Νόμοι — ΦΕΚ A' 58/2010

Type Νόμος
Publication 2010-04-27
Τελευταία ενημέρωση 2010-04-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 91
Reform history JSON API
6.

Ο αποστολέας οφείλει να παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης τυπωμένο αντίγραφο του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου ή κάθε άλλο εμπορικό έγγραφο που μνημονεύει ευανάγνωστα το μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς. Το έγγραφο αυτό πρέπει να μπορεί να προσκομίζεται στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που θα το ζητήσουν καθ΄ όλη τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής.

7.

Ο αποστολέας μπορεί να ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο εάν δεν έχει αρχίσει η διακίνηση σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 4.

8.

Κατά τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ο αποστολέας μπορεί, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, να τροποποιεί τον προορισμό και να παρουσιάζει νέο προορισμό, ο οποίος πρέπει να είναι ένας από τους προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημεία i), ii) ή iii) ή, ενδεχομένως, στο άρθρο 112 παράγραφος 2.

9.

Στην περίπτωση διακίνησης, διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, ενεργειακών προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής τα οποία προορίζονται για παραλήπτη ο οποίος δεν είναι οριστικά γνωστός κατά τη χρονική στιγμή υποβολής από τον αποστολέα του σχεδίου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει στον αποστολέα να παραλείπει από το έγγραφο αυτό τα στοιχεία που αφορούν τον παραλήπτη. Μόλις γίνουν γνωστά τα στοιχεία που αφορούν τον παραλήπτη, το αργότερο δε όταν περατωθεί η διακίνηση, ο αποστολέας, κάνοντας χρήση της διαδικασίας

10.

Κατά την παραλαβή των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων σε οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημεία i), ii) ή iv) ή στο άρθρο 112 παράγραφος 2, ο παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την περάτωση της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους (εφεξής η «αναφορά παραλαβής»), μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος. Η αρμόδια αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται πάραυτα ο παραλήπτης. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η αρμόδια αρχή επιβεβαιώνει στον παραλήπτη την καταχώρηση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα. Όταν τα προϊόντα διακινούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά παραλαβής διαβιβάζεται από την αρμόδια αρχή του τόπου προορισμού στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής, η οποία την προωθεί στον αποστολέα.

11.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημείο iii), και, ενδεχομένως στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση β΄ το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής, με βάση τη θεώρηση του τελωνείου εξόδου, που αναφέρεται στο άρθρο 793 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/1993 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/1992 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ή του τελωνείου όπου πραγματοποιούνται οι διατυπώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το οποίο βεβαιώνει ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα εξήλθαν από το έδαφος της Κοινότητας. Το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που προκύπτουν από τη θεώρηση που αναφέρεται στο ανωτέρω εδάφιο. Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία αυτά και εφόσον το κράτος−μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος−μέλος εξαγωγής, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής διαβιβάζει την αναφορά εξαγωγής στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα. Στις περιπτώσεις που ο τόπος αποστολής των προϊόντων και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά εξαγωγής προωθείται στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής, η οποία τη διαβιβάζει στον αποστολέα.

12.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες για την υποβολή της αναφοράς παραλαβής των προϊόντων από τους παραλήπτες που αναφέρονται στο άρθρο 68 παράγραφος 1, από τους περιστασιακά εγγεγραμμένους παραλήπτες που αναφέρονται στο άρθρο 113 παράγραφος 4, καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.»

24.

Το άρθρο 115 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 115 Διαδικασίες σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι εκτός λειτουργίας

1.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 114 παράγραφος 1, σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι εκτός λειτουργίας στο κράτος−μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να αρχίζει τη διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, υπό την προϋπόθεση:

  • α) ότι τα προϊόντα συνοδεύονται από έντυπο έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο

ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 114 παράγραφος 2,

  • β) ότι ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής πριν από την έναρξη της διακίνησης.

Σε περίπτωση που ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης οφείλει να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής ένα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στην περίπτωση α΄, για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη διακοπή λειτουργίας του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, οφείλει να ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της διακοπής λειτουργίας.

2.

Όταν το μηχανοργανωμένο σύστημα αποκατασταθεί, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 114 παράγραφος 2. Μόλις επικυρωθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 114 παράγραφος 3, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το έντυπο έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περίπτωση α΄ του παρόντος άρθρου. Το άρθρο 114 παράγραφοι 4, 5, 10 και 11 εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία.

3.

Μέχρις ότου επικυρωθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, η διακίνηση θεωρείται ότι πραγματοποιείται υπό καθεστώς αναστολής υπό την κάλυψη του εντύπου εγγράφου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περίπτωση α΄. Ο αποστολέας οφείλει να φυλάσσει αντίγραφο του εν λόγω εντύπου εγγράφου, προς επίρρωση των λογιστικών του βιβλίων.

4.

Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι εκτός λειτουργίας στο κράτος−μέλος αποστολής, ο αποστολέας κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 114 παράγραφος 8, χρησιμοποιώντας άλλα μέσα επικοινωνίας. Για το σκοπό αυτό, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής πριν από την έναρξη της αλλαγής προορισμού. Οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία.

5.

Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημεία i), ii) και iv), στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση β΄ και στο άρθρο 112 παράγραφος 2, η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο, δεν μπορεί να υποβληθεί κατά την περάτωση στο εν λόγω άρθρο, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι εκτός λειτουργίας στο κράτος−μέλος προορισμού είτε διότι, σύμφωνα με την περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο παραλήπτης υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του τόπου προορισμού, εξαιρουμένων δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, έντυπο έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς παραλαβής και επιβεβαιώνει την περάτωση της διακίνησης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προορισμού αποστέλλουν αντίγραφο του εντύπου εγγράφου που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής, οι οποίες το διαβιβάζουν στον αποστολέα ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο μπορεί να υποβληθεί συντόμως από τον παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται κατ΄αναλογία, μεταξύ των αρμόδιων αρχών της χώρας, όταν η διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της. Μόλις αποκατασταθεί η λειτουργία του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος−μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο. Τα εδάφια δεύτερο έως και πέμπτο της παραγράφου 10 του άρθρου 114 εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία.

6.

Όταν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημείο iii), η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 11 πρώτο εδάφιο, δεν είναι δυνατό να καταρτιστεί στο τέλος μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι εκτός λειτουργίας στο κράτος−μέλος εξαγωγής είτε διότι, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους εξαγωγής αποστέλλουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής έντυπο έγγραφο που περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς εξαγωγής και πιστοποιεί την περάτωση της διακίνησης, εκτός εάν η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 11 πρώτο εδάφιο, μπορεί να καταρτιστεί συντόμως μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής διαβιβάζουν στον αποστολέα αντίγραφο του εντύπου εγγράφου που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του. Η διαδικασία των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία, μεταξύ των αρμόδιων αρχών της χώρας, όταν ό τόπος αποστολής και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας. Μόλις αποκατασταθεί η λειτουργία του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος−μέλος εξαγωγής ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους εξαγωγής αποστέλλουν αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 11 πρώτο εδάφιο. Τα εδάφια δεύτερο έως και τέταρτο της παραγράφου 11 του άρθρου 114, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.»

25.

Το άρθρο 116 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 116 Εναλλακτικές αποδείξεις−Αμοιβαία συνδρομή

1.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 115, η αναφορά παραλαβής, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 114, ή η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 114, πιστοποιούν ότι μια διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης έχει περατωθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 112.

2.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εάν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής ή αναφορά εξαγωγής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 115, μπορεί να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημεία i), ii) και iv), στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση β΄ και στο άρθρο 112 παράγραφος 2, για την περάτωση της διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους−μέλους προορισμού, με βάση κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που απεστάλησαν έχουν φθάσει στον αναφερόμενο προορισμό ή, στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ σημείο iii), με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους−μέλους στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο εξόδου, με την οποία πιστοποιείται ότι τα εν λόγω προϊόντα εξήλθαν από το έδαφος της Κοινότητας. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί ένα έγγραφο που υποβάλλεται από τον παραλήπτη και το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με την αναφορά παραλαβής ή την αναφορά εξαγωγής. Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτουςμέλους αποστολής αποδεχθούν τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, προβαίνουν σε κλείσιμο της διακίνησης μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

3.

Οι αρμόδιες αρχές του εσωτερικού της χώρας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών−μελών, ανταλλάσσουν πληροφορίες με διέπουν τη διακίνηση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και η είσπραξη των εν λόγω φόρων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 2073/2004 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2004 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης» (EEL 359/4.12.2004).»

26.

Το άρθρο 118 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 118 Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής

1.

Όταν διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α΄, η θέση σε ανάλωση πραγματοποιείται στο κράτος−μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία και ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο κράτος−μέλος αυτό. Όταν η παρατυπία αυτή διαπράττεται στο εσωτερικό της χώρας ο ειδικός φόρος κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 56 παράγραφος 6 περίπτωση α΄ σημείο ii) του παρόντος Κώδικα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 119Α.

2.

Όταν διαπιστώνεται παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α΄, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία, η εν λόγω παρατυπία θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας κατά το χρόνο που έγινε η διαπίστωση αυτή.

3.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 2, όταν τα προϊόντα προέρχονται από άλλο κράτος−μέλος, οι αρμόδιες αρχές της χώρας μας, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους αποστολής.

4.

Όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που αποστέλλονται από το εσωτερικό της χώρας σε άλλα κράτη−μέλη υπό καθεστώς αναστολής δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους και, κατά τη διάρκεια της διακίνησης δεν έχει διαπιστωθεί καμία παρατυπία που να προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α΄, θεωρείται ότι διαπράχθηκε παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη στιγμή κατά την οποία άρχισε η διακίνηση, εκτός εάν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της διακίνησης σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 4, προσκομισθούν στην αρμόδια αρχή της χώρας μας ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για την περάτωση της διακίνησης, σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5, ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία. Εάν το πρόσωπο που παρέχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 112 εγγύηση δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν αφίχθησαν στον προορισμό τους, του χορηγείται προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημέρα της ανακοίνωσης της πληροφορίας αυτής από την αρμόδια αρχή, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η διακίνηση έχει περατωθεί σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5, ή να υποδείξει τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

5.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις των παραγράφων 2 και 4, εάν, πριν από τη λήξη τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η διακίνηση σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 4, εξακριβωθεί το κράτος−μέλος στο οποίο διαπράχθηκε πράγματι η παρατυπία, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους στο οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους στο οποίο επιβλήθηκε ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, οι οποίες τον επιστρέφουν ή τον διαγράφουν μόλις αποδειχθεί η επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο άλλο κράτος−μέλος.

6.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 65, λόγω της οποίας η διακίνηση ή μέρος της διακίνησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων δεν περατώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5.»

27.

Το άρθρο 119 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 119 Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση

1.

Σε περίπτωση που διαπραχθεί παρατυπία κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 ή το άρθρο 60 παράγραφος 1, σε κράτοςμέλος άλλο από το κράτος−μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, τα προϊόντα υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός στο κράτος − μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία. Σε περίπτωση που η παρατυπία διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος−μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 ή το άρθρο 60 παράγραφος 1, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, εάν το κράτος−μέλος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία εξακριβωθεί πριν από τη λήξη τριετούς περιόδου από την ημερομηνία απόκτησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.

3.

Τον ειδικό φόρο κατανάλωσης υποχρεούται να καταβάλει το πρόσωπο που εγγυήθηκε την καταβολή του, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 7 περίπτωση α΄ την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 119Α. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους στο οποίο τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα τέθηκαν σε ανάλωση, κατόπιν σχετικού αιτήματος, επιστρέφουν ή διαγράφουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ο οποίος επιβλήθηκε στο κράτος−μέλος όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προορισμού αποδεσμεύουν την εγγύηση που έχει κατατεθεί κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 57 παράγραφος 7 περίπτωση α΄, ή του άρθρου 60 παράγραφος 4 περίπτωση α΄.

4.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 1 ή του άρθρου 60 παράγραφος 1, η οποία δεν καλύπτεται από το άρθρο 61 και λόγω της οποίας δεν περατώθηκε με κανονικό τρόπο μια διακίνηση ή μέρος μιας διακίνησης προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.»

28.

Μετά το άρθρο 119 προστίθεται άρθρο 119Α ως ακολούθως: «Άρθρο 119Α Παραβάσεις − Κυρώσεις

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.

2.

Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.

3.

Οι εκτός των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 διαπραττόμενες παραβάσεις, κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά.»

Άρθρο 86

Μεταβατικές διατάξεις και έναρξη ισχύος του άρθρου 85

1.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως και 4 του παρόντος άρθρου, η ισχύς των διατάξεων του προηγούμενου άρθρου αρχίζει από την 1η Απριλίου 2010.

2.

Έως και την 31η Δεκεμβρίου 2010 οι διακινήσεις προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης υπό καθεστώς αναστολής, οι οποίες ξεκινούν από το εσωτερικό της χώρας προς οποιοδήποτε προορισμό που προβλέπεται από το άρθρο 112 του ν. 2960/2001, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 21 του άρθρου 85 του παρόντος νόμου, συνεχίζουν να πραγματοποιούνται και να εκκαθαρίζονται βάσει των διατυπώσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 112 παράγραφοι 3 έως και 6, του άρθρου 115 και του άρθρου 116 παράγραφοι 1 έως και 3 του ν. 2960/2001, όπως αυτές ισχύουν μέχρι και την 31η Μαρτίου 2010. Στις περιπτώσεις αυτές το άρθρο 112 παράγραφος 3 του ν. 2960/2001 όπως ισχύει μέχρι και την 31η Μαρτίου 2010, εφαρμόζεται σε όλους τους εγγυητές που ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 112 παράγραφοι 6 και 7 του ιδίου νόμου, όπως αυτές ισχύουν από 1η Απριλίου 2010.

3.

Για τις διακινήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και για όσες ξεκινούν από άλλα κράτη−μέλη με προορισμό που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, βάσει των διατυπώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή, τα άρθρα 114 και 115 του ν. 2960/2001, όπως ισχύουν από 1η Απριλίου 2010, δεν εφαρμόζονται.

4.

Όλες οι διακινήσεις των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, οι οποίες έχουν αρχίσει πριν από την 1η Απριλίου 2010, συνεχίζονται και εκκαθαρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2960/2001 όπως ισχύουν μέχρι και την 31η Μαρτίου 2010. Για τις διακινήσεις αυτές δεν ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 85 του παρόντος νόμου.

5.

Τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ΄ εξουσιοδότηση διατάξεων των άρθρων του ν. 2960/2001 που αντικαθίστανται με τον παρόντα νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι αντικατάστασής τους αναλόγως προσαρμοζόμενων, εφόσον οι σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις συμπεριλαμβάνονται και στις διατάξεις των άρθρων του ν.2960/2001, όπως αυτά αντικαθίστανται και ισχύουν από 1η Απριλίου 2010. Οι διοικητικές και κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση διατάξεων άρθρων του ν. 2960/2001 που αντικαθίστανται με τον παρόντα νόμο, αναλόγως προσαρμοζόμενων, εξακολουθούν να ισχύουν και για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων του ν. 2960/2001 όπως αυτά αντικαθίστανται και ισχύουν από 1η Απριλίου 2010, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 87

Ειδικός Φόρος σε είδη πολυτελείας και άλλες διατάξεις 1.Το άρθρο 17 του νόμου 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α΄), τροποποιείται ως ακολούθως:

  • α) Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 17 προστίθενται τα παρακάτω εδάφια:

«Προκειμένου για επιβατικά οχήματα της Δασμολογικής Κλάσης 87.03 προερχόμενα από διασκευή, για τη διαμόρφωση της αξίας για την επιλογή του ποσοστού και επιβολή του φόρου πολυτελείας, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2, λαμβάνονται υπόψη:

  • α) η εργοστασιακή αξία του προς διασκευή οχήματος

ή βάσης και

  • β) η αξία του κόστους διασκευής στην οποία δεν θα

συμπεριλαμβάνεται το ποσό του Φ.Π.Α.»

  • β) Η παράγραφος 3 του άρθρου 17 αντικαθίσταται

ως εξής: κλοφορήσουν ως δημόσιας χρήσης, τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, τα ασθενοφόρα, οι νεκροφόρες, τα οχήματα μεταφοράς κρατουμένων (κλούβες), καθώς και τα αυτοκίνητα οχήματα με μικτό βάρος μέχρι 3,5 τόνους της Δασμολογικής Κλάσης 87.03 της πρώτης και δεύτερης υποπερίπτωσης της περίπτωσης ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 123 του ν. 2960/2001.

  • β) Τα επιβατικά αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται από

παραπληγικούς αναπήρους και αναπήρους με αμφοτερόπλευρο ακρωτηριασμό κάτω άκρων, στις περιπτώσεις όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης για επιβατικά αυτοκίνητα κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 1.650 κυβικών εκατοστών. Για τα αυτοκίνητα του προηγούμενου εδαφίου που παραλαμβάνονται με απαλλαγή από το φόρο πολυτελείας και αποδεσμεύονται από το καθεστώς απαλλαγής του τέλους ταξινόμησης πριν από την παρέλευση του κατά περίπτωση ισχύοντος ως προς το τέλος ταξινόμησης περιοριστικού διαστήματος, εισπράττεται ο φόρος πολυτελείας που αναλογεί. Ο φόρος πολυτελείας επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄)

  • γ) Τα είδη των περιπτώσεων η), θ), ι) και ια) του πίνακα

της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, των οποίων η φορολογητέα αξία επιβολής του φόρου πολυτελείας είναι μικρότερη των χιλίων (1.000) ευρώ ανά τεμάχιο και τα επαγγελματικά σκάφη αναψυχής.»

  • γ) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου

17 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Ο φόρος πολυτελείας των επιβατικών αυτοκινήτων και των μεταφορικών μέσων των περιπτώσεων ιβ) και ιγ) του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 17, ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης, βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές παράλληλα με τη βεβαίωση και είσπραξη των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων και ως προς τις κυρώσεις εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του ν. 2960/2001.»

2.

στο τέλος του εδαφίου της περίπτωσης στ) του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 17 και πριν τις δασμολογικές κλάσεις προστίθενται οι λέξεις «Διαμάντια έστω και κατεργασμένα».

3.

στο τέλος της περίπτωσης α΄ του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 17 προστίθενται οι παρακάτω διακρίσεις: «4103.20, ΕΧ 4103.90, ΕΧ 4106.91, ΕΧ 4106.92».

4.

Μετά την περίπτωση ιγ) του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 17 προστίθενται οι παρακάτω περιπτώσεις: «ΠΟΣΟΣΤΟ ΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

  • ιδ) Ρολόγια από πολύτιμα μέταλλα

ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα Δ.Κ. 9101 10%

  • ιε) Κάσες (κελύφη) για ρολόγια από

πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα της δασμολογικής διάκρισης 9111.10 10%

  • ιστ) Βραχιόλια (μπρασελέ) ρολογιών

από πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα από πολύτιμα μέταλλα της δασμολογικής διάκρισης 9113.10 10%

  • ιζ) Τα είδη των παραπάνω περιπτώσεων η΄, θ΄ και ι΄

από άργυρο των δασμολογικών κλάσεων ΕΧ 7113, ΕΧ 7114 και ΕΧ 7115 εξαιρούνται του φόρου πολυτελείας.»

5.

α) Όλα τα προβλεπόμενα βιβλία, τίτλοι είσπραξης και επιστροφής και λοιπά στοιχεία που τηρούνται για την ταμιακή υπηρεσία των Τελωνείων, όπως αυτά προβλέπονται σε ισχύουσες διατάξεις αναφορικά με τη διεξαγωγή των συναλλαγών στα Τελωνεία, δύνανται να τηρούνται και να εκδίδονται ηλεκτρονικά από τα Τελωνεία που λειτουργούν μηχανογραφικά. Όσα από τα παραπάνω είναι απαραίτητα για τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου εκτυπώνονται υποχρεωτικά. Η είσπραξη των οφειλόμενων, από κάθε αιτία, ποσών δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων δύναται να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά με χρήση οποιουδήποτε καθιερωμένου στις συναλλαγές τρόπου πληρωμής. Η επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών στους δικαιούχους είναι δυνατό να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά με εντολή μεταφοράς με διαβίβαση ηλεκτρονικού αρχείου επιστροφών στην Τράπεζα της Ελλάδος με μείωση των κωδικών του προϋπολογισμού είσπραξης και διεκπεραίωση της συναλλαγής μέσω τράπεζας που συμμετέχει στο Γραφείο Συμψηφισμού της Τράπεζας της Ελλάδος. Το αρχείο αυτό θα φέρει ηλεκτρονική υπογραφή από την Υπηρεσία που θα ορισθεί. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες, οι λεπτομέρειες και ό,τι άλλο απαιτείται για την εφαρμογή του ηλεκτρονικού συστήματος εισπράξεων και πληρωμών.

  • β) Η συγκέντρωση των ηλεκτρονικών εισπράξεων, ο

έλεγχος των ηλεκτρονικά ανταλλασσόμενων αρχείων με την Τράπεζα της Ελλάδος και η απόδοση των βεβαιωθέντων και εισπραχθέντων ποσών των Τελωνείων στον Προϋπολογισμό, μετά την αφαίρεση των επιστροφών, πραγματοποιείται από Υπηρεσία η οποία προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι αρμοδιότητες, καθώς και ο τρόπος λειτουργίας της.

6.

Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α΄) προστίθενται τρία νέα εδάφια που έχουν ως εξής: «Ο φόρος πολυτελείας της παραπάνω παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου για τα εγχωρίως παραγόμενα ειδικά για τα πωλούμενα λιανικώς για τα οποία προηγούμενα δεν έχει επιβληθεί φόρος πολυτελείας λόγω παραγωγής τους από την ίδια επιχείρηση, επιβάλλεται επί της τιμής λιανικής πώλησης προ Φ.Π.Α., μειωμένης κατά 30%. Ο φόρος αυτός δεν επιβάλλεται εάν τα αγαθά αυτά εξάγονται ή αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικής παράδοσης. Χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης κατά την ενδοκοινοτική απόκτηση είναι ο χρόνος παραλαβής των ειδών από τον αποκτώντα, για δε τα εγχωρίως παραγόμενα, κατά την πώληση αυτών από τον παραγωγό. Τα θέματα που αφορούν τη βεβαίωση, τον έλεγχο, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου και την έκδοση καταλογιστικών πράξεων διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος. Oι διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στη φορολογία αυτή.» ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 88

Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του π.δ. 85/2005 (ΦΕΚ 122 Α΄)

1.

Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.), που συνεστήθη με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄) μετονομάζεται σε Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.).

2.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005 (ΦΕΚ 122 Α΄) προστίθεται περίπτωση δ΄ ως ακολούθως: «δ) Τμήμα Δ΄ Ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες.»

3.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005 (ΦΕΚ 122 Α΄) προστίθεται περίπτωση δ΄ ως ακολούθως: «δ) Τμήμα Δ΄ Ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος είναι αυτές της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005 (Τμήμα Α΄ Κοινοτικών και Εθνικών Επιδοτήσεων και Επιχορηγήσεων), ως προς τα θέματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παράνομης προέλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων, παράνομων χρηματιστηριακών και τραπεζικών εργασιών και παράνομων χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, συναλλαγών και δραστηριοτήτων γενικά, αρμοδιότητες που ασκούνταν ως σήμερα από το Τμήμα Β΄ Ειδικών Οικονομικών Υποθέσεων της ίδιας Διεύθυνσης. Συνεργάζεται με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ανίχνευση και τον εντοπισμό στη χώρα μας, προϊόντων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, που προέρχονται από διασυνοριακές εγκληματικές δραστηριότητες και ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής συνδρομής για δέσμευση ή για κατάσχεση ή για δήμευση σε ποινικές υποθέσεις και σε υλοποίηση της απόφασης 2007/845/ ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Δεκεμβρίου 2007, καθώς και των αποφάσεών του: α) 2001/500/JHA για το ξέπλυμα χρήματος, τον εντοπισμό, τον προσδιορισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων, β) 2003/577/JHA για την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης, γ) 2005/212/JHA για τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, δ) 2006/783/ JHA για την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δήμευσης και ε) 2006/960/JHA για την απλοποίηση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των Διωκτικών Αρχών των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεργάζεται σε εθνικό επίπεδο με όλες τις αρμόδιες αρχές της χώρας για την άμεση ανταπόκριση και συνδρομή στα αιτήματα των αντίστοιχων Υπηρεσιών των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική και κοινοτική νομοθεσία και των τρίτων χωρών που καλύπτονται με συμβάσεις αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής που έχει υπογράψει η χώρα μας. Ορίζεται ως το Εθνικό Γραφείο ανάκτησης κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων από εγκληματικές δραστηριότητες και ως το σημείο επαφής με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες ανάκτησης κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως στόχο αφ’ ενός τη διευκόλυνση της αμοιβαίας διοικητικής συνεργασίας και συνδρομής, με την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων μέσω του δικτύου CARIN (CAMDEN ASSETS RECOVERY INTER−AGENCY NETWORK) και αφ’ ετέρου την ενίσχυση της αμοιβαίας γνώσης των μεθόδων και των τεχνικών στον τομέα της διασυνοριακής ανίχνευσης, δέσμευσης, κατάσχεσης και δήμευσης των προϊόντων και άλλων περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος. Διενεργεί εσωτερικές έρευνες και όπου απαιτείται διαβιβάζει τα αιτήματα στις Περιφερειακές Διευθύνσεις του Σ.Δ.Ο.Ε., προκειμένου να διενεργήσουν σχετικές έρευνες και ελέγχους. Οι διωκτικές και δικαστικές αρχές της χώρας, υποχρεούνται να ενημερώνουν έγκαιρα το Τμήμα Δ΄ για όλες τις δεσμεύσεις, κατασχέσεις και δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων αφ’ ενός για την τήρηση στοιχείων στον τομέα αυτό και αφ’ ετέρου για να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της EUROPOL και των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως εθνικό σημείο επαφής για τη χώρα μας. Η ανάκτηση των κεφαλαίων των πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων και προσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες γίνεται κατόπιν δικαστικής συνδρομής με την προβλεπόμενη διαδικασία μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία δεν υποκαθίσταται με τις διατάξεις αυτές. Στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του υποστηρίζεται από το επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και από προσωπικό που αποσπάται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων.»

4.

Το άρθρο 11 του π.δ. 85/2005 (ΦΕΚ 122 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11 Διάρθρωση και αρμοδιότητες των Επιχειρησιακών Διευθύνσεων Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών και Θεσσαλονίκης Ι. Η Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών διαρθρώνεται στις παρακάτω Υποδιευθύνσεις και Τμήματα:

  • α) Α΄ Υποδιεύθυνση Ελέγχων, η οποία συγκροτείται

από τρία (3) Τμήματα Ελέγχων.

  • β) Β΄ Υποδιεύθυνση Ελέγχων, η οποία συγκροτείται

από τρία (3) Τμήματα Ελέγχων.

  • γ) Τμήμα Δικαστικού.
  • δ) Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας.

Οι αρμοδιότητες της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων, ως εξής: Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Επιλαμβάνεται θεμάτων που αφορούν στην πρόληψη και καταστολή απατών, παρατυπιών και λοιπών παράνομων οικονομικών δραστηριοτήτων σε βάρος των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων σε βάρος των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. Διενεργεί ελέγχους και εξακριβώσεις από κοινού με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (O.L.A.F.), σύμφωνα με τον Κανονισμό 2185/1996 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες Υπηρεσίες της χώρας, της Ε.Ε. αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση στα αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση.

  • β) Τμήμα Β΄− Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Παράνομων Εσόδων και Ελέγχου Περιουσιακής Κατάστασης Φυσικών Προσώπων

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων αρμοδιότητας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες Υπηρεσίες της χώρας, της Ε.Ε. αλλά και τρίτων χωρών, καθώς και με την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το άρθρο 40 του ίδιου νόμου, για την αποτελεσματικότερη δράση στα αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Διενεργεί ελέγχους περιουσιακής κατάστασης και δαπανών των φυσικών προσώπων.

  • γ) Τμήμα Γ΄− Προστασίας Διανοητικής Ιδιοκτησίας

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Ασκεί τις αρμοδιότητες ποινικής και διοικητικής διαδικασίας που απορρέουν από τις σχετικές διατάξεις, όπως αυτές ισχύουν, των νόμων 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας» και 2239/1994 «περί εμπορικών σημάτων». Συλλέγει, αναλύει και αξιολογεί στοιχεία και πληροφορίες από βάσεις δεδομένων, στατιστικές αναλύσεις και λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων, που απορρέουν από την ως άνω ισχύουσα νομοθεσία. Τηρεί αρχείο στατιστικών δεδομένων επί των παραβάσεων των ανωτέρω περιπτώσεων και ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες. Συνεργάζεται και ενημερώνει τις Φορολογικές, Τελωνειακές και λοιπές αρμόδιες αρχές και φορείς, όταν από τις παραβάσεις των ανωτέρω νόμων, ανακύπτουν θέματα που εντάσσονται στις δικές του αρμοδιότητες. Β. Β΄ Υποδιεύθυνση Ελέγχων

  • α) Τμήμα Α΄− Ελέγχου Εθνικών Επιδοτήσεων και Επιχορηγήσεων

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Επιλαμβάνεται επί θεμάτων πρόληψης και καταστολής παραβάσεων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων, επί θεμάτων προμηθειών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. του ευρύτερου Δημόσιου τομέα και των Ν.Π.Ι.Δ. που επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, επί θεμάτων νόμιμης διάθεσης και χρησιμοποίησης των κρατικών χρηματοδοτήσεων και δανείων και επί παραβάσεων της νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών κινήτρων, καθώς και επί παραβάσεων επί σχετικών συμβάσεων των κρατικών επιχορηγήσεων, επιδοτήσεων ή δανείων για επενδύσεις. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητάς του. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Ερευνά υποθέσεις υπερτιμολόγησης και υποτιμολόγησης αγαθών και υπηρεσιών που προμηθεύονται ή λαμβάνουν φορείς του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

  • β) Τμήμα Β΄− Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Επιλαμβάνεται θεμάτων πρόληψης και καταστολής οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων που διενεργούνται σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων και της εθνικής οικονομίας, καθώς και σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, στα θέματα της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005, εκτός αυτών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητάς του.

  • γ) Τμήμα Γ΄− Ελέγχου Ηλεκτρονικού Εμπορίου και

Εγκλήματος Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Επιλαμβάνεται θεμάτων πρόληψης και καταστολής παραβάσεων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων και σε βάρος των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου από παράνομες δραστηριότητες και συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και ειδών που απαγορεύονται ή τελούν υπό περιορισμό, οι οποίες διενεργούνται ή προωθούνται μέσω του διαδικτύου (INTERNET) με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων και λοιπών νέων τεχνολογιών. Ερευνά στο διαδίκτυο (INTERNET), διαβιβάζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που δεν αξιοποιούνται επιχειρησιακά στο αρμόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες για τον εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων αρμοδιότητας του Σ.Δ.Ο.Ε. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτες χώρες για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος. Γ. Τμήμα Δικαστικού Παραλαμβάνει τις υποθέσεις φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών παραβάσεων και επιμελείται της παραπομπής αυτών στη δικαιοσύνη. Συλλέγει το αποδεικτικό υλικό, λαμβάνει καταθέσεις και απολογίες, καθώς και συμπληρώνει τους φακέλους με τις τυχόν άλλες απαραίτητες εκθέσεις. Υποβάλλει τις μηνυτήριες αναφορές στον αρμόδιο Εισαγγελέα για παραβάσεις επί υποθέσεων αρμοδιότητας του Σ.Δ.Ο.E., οι οποίες διαπιστώνονται από αυτό και διώκονται ποινικά κατά την κείμενη νομοθεσία, παρακολουθεί την εκδίκαση αυτών, υποστηρίζει τις θέσεις του Δημοσίου και υποβάλλει τα αναγκαία ένδικα μέσα και βοηθήματα, σε συνεργασία με τα αρμόδια Δικαστικά Γραφεία. Ενημερώνει το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης της κεντρικής υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. για την πορεία των υποθέσεων που άγονται στα δικαστήρια. Συνεργάζεται με τους αρμόδιους Παρέδρους του N.Σ.K. για θέματα της Διεύθυνσης, τα οποία χρειάζονται νομική και δικαστική υποστήριξη. Μεριμνά για την παράδοση στις αρμόδιες αρχές των κατασχεθέντων εμπορευμάτων λαθρεμπορίας, φοροδιαφυγής ή άλλων περιπτώσεων. Δ. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας i. Συγκεντρώνει, επεξεργάζεται και αξιολογεί τα δεδομένα από τα συστήματα πληροφορικής. Καταγράφει τις οικονομικές δραστηριότητες, κατά γεωγραφική περιοχή ή άλλες διακρίσεις και εκπονεί τις μεθόδους δράσης για κάθε δραστηριότητα. Προσδιορίζει το είδος των ελέγχων, σύμφωνα με τα επιχειρησιακά σχέδια και τις οδηγίες των ελεγκτικών επαληθεύσεων. Προετοιμάζει και εκδίδει μηχανογραφικά τις εντολές ελέγχου. Φροντίζει, σε συνεργασία με τις Υποδιευθύνσεις, ώστε, κατά την καθημερινή εργασία, να μην υπάρχει επικάλυψη στη διενέργεια των ελέγχων. Μεριμνά για τον εφοδιασμό των ελεγκτών με τα κατάλληλα έντυπα των ελέγχων. Ενημερώνει τη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Ελέγχων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. για θέματα άσκησης του ελεγκτικού έργου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών και εισηγείται τη λήψη των αναγκαίων διοικητικών και νομοθετικών μέτρων. Μελετά τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διάπραξη του οικονομικού εγκλήματος και ενημερώνει σχετικά τους υπαλλήλους της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών για την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή του έργου τους στον εντοπισμό των παραβατών και την πρόληψη και δίωξη γενικότερα του οικονομικού εγκλήματος. ii. Μεριμνά για την παραλαβή και την αναπαραγωγή των διαφόρων εγγράφων και εγκυκλίων, καθώς και για τη διανομή αυτών στους υπαλλήλους. Μεριμνά για την παραλαβή των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.), τη βιβλιοδεσία τους και την τήρηση βιβλιοθήκης Φ.Ε.Κ., καθώς και άλλων εντύπων και βιβλίων, σχετικών με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες του Σ.Δ.Ο.Ε. Τηρεί το γενικό αρχείο εγγράφων και εγκυκλίων της Διεύθυνσης και φροντίζει την εκκαθάριση αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά σχετικές διατάξεις. Μεριμνά για τη στελέχωση της Διεύθυνσης με το απαραίτητο προσωπικό. Μεριμνά για τη χορήγηση κάθε φύσης αδειών του προσωπικού της Διεύθυνσης. Εκκαθαρίζει και πληρώνει τις αποδοχές, τα επιδόματα και λοιπές αμοιβές ή αποζημιώσεις του προσωπικού της Διεύθυνσης, χορηγεί τις σχετικές βεβαιώσεις και εκδίδει τα φύλλα διακοπής μισθοδοσίας αυτού. Τηρεί το πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. Εποπτεύει την προσέλευση και αποχώρηση του προσωπικού της Διεύθυνσης. Διεκπεραιώνει την κοινή και εμπιστευτική αλληλογραφία (όπως παραλαβή, πρωτοκόλληση, δακτυλογράφηση, παραβολή, εκτύπωση αντιγράφων και αποστολή εγγράφων) και ασκεί, γενικά, τη γραμματειακή υποστήριξη Παρακολουθεί τις δαπάνες της Διεύθυνσης και εισηγείται στην αρμόδια Διεύθυνση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου για την κατάρτιση και εγγραφή στον Κρατικό Προϋπολογισμό Εξόδων των αναγκαίων πιστώσεων προμήθειας κάθε είδους υλικού και μέσων, καθώς και επισκευής και συντήρησης του εξοπλισμού. και στοιχεία παρακολούθησης της διαχείρισης αυτού, καθώς και τη διάθεσή τους στους χρήστες. Μεριμνά για τη συντήρηση και την επισκευή των χερσαίων μέσων δίωξης, τον εφοδιασμό τους με καύσιμα, λιπαντικά και άλλα απαραίτητα εφόδια και παρακολουθεί την κίνησή τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Επιμελείται της στέγασης και φύλαξης των αυτοκινήτων, των μοτοσικλετών και των λοιπών μέσων δίωξης. Εφοδιάζει τα αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες με συμβατικές πινακίδες κυκλοφορίας. ΙΙ. Η Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης διαρθρώνεται στα παρακάτω Τμήματα, μεταξύ των οποίων κατανέμονται οι αρμοδιότητές τους, ως εξής:

  • α) Τμήμα Α΄− Ελέγχου Κοινοτικών και Εθνικών Επιδοτήσεων και Επιχορηγήσεων

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. i. Επιλαμβάνεται θεμάτων που αφορούν στην πρόληψη και καταστολή απατών, παρατυπιών και λοιπών παράνομων οικονομικών δραστηριοτήτων σε βάρος των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων σε βάρος των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. Διενεργεί ελέγχους και εξακριβώσεις από κοινού με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (O.L.A.F.), σύμφωνα με τον Κανονισμό 2185/1996 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες Υπηρεσίες της χώρας, της Ε.Ε. αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση στα αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. ii. Επιλαμβάνεται επί θεμάτων πρόληψης και καταστολής παραβάσεων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων, επί θεμάτων προμηθειών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των Ν.Π.Ι.Δ. που επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, επί θεμάτων νόμιμης διάθεσης και χρησιμοποίησης των κρατικών χρηματοδοτήσεων και δανείων και επί παραβάσεων της νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών κινήτρων, καθώς και επί παραβάσεων επί σχετικών συμβάσεων των κρατικών επιχορηγήσεων, επιδοτήσεων ή δανείων για επενδύσεις. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητάς του. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Ερευνά υποθέσεις υπερτιμολόγησης και υποτιμολόγησης αγαθών και υπηρεσιών που προμηθεύονται ή λαμβάνουν φορείς του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

  • β) Τμήμα Β΄− Χρηματοοικονομικών υποθέσεων

Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Επιλαμβάνεται θεμάτων πρόληψης και καταστολής οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων που διενεργούνται σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων και της εθνικής οικονομίας, καθώς και σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, στα θέματα της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του π.δ. 85/2005, εκτός αυτών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση οικονομικών παραβάσεων και εγκλημάτων. Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτων χωρών για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητάς του.

  • γ) Τμήμα Γ΄ − Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης

Παράνομων Εσόδων και Ελέγχου Περιουσιακής Κατάστασης Φυσικών Προσώπων Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων αρμοδιότητας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ε.Ε. αλλά και τρίτων χωρών, καθώς και με την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 7 του νόμου 3691/2008, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το άρθρο 40 του ίδιου νόμου, για την αποτελεσματικότερη δράση στα αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος. ΦΕΚ 58 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1273 Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση. Διενεργεί ελέγχους περιουσιακής κατάστασης και δαπανών των φυσικών προσώπων.

  • δ) Τμήμα Δ΄ – Προστασίας Διανοητικής Ιδιοκτησίας και

Ελέγχου Ηλεκτρονικού Εμπορίου και Εγκλήματος Ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄−ια΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. i. Ασκεί τις αρμοδιότητες ποινικής και διοικητικής διαδικασίας που απορρέουν από τις σχετικές διατάξεις, όπως αυτές ισχύουν, των νόμων 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας» και 2239/1994 «περί εμπορικών σημάτων». Συλλέγει, αναλύει και αξιολογεί στοιχεία και πληροφορίες από βάσεις δεδομένων, στατιστικές αναλύσεις και λοιπές πηγές πληροφοριών και στοιχείων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες προς εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων, που απορρέουν από την ως άνω ισχύουσα νομοθεσία. Τηρεί αρχείο στατιστικών δεδομένων επί των παραβάσεων των ανωτέρω περιπτώσεων και ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες. Συνεργάζεται και ενημερώνει τις Φορολογικές, Τελωνειακές και λοιπές αρμόδιες αρχές και φορείς, όταν από τις παραβάσεις των ανωτέρω νόμων, ανακύπτουν θέματα που εντάσσονται στις δικές του αρμοδιότητες. ii. Επιλαμβάνεται θεμάτων πρόληψης και καταστολής παραβάσεων σε βάρος των εθνικών δημοσιονομικών συμφερόντων και σε βάρος των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου από παράνομες δραστηριότητες και συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και ειδών που απαγορεύονται ή τελούν υπό περιορισμό, οι οποίες διενεργούνται ή προωθούνται μέσω του διαδικτύου (INTERNET) με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων και λοιπών νέων τεχνολογιών. Ερευνά στο διαδίκτυο (INTERNET), διαβιβάζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που δεν αξιοποιούνται επιχειρησιακά στο αρμόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία και αξιολόγηση και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έρευνες για τον εντοπισμό, αποκάλυψη, τεκμηρίωση και καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων και λοιπών παραβάσεων αρμοδιότητας του Σ.Δ.Ο.Ε. Συνεργάζεται με αντίστοιχες συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τρίτες χώρες για την αποτελεσματικότερη δράση σε θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

  • ε) Τμήμα Ε΄− Διοικητικής Μέριμνας και Δικαστικού

i. Συγκεντρώνει, επεξεργάζεται και αξιολογεί τα δεδομένα από τα συστήματα πληροφορικής. Καταγράφει τις οικονομικές δραστηριότητες, κατά γεωγραφική περιοχή ή άλλες διακρίσεις και εκπονεί τις μεθόδους δράσης για κάθε δραστηριότητα. Προσδιορίζει το είδος των ελέγχων, σύμφωνα με τα επιχειρησιακά σχέδια και τις οδηγίες των ελεγκτικών επαληθεύσεων. Προετοιμάζει και εκδίδει μηχανογραφικά τις εντολές ελέγχου. Φροντίζει, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα τμήματα, ώστε, κατά την καθημερινή εργασία, να μην υπάρχει επικάλυψη στη διενέργεια των ελέγχων. Μεριμνά για τον εφοδιασμό των ελεγκτών με τα κατάλληλα έντυπα των ελέγχων. Ενημερώνει τη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Ελέγχων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. για θέματα άσκησης του ελεγκτικού έργου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης και εισηγείται τη λήψη των αναγκαίων διοικητικών και νομοθετικών μέτρων. Μελετά τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διάπραξη του οικονομικού εγκλήματος και ενημερώνει σχετικά τους υπαλλήλους της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης για την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή του έργου τους στον εντοπισμό των παραβατών και την πρόληψη και δίωξη γενικότερα του οικονομικού εγκλήματος. ii. Μεριμνά για την παραλαβή και την αναπαραγωγή των διαφόρων εγγράφων και εγκυκλίων, καθώς και για τη διανομή αυτών στους υπαλλήλους. Μεριμνά για την παραλαβή των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.), τη βιβλιοδεσία τους και την τήρηση βιβλιοθήκης Φ.Ε.Κ., καθώς και άλλων εντύπων και βιβλίων, σχετικών με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες του Σ.Δ.Ο.Ε. Τηρεί το γενικό αρχείο εγγράφων και εγκυκλίων της Διεύθυνσης και φροντίζει την εκκαθάριση αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά σχετικές διατάξεις. Μεριμνά για τη στελέχωση της Διεύθυνσης με το απαραίτητο προσωπικό. Μεριμνά για τη χορήγηση κάθε φύσης αδειών του προσωπικού της Διεύθυνσης. Εκκαθαρίζει και πληρώνει τις αποδοχές, τα επιδόματα και λοιπές αμοιβές ή αποζημιώσεις του προσωπικού της Διεύθυνσης, χορηγεί τις σχετικές βεβαιώσεις και εκδίδει τα φύλλα διακοπής μισθοδοσίας αυτού. Τηρεί το πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. Εποπτεύει την προσέλευση και αποχώρηση του προσωπικού της Διεύθυνσης. Διεκπεραιώνει την κοινή και εμπιστευτική αλληλογραφία (όπως παραλαβή, πρωτοκόλληση, δακτυλογράφηση, παραβολή, εκτύπωση αντιγράφων και αποστολή εγγράφων) και ασκεί, γενικά, τη γραμματειακή υποστήριξη Παρακολουθεί τις δαπάνες της Διεύθυνσης και εισηγείται στην αρμόδια Διεύθυνση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου για την κατάρτιση και εγγραφή στον Κρατικό Προϋπολογισμό Εξόδων των αναγκαίων πιστώσεων προμήθειας κάθε είδους υλικού και μέσων, καθώς και επισκευής και συντήρησης του εξοπλισμού. και στοιχεία παρακολούθησης της διαχείρισης αυτού, καθώς και τη διάθεσή τους στους χρήστες. Μεριμνά για τη συντήρηση και την επισκευή των χερσαίων μέσων δίωξης, τον εφοδιασμό τους με καύσιμα, λιπαντικά και άλλα απαραίτητα εφόδια και παρακολουθεί την κίνησή τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Επιμελείται της στέγασης και φύλαξης των αυτοκινήτων, των μοτοσικλετών και των λοιπών μέσων δίωξης. Εφοδιάζει τα αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες με συμβατικές πινακίδες κυκλοφορίας. iii. Παραλαμβάνει τις υποθέσεις φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών παραβάσεων και επιμελείται της παραπομπής αυτών στη δικαιοσύνη. Συλλέγει το αποδεικτικό υλικό, λαμβάνει καταθέσεις και απολογίες, καθώς και συμπληρώνει τους φακέλους με τις τυχόν άλλες απαραίτητες εκθέσεις. Υποβάλλει τις μηνυτήριες αναφορές στον αρμόδιο Εισαγγελέα για παραβάσεις επί υποθέσεων αρμοδιότητας του Σ.Δ.Ο.E., οι οποίες διαπιστώνονται από αυτό και διώκονται ποινικά κατά την κείμενη νομοθεσία, παρακολουθεί την εκδίκαση αυτών, υποστηρίζει τις θέσεις του Δημοσίου και υποβάλλει τα αναγκαία ένδικα μέσα και βοηθήματα, σε συνεργασία με τα αρμόδια Δικαστικά Γραφεία. Ενημερώνει το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης της κεντρικής υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. για την πορεία των υποθέσεων που άγονται στα δικαστήρια. Συνεργάζεται με τους αρμόδιους Παρέδρους του N.Σ.K. για θέματα της Διεύθυνσης, τα οποία χρειάζονται νομική και δικαστική υποστήριξη. Μεριμνά για την παράδοση στις αρμόδιες αρχές των κατασχεθέντων εμπορευμάτων λαθρεμπορίας, φοροδιαφυγής ή άλλων περιπτώσεων.»

5.

Η οργανική θέση αναπληρωτή προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών, που συστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄), καταργείται από την έναρξη λειτουργίας της Διεύθυνσης αυτής με τη νέα της δομή.

6.

Όπου στις διατάξεις του άρθρου 25 του π.δ. 85/2005 (ΦΕΚ 122 Α΄) αναφέρονται οι κλάδοι ΠΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Πληροφορικής (software), ΔΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Πληροφορικής (software), ΠΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Πληροφορικής (hardware), ΤΕ Προσωπικού Η/Υ: Ειδικότητας Χειριστών Μέσων Εισαγωγής Στοιχείων, ΔΕ Οδηγών και ΔΕ Δακτυλογράφων, νοούνται οι κλάδοι ΠΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Επιστήμης Η/Υ (software), ΔΕ Προσωπικού: Ειδικότητας Προγραμματιστών Η/Υ, ΠΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Μηχανικών Η/Υ (hardware), ΤΕ Πληροφορικής: Ειδικότητας Πληροφορικής (software), ΔΕ Τεχνικός: Ειδικότητας Οδηγών Αυτοκινήτων και ΔΕ Δακτυλογράφων – Στενογράφων: Ειδικότητας Ελληνικής Δακτυλογραφίας, αντίστοιχα.

7.

Ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του Τμήματος Δ΄ − Ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων, που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες της Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων, καθώς και των Επιχειρησιακών Διευθύνσεων Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών και Θεσσαλονίκης με τη νέα τους δομή, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 89

Γραφείο Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων και Προστασίας Δεδομένων και Υποδομών στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών συστήνεται αυτοτελές Γραφείο Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων και Προστασίας Δεδομένων και Υποδομών υπαγόμενο απευθείας στο Γενικό Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων. Αρμοδιότητές του Γραφείου είναι:

  • α) Η μέριμνα για την ασφάλεια των Πληροφοριακών

Συστημάτων, με την καθιέρωση και εφαρμογή αρχών, διαδικασιών, τεχνικών και μέτρων προστασίας των στοιχείων και ολόκληρου του Πληροφορικού Συστήματος από κάθε τυχαία ή σκόπιμη απειλή.

  • β) Η σύνταξη προτύπων σχεδιασμού, ανάπτυξης και

λειτουργίας Πληροφορικού Συστήματος, ασφάλειας και ποιοτικού ελέγχου.

  • γ) Η ανάπτυξη του σχεδίου και η παρακολούθηση της

υλοποίησης των αναγκαίων μέτρων προστασίας, καθώς και η αποτίμηση του βαθμού αποτελεσματικότητας των μέτρων προστασίας.

  • δ) Η παρακολούθηση των καταστάσεων ανασφάλειας,

των Πληροφοριακών Συστημάτων που καταγράφονται και γνωστοποιούνται στο Γραφείο αυτό από τις Υπηρεσίες της Γ.Γ.Π.Σ, καθώς και ο έλεγχος και η διερεύνηση των επεισοδίων ασφάλειας.

  • ε) Η μέριμνα για την προαγωγή της ευαισθητοποίησης

και τη βελτίωση της ενημέρωσης των χρηστών και της Διοίκησης σε θέματα ασφάλειας των Πληροφοριακών Συστημάτων, καθώς και η συμβουλευτική υποστήριξη των Υπηρεσιών της Γ.Γ.Π.Σ. σε θέματα ασφάλειας.

  • στ) Ο προσδιορισμός των απαιτούμενων ανθρώπινων, οικονομικών, γνωστικών και λοιπών πόρων, για την

ασφάλεια των Πληροφοριακών Συστημάτων.

  • ζ) Η ανάπτυξη σχεδίου συνέχισης της λειτουργίας

των Ολοκληρωμένων Πληροφοριακών Συστημάτων της Γ.Γ.Π.Σ. και επαναφοράς αυτών σε περίπτωση καταστροφής τους, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης και την αρμόδια Διεύθυνση που αφορά το Πληροφοριακό Σύστημα.

  • η) Ο έλεγχος του συνόλου ή μέρους ενός πληροφοριακού συστήματος μετά από εντολή του Γενικού

Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων ή του Γενικού Διευθυντή ΚΕ.Π.Υ.Ο, για την αξιολόγηση του βαθμού ασφάλειας και πρόταση πρόσθετων μέτρων.

  • θ) Η περιοδική εφαρμογή του σχεδίου συνέχισης

της λειτουργίας των Ολοκληρωμένων Πληροφοριακών Συστημάτων, για την επιβεβαίωση της ορθότητας και λειτουργίας αυτού.

  • ι) Ο σχεδιασμός και εισήγηση υλοποίησης προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού της Γ.Γ.Π.Σ, σε θέματα ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων, καθώς

και η παροχή σχετικής συνδρομής για την υλοποίηση αυτών. Του Γραφείου προΐσταται υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ Πληροφορικής με βαθμό Α΄.

Άρθρο 90

Άλλες διατάξεις

1.

Στο τέλος της παραγράφου 12 του άρθρου 3 του ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Ο εκάστοτε Διοικητής του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ασκεί καθήκοντα Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας «Επαγγελματική Κατάρτιση Α.Ε.», χωρίς πρόσθετη αμοιβή.»

2.

Η παρ.2 του άρθρου 63 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Κατ’ εξαίρεση των κείμενων διατάξεων επιτρέπεται η χρηματοδότηση από πιστωτικά ιδρύματα χωρίς την προσκόμιση από το χρηματοδοτούμενο φυσικό ή νομικό ληξιπρόθεσμης οφειλής του από ασφαλιστικές εισφορές σε αυτά, εφόσον το σύνολο της χρηματοδοτήσεως κατατεθεί από το πιστωτικό ίδρυμα υπέρ του Ι.Κ.Α. ή του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης για λογαριασμό του χρηματοδοτούμενου, πλην ενδεχόμενης υποχρεωτικής παρακρατήσεως υπέρ του Δημοσίου.»

3.

Στο άρθρο 1 παρ. 3 περίπτωση στ΄ του ν. 3833/2010 προστίθενται εντός της παρενθέσεως και μετά τις λέξεις «παρ. Α11», οι λέξεις «και άρθρο 51 παρ. Α10». Στην περίπτωση θ΄ προστίθενται εντός της αγκύλης και μετά την παρένθεση οι λέξεις «και άρθρο 1 παρ. 5 του ν.3554/2007 (ΦΕΚ 80 Α΄).»

4.

Στο άρθρο 1 του ν. 3833/2010, στο τέλος της παραγράφου 3 προστίθεται περίπτωση ιγ΄ ως εξής: «ιγ) ειδικής αποζημίωσης (της παρ. Α19 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 και της αρ. 2015007/1423/0022/14.2 .1989 κ.υ.α. (ΦΕΚ 199 Β΄), που κυρώθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του ν.1858/1989 (ΦΕΚ 148 Α΄), και της αριθμ. 164721/4033/12.1.1982 κ.υ.α. (ΦΕΚ 58 Β΄), που κυρώθηκε με το άρθρο 55 παρ. Θ΄ του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 A΄), καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων, εφόσον προσδιορίζεται σε ώρες νυκτερινής απασχόλησης (άρθρο 51 παρ. Α8 περίπτωση β΄ του ν. 3205/2003).»

5.

Στο άρθρο 1 παράγραφοι 5 και 6, στο άρθρο 2 παρ.2 και στο άρθρο 3 παρ.1 του ν. 3833/2010 μετά τις λέξεις «στο κράτος» προστίθενται οι λέξεις «σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.» και μετά τις λέξεις «Κρατικό Προϋπολογισμό» προστίθενται οι λέξεις «σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους».

6.

Στο άρθρο 8 του ν. 3833/2010 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι προσαυξήσεις που προβλέπεται να καταβληθούν μετά την 1.1.2010, από τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου μόνου της αριθμ. 55682/10.9.2009 (ΦΕΚ 1967 Β΄) κοινής υπουργικής απόφασης, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου μόνου της αριθμ. 2/9247/0022/28.5.2009 (ΦΕΚ 1125 Β΄) κοινής υπουργικής απόφασης, καθώς και της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α΄), αναστέλλονται και ο χρόνος καταβολής τους ανακαθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.»

7.

Στο άρθρο 9 του ν. 3833/2010, στο τέλος της παρ. 1 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικώς για τους ελεγκτές του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α΄) με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού οι εκτός έδρας μετακινήσεις κατ’ έτος επιτρέπεται να καθορίζονται και πέραν του ανωτέρω ορίου.»

8.

Το άρθρο 22 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ 38 Α΄) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: «Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α. Η Γενική Γραμματεία Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, η οποία συνεστήθη με το π.δ. 224/1986, β. το Εθνικό Συμβούλιο Στατιστικής που συνεστήθη με το άρθρο 8 του ν.1819/1988 (ΦΕΚ 256 Α΄), γ. τα άρθρα 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 11 του ν. 2392/1996 (ΦΕΚ 60 Α΄) και το άρθρο 8 του ν.1819/1988 (ΦΕΚ 256 Α΄) και δ. κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται στο νόμο αυτόν, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 του ν. 2392/1996 οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΛ.ΣΤΑΤ.»

9.

Στο άρθρο 23 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ 38 Α΄) προστίθεται παράγραφος 6 που έχει ως εξής: «6. Μέχρι 31.12.2010 οι δαπάνες της ΕΛ.ΣΤΑΤ. βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών και οι πάσης φύσεως δαπάνες εκκαθαρίζονται με διατάκτη τον Υπουργό Οικονομικών και με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, διατάξεις.»

10.

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 3816/2010 (ΦΕΚ 6 Α΄) η φράση «δυνάμει της με αριθμό 2/54310/0025/13.9.2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1858 Β΄)» αντικαθίσταται από τη φράση «δυνάμει των με αριθμό 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740 Β΄) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858 Β΄) αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύουν,».

Άρθρο 91

Παροχή επίγειας εξυπηρέτησης στους αερολιμένες της χώρας που δεν εμπίπτουν στο π.δ. 285/1998 Στους ελληνικούς αερολιμένες οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 285/1998 επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση για λόγους κατεπείγοντος η ανάθεση υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης ενδιαφέροντος. Η πρόσκληση εκδίδεται με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Η χρονική διάρκεια της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες και σε κάθε περίπτωση λήγει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία έναρξης των εργασιών των φορέων επίγειας εξυπηρέτησης που θα επιλεγούν κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας η ανωτέρω χρονική διάρκεια μπορεί να παραταθεί για έξι (6) μήνες. Με τη σχετική πρόσκληση καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος, καθώς και οι αερολιμένες ή ομάδες αερολιμένων για τις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί ενδιαφέρον. Ως ανάδοχοι μπορεί να επιλεγούν όσοι ήδη δραστηριοποιούνται ως εγκεκριμένοι φορείς επίγειας εξυπηρέτησης στις κατηγορίες διαχείρισης αποσκευών και εξυπηρέτησης στην πίστα, σε ελληνικούς αερολιμένες οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 285/1998. Οι αιτήσεις κατατίθενται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Στην αίτηση αναφέρονται οι αερολιμένες ή ομάδες αερολιμένων που θα επιλεγούν από τους ενδιαφερομένους. Η διαδικασία διενεργείται από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία εισηγείται τους αναδόχους για κάθε αερολιμένα ή ομάδα αερολιμένων. Στη σχετική πρόσκληση μπορεί να καθορίζεται όρος, βάσει του οποίου το δικαίωμα δραστηριοποίησης του ενδιαφερόμενου φορέα σε αερολιμένα ή αερολιμένες της επιλογής του δύναται να συναρτάται, κατόπιν σχετικής διαπραγμάτευσης με τους ενδιαφερόμενους, με την υποχρέωσή του να δραστηριοποιηθεί ταυτόχρονα και σε άλλον ή άλλους αερολιμένες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 285/1998 για την εξυπηρέτηση του οποίου ή των οποίων δεν έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον. Μεταφορών και Δικτύων, κατόπιν εισήγησης της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Ως προς τις υποχρεώσεις των αναδόχων εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 285/1998. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την ψήφισή του από τη Βουλή των Ελλήνων.

Άρθρο 92

Έναρξη ισχύος

1.

Η ισχύς των διατάξεων αυτού του νόμου αρχίζει:

  • α) Των άρθρων 1 (παράγραφοι 2, 8 και 9), 2, 3, (εκτός

από την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4), 4, 5 (παράγραφοι 3, 7, 8, 9, 11 και 12), 6 (παράγραφος 2), 8 (παράγραφοι 2, 3 και 5), 17 (παράγραφος 6), από 1ης Ιανουαρίου 2010 για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά περίπτωση, από την ημερομηνία αυτή και μετά.

  • β) Του άρθρου 6 (παράγραφος 1), 7 (παράγραφος 6)

για διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν από 1ης Ιανουαρίου 2010 και μετά.

  • γ) Του άρθρου 6 παράγραφος 9 για συναλλαγές που

πραγματοποιούνται από διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν από 1ης Ιανουαρίου 2011 και μετά.

  • δ) Του άρθρου 7 παράγραφος 5 για τις οριστικές

δηλώσεις που υποβάλλονται από το οικονομικό έτος 2011 και επόμενα.

  • ε) Του άρθρου 8 παράγραφος 4 για τα συμβόλαια που

υπογράφονται από 1ης Ιανουαρίου 2010 και μετά.

  • στ) Του άρθρου 14 παράγραφος 3 για κέρδη ισολογισμών που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 2009 και μετά.
  • ζ) Του άρθρου 15 παράγραφος 2 για μερίσματα που

διανέμονται από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.

  • η) Οι διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 11 και του

άρθρου 19 παράγραφοι 4, 6 έως και 9 από 1ης Ιανουαρίου 2011.

  • θ) Οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφοι 1 και 3

από 1ης Ιουλίου 2010.

  • ι) Οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφοι 5, 11, 12,

14, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 24, 25, 27, 28, 30 και 31 από τον μεθεπόμενο μήνα της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  • ια) Οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφοι 10, 13, 15

και 16 από τις διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  • ιβ) Οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 22 από τη

διαχειριστική περίοδο που αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2011 και για υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί μέχρι τη λήξη της προηγούμενης αυτής διαχειριστικής περιόδου και δεν έχουν εισπραχθεί οι αμοιβές, τα στοιχεία αυτά επιτρέπεται να εκδοθούν με την είσπραξη.

  • ιγ) Οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφοι 2, 26 και

29 από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και για την παράγραφο 2 σταδιακή εφαρμογή ένταξης στη δεύτερη κατηγορία βιβλίων με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

  • ιδ) Οι διατάξεις του άρθρου 20 παράγραφοι 1 έως και

5 από 1ης Ιανουαρίου 2011.

  • ιε) Τα άρθρα 27 − 50, 56 και 57 ισχύουν από την 1η

Ιανουαρίου 2010.

  • ιστ) Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 61 και οι

παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 62 ισχύουν από 1ης Ιουλίου 2010 και η παράγραφος 9 του άρθρου 62 ισχύει από την 1ης Απριλίου 2010.

  • ιζ) Οι διατάξεις του άρθρου 75 παράγραφοι 1 έως

και 5 για τις παραβάσεις που διαπράττονται από τον μεθεπόμενο μήνα της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  • ιη) Η παράγραφος 1 του άρθρου 81 ισχύει από 1ης

Ιουνίου 2010.

  • ιθ) Οι διατάξεις του άρθρου 87 από 4 Μαρτίου 2010

με εξαίρεση τις παραγράφους 3 και 4 που ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  • κ) Οι διατάξεις του άρθρου 18 αρχίζουν να ισχύουν

από 15 Απριλίου 2010.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)