Αποφάσεις - Ανακοινώσεις — ΦΕΚ A' 58/2003
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 58 5 Μαρτίου 2003 ΠΡΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (1) Πράξη 5 της 27.2.2003 Έγκριση Εθνικού Προγράμματος μείωσης εκπομπών αε?ρίων φαινομένου θερμοκηπίου (2000-2010) σύμφωνα με το άρθρο τρίτο (παράγραφος 3) του Ν. 3017/2002 (ΦΕΚ Α~ 117). ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Έχοντας υπόψη: α. Τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου τρίτου του Ν. 3017/2002 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη Σύμβαση - πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλ?λαγή του κλίματος» (ΦΕΚ Α΄117), β. την υπ΄ αριθμ. 2002/358/ΕΚ Απόφαση του Συμβουλί?ου της 25ης Απριλίου 2002 «για την έγκριση, εξ΄ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κυό?το στη Σύμβαση - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και από την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων» ΕΕ L 130, σ. 1, γ. τις διατάξεις του Ν. 1650/1986 «Για την προστασία του Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ Α΄160), δ. τις διατάξεις των άρθρων 23 (παρ. 1) και 24 του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ Α΄137) και των άρθρων 9 και 13 του Π.Δ 437/1985 «Καθο?ρισμός και ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των Υπουρ?γείων» (ΦΕΚ Α΄157), ε. τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 (ΦΕΚ Α΄ 137), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 «Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητη?ρίων, τροποποίηση διατάξεων του Ν. 1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 154)και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α΄ του Ν. 2469/1997 «Περιορισμός και βελτίω?ση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 38), στ. την από 24.2.2003 εισήγηση της Υπουργού Περιβάλ?λοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αποφασίζει: Άρθρο πρώτο Εγκρίνεται το Εθνικό Πρόγραμμα μείωσης εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (2000-2010), το οποίο έχει ως εξής:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Διεθνείς υποχρεώσεις
1.1 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΚΥΟΤΟ 1.1.1 Γενικά χαρακτηριστικά Η 3η Σύνοδος των Συμβαλλομένων Μερών της Σύμβα?σης, που έλαβε χώρα στο Κυότο τον Δεκέμβριο του 1997, ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τον καθο?ρισμό ενός νομικού οργάνου: του Πρωτοκόλλου του Κυό?το για την κλιματική αλλαγή (στο εξής το Πρωτόκολλο). Το Πρωτόκολλο εξασφαλίζει μία διαδικασία βάσει της οποίας μελλοντικές δράσεις για την αντιμετώπιση της κλι?ματικής μεταβολής μπορεί να εντατικοποιηθούν. Καθορί?ζει για πρώτη φορά νομικά δεσμευτικούς στόχους για τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και επιβεβαιώνει την ανάγκη συνεργασίας της διεθνούς κοινότητας σε θέματα που αφορούν σε ένα σημαντικότα?το περιβαλλοντικό πρόβλημα. Το κεντρικό σημείο του Πρωτοκόλλου είναι οι νομικά κα?τοχυρωμένες δεσμεύσεις των αναπτυγμένων κρατών να ελαττώσουν - μεμονωμένα ή σε συνεργασία με άλλες χώ?ρες - τις εκπομπές 6 αερίων του θερμοκηπίου (CO2, CH4, N2O, HFC, PFC και SF6) αρχικά την περίοδο 2008-2012 σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5% από τα επίπεδα του 1990. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεσμεύτηκε για μείωση των εκ?πομπών της κατά 8%, οι ΗΠΑ για 7%, η Ιαπωνία για 6%, ενώ άλλες χώρες όπως η Ρωσία και η Αυστραλία δεσμεύ?τηκαν να περιορίσουν το ρυθμό αύξησης των εκπομπών τους. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, το Πρωτόκολλο προβλέπει τη χρήση των παρακάτω: • προαιρετική υιοθέτηση κοινών πολιτικών και μέτρων • διαπραγμάτευση δικαιωμάτων εκπομπών (Emissions Trading/ET) •εφαρμογή προγραμμάτων από κοινού (Joint Imple?mentation/JI) • δημιουργία ενός μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης (Clean Development Mechanism/CDM) • προστασία και επαύξηση των δασικών εκτάσεων. 1.1.2. Yποχρεώσεις της ΕΕ και της Ελλάδας Στο πλαίσιο των δεσμεύσεων, που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κυότο, η ΕΕ έχει δεσμευτεί, βάσει του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου, για μείωση των εκπομπών της κατά 8% την περίοδο 2008-2012. Ο διακανονισμός των επιμέρους υποχρεώσεων, στο εσωτερικό της ΕΕ απο?τέλεσε το αντικείμενο συμφωνίας, στο Συμβούλιο Υπουρ?657
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην
Ελλάδα για τα έτη 1990 - 2000 2.1 ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΕΤΗ 1990 - 2000 Στο κεφάλαιο αυτό, παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις για τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου, κατά την περίοδο 1990-2000. Επισημαίνεται ότι το έτος βάσης για το διοξεί?διο του άνθρακα (CO2), το μεθάνιο (CH4) και το υποξείδιο του αζώτου (N2O) είναι το 1990, ενώ για τα F-gases (HFCs, PFCs και SF6), χρησιμοποιήθηκε ως έτος βάσης το 1995. Στον Πίνακα 2.1 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά αποτε?λέσματα των εκπομπών για τα 6 αέρια του θερμοκηπίου για την περίοδο 1990 - 2000. Ακολουθώντας τις Οδηγίες του IPCC για τη σύνταξη των εθνικών απογραφών, οι εκ?πομπές από τις διεθνείς εναέριες και θαλάσσιες μεταφο?ρές δεν περιλαμβάνονται στις συνολικές εθνικές εκπο?μπές. Οι εκπομπές των τριών βασικών αερίων (CO2, CH4 και NO) που καλύπτονται από τη Σύμβαση - Πλαίσιο έχουν αυξηθεί κατά 23% περίπου σε σχέση με το 1990 και κατά συνέπεια ο στόχος που είχε υιοθετηθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης δεν έχει επιτευχθεί. Επιπλέον, η συνολική αύ?ξηση των εκπομπών και των 6 αερίων είναι 23.4% σε σχέ?ση με τις εκπομπές του έτους βάσης. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αποτελούν την πλειοψηφία των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμο?κηπίου, αφού ευθύνονταν για το 80.6% περίπου των συ?νολικών εκπομπών στην Ελλάδα το 2000, ενώ το μεθάνιο και το υποξείδιο του αζώτου ευθύνονταν για το 7.9% και 8.2% αντίστοιχα. Τέλος, τα F-gases (HFCs, PFCs και SF6), ευθύνονταν για το υπόλοιπο 3.3%. Όσον αφορά στη συνεισφορά των επιμέρους τομέων (Διάγραμμα 2.1), οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με την ενέργεια αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή (77.9% πε?ρίπου) των αερίων του θερμοκηπίου. Αυτές περιλαμ?βάνουν κυρίως εκπομπές CO2 από την καύση ορυκτών καυσίμων (95% περίπου του συνόλου των εκπομπών από τον τομέα της ενέργειας) και μικρότερα ποσοστά μεθανί?ου και υποξειδίου του αζώτου (1,5% και 3,5% αντίστοιχα). Οι άλλοι τομείς όπως π.χ η Γεωργία (7.9%), οι βιομηχα?νικές διεργασίες (9.9%), τα Απόβλητα (4.1%) και η Χρήση διαλυτών (0.1%) συνεισφέρουν το υπόλοιπο 22.1% των συνολικών εκπομπών. 2.2 ΑΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ 2.2.1.Διοξείδιο του άνθρακα Όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2.2, στην ενέρ?γεια (καύση ορυκτών καυσίμων) οφείλεται το 92% των συ?νολικών εκπομπών CO2, ενώ το υπόλοιπο 8% προέρχεται από τις βιομηχανικές διεργασίες (παραγωγή τσιμέντου και ασβέστη) και τη χρήση διαλυτών. Από το 1990, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αυ?ξάνονται συνεχώς, με εξαίρεση τα έτη 1991 και 1999, όπου υπήρξε μία μείωση των εκπομπών της τάξης του 0.2% για το 1991 σε σχέση με το 1990 και μείωση 1% το 1999 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το 2000, οι εκπομπές CO2 ήταν 103.7 Mt, συγκρινόμενες με 84.3 Mt το 1990, παρουσιάζοντας συνολική αύξηση περίπου 23%. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών εκπομπών για το χρο?νικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 2.1%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 ανέρχεται στο 3.4%. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στα παραπάνω ποσοστά δεν υπολογίζονται οι εκπομπές και οι απορροφήσεις από τον τομέα της αλλαγής χρήσε?ων γης και δασών. 2.2.2 Μεθάνιο Όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2.3, οι εκπομπές μεθανίου αυξήθηκαν κατά 22% περίπου σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολι?κών εκπομπών μεθανίου για το χρονικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 2%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 ανέρχεται στο 2.2%, (δεν υπολογίζονται οι εκπομπές και οι απορροφήσεις από τον τομέα αλλαγής χρήσεων γης και δασών). Ο τομέας των αποβλήτων, που περιλαμβάνει τα στερεά απορρίμματα και τα υγρά απόβλητα είναι η μεγαλύτερη ανθρωπογενής πηγή εκπομπών μεθανίου, ευθυνόμενη για το 51% περίπου των συνολικών εκπομπών μεθανίου το
Ο τομέας της γεωργίας, που περιλαμβάνει τις εντε?ρικές ζυμώσεις των ζώων, τη διαχείριση ζωικών απορριμ?μάτων και τις καλλιέργειες, είναι η δεύτερη σημαντι?κότερη πηγή εκπομπών, ευθυνόμενη για το 34% των συ?νολικών εκπομπών, ενώ ο τομέας της ενέργειας (διαφυγές αερίων κατά την αποθήκευση και διανομή υγρών/αερίων καυσίμων) ευθύνεται για το υπόλοιπο 15%. 2.2.3 Υποξείδιο του αζώτου Το υποξείδιο του αζώτου (Ν2Ο) είναι ένα ενεργό αέριο του θερμοκηπίου, που παράγεται καταρχήν με φυσικό τρόπο από τα διάφορα χερσαία και υδάτινα οικοσυστή?ματα. Υποξείδιο του αζώτου παράγεται επίσης από την αντίδραση μεταξύ αζώτου και οξυγόνου κατά τη διάρκεια των καύσεων. Το 2000, οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου αυξήθη?καν κατά 4% σε σχέση με το 1990. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών εκπομπών για το χρονικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 0.3%, ενώ το αντίστοιχο ποσο?στό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 βρίσκεται στο 2.1% (χωρίς να υπολογίζονται οι εκπομπές - απορροφή?σεις από τον τομέα αλλαγής χρήσεων γης και δασών). Ο αγροτικός τομέας είναι η κύρια πηγή εκπομπών υπο?ξειδίου του αζώτου, ευθυνόμενη για το 61% περίπου των συνολικών εκπομπών για το 2000. Ο τομέας της ενέργει?ας ευθύνεται για το 34% των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου, ενώ το υπόλοιπο 5% προέρχεται από βιομηχανι?κές διεργασίες. 2.2.4 Φθοριωμένοι υδρογονάνθρακες (HFCs), υπερ?φθοράνθρακες (PFCs) και εξαφθοριούχο θείο (SF6) Όσον αφορά τα υπόλοιπα τρία αέρια του θερμοκηπίου HFCs, PFCs και SF6, οι εκπομπές παρουσιάζουν σημαντι?κή αύξηση φτάνοντας τα 4.4 Mt CO2 eq το 2000, σε σχέση με 1.2 Mt CO2 eq το 1990. Οι εκπομπές των τριών αυτών αερίων προέρχονται αποκλειστικά από βιομηχανικές διεργασίες (Διάγραμμα 2.5) και αφορούν είτε στην παρα?γωγή, συντήρηση, λειτουργία και τελική διάθεση συσκευ?ών ψύξης/κλιματισμού, κ.λπ. («κατανάλωση»), είτε, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, στην παραγωγή HCFC-22 και αλουμινίου («παραγωγή»). Όπως φαίνεται στο Διάγραμ?μα 2.5, οι εκπομπές των τριών αερίων (fgases) που προ?έρχονται από βιομηχανικές διεργασίες και αφορούν στην κατανάλωση καταγράφονται από το 1993 και μετά, φτά?νοντας το 2000 να ευθύνονται για το 12% των συνολικών σχετικών εκπομπών. Το υπόλοιπο 88% προέρχεται από 658 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) το 1997 (όταν οι εκπομπές fgases που προέρχονταν από βιομηχανικές διεργασίες και αφορούν στην παραγωγή έφτασαν στο υψηλότερο σημείο δηλ., 4.1 Mt) και μέχρι το 2000, παρουσιάζουν μια σταδιακή μείωση. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όλα τα στοιχεία που αφορούν τις εκ?πομπές θεωρούνται προσωρινά υπό την έννοια ότι βελ?τιώσεις στη μεθοδολογία, στους συντελεστές εκπομπής και κυρίως σε δεδομένα δραστηριότητας και ενεργειακά ισοζύγια μπορούν να επιφέρουν αλλαγές σε μερικά ή και όλα τα έτη. Οι μεταβολές αυτές επιτρέπονται σύμφωνα με τη Σύμβαση και το Πρωτόκολλο, εφόσον είναι επαρκώς τεκμηριωμένες μέχρι το 2005, οπότε και θα οριστικοποιη?θούν κατόπιν εις βάθους ελέγχου από επιτροπές ειδικών που θα επιλεγούν επί τούτου με ευθύνη της Γραμματείας της Σύμβασης Πλαίσιο για τις Κλιματικές Αλλαγές του ΟΗΕ. Για το λόγο αυτό τα ποσά και ποσοστά που παρου?σιάζονται στην Έκθεση αυτή μπορεί να διαφέρουν από προηγούμενες Εκθέσεις. Οι διαφορές βέβαια αυτές δεν ξεπερνούν το 1-2% και οφείλονται στις αιτίες που προη?γούμενα αναφέρθηκαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. Πρόβλεψη εξέλιξης εκπομπών αερίων του
⋯
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.