Νόμοι — ΦΕΚ A' 61/2011

Type Νόμος
Publication 2011-03-31
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 61 31 Μαρτίου 2011

Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

KΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΣΥΣΤΑΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑΣ − ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Άρθρο 1

Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας

1.

Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται και λειτουργεί Γραφείο Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό. Το Γραφείο είναι αρμόδιο για τη συλλογή, την καταγραφή, την αξιολόγηση και την περαιτέρω προώθηση προς διερεύνηση στις αρμόδιες Υπηρεσίες ή Αρχές καταγγελιών για πράξεις του ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίες εκδηλώθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της ιδιότητάς του και αφορούν: α. βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137Α του Ποινικού Κώδικα, β. παράνομες εκ προθέσεως προσβολές κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας ή υγείας ή της προσωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας, γ. παράνομη χρήση πυροβόλου όπλου και δ. κάθε άλλη προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά σε βάρος κάθε ατόμου που βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, καθώς και τις συναφείς πράξεις, εφόσον αυτές εκδηλώθηκαν από το ίδιο πρόσωπο στον ίδιο τόπο και χρόνο.

2.

Οι καταγγελίες πρέπει να είναι επώνυμες και γραπτές και να υποβάλλονται στο Γραφείο ή στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, αυτοπροσώπως ή μέσω πληρεξούσιου δικηγόρου. Το όνομα και τα άλλα στοιχεία ταυτότητας του καταγγέλλοντος μπορεί να μην ανακοινώνονται κατά το στάδιο της διερεύνησης αν το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος. Αν κατά την κρίση της Επιτροπής η διερεύνηση δεν είναι δυνατή χωρίς ανακοίνωση του ονόματος, ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται ότι η καταγγελία του θα τεθεί στο αρχείο, εφόσον ο ίδιος δεν συναινέσει εγγράφως στην ανακοίνωση του ονόματός του. Αν ο καταγγέλλων αγνοεί την ελληνική γλώσσα, μπορεί να παραστεί με διερμηνέα. Αν ο καταγγέλλων αδυνατεί να γράψει, η καταγγελία γίνεται προφορικώς, καταγράφεται από υπάλληλο του Γραφείου και συντάσσεται έκθεση στην οποία γίνεται ειδική μνεία της αδυναμίας του καταγγέλλοντος να γράψει. Η έκθεση υπογράφεται από τον καταγγέλλοντα και τον υπάλληλο του Γραφείου που τη συνέταξε. Όταν η καταγγελία είναι ανώνυμη διερευνάται μόνο εφόσον περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία που παρέχουν βάση για τη διερεύνησή της, άλλως τίθεται στο αρχείο με πράξη της Επιτροπής της επόμενης παραγράφου. Το Γραφείο επιλαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως, παραγγέλλοντας σχετική έρευνα, μετά από πληροφορίες με συγκεκριμένα στοιχεία για περιστατικά της παραγράφου 1 και ιδίως όσων προέρχονται από δημοσιεύματα ή εκπομπές Μ.Μ.Ε.. Το Γραφείο επιλαμβάνεται επίσης περιστατικών αρμοδιότητάς του μετά από εντολή του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

3.

Στο Γραφείο συνιστάται Τριμελής Επιτροπή, η οποία συγκροτείται από έναν επίτιμο αρεοπαγίτη ως πρόεδρο, ένα μέλος του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου του Κράτους στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έναν επίτιμο εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εφετών, ως μέλη. Η Επιτροπή αξιολογεί κάθε καταγγελία ή περιστατικό για το αν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Γραφείου και αποφασίζει με πράξη της είτε για την υποβολή πρότασης διερεύνησης σύμφωνα με την παράγραφο 4 είτε για την προώθηση προς διερεύνηση στις αρμόδιες Υπηρεσίες είτε για τη θέση τους στο αρχείο ως αβάσιμα ή ανεπίδεκτα εκτίμησης. Αν η καταγγελία ή το περιστατικό αφορά και αξιόποινη πράξη αυτεπαγγέλτως διωκόμενη, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 37 του Κ.Π.Δ.. Η Επιτροπή υποχρεούται να γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές κάθε καταγγελία που περιέρχεται σε αυτή και δεν ανάγεται στις αρμοδιότητες του Γραφείου. 1667 Πολίτη μπορεί, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, να αναθέτει τη διερεύνηση σε ένα από τα μέλη της Επιτροπής. Η διερεύνηση της πειθαρχικής υπόθεσης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου πειθαρχικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή το Γραφείο ενημερώνει αμέσως τον Αρχηγό του οικείου Σώματος, για την αναστολή της τυχόν ασκηθείσας πειθαρχικής δίωξης και τη διαβίβαση αμέσως στο Γραφείο των συλλεχθέντων στοιχείων για συσχέτιση. Διοικητικά μέτρα που προβλέπονται από το πειθαρχικό δίκαιο του οικείου Σώματος και έχουν ληφθεί σε βάρος του πειθαρχικά ελεγχόμενου δεν θίγονται. Μετά το πέρας της πειθαρχικής έρευνας, το πόρισμα αυτής με το φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας υποβάλλεται στον Αρχηγό του οικείου Σώματος για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου, χωρίς τη διενέργεια άλλης έρευνας.

5.

Η Επιτροπή της παραγράφου 3 επιλαμβάνεται επίσης υποθέσεων για τις οποίες έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε βάρος της Ελλάδας για παράβαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974), με την οποία διαπιστώνονται ελλείψεις της πειθαρχικής διαδικασίας ή νέα στοιχεία που δεν αξιολογήθηκαν στην πειθαρχική έρευνα ή την εκδίκαση της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις αυτές η Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και οι αντίστοιχες Υπηρεσίες προσωπικού των άλλων Σωμάτων διαβιβάζουν την ως άνω απόφαση και το σχετικό πειθαρχικό φάκελο στην Επιτροπή, η οποία επανεξετάζει την υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη της ιδίως όσα έκανε δεκτά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αποφασίζει την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης.

6.

Η Επιτροπή διαβιβάζει την απόφαση για την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης με όλα τα στοιχεία του φακέλου στον Αρχηγό του οικείου Σώματος, ο οποίος δεσμεύεται από την απόφαση και διατάσσει νέα έρευνα, σύμφωνα και με όσα γίνονται δεκτά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο πλαίσιο της επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας είναι δυνατόν να ασκηθεί ή να συμπληρωθεί η πειθαρχική δίωξη και να επιβληθεί η προσήκουσα πειθαρχική ποινή ανεξάρτητα από την αρχική εκδίκαση της υπόθεσης. Για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής που προβλέπεται από τις πειθαρχικές διατάξεις κάθε Σώματος δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου, κατά περίπτωση, πειθαρχικού οργάνου, σύμφωνα με το άρθρο 39 του π.δ. 120/2008 (ΦΕΚ 182 Α΄), το άρθρο 5 του π.δ. 187/2004 (ΦΕΚ 187 Α΄), το άρθρο 25 παρ. 9 του ν.δ. 343/1969 (ΦΕΚ 238 Α΄) και το άρθρο 18 παραγράφοι 9 και 10 του ν.δ. 935/1971 (ΦΕΚ 149 Α΄) μέχρι την περιέλευση στην Επιτροπή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά τα λοιπά ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από το πειθαρχικό δίκαιο του Σώματος στο οποίο ανήκει το προσωπικό. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν απαιτείται η εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης διαβιβάζει την απόφασή της στη Διεύθυνση Προσωπικού του οικείου Αρχηγείου προκειμένου να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

7.

Το Γραφείο Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας μπορεί να ζητεί στοιχεία από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή Υπηρεσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες υποχρεούνται να τα γνωστοποιούν ή να διαβιβάζουν αντίγραφα εγγράφων που αφορούν την υπόθεση, εκτός αν προστατεύονται από απόρρητο. Δεν ισχύει το ιατρικό απόρρητο για τα στοιχεία που ζητούνται με αιτιολογημένο έγγραφο του Γραφείου και είναι αναγκαία για τη διερεύνηση των υποθέσεων της παραγράφου 1. Τα στοιχεία της παρούσας παραγράφου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση της αποστολής του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας.

8.

Τα πειθαρχικά όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος υποχρεούνται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα κάθε πειθαρχική υπόθεση που τους ανατίθεται από την Επιτροπή και αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 και να ενημερώνουν το Γραφείο Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας για το αποτέλεσμα της εξέτασης κάθε υπόθεσης που τους ανατέθηκε από την Επιτροπή. Τα ίδια πειθαρχικά όργανα υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τυχόν παρατηρήσεις της Επιτροπής που αφορούν την πειθαρχική έρευνα. Αυτός που υποβάλλει καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δικαιούται να πληροφορείται, ύστερα από αίτησή του, το αποτέλεσμα της καταγγελίας του, ενώ πρόσβαση επί των στοιχείων του φακέλου μπορεί να αποκτήσει οποιοσδήποτε υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του άρθρου 5 του ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α΄).

9.

Η Επιτροπή υποβάλλει κατ’ έτος έκθεση στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη για τις δραστηριότητες του Γραφείου και τα προτεινόμενα μέτρα βελτίωσης της λειτουργίας του. Στην έκθεση επισημαίνονται οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, για τα αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς του ένστολου προσωπικού των Σωμάτων, αξιολογούνται τα πορίσματα των πειθαρχικών οργάνων και προτείνονται μέτρα για την αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς του προσωπικού και τη βελτίωση του πειθαρχικού ελέγχου. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη στην αρμόδια Διαρκή Επιτροπή της Βουλής, προς ενημέρωση των μελών της. Στον ιστότοπο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αναρτώνται κατ’ έτος στατιστικά στοιχεία των υποθέσεων που επελήφθη η Επιτροπή.

10.

Οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος –Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και κάθε άλλη δημόσια αρχή ή Υπηρεσία, υποχρεούνται να παρέχουν άμεση και ουσιαστική συνδρομή στο προσωπικό του Γραφείου για την εκπλήρωση της αποστολής του.

11.

Το Γραφείο εδρεύει στο Νομό Αττικής και διαθέτει πρόσβαση σε άτομα με αναπηρία. Οι απαιτούμενες πιστώσεις για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τις δαπάνες λειτουργίας του εγγράφονται στον προϋπολογισμό του ειδικού φορέα «Ελληνική Αστυνομία».

12.

Η λειτουργία του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας δεν υποκαθιστά τις υφιστάμενες δομές υποβολής και εξέτασης καταγγελιών αυθαιρεσίας σε άλλα όργανα ή αρχές. ληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος, το οποίο αποσπάται σε αυτό, με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών που μπορεί να ανανεώνεται μία φορά. Το προσωπικό αυτό πρέπει να διακρίνεται για την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητά του, το ήθος και τη διαγωγή του, την υπευθυνότητα και αποφασιστικότητά του. Το ένστολο προσωπικό των ως άνω Σωμάτων απαιτείται επιπλέον να έχει αξιολογηθεί, κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών, με το γενικό χαρακτηρισμό «εξαίρετος» και να έχει κριθεί ευμενώς από τα αρμόδια συμβούλια κρίσεων.

14.

Οι επίτιμοι δικαστικοί λειτουργοί της Επιτροπής διορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, μετά από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος. Το μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ο αναπληρωτής του προτείνονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ύστερα από σχετικό έγγραφο του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Ο πρόεδρος της Επιτροπής ασκεί και τη διοίκηση του Γραφείου. Η θητεία των επίτιμων δικαστικών λειτουργών στις εν λόγω θέσεις ορίζεται διετής και μπορεί να ανανεωθεί μία φορά για δύο ακόμη έτη.

15.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, ρυθμίζονται τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας αυτού, καθορισμού των επί μέρους αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των οργάνων και του προσωπικού του, διαδικασιών υποδοχής και ενημέρωσης των πολιτών, συνεργασίας με τα Σώματα, τις Υπηρεσίες και τους φορείς και κάθε άλλο σχετικό με αυτά θέμα.

16.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται οι αποδοχές των επίτιμων δικαστικών λειτουργών που μετέχουν στην Επιτροπή της παραγράφου 3.

Άρθρο 2

Συμβούλιο Συντονισμού και Στρατηγικής Εσωτερικής Ασφάλειας Το άρθρο 6 του ν. 2800/2000 (ΦΕΚ 41 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Συμβούλιο Συντονισμού και Στρατηγικής Εσωτερικής Ασφάλειας

1.

Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται και λειτουργεί Συμβούλιο Συντονισμού και Στρατηγικής Εσωτερικής Ασφάλειας, το οποίο συγκροτείται από τους: α. Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, ως πρόεδρο. β. Γενικό Γραμματέα Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας. γ. Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. δ. Αρχηγό Ελληνικής Αστυνομίας. ε. Αρχηγό Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής. στ. Αρχηγό Πυροσβεστικού Σώματος. ζ. Προϊστάμενο Διεύθυνσης Π.Α.Μ. − Π.Σ.Ε.Α. του Υπουργείου. η. Υπαρχηγό Ελληνικής Αστυνομίας. θ. Υπαρχηγό Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής. ι. Υπαρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος. ια. Γενικό Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, ως μέλη.

2.

Τα μέλη του ανωτέρω Συμβουλίου δεν αναπληρώνονται σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος, πλην των αναφερομένων στα εδάφια ζ΄ και ια΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η συμμετοχή του προέδρου σε κάθε συνεδρίαση είναι υποχρεωτική.

3.

Το Συμβούλιο Συντονισμού και Στρατηγικής Εσωτερικής Ασφάλειας έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. καθορίζει τρόπους αποτελεσματικότερης συνεργασίας των Σωμάτων και Υπηρεσιών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, β. εισηγείται στον Υπουργό τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της δημόσιας τάξης, γ. εισηγείται στον Υπουργό τα προγράμματα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των Σωμάτων και Υπηρεσιών του Υπουργείου, δ. διαχειρίζεται κρίσιμα θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου και αποφασίζει για την ακολουθητέα στρατηγική προς αντιμετώπισή τους και ε. παρέχει κατευθύνσεις για την εφαρμογή των αποφάσεών του προς τα Σώματα και τις Υπηρεσίες του Υπουργείου.

4.

Το Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρό του, ο οποίος ορίζει και την ημερήσια διάταξη.

5.

Στο Συμβούλιο δύνανται να προσκληθούν υπηρεσιακοί παράγοντες των Σωμάτων και Υπηρεσιών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, εκπρόσωποι άλλων Υπουργείων και δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, καθώς και εμπειρογνώμονες και ειδικοί επιστήμονες.

6.

Καθήκοντα Γραμματέα του Συμβουλίου εκτελεί αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Πυροσβεστικού Σώματος ή πολιτικός υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού από τους υπηρετούντες στο Γραφείο του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης.

7.

Το Συμβούλιο συνεδριάζει με την παρουσία τουλάχιστον τριών μελών, στα οποία περιλαμβάνεται και ο πρόεδρός του και εφόσον εξασφαλίζεται για τα συζητούμενα θέματα η ακόλουθη, κατά περίπτωση, σύνθεση: α. όταν συζητούνται θέματα που αφορούν όλα τα Σώματα και Υπηρεσίες του Υπουργείου ή θέματα πολιτικής προστασίας ή πολιτικής άμυνας της Χώρας, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός μέλους από κάθε Σώμα και Υπηρεσία, β. όταν συζητούνται θέματα που αφορούν μόνο τα τρία Σώματα, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός μέλους από κάθε Σώμα και γ. όταν συζητούνται θέματα που αφορούν μόνο ένα Σώμα, απαιτείται η παρουσία και των δύο μελών από το Σώμα αυτό.

8.

Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά, τα οποία καταχωρούνται στο οικείο βιβλίο. Τα Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Στις Υπηρεσίες κοινοποιούνται μόνο οι αποφάσεις του Συμβουλίου, προκειμένου να εκτελεστούν. Η διαφύλαξη του απορρήτου των πρακτικών αποτελεί υπηρεσιακή υποχρέωση του Γραμματέα του Συμβουλίου.»

Άρθρο 3

Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων

1.

Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται αυτοτελής Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων, που υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, με αρμοδιότητα το χειρισμό και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που αφορούν χρηματοδοτούμενες επιχειρησιακές και αναπτυξιακές δράσεις του Υπουργείου και το συντονισμό των συναρμόδιων Υπηρεσιών για την υλοποίηση των δράσεων αυτών. Οι παραπάνω δράσεις μπορεί να υλοποιούνται είτε αυτοτελώς από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είτε από άλλο ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα, κατόπιν προγραμματικής σύμβασης, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι ή προβλέπεται αποκλειστική αρμοδιότητα των ως άνω φορέων.

2.

Η Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων αποτελεί και την υπεύθυνη εθνική αρχή για την εφαρμογή των αποφάσεων 574/2007/ΕΚ και 575/2007/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Εξωτερικών Συνόρων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επιστροφής στο πλαίσιο του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και Διαχείριση Μεταναστευτικών Ροών».

3.

Η Υπηρεσία της παραγράφου 1 στελεχώνεται από το αναγκαίο για τη λειτουργία της προσωπικό των Υπηρεσιών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που αποσπάται σε αυτή για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών που μπορεί να ανανεώνεται μία φορά. Επίσης, στην ίδια Υπηρεσία μπορεί να αποσπάται και προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη. Ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας τοποθετείται ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι διατάξεις του άρθρου 18 παράγραφοι 5 και 6 εδάφιο α΄ του ν. 3614/2007 (ΦΕΚ 267 Α΄) έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο ανωτέρω προσωπικό.

4.

Με τον Οργανισμό που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ 107 Α΄) μπορεί να συνιστώνται και νέες οργανικές θέσεις για τις ανάγκες της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων. Η έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Άρθρο 4

Ρύθμιση θεμάτων Κέντρου Μελετών Ασφάλειας

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.