Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 57/2021
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 327/2021 Περί τροποποιήσεως του υπ' αρ. 5/1978 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Α΄ 48) . Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπόψη:
Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 590/ 1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 146),
την ανάγκη εκσυγχρονισμού του υπαλληλικού καθεστώτος των εργαζομένων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,
την υπ’ αρ. 4/3.2.2021 γνωμοδότηση του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α.Υ.Σ.Ε.),
την υπ’ αρ. 4/2021 γνωμοδότηση του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,
την από 2.3.2021 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ψηφίζει τον Κανονισμό υπ’ αρ. 327/2021 που έχει ως ακολούθως:
Άρθρο 1
Τα άρθρα 1-13 του υπ’ αριθ. 5/1978 (Α΄ 48) Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 1-7 που έχουν ως εξής: «Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής
Σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι η καθιέρωση κανόνων διεπόντων την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου επί βάσεων ισότητας και δικαιοσύνης, η εξασφάλιση της ορθής επιλογής αυτών, η κατοχύρωση της κατά το συμφέρον των νομικών τούτων προσώπων σταδιοδρομίας τους και η επίτευξη της μεγίστης δυνατής αποδόσεώς τους στην εργασία τους.
Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται πάντες οι επί σχέσει δημοσίου δικαίου μόνιμοι (τακτικοί), επί θητεία ή μετακλητοί και οι επί σχέσει εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και ορισμένου χρόνου υπάλληλοι όλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους ως κληρικών, μοναχών ή λαϊκών, καθώς και οι ιεροκήρυκες, πάσης κατηγορίας. Δεν υπάγονται οι πρεσβύτεροι (προϊστάμενοι ή μη,) ως και οι διάκονοι των Ιερών Ναών (ενοριακών ή μη), οι ιεροψάλτες, οι χορωδοί, οι γραφείς, το βοηθητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό (νεωκόροι, καθαρίστριες), που υπηρετούν στους κάθε είδους Ιερούς Ναούς.
Επί πάσης αμφισβητουμένης ιδιότητας ή προϋπηρεσίας ως εκκλησιαστικού υπαλλήλου αποφαίνεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος του άρθρου 3 του παρόντος Κανονισμού.
Οι αναφορές των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού σε «εκκλησιαστικό υπάλληλο», «υπάλληλο», «υπαλληλική σχέση» ή «θέση», «εργασιακή σχέση» περιλαμβάνουν όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 με κάθε έννομη σχέση (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εκτός εάν πραγματοποιείται ρητώς διάκριση ή εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας υπαλλήλων στις διατάξεις του. Στον παρόντα Κανονισμό ο όρος «διορισμός» αναφέρεται σε υπαλλήλους επί σχέσει δημοσίου δικαίου (μονίμους, μετακλητούς, επί θητεία) και ο όρος «πρόσληψη» αναφέρεται σε υπαλλήλους επί σχέσει Ιδιωτικού Δικαίου (Αορίστου ή Ορισμένου Χρόνου).
Άρθρο 2
Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο
Το πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων είναι πενταμελές συλλογικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος αρμόδιο για όλα τα υπηρεσιακά και πειθαρχικά θέματα του προσωπικού που υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό. Στον παρόντα Κανονισμό το ανωτέρω Συμβούλιο όταν ασκεί υπηρεσιακές αρμοδιότητες καλείται «Υπηρεσιακό Συμβούλιο» και όταν ασκεί πειθαρχικές αρμοδιότητες καλείται «Πειθαρχικό Συμβούλιο». Το Συμβούλιο συνεδριάζει στα γραφεία της Ιεράς Συνόδου ή με τηλεδιάσκεψη, πλήρως ή μερικώς, και ευρίσκεται σε απαρτία, παρόντων τουλάχιστον τριών εκ των μελών του. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Στις γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις του Συμβουλίου καταχωρίζεται υποχρεωτικώς και η γνώμη της μειοψηφίας. με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στην αρχή κάθε Συνοδικής Περιόδου με αναπληρωτή του ένα επίσης Συνοδικό Αρχιερέα επόμενο κατά την τάξη, με θητεία ετήσια, όση είναι και η Συνοδική Περίοδος. β. Μέλη: τέσσερεις (4) εκκλησιαστικοί υπάλληλοι με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων δύο (2) είναι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι Ιερών Μητροπόλεων και δύο (2) υπάλληλοι της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Αποστολικής Διακονίας ή του Διορθοδόξου Κέντρου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β, που αναπληρώνονται από υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β με διετή θητεία και ορίζονται με πράξη της Δ.Ι.Σ στην αρχή της Συνοδικής Περιόδου, μετά τη λήξη της διετούς θητείας τους. γ. Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται από τη Δ.Ι.Σ. οποιοσδήποτε εκκλησιαστικός υπάλληλος με αναπληρωτή υπάλληλο οποιουδήποτε βαθμού.
Η θητεία των μελών του Συμβουλίου δύναται να ανανεώνεται, ενώ παρατείνεται αυτοδικαίως μετά την ημερομηνία λήξεώς της, εάν έως τότε δεν έχει εκδοθεί απόφαση συγκροτήσεως του Συμβουλίου από την Δ.Ι.Σ και έως την συγκρότησή του.
Το Συμβούλιο τηρεί διά του γραμματέα του πρακτικά για την συνεδρίασή του, που υπογράφονται από τον πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του και τον γραμματέα.
Επιφυλασσομένων των διατάξεων πειθαρχικού δικαίου, κάθε ατομική πράξη που αφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση εκκλησιαστικού υπαλλήλου και εκδόθηκε μετά από γνωμοδότηση ή απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ως και κάθε εκτελεστή απόφαση Υπηρεσιακού Συμβουλίου με την οποία ρυθμίζεται απ’ ευθείας παρόμοιο ζήτημα, υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 3 εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοση ή άλλως την λήψη γνώσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή αποφάσεως, και επιτρέπει τον έλεγχο της πράξεως κατά τον νόμο και την ουσία. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται υποχρεωτικώς για το δικαίωμά του να ασκήσει την ανωτέρω ενδικοφανή προσφυγή, ειδάλλως το ένδικο βοήθημά του κατά της ανωτέρω προσβαλλομένης πράξεως ή αποφάσεως δεν είναι απαράδεκτο λόγω μη ασκήσεως της ενδικοφανούς προσφυγής.
Άρθρο 3
Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησίας της Ελλάδος
Το Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α.Υ.Σ.Ε.) ασκεί αρμοδιότητες επί των θεμάτων των παρ. 2 και 4 του άρθρου 42 του ν. 590/1977 (Α’ 146). Αποτελεί επίσης το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος για τους υπαλλήλους που διέπονται από τον παρόντα Κανονισμό.
Το Α.Υ.Σ.Ε. συγκροτείται, λειτουργεί και ασκεί τις αρμοδιότητές του, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 3/1977 (Α’ 273), όπως ισχύει, ενώ επιτρέπεται να συνεδριάζει πλήρως ή μερικώς και με τηλεδιάσκεψη.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσεως - Κατάταξη υπαλλήλων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
Διορισμός - Πρόσληψη Τμήμα Α’
Άρθρο 4
Ουδείς διορίζεται ως μόνιμος, επί θητεία ή μετακλητός εκκλησιαστικός υπάλληλος ή προσλαμβάνεται ως εκκλησιαστικός υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου, εάν δεν κέκτηται τα κατωτέρω αναφερόμενα τυπικά προσόντα, τα οποία πρέπει να συντρέχουν τόσο κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων, όσο και κατά την ημέρα διορισμού ή προσλήψεώς του κατά περίπτωση.
Άρθρο 5
Προσόντα διορισμού - προσλήψεως
Προϋποθέσεις διορισμού του μονίμου, επί θητεία ή μετακλητού εκκλησιαστικού υπαλλήλου είναι: α. Να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος. Να μην έχει επιδείξει λόγω ή έργω έλλειψη σεβασμού προς την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία του Χριστού. β. Να είναι Έλληνας πολίτης. Πολίτες κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή τρίτων χωρών δύνανται να διορισθούν κατόπιν σχετικής αδείας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και εφ’ όσον η σχετική θέση στην οποία διορίζεται ο αλλοδαπός πολίτης δεν συνεπάγεται άσκηση δημόσιας εξουσίας. γ. Να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του ως ελάχιστο όριο για τις κατηγορίες ΥΕ και ΔΕ και το 22ο έτος ως ελάχιστο όριο για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ. Ειδικές εξαιρέσεις δύνανται να επιτραπούν κατόπιν πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εκδιδομένης μετά από γνώμη του Α.Υ.Σ.Ε. Ανώτατο όριο ηλικίας δύναται να ορίζεται με την σχετική προκήρυξη της διαδικασίας πληρώσεως της θέσεως. Για την απόδειξη του χρόνου γεννήσεως προσάγεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως. Ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται η 1η Ιανουαρίου του έτους γεννήσεως, καθ’ όσον αφορά στο κατώτατο όριο και η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους, καθ’ όσον αφορά στο ανώτατο όριο ηλικίας. Εάν υπάρχουν διαφορετικές εγγραφές για τον χρόνο γεννήσεως στα οικεία μητρώα, επικρατεί η πρώτη εγγραφή. Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ουδέποτε λαμβάνεται υπόψη. δ. Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές και όχι για λόγο που του στερεί σε διαρκή βάση την σωματική ή πνευματική ικανότητα ασκήσεως των καθηκόντων του εκκλησιαστικού υπαλλήλου. Δεν διορίζονται ούτε προσλαμβάνονται όσοι έχουν αναγνωρισθεί ως αντιρρησίες συνειδήσεως ακόμα και εάν έχουν εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία. Η μη εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων αποτελεί κώλυμα διορισμού, εφ’ όσον αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί κατά τον χρόνο διορισμού του υπαλλήλου. στ. Να έχει τη σωματική αρτιμέλεια και την υγεία που του επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσεως, στην οποία θα διορισθεί ή προσληφθεί, πιστοποιούμενη από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, όπου θα περιγράφονται τα καθήκοντα της θέσεως κατά τα ειδικότερα κατωτέρω οριζόμενα. ζ. Να μην έχει καταδικασθεί από Εκκλησιαστικό Δικαστήριο οποιασδήποτε ορθόδοξης Εκκλησίας σε οποιαδήποτε ποινή ή να μην έχει επιβληθεί από την Ιερά Σύνοδο οποιασδήποτε ορθόδοξης Εκκλησίας οποιοδήποτε επιτίμιο. η. Να μην έχει καταδικασθεί για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, απιστία, απιστία δικηγόρου, συκοφαντική δυσφήμιση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα περί την γενετήσια ζωή, προσβολές του δημοκρατικού πολιτεύματος ή της διεθνούς υποστάσεως της χώρας, εγκλήματα κατά πολιτειακών οργάνων, προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξεως, επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης, εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα. Να μην είναι υπόδικος που έχει παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για τα ως άνω πλημμελήματα, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί. Να μην έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα ή θέση λόγω καταδίκης ή απαγορευθεί η άσκηση επαγγέλματός του σχετικού με την θέση. θ. Να μην έχει απολυθεί από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέως ή της Γενικής Κυβερνήσεως ή από εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως ή λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου. Για την διαπίστωση του ως άνω κωλύματος διορισμού υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού. ι. Να έχει απασχοληθεί για ένα τουλάχιστον έτος σε οιανδήποτε θέση και με οποιαδήποτε έννομη σχέση σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Η απασχόληση βεβαιώνεται από το οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο και τον αντίστοιχο ασφαλιστικό οργανισμό. ια. Να έχει πιστοποιηθεί η επάρκεια γνώσεών του περί της δομής, της λειτουργίας και του χαρακτήρα των εκκλησιαστικών φορέων. Οι προς πιστοποίηση γνώσεις, ο φορέας πιστοποιήσεως, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα αξιολογήσεως ανά κλάδο, και κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια θα καθορισθεί ειδικότερα με Κανονισμό που εγκρίνεται από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και δημοσιεύεται διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και του επισήμου Δελτίου της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
Τα ανωτέρω προσόντα ισχύουν και για την πρόσληψη υπαλλήλου με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου ή ορισμένου χρόνου. Για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου επιτρέπεται η εξαίρεση από τα προσόντα των περιπτώσεων ι και ια, όταν κρίνονται από τον φορέα μη απαραίτητα για το αντικείμενο της εργασίας, και για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τεχνικές και βοηθητικές εργασίες επιτρέπεται η εξαίρεση και από τις περιπτώσεις α εδάφιο πρώτο, β, γ, δ της παραγράφου 1.
Άρθρο 6
Υγεία
Υπάλληλοι διορίζονται ή προσλαμβάνονται όσοι έχουν την υγεία, που τους επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσεως. Η έλλειψη σωματικών δεξιοτήτων δεν εμποδίζει τον διορισμό ή πρόσληψη, εφ’ όσον ο υπάλληλος, με την κατάλληλη και δικαιολογημένη τεχνική υποστήριξη, μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσεως. Ειδικές διατάξεις για τον διορισμό ατόμων με αναπηρία δεν θίγονται.
Η υγεία των υποψήφιων υπαλλήλων να ασκήσουν τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσεως, πιστοποιείται με γνωματεύσεις (α) παθολόγου ή γενικού ιατρού και (β) ψυχιάτρου, είτε του Δημοσίου, είτε ιδιωτών, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο της υπηρεσίας, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσεως, που πρόκειται να καταληφθεί.
Ειδικά για τα άτομα με αναπηρία, που διορίζονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις, η υγεία και η φυσική καταλληλότητα πιστοποιούνται, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο της υπηρεσίας, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσεως, που πρόκειται να αναλάβει ο υπάλληλος.
Υπάλληλος, που εμφανίζει κατά την κρίση της προϊσταμένης του αρχής αδυναμία εκτελέσεως καθηκόντων ή τηρήσεως των εντολών της υπηρεσίας ή συνεργασίας με το λοιπό προσωπικό της υπηρεσίας ή την προϊσταμένη του αρχή ή εμφανίζει απάδουσα σε εκκλησιαστικό υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας και η προϊσταμένη του αρχή πιθανολογεί ότι τα παραπάνω περιστατικά οφείλονται σε σωματική ή ψυχική νόσο, παραπέμπεται σε ιατρική εξέταση με έγγραφο της υπηρεσίας, αφού του χορηγηθεί υποχρεωτική αναρρωτική άδεια από την υπηρεσία για όσο διάστημα απαιτείται κατά την κρίση της.
Σε όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που κατά νόμον υποχρεούνται να διαθέτουν ιατρό εργασίας, συγκροτούνται ιατρικοί φάκελοι υγείας για το προσωπικό τους με ευθύνη του ιατρού εργασίας. Η άρνηση προσελεύσεως στον ιατρό εργασίας από υπάλληλο αποτελεί λόγο οριστικής παύσεως, εάν είναι τακτικός ή μετακλητός ή επί θητεία υπάλληλος, ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, εάν είναι υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου.
Άρθρο 7
Προϋποθέσεις διορισμού και προσλήψεως
Δεν επιτρέπεται ο διορισμός μονίμου ή η πρόσληψη εκκλησιαστικού υπαλλήλου με σύμβαση Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, εάν δεν υφίσταται αντίστοιχη
Επιτρέπεται, προκειμένου να καλυφθούν για ορισμένο χρόνο ανάγκες εκπονήσεως ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών ή βοηθητικών εργασιών, που κατατείνουν στην εκπόνηση συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνικού έργου ή εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας που δεν έχει πάγιο και διαρκή χαρακτήρα, αλλά χρονικά περιορισμένη διάρκεια, ή για να καλυφθούν εποχικές και παροδικές ανάγκες ή απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, η πρόσληψη προσωπικού για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου εκτός οργανικών θέσεων.
Η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη και ο αριθμός των ανανεώσεων των διαδοχικών συμβάσεων ή διαδοχικών σχέσεων εργασίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) μέσα στο παραπάνω διάστημα, ειδάλλως οι καθ’ υπέρβαση των ανωτέρω ορίων σωρευτικώς συμβάσεις είναι άκυρες. Διαδοχικές θεωρούνται, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ’ όσον μεταξύ τους μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών ή δεν καταρτίζονται μετά από επιλογή υποψηφίων δυνάμει διαδικασίας γραπτού διαγωνισμού ή μοριοδοτήσεως προσόντων. Σε περίπτωση εκπονήσεως ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών ή βοηθητικών εργασιών που κατατείνουν στην εκπόνηση συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνικού έργου ή εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, που δεν έχει πάγιο και διαρκή χαρακτήρα, αλλά χρονικά περιορισμένη διάρκεια, ο χρόνος της συμβάσεως ορισμένου χρόνου ορίζεται εξ αρχής ως ισόχρονος με τη διάρκεια εκπονήσεως του έργου ή της ανατιθέμενης υπηρεσίας και στις συμβάσεις του προσωπικού γίνεται σχετικώς ειδική αναφορά του έργου ή της πρόσκαιρης υπηρεσίας, την οποία θα εκτελέσουν. Μόνο σε περίπτωση μη ολοκληρώσεως του έργου ή της υπηρεσίας και εφ’ όσον δεν ευθύνεται το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου επιτρέπεται η παράταση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του προσωπικού, μετά από ειδική αιτιολογία του οργάνου που αποφασίζει την πρόσληψη.
Απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου των παραπάνω παραγράφων ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου ή μισθώσεως έργου.»
Άρθρο 2
Τα άρθρα 19-29 του υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 19-26, τα οποία έχουν ως εξής: «Άρθρο 19 Πράξη Διορισμού
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.