να απομακρύνονται από την θέση εργασίας τους χωρίς άδεια της προϊσταμένης αρχής, γ) να εισάγουν αλλότρια, εκτός υπηρεσίας άτομα στον χώρο εργασίας τους, δ) να εξάγουν πρωτότυπα έγγραφα, φωτοτυπίες, ψηφιακά αντίγραφα ή άλλο υπηρεσιακό υλικό και να διαχωρίζουν από την υπηρεσία σημειώσεις και ιδιωτικές συναντήσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, ε) να χρησιμοποιούν καταχρηστικώς ή παρανόμως τα σήματα, την βάση δεδομένων, τα επιστολόχαρτα και γενικότερα εξοπλισμό που ανήκει στην υπηρεσία, ζ) να λαμβάνουν προμήθεια ή αμοιβή από τρίτους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η) να επιδιώκουν άμεσα ή έμμεσα ιδιωτικά συμφέροντα κατά την εκτέλεση της εργασίας τους και θ) είτε να ασκούν ιδιωτικά επαγγέλματα είτε να απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ή άλλης μορφής, εάν έχουν αντικείμενο ασυμβίβαστο με την απασχόλησή τους στην υπηρεσία ή τυγχάνουν επιβλαβή γι’ αυτήν. Το ασυμβίβαστο ερευνάται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν γνωστοποιήσεως από την προϊσταμένη του υπαλλήλου αρχή.

2.

Η ιδιότητα του εκκλησιαστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου. Επίσης απαγορεύεται η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας και η σύσταση συνεταιρισμών με σκοπούς κερδοσκοπικούς ή η συμμετοχή σε αυτούς.

3.

Για την επιτρεπτή άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή την απασχόληση με σύμβαση εργασίας ή με άλλου είδους σύμβαση σε έργα εκτός υπηρεσίας απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως στην υπηρεσία για το αντικείμενο της απασχολήσεως, το τυχόν ωράριο, τον εργοδότη, η οποία κρίνεται από την προϊσταμένη αρχή μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Άρθρο 38

Κατοχή δεύτερης θέσεως

1.

Απαγορεύεται ο διορισμός ή πρόσληψη εκκλησιαστικού υπαλλήλου, με οποιαδήποτε σχέση, σε δεύτερη θέση: α) νομικών προσώπων των άρθρων 1 παρ. 4 και 46 παρ. 3 του ν. 590/1977 (Α’  146), β) δημοσίων υπηρεσιών, γ) λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δ) Ο.Τ.Α., συμπεριλαμβανομένων και των ενώσεων αυτών,

  • ε) δημοσίων επιχειρήσεων και δημοσίων οργανισμών,
  • στ) νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν

στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς από κρατικούς πόρους κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή το κράτος κατέχει ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου και στ) νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στα υπό στοιχεία γ’ έως στ’ νομικά πρόσωπα ή επιχορηγούνται από αυτά τακτικώς, κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή κατά τα οικεία καταστατικά ή που τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα κατέχουν ποσοστό πενήντα ένα τοις εκατό (51%) τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου.

2.

Εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δύνανται να κατέχουν συγχρόνως και δεύτερη θέση λέκτορα, επίκουρου καθηγητή ή καθηγητή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα ή θέση εκπαιδευτικού σε οιανδήποτε Σχολή, κατόπιν αδείας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, χορηγουμένης μετά γνώμη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές ή απολαβές τους εκ της ήσσονος μισθοδοτουμένης θέσεως δεν δύνανται να είναι κατά μήνα ανώτερες του συνόλου των αποδοχών της ετέρας θέσεώς τους.

3.

Εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δύνανται να κατέχουν συγχρόνως και δεύτερη θέση στα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κατόπιν αδείας της προϊσταμένης αρχής του οικείου νομικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκ της ήσσονος μισθοδοτουμένης θέσεως πάσης φύσεως αποδοχές ή απολαβές αυτών δεν δύνανται να είναι κατά μήνα ανώτερες του συνόλου των αποδοχών της ετέρας αυτών θέσεως.

Άρθρο 39

Ωράριο εργασίας

1.

Για τον εκκλησιαστικό υπάλληλο πλήρους απασχολήσεως, οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας είναι σαράντα (40), εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από την προϊσταμένη αρχή για ορισμένες υπηρεσίες ή μεμονωμένα άτομα που κάνουν νομίμως χρήση μειωμένου ωραρίου. Η εργασία παρέχεται πλήρως μέσα στον οριζόμενο ημερησίως κεκανονισμένο χρόνο και σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο εκκλησιαστικός υπάλληλος καθυστερεί αδικαιολόγητα και επανειλημμένως στην προσέλευσή του στην υπηρεσία του ή αποχωρεί πριν από τη λήξη του ωραρίου, η προϊσταμένη αυτού αρχή δύναται να προβεί σε ανάλογη παρακράτηση αποδοχών ή σε περίπτωση επαναλήψεως και σε άσκηση πειθαρχικής διώξεως.

2.

Η οικεία γενική διεύθυνση ή η προϊσταμένη αρχή δύναται να παραλλάσσει το ωράριο εργασίας της οικείας υπηρεσίας. Οι ώρες εργασίας όμως δεν μπορεί να είναι λιγότερες από τρεις (3) ημερησίως.

3.

Η παροχή από εκκλησιαστικό υπάλληλο μειωμένων ωρών εργασίας πρέπει να κοινοποιείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο αρμόδιο όργανο για την σχετική μείωση του μισθού.

4.

Εφ’ όσον έκτακτες και εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το απαιτούν, ο υπάλληλος οφείλει να εργασθεί και πέρα από τον χρόνο εργασίας ή σε μη εργάσιμες ημέρες. Η υπερωριακή απασχόληση του υπαλλήλου βεβαιώνεται με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη ή αντιστοίχως του προϊσταμένου Γενικής Διευθύνσεως ή του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, στην οποία αναφέρονται οι ως άνω έκτακτες ανάγκες, το όνομα και ο αριθμός των υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα και οι ώρες απασχολήσεώς του, μη επιτρεπομένης της υπερβάσεως των εκατόν είκοσι (120) ωρών απασχολήσεως ανά εξάμηνο για έκαστο υπάλληλο. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται στον υπάλληλο υπερωριακή αμοιβή, το ποσό της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 του παρόντος. Με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις επιτρέπεται η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας με αμοιβή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή κατά τις νυχτερινές ώρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας είτε καθ’ υπέρβαση αυτής, σε υπαλλήλους που ανήκουν σε υπηρεσίες που λειτουργούν όλες τις ημέρες του μήνα ή σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση. Ειδικά, στην καθ’ υπέρβαση εργασία, οι ώρες νυκτερινής, Κυριακών και εξαιρεσίμων ημερών δεν μπορεί να υπερβούν τις ενενήντα έξι (96) ώρες κατά περίπτωση κατά το πρώτο αργιών και εορτών του κράτους, στις εξαιρέσιμες ημέρες περιλαμβάνονται οι ημέρες θρησκευτικών εορτών βάσει αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. ή του επιχωρίου Μητροπολίτη κατά περίπτωση.

5.

Η γενική διεύθυνση ή η προϊσταμένη αρχή μπορεί να αποφασίσει (εξ αρχής ή μετά τον διορισμό ή πρόσληψη) ότι εργαζόμενος θα παρέχει υπηρεσίες με καθεστώς μερικής απασχολήσεως ή τηλεργασίας, όπου οι ανάγκες της υπηρεσίας δεν δικαιολογούν πλήρη απασχόληση. Η ειδική αυτή μορφή απασχολήσεως μπορεί να εγκρίνεται είτε κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου είτε σε εξαιρετικές περιπτώσεις με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση της υπηρεσία, και μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόζεται η νομοθεσία για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους πλήρους απασχολήσεως. Οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι ειδικής μορφής απασχολήσεως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν ποσοστό 1/3 του συνόλου των απασχολούμενων εκκλησιαστικών υπαλλήλων του οικείου νομικού προσώπου. Στην ειδική μορφή απασχολήσεως, παραδίδεται γραπτή αναφορά της εκτελέσεως των εργασιών, της διάρκειας και του τρόπου εκτελέσεως αυτών. Δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η παρ. 4 του παρόντος άρθρου. Οι αποδοχές γι’ αυτήν την κατηγορία υπαλλήλων καθορίζονται αναλόγως και σε συνάρτηση προς τις αποδοχές του λοιπού εκκλησιαστικού προσωπικού πλήρους απασχολήσεως.

Άρθρο 40

Αστική ευθύνη

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος ευθύνεται έναντι του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, στο οποίο υπηρετεί ή εργάζεται: α) για πάσα θετική ζημία την οποία προξένησε σε αυτό εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτού, ως και β) για τις αποζημιώσεις, στις οποίες υπεβλήθη το νομικό πρόσωπο έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, γενομένων επίσης εκ δόλου ή βαρείας αμελείας. Δεν ευθύνεται ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τις εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις του, όπως και για τις ενέργειες του άρθρου 32 παρ. 3 του παρόντος.

2.

Το αρμόδιο δικαστήριο δύναται σε περίπτωση αμέλειας, εκτιμώντας τις ειδικές εκάστοτε περιστάσεις, να καταλογίσει στον υπάλληλο και μέρος μόνον της επελθούσης στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ζημίας ή της αποζημιώσεως, η οποία κατεβλήθη από αυτό.

3.

Εάν πλείονες υπάλληλοι προξένησαν από κοινού την ζημία στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου. Η περιουσιακή ευθύνη των εκκλησιαστικών υπολόγων και διατακτών έναντι της υπηρεσίας διέπεται από ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις.

4.

Το δικαίωμα του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση έναντι των υπαλλήλων του αρχίζει στη μεν πρώτη περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αφ’ ης επήλθε η ζημία, κατά δε την δεύτερη περίπτωση της αυτής παραγράφου από της καταβολής της αποζημιώσεως.

Άρθρο 41

Εκκλησιαστικοί υπόλογοι

1.

Κάθε εκκλησιαστικός υπάλληλος ή υφ’ οιανδήποτε σχέση και μορφή συνεργάτης ή ανάδοχος ή εντεταλμένος εισπράττων ή λαμβάνων ή διαχειριζόμενος καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήματα, ένσημα, αξίες ή υλικό εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, καθίσταται εκκλησιαστικός υπόλογος για τα ληφθέντα από τον ίδιο χρηματικά ή περιουσιακά στοιχεία ή αξίες ή ένσημα ή υλικό και υπόκειται σε λογοδοσία, επιθεώρηση και διαχειριστικό έλεγχο ως προς τη διαχειριστική του ευθύνη.

2.

Επί των κατά την προηγουμένη παράγραφο υπολόγων εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 210/2010 (Α’ 135), όπως ισχύει, τυχόν δε ανωμαλία κατά τη διαχείριση του υπαλλήλου, βεβαιουμένη αρμοδίως, εκτός των άλλων συνεπειών, συνεπάγεται υποχρεωτικώς τον πειθαρχικό κολασμό του υπαλλήλου με ποινή τουλάχιστον προστίμου ίσου προς τις αποδοχές ενός μηνός.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Δικαιώματα εκκλησιαστικού υπαλλήλου

Άρθρο 42

Μονιμότητα

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, ο οποίος διορίζεται σε οργανική θέση τακτικού (μονίμου) υπαλλήλου, αφ’ ότου διανύσει επιτυχώς διετή δοκιμαστική υπηρεσία, είναι μόνιμος, εφ’ όσον αυτή η θέση υπάρχει. Κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δύναται να απολυθεί μετ’ απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου για λόγους αναγομένους στην υπηρεσία του.

2.

Με τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι μονιμοποιούνται αυτοδικαίως, με εξαίρεση τους υπαλλήλους στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή για τους οποίους υφίσταται πειθαρχική εκκρεμότητα ή υπάρχει δυσμενής έκθεση αξιολογήσεως των ουσιαστικών προσόντων. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις για την μονιμοποίηση ή μη αποφαίνεται το Υπηρεσιακό Συμβούλιο εντός δύο (2) μηνών από την συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας.

3.

Για την αυτοδίκαιη μονιμοποίηση εκδίδεται και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διαπιστωτική πράξη του οργάνου που είναι κατά το άρθρο 19 αρμόδιο για τον διορισμό. Με όμοια πράξη απολύεται υποχρεωτικώς ο κριθείς ως μη μονιμοποιητέος.

4.

Κατά της περί μη μονιμοποιήσεως αποφάσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ως και κατά της περί απολύσεως αποφάσεως κατά την παράγραφο 1 χωρεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

5.

Ο διοριζόμενος κατά το άρθρο 67 του παρόντος δεν διανύει δοκιμαστική υπηρεσία.

Άρθρο 43

Μισθός

1.

Ο τακτικός εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται του βασικού μισθού της θέσεως και του βαθμού του, κατά το οριζόμενο εκάστοτε για τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους αντίστοιχης μισθολογικής εξελίξεως μισθολόγιο, καθώς και των επί του μισθού οριζομένων για τους δημοσίους υπαλλήλους προσαυξήσεων, οι οποίες παρέχονται κατά την προβλεπομένη για τους δημοσίους υπαλλήλους διαδικασία, αναλόγως εφαρμοζόμενη. Η αξίωση του υπαλλήλου για τον μισθό αρχίζει από την ανάληψη υπηρεσίας. Ο βασικός μισθός αποδίδεται σε μηνιαία βάση και έχει σκοπό την αξιοπρεπή διαβίωση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου.

2.

Ο τακτικός εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται επίσης των πάσης φύσεως δώρων, επιδομάτων, υπερωριακών αμοιβών και λοιπών πρόσθετων αποδοχών, τα οποία λαμβάνουν οι δημόσιοι τακτικοί υπάλληλοι του αντιστοίχου κλάδου και βαθμού, υπό τον όρο ότι τα χορηγούμενα επιδόματα δεν υπερβαίνουν καθ’ ύψος το ποσό του βασικού μισθού μετά των δικαιουμένων προσαυξήσεων.

3.

Οι αποδοχές και οι ειδικοί όροι εργασίας του προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου καθορίζονται με την απόφαση προσλήψεως και περιλαμβάνονται στην υπογραφείσα σύμβαση.

4.

Για τους εργάτες, τεχνίτες και λοιπό μη υπαλληλικό εκκλησιαστικό προσωπικό ιδιωτικού δικαίου των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ισχύουν οι σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

5.

Απαγορεύεται, αποτελούσα πειθαρχικό παράπτωμα, η μη είσπραξη των εν γένει αποδοχών υπό του υπαλλήλου.

Άρθρο 44

Έναρξη, διάρκεια και λήξη του δικαιώματος μισθού

1.

Η επί του μισθού αξίωση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου άρχεται:

  • α) του διορισθέντος από της αναλήψεως των καθηκόντων, προσηκόντως βεβαιουμένης,
  • β) του προαχθέντος ή υποβιβασθέντος από της δημοσιεύσεως διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της

πράξεως προαγωγής ή υποβιβασμού, του δε προαγομένου και συνεπεία της προαγωγής μετακινουμένου η νέα μισθοδοσία άρχεται από της αναλήψεως των καθηκόντων της νέας θέσεως, προσηκόντως βεβαιουμένης,

  • γ) του ανακληθέντος εκ της διαθεσιμότητος ή της

αργίας από της εκ νέου αναλήψεως των καθηκόντων, προσηκόντως βεβαιουμένης.

2.

Ο μισθός των μεν τακτικών υπαλλήλων και των επί θητεία προκαταβάλλεται, των δε λοιπών καταβάλλεται δεδουλευμένως, στο τέλος εκάστου μηνός.

3.

Δεν οφείλεται μισθός και αυτός περικόπτεται, όταν ο υπάλληλος αδικαιολογήτως δεν παρέσχε την εργασία του καθόλου ή εν μέρει. Όταν ο υπάλληλος ανυπαιτίως ή εκ λόγων ανωτέρας βίας δεν παρέσχε εργασία, η καταβολή μισθού εξαρτάται από την κρίση της υπηρεσίας. Ο χρόνος αδικαιολόγητης μη παροχής της εργασίας διαπιστώνεται από το αρμόδιο όργανο για την εκκαθάριση της μισθοδοσίας και δεν αναγνωρίζεται για μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη.

4.

Η περικοπή του μισθού ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών οργάνου, το οποίο οφείλει να ειδοποιήσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας προσωπικού ή της υπηρεσίας ή προϊσταμένη αρχή του νομικού προσώπου, όπου ανήκει ο υπάλληλος. Κατά της πράξεως αυτής, η οποία κοινοποιείται με απόδειξη στον υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή στο οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση. Η άσκηση της προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικώς.

5.

Σε περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας απολύσεως του υπαλλήλου λόγω ανίατης ασθένειας, καταβάλλεται ο μισθός ενέργειας ή διαθεσιμότητας έως τη λύση της υπαλληλικής ή εργασιακής σχέσεως, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες από την λήξη της αναρρωτικής άδειας ή της διαθεσιμότητας.

6.

Προκειμένου περί υπαλλήλου, ο οποίος επανέρχεται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας στα καθήκοντά του, η αξίωση για πλήρη μισθό αρχίζει από την επανάληψη των καθηκόντων του.

7.

Η αξίωση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου για μισθό παύει με την λύση της υπαλληλικής ή εργασιακής σχέσεως.

Άρθρο 45

Πρόσθετες παροχές

1.

Στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους χορηγούνται ωσαύτως:

  • α) οι αποδεδειγμένως πραγματοποιηθείσες δαπάνες

για την εντός ή εκτός έδρας και την για υπηρεσιακούς λόγους μετακίνησή τους και

  • β) αποζημίωση για τη σσυμμετοχή τους σε πάσης

φύσεως συλλογικά όργανα, εφ’ όσον η αποζημίωση καθορίζεται με δημοσιευμένη κανονιστική απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου,

  • γ) υπερωριακή αμοιβή, στην περίπτωση του άρθρου

39 παρ. 4 του παρόντος,

  • δ) ημερήσια αποζημίωση για υπηρεσιακή μετακίνηση

που καθορίζει η Δ.Ι.Σ., όταν καλούνται από τις ανακριτικές και δικαστικές αρχές να μετακινηθούν εκτός έδρας για υπόθεση που σχετίζεται με την υπηρεσία τους, καθώς και δαπάνες σεμιναρίων με εντολή της υπηρεσίας τους, δαπάνες μεταθέσεως και λοιπά σχετικά έξοδα κινήσεως, έξοδα μετακινήσεως και έξοδα διανυκτερεύσεως. Το ύψος των δαπανών αυτών καθορίζεται αναλόγως με αυτά που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους.

2.

Εκκλησιαστικός υπάλληλος καλούμενος σε στράτευση από τις Ένοπλες Δυνάμεις τελεί σε νόμιμη άδεια και λαμβάνει κατά τον χρόνο της στρατεύσεώς του τις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου λαμβάνουν την ως άνω αμοιβή μέχρι την λήξη της συμβάσεώς τους και δεν επαναπροσλαμβάνονται πριν την εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.

3.

Εκκλησιαστικοί λειτουργοί, οιουδήποτε βαθμού εξερχόμενοι εκτός έδρας προς εκτέλεση υπηρεσίας ή εκπλήρωση ανατεθέντων σε αυτούς υπαλληλικών καθηκόντων, λαμβάνουν, πέραν των δαπανών μετακινήσεώς τους, ημερησία αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος.

Άρθρο 46

Συνθήκες στον χώρο εργασίας

1.

Τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα οφείλουν να εξασφαλίζουν υγιεινές συνθήκες εργασίας και να τηρούν την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με την υγιεινή, καθαριότητα και ασφάλεια στους χώρους εργασίας και τους κοινόχρηστους χώρους.

2.

Περαιτέρω, πρέπει να λαμβάνονται τα εκάστοτε απαιτούμενα μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια των εκκλησιαστικών υπαλλήλων κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, να τηρούνται οι όροι, οι κανόνες και οι προδιαγραφές ασφαλείας, όπως εκάστοτε ισχύουν, να παρέχεται εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας και να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξασφάλιση ή μείωση κάθε κινδύνου από εγκληματικές πράξεις.

3.

Τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα οφείλουν να εξασφαλίζουν συνθήκες σεβασμού της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας των υπαλλήλων τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και να εφαρμόζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΑΔΕΙΕΣ

Άρθρο 47

Δικαίωμα κανονικής άδειας

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται κανονικής άδειας με αποδοχές μετά από δύο (2) μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων του. Η άδεια που δικαιούται να λάβει ο υπάλληλος ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας, που δικαιούται με την συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής υπηρεσίας.

2.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, μετά την συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής υπηρεσίας, δικαιούται κανονικής άδειας απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθεί εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθεί εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών. Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχολήσεως μέχρι την συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντιστοίχως. Η άδεια χορηγείται αιτήσει του υπαλλήλου. Είναι δυνατόν το δικαιούμενο εικοσαήμερο να αποφασίζεται από την υπηρεσία ότι θα χορηγείται υποχρεωτικώς κατά το χρονικό διάστημα από 15 Μαΐου έως 15 Οκτωβρίου. Σε κάθε περίπτωση, η υπηρεσία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, χορηγεί υποχρεωτικώς σε αυτόν μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους τη κανονική άδεια που δικαιούται και αν ακόμα δεν την ζητήσει. Ο εντός του έτους χρόνος αδικαιολόγητης απουσίας του υπαλλήλου εκ των καθηκόντων του αφαιρείται εκ των ημερών της κανονικής άδειας, σε περίπτωση δε αδικαιολόγητης υπερβάσεως του χρόνου άδειας περικόπτονται αναλόγως οι αποδοχές του υπαλλήλου, επιφυλασσομένων και των περί πειθαρχικής ευθύνης αυτού διατάξεων του παρόντος.

3.

Οι επί θητεία εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται της κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου άδειας, δικαιούνται δε να κάνουν χρήση αυτής οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.

4.

Οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου εκκλησιαστικοί υπάλληλοι και το εργατοτεχνικό προσωπικό δικαιούνται κανονικής άδειας συμφώνως προς τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του Αστικού Κώδικα.

5.

Σε περίπτωση όλως εκτάκτων και εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών διαπιστουμένων μέσω εκθέσεων των αρμοδίων προϊσταμένων, ο οικείος Μητροπολίτης ή Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή ο αρμόδιος προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως ή ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, δύναται να μην εγκρίνει ή να περιορίζει τις ημέρες της κανονικής άδειας, καθώς επίσης και να ανακαλεί εγκαίρως και δικαιολογημένως την χορηγηθείσα κανονική άδεια. Η άδεια, που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου, χορηγείται υποχρεωτικώς εντός του έτους ή του επομένου έτους.

6.

Μη χορήγηση στον υπάλληλο της κανονικής άδειας, της οποίας δικαιούται κατ’ έτος, καίτοι δεν συντρέχουν έκτακτοι και εξαιρετικοί υπηρεσιακοί λόγοι, ελεγχόμενη και διαπιστούμενη, κατ’ εντολή του αρμοδίου προϊσταμένου Γενικής Διευθύνσεως ή του επιχωρίου Μητροπολίτη ή του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, συνεπάγεται υποχρεωτικώς την πειθαρχική δίωξη και τον καταλογισμό κατά ίσο μέρος του αντιστοίχου της αποζημιώσεως ποσού του επομένου εδαφίου σε βάρος του μη χορηγήσαντος την άδεια οργάνου, ως και του εγκρίναντος την μη χορήγηση προϊσταμένου τούτου. Η αποζημίωση για εκάστη ημέρα μη χορηγηθείσης αδικαιολογήτως κανονικής άδειας ορίζεται ίση προς ποσοστό 1/30 του μηνιαίου βασικού μισθού του υπαλλήλου προσαυξημένο κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Άρθρο 48

Δικαίωμα ειδικής άδειας

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών σε περίπτωση γάμου και πέντε (5) εργασίμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου του ή συγγενούς α’ βαθμού και τριών (3) εργασίμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συγγενούς β’ βαθμού. Στον πατέρα υπάλληλο χορηγείται άδεια δύο (2) ημερών σε περίπτωση γεννήσεως το 2ο έτος της ηλικίας του.

2.

Επίσης ο υπάλληλος δικαιούται, κατόπιν αιτήσεως, ειδικής άδειας με αποδοχές διάρκειας μίας (1) έως τριών (3) ημερών, κατά περίπτωση, για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος ή για τη συμμετοχή σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή την εξέτασή του από προανακριτική ή ανακριτική αρχή. Στην περίπτωση συμμετοχής υπαλλήλου σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου ή εξετάσεώς του από προανακριτική ή ανακριτική αρχή, ο υπάλληλος υποχρεούται μετά την επιστροφή του στην υπηρεσία από την ως άνω άδεια που έλαβε να προσκομίσει βεβαίωση συμμετοχής στην δίκη από την αρμόδια γραμματεία του δικαστηρίου ή εξέτασής του από την προανακριτική ή ανακριτική αρχή.

3.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, που πάσχει ή έχει σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας, δικαιούται ειδικής άδειας με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο.

4.

Η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται και σε υπαλλήλους που έχουν τέκνα, που πάσχουν από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο Down ή Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή (Δ.Α.Δ.), εφ’ όσον αυτά είναι ανήλικα ή ενήλικα που δεν εργάζονται λόγω των παθήσεων αυτών. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται ειδικής άδειας για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα δύο (32) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα δύο (32) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικώς. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των τριάντα δύο (32) εργασίμων ημερών τον χρόνο που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικώς.

5.

Εκκλησιαστικός υπάλληλος με αναπηρία ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω δικαιούται από την υπηρεσία κάθε ημερολογιακό έτος άδειας με αποδοχές έξι (6) εργασίμων ημερών επιπλέον της κανονικής του άδειας. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται της ειδικής άδειας για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ’ έτος. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ’ έτος για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικά. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών κατ’ έτος, που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικά.

6.

Οι άδειες των παραγράφων 4 και 5 χορηγούνται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτές και σε υπαλλήλους που έχουν ορισθεί δικαστικοί συμπαραστάτες και τους έχει ανατεθεί δικαστικώς και η επιμέλεια προσώπων, εφ’ όσον η καθημερινή φροντίδα των προσώπων αυτών δεν παρέχεται από αρμόδια ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας. Σε περίπτωση που η φροντίδα των προσώπων αυτών παρέχεται από αρμόδια ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας, οι υπάλληλοι του προηγούμενου εδαφίου δικαιούνται, κατά περίπτωση, το ήμισυ των προβλεπομένων αδειών των παραγράφων 4 και 5, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτές. Η άδεια της παραγράφου 4 χορηγείται στους δικαστικούς συμπαραστάτες και σε περίπτωση που οι συμπαραστατούμενοι πάσχουν από ανοϊκή συνδρομή, εφ’ όσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις.

7.

Εκκλησιαστικός υπάλληλος, ο οποίος ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αιμοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και υπάλληλος, ο οποίος μετέχει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία ή σε διαδικασία παροχής αιμοπεταλίων, δικαιούται ειδικής άδειας απουσίας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) ημερών για έξι (6) αιμοληψίες ή παροχές αιμοπεταλίων τον χρόνο κατ’ ανώτατο όριο.

8.

Ειδικώς για τους υπαλλήλους την παρ. 6 του άρθρου 42 του ν. 590/1977 (Α’ 146) προβλέπεται πρόσθετη άδεια έξι (6) ημερών για την συμμετοχή τους σε ιερατικά καθήκοντα.

9.

Εκκλησιαστικός υπάλληλος που εργάζεται πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου του, δικαιούται υπηρεσιακής άδειας αναπληρώσεως με αποδοχές, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες το έτος. Η ανωτέρω άδεια χορηγείται μόνον εφ’ όσον: α) προκύπτει από το σύστημα ελέγχου τηρήσεως του ωραρίου ότι ο εκκλησιαστικός υπάλληλος έχει εργασθεί τουλάχιστον μία (1) ώρα ανά ημέρα πέραν του νόμιμου ωραρίου του, β) ο αμέσως προϊστάμενός του και ο προϊστάμενος της αμέσως υπερκείμενης οργανικής μονάδας και, εφ’ όσον δεν υπάρχει ή δεν υπάρχουν, ο προϊστάμενος της οικείας Διευθύνσεως ή ο οικείος Μητροπολίτης ή ο Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, βεβαιώνει εγγράφως ότι ο υπάλληλος εργάσθηκε πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου του, για εξαιρετικά επείγουσα και ιδιαίτερα σημαντική εργασία που έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία και γ) ο υπάλληλος δεν έχει λάβει υπερωριακή αμοιβή για τον χρόνο που εργάσθηκε πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου του. Προκειμένου να χορηγηθεί μία (1) ημέρα υπηρεσιακή άδεια, ο υπάλληλος πρέπει να έχει εργασθεί τουλάχιστον μία (1) ώρα ανά ημέρα, πέραν του νόμιμου ωραρίου του και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ίσο με ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ισχύοντος γι’ αυτόν ημερήσιου ωραρίου στη διάρκεια ενός (1) μήνα.

10.

Στις υπαλλήλους στις οποίες εφαρμόζονται μέθοδοι ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής του ν. 3305/2005 (Α’ 17), όπως ισχύει, χορηγείται άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές, ύστερα από (Μ.Ι.Υ.Α.).

11.

Χορηγείται μία (1) ημέρα τον χρόνο με αποδοχές για ετήσιο ιατρικό έλεγχο. Η άδεια χορηγείται έπειτα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού.

12.

Υπάλληλοι που έχουν σύζυγο ή ανήλικο τέκνο που πάσχει από κακοήθεις νεοπλασίες, όπως λευχαιμίες, λεμφώματα και συμπαγείς όγκους, και ακολουθεί θεραπείες με χημικούς ή ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες ή ακτινοθεραπεία δικαιούνται ειδικής άδειας, η οποία καλύπτει την ημέρα της θεραπείας και την επόμενη αυτής. Η άδεια αυτή χορηγείται κατόπιν σχετικής βεβαιώσεως περί πραγματοποιήσεως της θεραπείας και μετά την εξάντληση των δικαιούμενων αδειών κατά περίπτωση των παραγράφων 4 και 5.

Άρθρο 49

Άδεια άνευ αποδοχών

1.

Επιτρέπεται η χορήγηση στον εκκλησιαστικό υπάλληλο, μετά από αίτησή του, άδειας χωρίς αποδοχές, εφ’ όσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, η οποία μπορεί να επεκταθεί κατά δέκα πέντε (15) εργάσιμες ημέρες μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στο φυσικό, θετό και ανάδοχο γονέα, όταν πρόκειται για νοσηλεία ανήλικου τέκνου λόγω ασθένειας ή ατυχήματος που καθιστά αναγκαία την άμεση παρουσία του.

2.

Στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση συνεχόμενης άδειας χωρίς αποδοχές συνολικής διάρκειας έως πέντε (5) ετών, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους.

3.

Εκκλησιαστικός υπάλληλος, του οποίου σύζυγος υπηρετεί στο εξωτερικό σε ορθόδοξη Ιερά Μητρόπολη ή άλλο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, σε υπηρεσία του ελληνικού Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή άλλου φορέα του δημοσίου τομέως ή της Γενικής Κυβερνήσεως ή σε υπηρεσία ή φορέα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα, δικαιούται να λάβει άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή τμηματικώς, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.

4.

Στον εκκλησιαστικό υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι πέντε (5) έτη, η οποία μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για μία ακόμα πενταετία. Αν ο υπάλληλος δεν εμφανισθεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από την λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία.

5.

Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας μόνο στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Στις λοιπές περιπτώσεις η υπαλληλική ή εργασιακή σχέση κατά την διάρκεια της άδειας αυτής τελεί σε αναστολή, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που καταλαμβάνουν και τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους.

6.

Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω αδειών του άρθρου αυτού ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει τις νόμιμες κρατήσεις για κύρια και επικουρική ασφάλιση και στα ταμεία πρόνοιας, οι οποίες αντιστοιχούν στον βαθμό ή τον μισθό της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικώς.

Άρθρο 50

Άδεια μητρότητας

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)