Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 63/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 63 16 Μαρτίου 2007
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 59
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών», όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α΄ 34), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του ν. 1440/1984 «Συμμετοχής της Ελλάδας στο Κεφάλαιο, στα Αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων», στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και του Οργανισμού ΕΥΡΑΤΟΜ (A΄ 70) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το άρθρο 48 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1338/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 1892/1990 «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (Α΄ 101).
Τις διατάξεις του ν. 2155/1993 «Κύρωση Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.) μετά των Πρωτοκόλλων, Δηλώσεων, Παραρτημάτων, Προσαρτημάτων και Πρακτικών αυτής και του Πρωτοκόλλου Προσαρμογής της Συμφωνίας για τον Ε.Ο.Χ. μετά των Παραρτημάτων, τελικής Πράξης και Πρακτικών αυτού» (Α΄ 104).
Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 63/2005 «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (Α΄ 98).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Την υπ’ αριθμ. Δ15/Α/Φ19/4040/24.2.2006 (Β΄ 249) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Ανάπτυξης περί «Ανάθεσης αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Ανάπτυξης Αναστάσιο Νεράντζη …………………………….».
Την υπ’ αριθμ. 356/2006 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών και του Υφυπουργού Ανάπτυξης αποφασίζουμε:
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΣΚΟΠΟΣ − ΟΡΙΣΜΟΙ – ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 1
Σκοπός Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και ειδικότερα προς τις διατάξεις της υπ’αριθμ. 2004/17 οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004, «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών» που δημοσιεύτηκε στην ελληνική γλώσσα στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τεύχος ΕΕ L 134/30.4.2004), όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις διατάξεις:
- α) Της υπ’αριθμ. 2005/51/ΕΚ οδηγίας της Επιτροπής
της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΧ της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ οδηγίας και του παραρτήματος VIII της υπ’αριθμ. 2004/18/ΕΚ οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ L 257/1.10.2005).
- β) Του υπ’ αριθμ. 2083/2005 Κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 2005 περί τροποποίησης
των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά στα κατώτατα όρια εφαρμογής τους κατά τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεων (ΕΕ L 333/20/12/2005).
- γ) Του Κανονισμού (ΕΚ) 1564/2005 της Επιτροπής, της
7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την κατάρτιση τυποποιημένων εντύπων προς δημοσίευση προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων δυνάμει των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 257/1/31.1.2005). 1499 (άρθρο 1 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την εξής σημασία:
α) Ως «συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών», νοούνται συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων από τους αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και ενός ή περισσοτέρων εργοληπτών ή προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών.
- β) Ως «συμβάσεις έργων», νοούνται συμβάσεις που
έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση εργασιών που αφορούν μία από τις αναφερόμενες στο παράρτημα ΧΙΙ δραστηριότητες ή ενός έργου είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από τον αναθέτοντα φορέα ανάγκες. Ως «έργο», νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία.
- γ) Ως «συμβάσεις προμηθειών», νοούνται συμβάσεις,
πλην αυτών του στοιχείου β), οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση−πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων. Σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο την προμήθεια προϊόντων και καλύπτει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, θεωρείται ως «σύμβαση προμηθειών».
- δ) Ως «συμβάσεις υπηρεσιών», νοούνται συμβάσεις
πλην των συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα XVΙI. Σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο ταυτοχρόνως προϊόντα και υπηρεσίες κατά την έννοια του παραρτήματος XVΙI, θεωρείται ως «σύμβαση υπηρεσιών», εφόσον η αξία των συγκεκριμένων υπηρεσιών υπερβαίνει την αξία των προϊόντων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση. Σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο υπηρεσίες, κατά την έννοια του παραρτήματος XVIΙ και η οποία δεν περιλαμβάνει δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα XIΙ παρά μόνο παρεμπιπτόντως σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, θεωρείται ως «σύμβαση υπηρεσιών».
α) Ως «σύμβαση παραχώρησης έργων», νοείται μια σύμβαση, η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια σύμβαση έργων, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.
- β) Ως «σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών», νοείται μια
σύμβαση, η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.
Ως «συμφωνία−πλαίσιο», νοείται μια συμφωνία συναφθείσα μεταξύ ενός ή περισσοτέρων από τους αναθέτοντες φορείς που ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 και ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων, η οποία αποσκοπεί να καθορίσει τους όρους που διέπουν τις συμβάσεις που πρόκειται να συναφθούν στη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, ιδίως όσον αφορά στις τιμές και, κατά περίπτωση, τις προβλεπόμενες ποσότητες.
Ως «δυναμικό σύστημα αγορών», νοείται μια καθ' ολοκληρίαν ηλεκτρονική διαδικασία για αγορές τρέχουσας χρήσης, της οποίας τα γενικά διαθέσιμα στην αγορά χαρακτηριστικά ικανοποιούν τις ανάγκες του αναθέτοντος φορέα, είναι περιορισμένη χρονικώς και ανοικτή καθ' όλη τη διάρκειά της σε κάθε οικονομικό φορέα, ο οποίος πληροί τα κριτήρια επιλογής και έχει υποβάλει ενδεικτική προσφορά σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων.
Ως «ηλεκτρονικός πλειστηριασμός» νοείται μια επαναληπτική διαδικασία που βασίζεται σε έναν ηλεκτρονικό μηχανισμό παρουσίασης νέων μειωμένων τιμών και/ή νέων αξιών ορισμένων από τα στοιχεία των προσφορών, η οποία διεξάγεται έπειτα από προκαταρκτική πλήρη αξιολόγηση των προσφορών, επιτρέποντας την ταξινόμησή τους με βάση αυτόματη επεξεργασία. Συνεπώς, συμβάσεις υπηρεσιών ή έργων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες πνευματικού δημιουργού, όπως ο σχεδιασμός έργων, δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
«Εργολήπτης», «προμηθευτής» ή «πάροχος υπηρεσιών» μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αναθέτων φορέας, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) ή μια κοινοπραξία των εν λόγω προσώπων και/ή φορέων που προσφέρει, αντιστοίχως, την εκτέλεση εργασιών και/ή έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά. Με τον όρο «οικονομικός φορέας» καλύπτονται ταυτόχρονα οι έννοιες «προμηθευτής», “εργολήπτης» και «πάροχος υπηρεσιών». Χρησιμοποιείται μόνο για λόγους απλούστευσης του κειμένου. Ως «προσφέρων», νοείται ο οικονομικός φορέας που υποβάλλει προσφορά και ως «υποψήφιος» εκείνος που ζητεί πρόσκληση συμμετοχής σε διαδικασία κλειστή ή με διαπραγμάτευση.
Ως «κεντρική αρχή προμηθειών», νοείται μια αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή μια αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 του π.δ/τος 60/2007, με το οποίο μεταφέρθηκε η Οδηγία 2004/18/ΕΚ στο ελληνικό δίκαιο, η οποία αποκτά προϊόντα ή/και υπηρεσίες που προορίζονται για αναθέτοντες φορείς ή αναθέτει δημόσιες συμβάσεις ή συνάπτει συμφωνίες−πλαίσια για έργα, προϊόντα ή υπηρεσίες που προορίζονται για αναθέτοντες φορείς.
Ως «ανοικτές διαδικασίες, κλειστές διαδικασίες και διαδικασίες με διαπραγμάτευση», νοούνται οι διαδικασίες σύναψης που εφαρμόζουν οι αναθέτοντες φορείς και όπου:
- α) όσον αφορά στις ανοικτές διαδικασίες, κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει
προσφορά·
- β) όσον αφορά στις κλειστές διαδικασίες, κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να ζητεί να συμμετάσχει και
μόνο οι υποψήφιοι που καλούνται από τον αναθέτοντα φορέα μπορούν να υποβάλουν προσφορά·
- γ) όσον αφορά στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση,
ο αναθέτων φορέας απευθύνεται στους οικονομικούς φορείς της επιλογής του και διαπραγματεύεται τους που επιτρέπουν στον αναθέτοντα φορέα να αποκτά, κυρίως στους τομείς της χωροταξίας, της πολεοδομίας, της αρχιτεκτονικής, των έργων πολιτικού μηχανικού ή της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων, σχέδιο ή μελέτη που επιλέγεται από κριτική επιτροπή έπειτα από διαγωνισμό, με ή χωρίς την απονομή βραβείων.
Η έκφραση «γραπτώς» σημαίνει κάθε σύνολο λέξεων ή αριθμών που μπορεί να διαβάζεται, αναπαράγεται και, στη συνέχεια, γνωστοποιείται. Το σύνολο αυτό είναι δυνατόν να περιλαμβάνει πληροφορίες που διαβιβάζονται και αποθηκεύονται με ηλεκτρονικά μέσα.
Ως «ηλεκτρονικό μέσο», νοείται μέσο που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό εξοπλισμό επεξεργασίας (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και αποθήκευσης δεδομένων, τα οποία διαβιβάζονται, διακινούνται και παραλαμβάνονται με ενσύρματη απόδοση, με ραδιοκύματα, με οπτικά μέσα ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
Το «Κοινό Λεξιλόγιο για τις Δημόσιες Συμβάσεις» (CPV − Common Procurement Vocabulary) ορίζει την ονοματολογία αναφοράς που ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις, η οποία θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2195/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, για το κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις (EE L 340 της 16.12.2002, σ. 1), εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την αντιστοιχία με τις άλλες υφιστάμενες ονοματολογίες. Σε περίπτωση διισταμένων ερμηνειών ως προς το πεδίο εφαρμογής του παρόντος, λόγω ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ της ονοματολογίας CPV και της ονοματολογίας NACE που χρησιμοποιείται στο παράρτημα ΧΙ ή μεταξύ της ονοματολογίας CPV και της ονοματολογίας CPC (προσωρινή μορφή) που χρησιμοποιείται στο παράρτημα XVΙI, Α και Β, υπερισχύει αντίστοιχα η ονοματολογία NACE ή η ονοματολογία CPC.
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ – ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ – ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΑΘΕΤΟΝΤΕΣ ΦΟΡΕΙΣ
Άρθρο 3
Αναθέτοντες φορείς (άρθρα 2, 8 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος νοούνται ως:
- α) «αναθέτουσες αρχές»: το κράτος, οι αρχές, τοπικές
ή περιφερειακές, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις μιας ή περισσότερων από τις προαναφερόμενες αρχές ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» θεωρείται κάθε οργανισμός, ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα, έχει νομική προσωπικότητα, και του οποίου η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος ή τις τοπικές ή περιφερειακές αρχές ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή του οποίου η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς ή περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου του διορίζεται από το κράτος, τις τοπικές ή περιφερειακές αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου,
- β) «δημόσια επιχείρηση»: κάθε επιχείρηση στην οποία
οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ασκούν άμεσα ή έμμεσα καθοριστική επιρροή, είτε επειδή έχουν κυριότητα ή χρηματοδοτική συμμετοχή είτε λόγω των κανόνων που διέπουν την επιχείρηση. Η καθοριστική αυτή επιρροή επί της επιχείρησης εκ μέρους των αναθετουσών αρχών τεκμαίρεται όταν οι εν λόγω αρχές, έμμεσα ή άμεσα κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του καλυφθέντος κεφαλαίου μιας επιχείρησης, ή διαθέτουν την πλειονότητα των ψήφων, οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση, ή μπορούν να διορίζουν περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.
Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται στους αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι α) είναι αναθέτουσες αρχές ή δημόσιες επιχειρήσεις και ασκούν μια από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8, β) εάν πάλι δεν είναι αναθέτουσες αρχές ή δημόσιες επιχειρήσεις, ασκούν, μεταξύ των δραστηριοτήτων τους, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8 και απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων χορηγουμένων από αρμόδια κρατική αρχή.
Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα είναι τα δικαιώματα που χορηγούνται από αρμόδια αρχή, δυνάμει διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσεται σε έναν ή περισσότερους φορείς η άσκηση δραστηριότητας που ορίζεται στα άρθρα 4 έως 8 και να θίγεται ουσιωδώς η δυνατότητα άλλων φορέων να ασκήσουν την δραστηριότητα αυτή.
Οι αναθέτοντες φορείς, κατά την έννοια του παρόντος διατάγματος, απαριθμούνται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στους καταλόγους που παρατίθενται στα παραρτήματα Ι έως ΙΧ. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν περιοδικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις τροποποιήσεις που γίνονται στους οικείους καταλόγους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ
Άρθρο 4
Αέριο, θερμότητα και ηλεκτρισμός (άρθρο 3 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Όσον αφορά στο αέριο και τη θερμότητα, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
- α) διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον
τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής αερίου ή θερμότητας, ή
- β) τροφοδότηση των δικτύων αυτών με αέριο ή θερμότητα.
Η τροφοδότηση με αέριο ή θερμότητα δικτύων που προορίζονται να παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή, δεν θεωρείται δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 1, όταν:
- α) η παραγωγή αερίου ή θερμότητας από τον ενδιαφερόμενο φορέα αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1501 5 έως 8 και
- β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου αποβλέπει
μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση της παραγωγής αυτής και αντιστοιχεί το πολύ στο 20 % του κύκλου εργασιών του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών τελευταίων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
Όσον αφορά στον ηλεκτρισμό, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
- α) διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον
τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής ηλεκτρισμού, ή
- β) τροφοδότηση των εν λόγω δικτύων με ηλεκτρισμό.
Η τροφοδότηση με ηλεκτρισμό δικτύων που προορίζονται να παράσχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή δεν θεωρείται δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 3, όταν:
- α) η παραγωγή ηλεκτρισμού από τον ενδιαφερόμενο
φορέα γίνεται διότι η κατανάλωσή του είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας που δεν αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 3 του παρόντος άρθρου ή στα άρθρα 5 έως 8 και
- β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου εξαρτάται
μόνον από την ιδιοκατανάλωση του φορέα και δεν υπερβαίνει το 30 % της συνολικής παραγωγής ενέργειας του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών (3) τελευταίων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
Άρθρο 5
Ύδωρ (άρθρο 4 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
- α) διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον
τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής πόσιμου ύδατος, ή
- β) τροφοδότηση των εν λόγω δικτύων με πόσιμο
ύδωρ.
Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται επίσης στις συμβάσεις που συνάπτονται ή στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται από τους φορείς που ασκούν δραστηριότητα οριζόμενη στην παράγραφο 1, και τα οποία:
- α) συνδέονται με έργα υδραυλικής μηχανικής, αρδευτικών ή αποστραγγιστικών έργων, εφόσον ο όγκος
του ύδατος που προορίζεται για εφοδιασμό με πόσιμο ύδωρ υπερβαίνει το 20 % του συνολικού όγκου ύδατος που διατίθεται για τα εν λόγω σχέδια ή εγκαταστάσεις άρδευσης ή αποστράγγισης, ή
- β) συνδέονται με την αποχέτευση ή την επεξεργασία
λυμάτων.
Η τροφοδότηση με πόσιμο ύδωρ δικτύων που προορίζονται να παράσχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή δεν θεωρείται ως δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 1, όταν:
- α) η παραγωγή πόσιμου ύδατος από τον ενδιαφερόμενο φορέα γίνεται, διότι η κατανάλωσή του είναι
αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας που δεν αναφέρεται στα άρθρα 4 έως 8 και
- β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου εξαρτάται
μόνον από την ιδιοκατανάλωση του φορέα και δεν υπερβαίνει το 30 % της συνολικής παραγωγής πόσιμου ύδατος του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών (3) προηγουμένων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
Άρθρο 6
Υπηρεσίες μεταφορών (άρθρο 5 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αποσκοπούν στη διάθεση ή την εκμετάλλευση δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό στους τομείς των μεταφορών με σιδηρόδρομο, αυτόματα συστήματα, τραμ, τρόλεϊ, λεωφορεία ή καλώδιο. Όσον αφορά στις υπηρεσίες μεταφορών, θεωρείται ότι υφίσταται δίκτυο όταν η υπηρεσία παρέχεται με τους όρους που ορίζονται από την αρμόδια αρχή, όπως εκείνοι που αφορούν τις ακολουθητέες διαδρομές, τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα ή τη συχνότητα παροχής της υπηρεσίας.
Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στους φορείς που παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορείο, οι οποίοι είχαν αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 57/2000 (Α΄45) δυνάμει της παρ.2 του άρθρου 5 αυτού, με το οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία 93/38/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ.4 αυτής ) στο ελληνικό δίκαιο.
Άρθρο 7
Ταχυδρομικές υπηρεσίες (άρθρο 6 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αποσκοπούν στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών ή, με βάση τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχείο γ), άλλων υπηρεσιών πλην των ταχυδρομικών.
Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος και με την επιφύλαξη του ν.2668/1998 (Α΄282), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, νοούνται ως:
- α) «ταχυδρομικό αντικείμενο»: αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη, αποστελλόμενο υπό την τελική του
μορφή, ανεξάρτητα από το βάρος του· τα αντικείμενα αυτά περιλαμβάνουν, π.χ., πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας, βιβλία, καταλόγους, εφημερίδες, περιοδικά και ταχυδρομικά δέματα που περιέχουν αντικείμενα με ή χωρίς εμπορική αξία, ανεξάρτητα από το βάρος τους·
- β) «ταχυδρομικές υπηρεσίες»: υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή
ταχυδρομικών αντικειμένων. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται οι εξής: − “ανατιθέμενες κατ’ αποκλειστικότητα ταχυδρομικές υπηρεσίες”: ταχυδρομικές υπηρεσίες που ανατίθενται ή μπορούν να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε με το ν. 2668/1998 «Οργάνωση του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 282), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3185/2003 «τροποποίηση του ν. 2668/1998, εναρμόνιση με την οδηγία 2002/39/ΕΚ, 01000631603070084 ρεσίες που δεν επιτρέπεται να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε με το ν. 2668/1998 (Α΄ 282), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3185/2003 (Α΄229) και
- γ) “άλλες υπηρεσίες πλην των ταχυδρομικών”: υπηρεσίες παρεχόμενες στους ακόλουθους τομείς:
− υπηρεσίες διαχείρισης της αλληλογραφίας (τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες της αποστολής, όπως “mailroom management services”), − υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας που συνδέονται με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και παρέχονται εξ ολοκλήρου με ηλεκτρονικά μέσα (περιλαμβανομένης της ασφαλούς διαβίβασης κωδικοποιημένων εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, της διαχείρισης διευθύνσεων και της διαβίβασης συστημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), − υπηρεσίες συνδεόμενες με ταχυδρομικά αντικείμενα που δεν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α), όπως το διαφημιστικό ταχυδρομείο χωρίς συγκεκριμένο παραλήπτη, − χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως ορίζονται στην κατηγορία 6 του Παραρτήματος XVΙΙ A και στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο γ), συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ταχυδρομικών ενταλμάτων πληρωμής και των ταχυδρομικών μεταφορών πιστώσεων, − φιλοτελικές υπηρεσίες και − υπηρεσίες εφοδιαστικής διαχείρισης (υπηρεσίες που συνδυάζουν τη φυσική παράδοση και/ ή την εναποθήκευση με άλλα μη ταχυδρομικά καθήκοντα), εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από φορέα ο οποίος παρέχει επίσης ταχυδρομικές υπηρεσίες κατά την έννοια του στοιχείου β) πρώτη και δεύτερη περίπτωση, και εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, όσον αφορά στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται σε αυτές τις περιπτώσεις.
Άρθρο 8
Αναζήτηση, εξόρυξη και συλλογή πετρελαίου, αερίου, άνθρακα και άλλων στερεών καυσίμων. Διάθεση λιμένων και αερολιμένων σε μεταφορείς (άρθρο 7 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις δραστηριότητες εκμετάλλευσης μιας γεωγραφικής περιοχής με σκοπό:
- α) την αναζήτηση, εξόρυξη και συλλογή πετρελαίου,
αερίου, άνθρακα ή άλλων στερεών καυσίμων, ή
- β) τη διάθεση αερολιμένων, θαλάσσιων λιμένων ή λιμένων εσωτερικής ναυσιπλοΐας ή άλλων τερματικών
σταθμών μεταφορικών μέσων, σε αεροπορικούς, θαλάσσιους ή ποτάμιους μεταφορείς.
Άρθρο 9
Συμβάσεις που αφορούν διάφορες δραστηριότητες (άρθρο 9 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Σύμβαση για τη διεξαγωγή περισσότερων δραστηριοτήτων ακολουθεί τους κανόνες που ισχύουν για τη δραστηριότητα για την οποία προορίζεται κυρίως. Η επιλογή μεταξύ της σύναψης μιας μόνο σύμβασης και (της σύναψης) πολλών χωριστών συμβάσεων δεν μπορεί να έχει ως στόχο την καταστρατήγηση της εφαρμογής τόσο του παρόντος διατάγματος όσο και του π. δ/τος 60/2007.
Εάν μία από τις δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως, εμπίπτει στο παρόν διάταγμα και η άλλη εμπίπτει στο π.δ. 60/2007 και είναι αντικειμενικώς αδύνατον να προσδιορισθεί για ποια δραστηριότητα προορίζεται κυρίως η σύμβαση, η σύμβαση ανατίθεται σύμφωνα με το π.δ. 60/2007.
Εάν μία από τις δραστηριότητες, για τις οποίες προορίζεται η σύμβαση, εμπίπτει στο παρόν διάταγμα και η άλλη δεν εμπίπτει στο παρόν διάταγμα ή στο π.δ. 60/2007 και είναι αντικειμενικώς αδύνατον να προσδιορισθεί για ποια δραστηριότητα προορίζεται κυρίως η σύμβαση, η σύμβαση ανατίθεται σύμφωνα με το παρόν διάταγμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 10
Αρχές για την ανάθεση των συμβάσεων (άρθρο 10 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Οι αναθέτοντες φορείς αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις, ενεργώντας με διαφάνεια.
Άρθρο 11
Οικονομικοί φορείς (άρθρο 11 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες οι οποίοι, δυνάμει του δικαίου κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, έχουν δικαίωμα να διενεργούν τη συγκεκριμένη παροχή, δεν μπορούν να απορρίπτονται για μόνον το λόγο ότι θα έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα. Εντούτοις, προκειμένου για τις συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προμηθειών που περιλαμβάνουν επιπλέον εργασίες και/ή υπηρεσίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, είναι δυνατόν να ζητείται από τα νομικά πρόσωπα να αναφέρουν, στις προσφορές ή στις αιτήσεις συμμετοχής τους, τα ονόματα και τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα των προσώπων, στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση της σύμβασης.
Οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων δύνανται να υποβάλλουν προσφορές ή υποψηφιότητες. Για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι οικονομικοί φορείς συγκεκριμένη νομική μορφή. Η επιλεγόμενη κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεούται να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή στο βαθμό που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης.
Άρθρο 12
Όροι που αφορούν τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (άρθρο 12 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων από τους αναθέτοντες φορείς, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις σχέσεις τους εξίσου ευνοϊκούς όρους με εκείνους που παρέχουν στους οικονομικούς φορείς τρίτων χωρών κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας περί δημοσίων συμβάσεων, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων του Γύρου Ουρουγουάης (GATT). Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη διαβουλεύονται περί των μέτρων εφαρμογής της συμφωνίας, στο πλαίσιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής Δημοσίων Συμβάσεων. ΦΕΚ 63 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1503 (άρθρo 13 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Κατά τη διαβίβαση των τεχνικών προδιαγραφών στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, την προεπιλογή και την επιλογή των οικονομικών φορέων καθώς και τη σύναψη των συμβάσεων, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιβάλλουν όρους, προκειμένου να προστατεύσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που διαβιβάζουν.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος διατάγματος, ιδίως δε εκείνων που αφορούν τις υποχρεώσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των συναπτομένων συμβάσεων και την ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων, που ορίζονται στα άρθρα 35 και 40, και τις κείμενες διατάξεις, ο αναθέτων φορέας δεν αποκαλύπτει πληροφορίες που του έχουν διαβιβάσει οικονομικοί φορείς και τις οποίες έχουν χαρακτηρίσει ως εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, ιδίως, τα τεχνικά ή εμπορικά απόρρητα και τις εμπιστευτικές πτυχές των προσφορών.
Άρθρο 14
Συμφωνίες−πλαίσια (άρθρo 14 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεωρούν συμφωνία−πλαίσιο, ως σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2 και να εφαρμόζουν για την ανάθεσή της το παρόν διάταγμα.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς έχουν συνάψει συμφωνία−πλαίσιο σύμφωνα με το παρόν διάταγμα, μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 25 παράγραφος 3 σημείο θ) όταν συνάπτουν συμβάσεις που βασίζονται στη συμφωνία αυτή.
Όταν μια συμφωνία−πλαίσιο δεν έχει συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 25 παράγραφος 3 σημείο θ).
Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να προσφεύγουν στις συμφωνίες−πλαίσια καταχρηστικά κατά τρόπο που να εμποδίζει, να περιορίζει ή να νοθεύει τον ανταγωνισμό.
Άρθρο 15
Δυναμικά συστήματα αγορών (άρθρo 15 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να προσφεύγουν σε δυναμικά συστήματα αγορών.
Για την εφαρμογή ενός δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτοντες φορείς ακολουθούν τους κανόνες της ανοικτής διαδικασίας σε όλες τις φάσεις της μέχρι την ανάθεση των συμβάσεων στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Γίνονται δεκτοί στο σύστημα όλοι οι προσφέροντες, οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια επιλογής και έχουν υποβάλει ενδεικτική προσφορά σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα ενδεχόμενα συμπληρωματικά έγγραφα· οι ενδεικτικές προσφορές μπορούν να βελτιώνονται οιαδήποτε στιγμή, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να συνάδουν προς τη συγγραφή υποχρεώσεων. Για την εφαρμογή του συστήματος και τη σύναψη των συμβάσεων στο πλαίσιο του συστήματος, οι αναθέτοντες φορείς χρησιμοποιούν αποκλειστικώς ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παράγραφοι 2 έως 5.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτοντες φορείς:
- α) δημοσιεύουν προκήρυξη διαγωνισμού, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για δυναμικό σύστημα αγορών,
- β) διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, στη συγγραφή υποχρεώσεων τη φύση των προβλεπόμενων αγορών που
αποτελούν αντικείμενο αυτού του συστήματος καθώς και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αφορούν το σύστημα αγορών, το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό εξοπλισμό και τις τεχνικές διευθετήσεις και προδιαγραφές της σύνδεσης,
- γ) προσφέρουν ελεύθερη, άμεση και πλήρη πρόσβαση
με ηλεκτρονικά μέσα στη συγγραφή υποχρεώσεων και σε κάθε συμπληρωματικό έγγραφο, ήδη από τη δημοσίευση της προκήρυξης έως τη λήξη του συστήματος, και αναφέρουν στην προκήρυξη τη διεύθυνση στο Διαδίκτυο, στην οποία μπορούν να μελετώνται αυτά τα έγγραφα.
Οι αναθέτοντες φορείς παρέχουν, καθ’ όλη τη διάρκεια του δυναμικού συστήματος αγορών, τη δυνατότητα σε κάθε οικονομικό φορέα να υποβάλει ενδεικτική προσφορά με σκοπό να γίνει δεκτός στο σύστημα σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η παράγραφος 2. Ολοκληρώνουν την αξιολόγηση εντός μέγιστης προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, η οποία αρχίζει από την υποβολή της ενδεικτικής προσφοράς. Μπορούν, ωστόσο να παρατείνουν την αξιολόγηση εφόσον, εν τω μεταξύ, δεν έχει μεσολαβήσει άλλος διαγωνισμός. Ο αναθέτων φορέας ενημερώνει, το ταχύτερο δυνατόν, τον προσφέροντα, για τον οποίο γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο, σχετικά με την αποδοχή του στο δυναμικό σύστημα αγορών ή την απόρριψη της ενδεικτικής προσφοράς του.
Κάθε σύμβαση πρέπει να αποτελεί αντικείμενο διαγωνισμού. Πριν από τον εν λόγω διαγωνισμό, οι αναθέτοντες φορείς δημοσιεύουν απλουστευμένη προκήρυξη διαγωνισμού, με την οποία καλούν όλους τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να υποβάλουν ενδεικτική προσφορά, σύμφωνα με την παράγραφο 4, εντός προθεσμίας η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της απλουστευμένης προκήρυξης. Οι αναθέτοντες φορείς προχωρούν στον διαγωνισμό μόνο μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης όλων των ενδεικτικών προσφορών που έχουν υποβληθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας.
Οι αναθέτοντες φορείς καλούν όλους τους προσφέροντες που έχουν γίνει δεκτοί στο σύστημα να υποβάλουν προσφορά για κάθε συγκεκριμένη σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί στο πλαίσιο του συστήματος. Για το σκοπό αυτόν, καθορίζουν επαρκή προθεσμία για την υποβολή των προσφορών. Η ανάθεση της σύμβασης γίνεται στον προσφέροντα, ο οποίος υπέβαλε την καλύτερη προσφορά σύμφωνα με τα κριτήρια ανάθεσης, τα οποία επισημαίνονται στην προκήρυξη διαγωνισμού για την έναρξη εφαρμογής του δυναμικού συστήματος αγορών. Τα κριτήρια αυτά μπορούν, ενδεχομένως, να προσδιορίζονται στην προαναφερθείσα πρόσκληση.
Η διάρκεια ενός δυναμικού συστήματος αγορών δεν μπορεί να υπερβαίνει την τετραετία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις ειδικά αιτιολογημένες. Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να προσφεύγουν σε αυτό το σύστημα κατά τρόπον ώστε να εμποδίζουν, περιορίζουν ή στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. διεκπεραίωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΚΑΤΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Άρθρο 16
Κατώτατα όρια των συμβάσεων (άρθρο 16 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, άρθρο 1 παρ.1 του Κανονισμού 2083/2005) Εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου αποκλείονται με βάση τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 19 έως 21 ή δυνάμει του άρθρου 23, σχετικά με την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, των οποίων η εκτιμώμενη αξία, χωρίς τον φόρο προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), ισούται με ή υπερβαίνει τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
- α) των 422.000 ευρώ για τις συμβάσεις προμηθειών
και υπηρεσιών,
- β) των 5.278.000 ευρώ για τις συμβάσεις έργων.
Άρθρο 17
Μέθοδοι υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των συμβάσεων, των συμφωνιών−πλαισίων και των δυναμικών συστημάτων αγορών (άρθρο 17 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, εκτός ΦΠΑ, εκτιμώμενο από τον αναθέτοντα φορέα. Ο υπολογισμός αυτός λαμβάνει υπόψη το εκτιμώμενο συνολικό ποσό, συμπεριλαμβανομένου του τυχόν προβλεπόμενου δικαιώματος προαιρέσεως ή τυχόν ανανεώσεων της σύμβασης. Στην περίπτωση που ο αναθέτων φορέας προβλέπει βραβεία ή την καταβολή χρηματικών ποσών στους υποψηφίους ή προσφέροντες, λαμβάνει τα ποσά αυτά υπόψη του κατά τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης.
Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να καταστρατηγούν το παρόν διάταγμα κατατέμνοντας τα σχέδια έργων ή τις προτεινόμενες αγορές για την απόκτηση συγκεκριμένης ποσότητας προμηθειών και/ή υπηρεσιών ή χρησιμοποιώντας ειδικές μεθόδους υπολογισμού της αξίας των συμβάσεων.
Για τις συμφωνίες−πλαίσια και για τα δυναμικά συστήματα αγορών, η εκτιμώμενη αξία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μέγιστη εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ του συνόλου των συμβάσεων που προβλέπονται για τη συνολική διάρκεια της συμφωνίας ή του συστήματος.
Για τους σκοπούς του άρθρου 16, οι αναθέτοντες φορείς περιλαμβάνουν στην εκτιμώμενη αξία των συμβάσεων έργων την αξία των εργασιών καθώς και όλων των προμηθειών ή υπηρεσιών που απαιτούνται για την εκτέλεση των έργων, και τις θέτουν στη διάθεση του εργολήπτη.
Η αξία των προμηθειών ή των υπηρεσιών που δεν είναι απαραίτητες για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης σύμβασης έργων δεν μπορεί να προστίθεται στην αξία αυτής της σύμβασης έργων, με αποτέλεσμα να εξαιρείται η απόκτηση αυτών των προμηθειών ή υπηρεσιών από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος.
α) Όταν προτεινόμενο έργο ή προτεινόμενη αγορά υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται υπόψη η εκτιμώμενη συνολική αξία όλων αυτών των τμημάτων. Όταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 16, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στη σύναψη κάθε τμήματος. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή αυτή για τα τμήματα, η εκτιμώμενη αξία των οποίων εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των 80.000 ευρώ για τις υπηρεσίες και του 1.000.000 ευρώ για τα έργα υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20% της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων.
- β) Όταν ένα σχέδιο αγοράς για την απόκτηση ομοιογενών προμηθειών μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη
σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται υπόψη η εκτιμώμενη συνολική αξία όλων αυτών των τμημάτων κατά την εφαρμογή του άρθρου 16. Όταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει την αξία που καθορίζεται στο άρθρο 16, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται στη σύναψη κάθε τμήματος. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή αυτή για τα τμήματα η εκτιμώμενη αξία των οποίων εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των 80.000 ευρώ, υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20 % της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων.
Όταν πρόκειται για συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών, οι οποίες έχουν περιοδικό χαρακτήρα ή προβλέπεται να ανανεωθούν μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης γίνεται με βάση: α) είτε την πραγματική συνολική αξία των διαδοχικών συμβάσεων του ιδίου τύπου που έχουν συναφθεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου δωδεκαμήνου ή οικονομικού έτους, η οποία, ει δυνατόν, αναπροσαρμόζεται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες μεταβολές στις ποσότητες ή στην αξία τους κατά τους δώδεκα (12) μήνες που έπονται της αρχικής σύμβασης β) είτε την εκτιμώμενη συνολική αξία των διαδοχικών συμβάσεων που συνήφθησαν κατά το δωδεκάμηνο που έπεται της πρώτης παράδοσης ή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, εφόσον αυτό υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.
Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης που περιλαμβάνει ταυτοχρόνως υπηρεσίες και προμήθειες βασίζεται στη συνολική αξία των υπηρεσιών και των προμηθειών, ανεξάρτητα από την επιμέρους αξία τους. Στον υπολογισμό αυτόν, περιλαμβάνεται η αξία των εργασιών τοποθέτησης και εγκατάστασης.
Όσον αφορά στις συμβάσεις προμηθειών που έχουν ως αντικείμενο τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση−πώληση προϊόντων, ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης λαμβάνεται: α) για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εάν ο χρόνος αυτός είναι δώδεκα (12) μήνες ή λιγότερο, η εκτιμώμενη συνολική αξία για τη διάρκεια της σύμβασης ή, αν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες, η συνολική αξία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης υπολειπόμενης αξίας και β) για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου ή τις συμβάσεις των οποίων η διάρκεια δεν μπορεί να προσδιορισθεί, η μηνιαία αξία πολλαπλασιασμένη επί σαράντα οκτώ (48). περίπτωση, τα ακόλουθα ποσά:
- α) όσον αφορά στις ασφαλιστικές υπηρεσίες, το καταβλητέο ασφάλιστρο και οι άλλοι τρόποι αμοιβής
- β) όσον αφορά στις τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι αμοιβές, οι προμήθειες, οι τόκοι
και οι άλλοι τρόποι αμοιβής
- γ) όσον αφορά στις συμβάσεις που περιλαμβάνουν
μελέτες, οι αμοιβές, προμήθειες και οι άλλοι τρόποι αμοιβής.
Όταν πρόκειται για συμβάσεις υπηρεσιών στις οποίες δεν αναφέρεται συνολική τιμή, ως βάση υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των συμβάσεων λαμβάνεται:
- α) για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εάν η διάρκειά τους είναι ίση ή μικρότερη από σαράντα οκτώ
(48) μήνες, η συνολική αξία για όλη τη διάρκεια της σύμβασης·
- β) για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου ή τις συμβάσεις των οποίων η διάρκεια υπερβαίνει τους σαράντα
οκτώ (48) μήνες, η μηνιαία αξία πολλαπλασιασμένη επί σαράντα οκτώ (48).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ – ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ
Άρθρο 18
Συμβάσεις παραχώρησης έργων και υπηρεσιών (άρθρo 18 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, οι οποίες ανατίθενται από αναθέτοντες φορείς κατά την άσκηση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8, όταν η παραχώρηση γίνεται για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
Άρθρο 19
Εξαιρέσεις που ισχύουν για όλους τους αναθέτοντες φορείς και όλα τα είδη συμβάσεων (άρθρα 19 έως 23 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται:
Στις συμβάσεις που συνάπτονται με σκοπό τη μεταπώληση ή τη μίσθωση σε τρίτους, όταν ο αναθέτων φορέας δεν απολαύει ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης ή μίσθωσης του αντικειμένου αυτών των συμβάσεων καθώς και όταν άλλοι φορείς δικαιούνται να προβαίνουν ελεύθερα στην εν λόγω πώληση ή μίσθωση με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον αναθέτοντα φορέα. Οι αναθέτοντες φορείς κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, όλες τις κατηγορίες προϊόντων και δραστηριοτήτων που θεωρούν ότι εξαιρούνται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου.
Στις συμβάσεις που συνάπτουν ή στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνουν οι αναθέτοντες φορείς με σκοπούς διαφορετικούς από τις δραστηριότητες που ορίζονται στα άρθρα 4 έως 7 ή για την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα, υπό συνθήκες που δεν προϋποθέτουν την υλική εκμετάλλευση δικτύου ή γεωγραφικής περιοχής στο εσωτερικό της Κοινότητας. Οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, οποιαδήποτε δραστηριότητα θεωρούν ότι εξαιρείται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου.
Στις συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται απόρρητες ή των οποίων η εκτέλεση πρέπει να συνοδεύεται από ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας ή όταν απαιτείται από την ανάγκη προστασίας των βασικών συμφερόντων ασφαλείας του κράτους.
Στις συμβάσεις οι οποίες διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται δυνάμει:
- α) είτε διεθνούς συμφωνίας, η οποία έχει συναφθεί,
σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΕ, μεταξύ κράτους μέλους και μιας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών και καλύπτει προμήθειες, έργα, υπηρεσίες ή διαγωνισμούς μελετών που προορίζονται για την από κοινού εκτέλεση ή εκμετάλλευση ενός σχεδίου από τα υπογράφοντα κράτη· κάθε συμφωνία ανακοινώνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μπορεί να προβαίνει σε διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής Δημοσίων Συμβάσεων, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 68 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ Οδηγίας.
- β) είτε διεθνούς συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί
για τη στάθμευση στρατευμάτων και αφορά ελληνικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις τρίτης χώρας
- γ) είτε ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.
α) Υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην υποπαράγραφο γ), το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις:
- αα) τις οποίες συνάπτει αναθέτων φορέας με συνδεδεμένη επιχείρηση, ή
- ββ) τις οποίες συνάπτει κοινοπραξία, η οποία έχει
συσταθεί αποκλειστικά από διάφορους αναθέτοντες φορείς με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων, κατά την έννοια των άρθρων 4 έως 8, με επιχείρηση συνδεδεμένη με έναν από αυτούς τους αναθέτοντες φορείς,
- β) Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως
“συνδεδεμένη επιχείρηση” νοείται κάθε επιχείρηση, της οποίας οι ετήσιοι λογαριασμοί έχουν ενοποιηθεί με τους λογαριασμούς του αναθέτοντος φορέα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υπ’αριθμ. 83/349/ΕΟΚ έβδομης οδηγίας του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 44 παράγραφος 2 περίπτωση ζ) της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193 της 18.7.1993, σ.1. Οδηγίας) όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 283, 27.10.2001, σ.28), οι οποίες ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών», όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 33 του π.δ/τος 409/1986 και όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 3460/2006 (Α΄102) ή, στην περίπτωση που οι φορείς δεν εμπίπτουν στο παρόν διάταγμα, κάθε επιχείρηση επί της οποίας ο αναθέτων φορέας μπορεί να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, κυρίαρχη επιρροή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β), ή η οποία μπορεί να ασκεί κυρίαρχη επιρροή επί του αναθέτοντος φορέα ή η οποία υπόκειται, από κοινού με τον αναθέτοντα φορέα, στην κυρίαρχη επιρροή μιας άλλης επιχείρησης λόγω της ιδιοκτησίας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή των κανόνων που τη διέπουν.
- γ) Η υποπαράγραφος α) εφαρμόζεται:
ποίησε η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των υπηρεσιών προέρχεται από την παροχή αυτών των υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, με τις οποίες συνδέεται·
- ββ) στις συμβάσεις προμηθειών, εφόσον το 80% τουποίησε η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία
τριετία στον τομέα των προμηθειών προέρχεται από την παροχή αυτών των προμηθειών στις επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται·
- γγ) στις συμβάσεις έργων, εφόσον το 80% τουλάχιστον του μέσου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε
η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των έργων προέρχεται από την παροχή αυτών των έργων στις επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται. Όταν, σε συνάρτηση με την ημερομηνία δημιουργίας της συνδεδεμένης επιχείρησης ή έναρξης των δραστηριοτήτων της, δεν είναι διαθέσιμος ο κύκλος εργασιών για την τελευταία τριετία, η επιχείρηση αρκεί να αποδεικνύει ότι η πραγματοποίηση του κύκλου εργασιών που αναφέρεται στα στοιχεία αα), ββ) ή γγ), είναι πιθανή, ιδίως με προβολή δραστηριοτήτων. Όταν η ίδια ή παρόμοιες υπηρεσίες, προμήθειες ή έργα παρέχονται από περισσότερες από μία επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον αναθέτοντα φορέα, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων ποσοστών λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός κύκλος εργασιών που προκύπτει αντιστοίχως από την παροχή υπηρεσιών, προμηθειών ή έργων εκ μέρους των συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
- δ) Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις:
- αα) τις οποίες συνάπτει κοινοπραξία, η οποία έχει
συσταθεί αποκλειστικά από διάφορους αναθέτοντες φορείς, με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων κατά την έννοια των άρθρων 4 έως 7, με έναν από αυτούς τους αναθέτοντες φορείς, ή
- ββ) τις οποίες συνάπτει αναθέτων φορέας με μια τέτοια κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει, με την προϋπόθεση ότι η κοινοπραξία έχει συσταθεί με σκοπό την
άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας επί περίοδο τουλάχιστον τριών (3) ετών και ότι η συστατική πράξη της κοινοπραξίας ορίζει ότι οι αναθέτοντες φορείς, που την συγκροτούν, συμμετέχουν σε αυτήν τουλάχιστον για την εν λόγω περίοδο.
- ε) Οι αναθέτοντες φορείς κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, τις ακόλουθες
πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των υποπαραγράφων β), γ) και δ):
- αα) τις επωνυμίες των επιχειρήσεων ή κοινοπραξιών
για τις οποίες πρόκειται
- ββ) τη φύση και την αξία των οριζόμενων συμβάσεων·
- γγ) τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει
απαραίτητα για να αποδείξει ότι οι σχέσεις μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και της επιχείρησης ή της κοινοπραξίας, στην οποία ανατίθενται οι συμβάσεις, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 20
Εξαιρέσεις που ισχύουν για όλους τους αναθέτοντες φορείς, αλλά μόνο για τις συμβάσεις υπηρεσιών (άρθρα 24, 25 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες:
- α) έχουν ως αντικείμενο την αγορά ή μίσθωση, με
οιουσδήποτε χρηματοδοτικούς όρους, γης, υφισταμένων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή αφορούν δικαιώματα επ’ αυτών. Οι συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που συνάπτονται ταυτοχρόνως, πριν ή μετά τη σύμβαση αγοράς ή μίσθωσης, υπό οποιαδήποτε μορφή, εμπίπτουν στο παρόν διάταγμα·
- β) αφορούν τις υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού·
- γ) αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σχετικές
με την έκδοση, την αγορά, την πώληση ή τη μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, ιδίως με διαδικασίες προμήθειας χρημάτων ή κεφαλαίων από τους αναθέτοντες φορείς·
- δ) αφορούν συμβάσεις εργασίας·
- ε) αφορούν υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης, εκτός
από εκείνες των οποίων τα αποτελέσματα ανήκουν αποκλειστικά στον αναθέτοντα φορέα για ιδία χρήση κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, εφόσον οι παρεχόμενες υπηρεσίες αμείβονται εξ ολοκλήρου από τον αναθέτοντα φορέα.
- στ) ανατίθενται σε φορέα, ο οποίος είναι ο ίδιος αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή ένωση τέτοιων αναθετουσών αρχών
δυνάμει αποκλειστικού δικαιώματος που τους παρέχεται βάσει των κείμενων διατάξεων, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη ΕΕ.
Άρθρο 21
Εξαιρέσεις που ισχύουν για ορισμένους μόνον αναθέτοντες φορείς (άρθρo 26 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται:
- α) στις συμβάσεις για την αγορά ύδατος, εφόσον συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς οι οποίοι ασκούν
μια ή και τις δύο από τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 και
- β) στις συμβάσεις για την προμήθεια ενέργειας ή καυσίμων που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας,
εφόσον συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητα που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3 ή στο άρθρο 8 στοιχείο α).
Άρθρο 22
Συμβάσεις οι οποίες υπάγονται σε ειδικό καθεστώς, και διατάξεις σχετικά με τις κεντρικές αρχές προμηθειών καθώς και με τον γενικό μηχανισμό (άρθρα 28, 29 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν την εκτέλεση συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευόμενης απασχόλησης, όταν η πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία, λόγω της φύσης ή της βαρύτητας των ειδικών αναγκών τους, δεν μπορούν να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα υπό κανονικές συνθήκες.
α) Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να αποκτούν έργα, προϊόντα και/ή υπηρεσίες, προσφεύγοντας σε κεντρικές αρχές προμηθειών.
- β) Οι αναθέτοντες φορείς που αποκτούν έργα, προϊόντα και/ή υπηρεσίες, προσφεύγοντας σε κεντρική αρχή
προμηθειών, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 8, θεωρείται ότι έχουν τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον τις έχει τηρήσει η εν λόγω κεντρική αρχή προμηθειών, ή, ανάλογα με την περίπτωση, τους ορισμούς του π. δ/τος 60/2007.
Άρθρο 23
Διαδικασία για τον προσδιορισμό του κατά πόσον δεδομένη δραστηριότητα είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό (άρθρο 30 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι συμβάσεις με αντικείμενο την άσκηση δραστηριότητας οριζόμενης στα άρθρα 4 έως 8 δεν υπόκεινται στο παρόν διάταγμα, εάν η δραστηριότητα, στην Ελλάδα, είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση δεν είναι περιορισμένη.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, προκειμένου να καθορισθεί εάν μια δραστηριότητα είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό, αποφασίζεται κατόπιν κριτηρίων τα οποία είναι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΕ, όπως τα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών, η ύπαρξη εναλλακτικών αγαθών ή υπηρεσιών, οι τιμές και η πραγματική ή δυνητική παρουσία περισσότερων του ενός προμηθευτών των εν λόγω αγαθών ή παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η πρόσβαση σε μια αγορά θεωρείται ότι δεν περιορίζεται εάν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που αναφέρονται στο Παράρτημα ΧΙ. Όταν δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το τεκμήριο ότι υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε δεδομένη αγορά βάσει του πρώτου εδαφίου, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η πρόσβαση στην εν λόγω αγορά είναι ελεύθερη εκ των πραγμάτων και εκ του νόμου.
Όταν το αρμόδιο Υπουργείο κρίνει ότι, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, η παράγραφος 1 έχει εφαρμογή σε δεδομένη δραστηριότητα, απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της γνωστοποιεί όλα τα συναφή περιστατικά, και, ιδίως, κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη ή συμφωνία που αφορά στη συμμόρφωση με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδευόμενα, ενδεχομένως, από τη θέση που έλαβε ανεξάρτητη εθνική αρχή, η οποία είναι αρμόδια για την εν λόγω δραστηριότητα. Οι συμβάσεις με αντικείμενο την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας δεν υπόκεινται πλέον στο παρόν διάταγμα: − εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδώσει απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 1, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ και εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, ή − δεν εκδώσει απόφαση σχετικά με αυτή τη δυνατότητα εφαρμογής εντός της προθεσμίας αυτής. Στις περιπτώσεις που η ελεύθερη πρόσβαση σε συγκεκριμένη αγορά τεκμαίρεται με βάση το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του παρόντος, και όπου μια ανεξάρτητη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη σχετική δραστηριότητα έχει προσδιορίσει τη δυνατότητα εφαρμογής της παρ 1, οι συμβάσεις που προορίζονται για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας δεν υπόκεινται πλέον στο παρόν διάταγμα, εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει καταλήξει στην αδυναμία εφαρμογής της παραγράφου 1 με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 30 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ Οδηγίας και εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή.
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προσδιορίσει ότι, σε δεδομένη δραστηριότητα έχει εφαρμογή η παράγραφος 1, με απόφαση βάσει της παραγράφου 6 του άρθρου 30 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ Οδηγίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την ενδιαφερόμενη αρχή. Το αρμόδιο Υπουργείο ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τηρουμένων των παραγράφων 2 και 3, για όλα τα συναφή περιστατικά, και, ιδίως, για κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη ή συμφωνία που αφορά στη συμμόρφωση με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδευόμενα ενδεχομένως, από τη θέση που έλαβε η ανεξάρτητη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη σχετική δραστηριότητα. Εάν, μετά το πέρας της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 30 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ Οδηγίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με την δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 1 σε δεδομένη δραστηριότητα, η παράγραφος 1 τεκμαίρεται εφαρμοστέα.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παρ. 4 και 5 του παρόντος καθώς και της παρ. 6 του άρθρου 30 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ Οδηγίας καθορίζονται στην απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 2005/15/ΕΚ (ΕΕ L 7/11.1.2005), όπως κάθε φορά ισχύει.
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 24
Κανόνες που ισχύουν για τις συμβάσεις υπηρεσιών (άρθρα 31 έως 33 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ Α, συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 25 έως 50.
Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVΙΙ B, διέπονται μόνο από τα άρθρα 26 και 35.
Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ A και στο παράρτημα XVIΙ B (μεικτές συμβάσεις), συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 έως 50, όταν η αξία των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ A υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ B. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι συμβάσεις συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 26 και 35.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Άρθρο 25
Χρησιμοποίηση ανοικτών διαδικασιών, κλειστών διαδικασιών και διαδικασιών με διαπραγμάτευση (άρθρo 40 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν τις διαδικασίες που είναι προσαρμοσμένες στους σκοπούς του παρόντος διατάγματος.
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιλέγουν οποιαδήποτε από τις διαδικασίες που περιγράφονται στο άρθρο 2 παράγραφος 9 στοιχεία α), β) ή γ), εφόσον, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, έχει προκηρυχθεί διαγωνισμός, δυνάμει του άρθρου 32.
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να χρησιμοποιούν μια διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) εάν, ύστερα από διαδικασία με προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά
ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν είναι κατάλληλη ή εάν δεν υπάρχει κανείς υποψήφιος, εφόσον δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά οι αρχικοί όροι της σύμβασης·
- β) εάν η σύναψη της σύμβασης γίνεται αποκλειστικά
για λόγους έρευνας, δοκιμών, μελέτης ή ανάπτυξης και όχι με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους ή την ανάκτηση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης και στο βαθμό που η σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης δεν θίγει την προκήρυξη διαγωνισμού για τις επόμενες συμβάσεις που θα επιδιώκουν, ιδίως, αυτούς τους σκοπούς·
- γ) εάν, για λόγους τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων,
η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε ορισμένο οικονομικό φορέα·
- δ) στο βαθμό που είναι απολύτως απαραίτητος, εάν,
λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για τους αναθέτοντες φορείς, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές ή κλειστές διαδικασίες, ή τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση·
- ε) στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών για
συμπληρωματικές παραδόσεις εκ μέρους του αρχικού προμηθευτή, οι οποίες προορίζονται είτε για τη μερική ανανέωση προμηθειών ή εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης είτε για την επέκταση υφισταμένων προμηθειών ή εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε τον αναθέτοντα φορέα να προμηθευθεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασυμβατότητα ή σε δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση ή τη συντήρηση·
- στ) για συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες που δεν
περιλαμβάνονται στην αρχικά κατακυρωθείσα μελέτη ούτε στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση αλλά τα οποία, λόγω μη προβλέψιμων περιστάσεων, έχουν καταστεί απαραίτητα για την εκτέλεση αυτής της σύμβασης, με την προϋπόθεση ότι ανατίθενται στον εργολήπτη ή τον πάροχο υπηρεσιών που εκτελεί την αρχική σύμβαση, όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες δεν μπορούν να διαχωρισθούν, τεχνικώς ή οικονομικώς, από την κύρια σύμβαση χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα στους αναθέτοντες φορείς, ή όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες, αν και μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απολύτως απαραίτητα για την ολοκλήρωσή της·
- ζ) στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, για νέα
έργα που συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων εργασιών και ανατίθενται στον εργολήπτη στον οποίο οι ίδιοι αναθέτοντες φορείς έχουν αναθέσει προγενέστερη σύμβαση, με την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά είναι σύμφωνα με μια βασική μελέτη και ότι για τη μελέτη αυτή έχει συναφθεί μια πρώτη σύμβαση έπειτα από προκήρυξη διαγωνισμού· τη στιγμή που προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για την πρώτη μελέτη, πρέπει να επισημαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία, το δε ποσό του συνολικού προϋπολογισμού για τη συνέχιση των έργων λαμβάνεται υπόψη από τους αναθέτοντες φορείς για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 και 17·
- η) εάν πρόκειται για προμήθειες που είναι εισηγμένες
και αγοράζονται σε χρηματιστήριο εμπορευμάτων·
- θ) για τις συμβάσεις που συνάπτονται βάσει συμφωνίας−πλαισίου, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση του
άρθρου 14, παράγραφος 2·
- ι) για τις αγορές ευκαιρίας, όταν, με την αξιοποίηση
μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής ευκαιρίας που παρουσιάζεται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μπορούν να αποκτηθούν προμήθειες σε τιμή πολύ χαμηλότερη από τις τιμές που επικρατούν συνήθως στην αγορά·
- ια) για την αγορά προμηθειών, υπό όρους ιδιαίτερα
ευνοϊκούς, είτε από προμηθευτή που παύει οριστικά την εμπορική δραστηριότητά του είτε από το σύνδικο ή τον εκκαθαριστή πτώχευσης, δικαστικού συμβιβασμού, αναγκαστικής εκκαθάρισης ή άλλης ανάλογης διαδικασίας·
- ιβ) όταν η σχετική σύμβαση υπηρεσιών έπεται διαγωνισμού μελετών που έχει διοργανωθεί σύμφωνα με
τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος και πρέπει, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, να ανατεθεί στο νικητή ή σε έναν από τους νικητές του εν λόγω διαγωνισμού· για την τελευταία αυτή περίπτωση, όλοι οι νικητές του διαγωνισμού πρέπει να καλούνται να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Άρθρο 26
Τεχνικές προδιαγραφές (άρθρo 34 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι τεχνικές προδιαγραφές, όπως ορίζονται στο σημείο 1 του παραρτήματος ΧΧΙ, καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης, δηλαδή στην προκήρυξη, στη συγγραφή υποχρεώσεων και τα συμβατικά τεύχη. Όταν είναι δυνατό, οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές θα πρέπει να ορίζονται έτσι ώστε να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια προσβασιμότητας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή σχεδιασμό που να καλύπτει όλους τους χρήστες.
Οι τεχνικές προδιαγραφές εξασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση στους προσφέροντες και δεν έχουν ως νισμό.
Με την επιφύλαξη των κείμενων διατάξεων, εφόσον είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο, οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει να διατυπώνονται:
- α) είτε με παραπομπή στις τεχνικές προδιαγραφές
που ορίζονται στο παράρτημα XXΙ με την εξής σειρά προτεραιότητας: εθνικά πρότυπα που μεταφέρουν ευρωπαϊκά πρότυπα, ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις, κοινές τεχνικές προδιαγραφές, διεθνή πρότυπα, άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που θεσπίζονται από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης ή, όταν αυτά δεν υπάρχουν, εθνικά πρότυπα, εθνικές τεχνικές εγκρίσεις ή εθνικές τεχνικές προδιαγραφές στον τομέα του σχεδιασμού, του υπολογισμού και της εκτέλεσης των έργων και της χρησιμοποίησης των προϊόντων· κάθε παραπομπή συνοδεύεται από τη μνεία “ή ισοδύναμο”·
- β) είτε με αναφορά σε επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις· αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, πρέπει δε να είναι ακριβείς, ώστε
να επιτρέπουν στους προσφέροντες να καθορίζουν το αντικείμενο της σύμβασης και στους αναθέτοντες φορείς να αναθέτουν τη σύμβαση·
- γ) είτε, με αναφορά στις επιδόσεις ή λειτουργικές
απαιτήσεις, όπως ορίζονται στο στοιχείο β), με παραπομπή στις προδιαγραφές που αναφέρονται στο στοιχείο α), προκειμένου να τεκμαίρεται η συμμόρφωση προς τις εν λόγω επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις·
- δ) είτε με παραπομπή στις προδιαγραφές που μνημονεύονται στο στοιχείο α) για ορισμένα χαρακτηριστικά
και με παραπομπή στις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις που μνημονεύονται στο στοιχείο β) για ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της δυνατότητας παραπομπής στις προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), δεν μπορούν να απορρίπτουν προσφορά με την αιτιολογία ότι τα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες δεν πληρούν τις προδιαγραφές, στις οποίες έχουν παραπέμψει, εφόσον ο προσφέρων αποδεικνύει στην προσφορά του, με τρόπο που ικανοποιεί τον αναθέτοντα φορέα, με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, ότι οι λύσεις που προτείνει ικανοποιούν κατά ισοδύναμο τρόπο, τις τεχνικές προδιαγραφές. Τεχνικός φάκελος του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί να συνιστά ενδεδειγμένο μέσο.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 να θέσουν απαιτήσεις ως προς τις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις, δεν μπορούν να απορρίπτουν προσφορά έργων, προϊόντων ή υπηρεσιών που τηρούν εθνικό πρότυπο, το οποίο αποτελεί μεταφορά ευρωπαϊκού προτύπου, ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση, κοινή τεχνική προδιαγραφή, διεθνές πρότυπο ή τεχνικό πλαίσιο αναφοράς που έχει εκπονηθεί από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης, εφόσον οι εν λόγω προδιαγραφές καλύπτουν τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις που έχουν ορίσει. Στην προσφορά του, ο προσφέρων υποχρεούται να αποδεικνύει, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον αναθέτοντα φορέα και με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, ότι το έργο, το προϊόν ή η υπηρεσία που τηρεί το πρότυπο ανταποκρίνεται στις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζει ο αναθέτων φορέας. Τεχνικός φάκελος του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί να συνιστά ενδεδειγμένο μέσο.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς επιβάλλουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά ως προς τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β), μπορούν να χρησιμοποιούν τις αναλυτικές προδιαγραφές ή, εν ανάγκη, τμήματά τους, όπως ορίζονται από τα (πολυ)εθνικά οικολογικά σήματα ή και από κάθε άλλο οικολογικό σήμα, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές είναι ενδεδειγμένες για τον καθορισμό των χαρακτηριστικών των προμηθειών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, οι απαιτήσεις για το σήμα διαμορφώνονται βάσει επιστημονικών στοιχείων, τα οικολογικά σήματα υιοθετούνται μέσω μιας διαδικασίας στην οποία μπορούν να συμμετέχουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι κυβερνητικοί οργανισμοί, οι καταναλωτές, οι κατασκευαστές καθώς και οι διανομείς και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, και είναι προσιτά σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν ότι τα προϊόντα ή υπηρεσίες που διαθέτουν οικολογικό σήμα τεκμαίρεται ότι πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης· πρέπει όμως να αποδέχονται και κάθε άλλο ενδεδειγμένο αποδεικτικό μέσο, όπως τον τεχνικό φάκελο του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό.
Ως “αναγνωρισμένοι οργανισμοί”, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, νοούνται τα εργαστήρια δοκιμών, τα εργαστήρια βαθμονόμησης, οι οργανισμοί ελέγχου και οι οργανισμοί πιστοποίησης που ανταποκρίνονται στα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα. Οι αναθέτοντες φορείς αποδέχονται τα πιστοποιητικά των αναγνωρισμένων οργανισμών που έχουν συσταθεί σε άλλα κράτη μέλη.
Εφόσον δεν δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης, οι τεχνικές προδιαγραφές δεν επιτρέπεται να κάνουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής ούτε να παραπέμπουν σε σήμα, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή τύπο καθώς και σε συγκεκριμένη καταγωγή ή παραγωγή που θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ή να αποκλείονται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα. Η εν λόγω μνεία ή παραπομπή επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει αρκούντως ακριβής και κατανοητή περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4· η μνεία ή παραπομπή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από τον όρο “ή ισοδύναμο”.
Άρθρο 27
Ανακοίνωση των τεχνικών προδιαγραφών (άρθρo 35 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι αναθέτοντες φορείς ανακοινώνουν στους οικονομικούς φορείς που ενδιαφέρονται για την ανάληψη σύμβασης, κατόπιν αιτήσεώς τους, τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται συστηματικά στις συμβάσεις προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, τις οποίες αναθέτουν, ή τις τεχνικές προδιαγραφές, στις οποίες προτίθενται να παραπέμψουν, για τις συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης κατά την έννοια του άρθρου 34 παράγραφος 1. ρομένων οικονομικών φορέων, αρκεί η παραπομπή στα εν λόγω έγγραφα.
Άρθρο 28
Εναλλακτικές προσφορές (άρθρo 36 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Όταν η ανάθεση της σύμβασης γίνεται με βάση το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις εναλλακτικές προσφορές που υποβάλλουν οι προσφέροντες, εφόσον οι προσφορές αυτές ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις που έχουν ορίσει οι εν λόγω φορείς. Στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, οι αναθέτοντες φορείς μνημονεύουν εάν επιτρέπουν ή όχι τις εναλλακτικές προσφορές και, εφόσον τις επιτρέπουν, αναφέρουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εναλλακτικές προσφορές καθώς και τις ειδικές απαιτήσεις για την παρουσίασή τους.
Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων προμηθειών ή υπηρεσιών, οι αναθέτοντες φορείς που έχουν επιτρέψει εναλλακτικές προσφορές δυνάμει της παραγράφου 1, δεν μπορούν να απορρίπτουν εναλλακτική προσφορά για το μόνο λόγο ότι, εάν επιλεγεί, θα οδηγήσει αντίστοιχα είτε στη σύναψη σύμβασης υπηρεσιών και όχι σύμβασης προμηθειών, είτε στη σύναψη σύμβασης προμηθειών και όχι σύμβασης υπηρεσιών.
Άρθρο 29
Υπεργολαβία (άρθρo 37 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Στη συγγραφή υποχρεώσεων, ο αναθέτων φορέας ζητεί από τον προσφέροντα να αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους καθώς και τους υπεργολάβους που προτείνει. Σε μια τέτοια περίπτωση η ευθύνη του κυρίου οικονομικού φορέα δεν αίρεται.
Άρθρο 30
Όροι εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρo 38 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν ειδικούς όρους σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης, εφόσον οι όροι αυτοί είναι συμβατοί με το κοινοτικό δίκαιο και προβλέπονται στην προκήρυξη ή στα τεύχη του διαγωνισμού ή στα έγγραφα της σύμβασης. Οι όροι αυτοί μπορούν ιδίως να αφορούν κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους.
Άρθρο 31
Υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία και την προστασία του περιβάλλοντος που απορρέουν από τις διατάξεις περί προστασίας και συνθηκών εργασίας (άρθρo 39 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Ο αναθέτων φορέας μνημονεύει στα έγγραφα της σύμβασης τις αρχές από τις οποίες οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες μπορούν να λαμβάνουν τις σχετικές πληροφορίες για τις υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις περί προστασίας της απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας στην περιφέρεια ή τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθούν οι παροχές και οι οποίες εφαρμόζονται στις επί τόπου εκτελούμενες εργασίες ή παρεχόμενες υπηρεσίες κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
Ο αναθέτων φορέας που παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ζητεί από τους προσφέροντες ή από τους υποψηφίους να αναφέρουν ότι έλαβαν υπόψη, κατά την κατάρτιση της προσφοράς τους, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις περί προστασίας της απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας που ισχύουν στον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθεί η σύμβαση. Το πρώτο εδάφιο δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 48.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
Άρθρο 32
Προκηρύξεις που χρησιμοποιούνται ως μέσο έναρξης διαγωνισμού (άρθρo 42 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Στην περίπτωση συμβάσεων προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, ο διαγωνισμός αρχίζει με την έκδοση:
- α) περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XV Α, ή
- β) προκήρυξης για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XIV, ή
- γ) προκήρυξης σύμβασης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XIIΙ μέρος A, B ή Γ.
Στην περίπτωση των δυναμικών συστημάτων αγορών, ο διαγωνισμός για το σύστημα αρχίζει με την έκδοση της προκήρυξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ενώ ο διαγωνισμός για τις συμβάσεις που βασίζονται σε τέτοια συστήματα αρχίζει μέσω της απλουστευμένης προκήρυξης που αναφέρεται στο παράρτημα ΧΙΙΙ, μέρος Δ.
Όταν ο διαγωνισμός αρχίζει μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης:
- α) η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει ειδικά τα έργα, τις
προμήθειες ή τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί·
- β) η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει ότι η σύμβαση
αυτή θα συναφθεί με κλειστή διαδικασία ή διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς εκ των υστέρων δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και να καλεί τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να εκδηλώσουν γραπτώς το ενδιαφέρον τους και
- γ) πρέπει να έχει δημοσιευθεί σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ το πολύ δώδεκα (12) μήνες πριν από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης, η οποία αναφέρεται
στο άρθρο 38 παράγραφος 3. Ο αναθέτων φορέας τηρεί τις προθεσμίες του άρθρου 36.
Άρθρο 33
Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων (άρθρo 44 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα παραρτήματα ΧΙΙΙ, ΧΙV, XV Α, XV Β και XVI και, ενδεχομένως, κάθε επί πλέον πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη από τον αναθέτοντα φορέα, σύμφωνα με τα τυποποιημένα έντυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την προβλεπόμενη στο άρθρο 68 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ διαδικασία. Επιτροπή, διαβιβάζονται είτε με ηλεκτρονικά μέσα, στη μορφή και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του Παραρτήματος ΧΧ, σημείο 3, είτε με άλλα μέσα. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 32, 34 και 35 δημοσιεύονται σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά δημοσίευσης του παραρτήματος ΧΧ σημείο 1 στοιχεία α) και β).
Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης του παραρτήματος ΧΧ σημείο 3, δημοσιεύονται το πολύ πέντε (5) ημέρες από την αποστολή τους. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις, οι οποίες δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧ σημείο 3, δημοσιεύονται εντός δώδεκα (12) ημερών το αργότερο μετά την αποστολή τους. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατ’ αίτηση του αναθέτοντος φορέα, οι προκηρύξεις διαγωνισμού που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δημοσιεύονται εντός πέντε (5) ημερών, εφόσον η προκήρυξη έχει αποσταλεί με τηλεομοιοτυπία.
Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις δημοσιεύονται αναλυτικά στην ελληνική γλώσσα και αυθεντικό θεωρείται μόνο το πρωτότυπο κείμενο που δημοσιεύεται στη γλώσσα αυτή. Μια περίληψη των σημαντικότερων στοιχείων κάθε προκήρυξης ή γνωστοποίησης δημοσιεύεται και στις λοιπές επίσημες κοινοτικές γλώσσες. Η δαπάνη της δημοσίευσης των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βαρύνει την Κοινότητα.
Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις και το περιεχόμενό τους δεν μπορούν να δημοσιοποιούνται πριν από την ημερομηνία αποστολής τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται σε εθνικό επίπεδο δεν πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες άλλες πέραν εκείνων που περιέχονται στις προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο “προφίλ αγοραστή” σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρέπει δε να αναφέρουν την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης ή γνωστοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή της δημοσίευσης στο “προφίλ αγοραστή”. Οι ενδεικτικές περιοδικές προκηρύξεις δεν μπορούν να δημοσιεύονται στο “προφίλ αγοραστή” πριν να αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η γνωστοποίηση που ανακοινώνει τη δημοσίευσή τους με τη μορφή αυτή. Επίσης πρέπει να αναφέρουν την ημερομηνία της εν λόγω αποστολής.
Οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να εξασφαλίζουν ότι είναι σε θέση να αποδείξουν την ημερομηνία αποστολής των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορηγεί στον αναθέτοντα φορέα βεβαίωση της δημοσίευσης των πληροφοριών που της διαβίβασε, αναφέροντας την ημερομηνία της εν λόγω δημοσίευσης. Η βεβαίωση αυτή συνιστά απόδειξη της δημοσίευσης.
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να δημοσιεύουν σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 7, προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις για τις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση δημοσίευσης βάσει του παρόντος διατάγματος.
Άρθρο 34
Περιοδικές ενδεικτικές προκηρύξεις και προκηρύξεις για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής (άρθρo 41 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) 1 Οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης η οποία αναφέρεται στο παράρτημα XV Α, και δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από τους ίδιους τους αναθέτοντες φορείς στο “προφίλ αγοραστή”, όπως ορίζεται στο παράρτημα ΧΧ σημείο 2 στοιχείο β):
- α) όταν πρόκειται για προμήθειες, την εκτιμώμενη
συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών−πλαισίων ανά ομάδες προϊόντων, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον η συνολική εκτιμώμενη αξία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 17, ισούται με ή υπερβαίνει τα 750.000 ευρώ. Οι ομάδες των προϊόντων καθορίζονται από τους αναθέτοντες φορείς με παραπομπή στην ονοματολογία CPV·
- β) όταν πρόκειται για υπηρεσίες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών− πλαισίων
για καθεμία από τις απαριθμούμενες στο παράρτημα XVIΙ A κατηγορίες υπηρεσιών, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον η εν λόγω εκτιμώμενη συνολική αξία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 16 και 17, ισούται με ή υπερβαίνει τα 750.000 ευρώ·
- γ) όταν πρόκειται για έργα, τα κύρια χαρακτηριστικά
των συμβάσεων έργων ή των συμφωνιών− πλαισίων που οι αναθέτοντες φορείς προτίθενται να αναθέσουν κατά τους δώδεκα επόμενους μήνες και των οποίων η εκτιμώμενη αξία ισούται με ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 16, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 17. Οι προκηρύξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και
- β) αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο “προφίλ αγοραστή”, το ταχύτερο δυνατόν,
μετά την έναρξη του οικονομικού έτους. Η προκήρυξη που αναφέρεται στο στοιχείο γ) αποστέλλεται στην Επιτροπή ή δημοσιεύεται στο «προφίλ αγοραστή», το ταχύτερο δυνατόν, μετά την έγκριση του προγράμματος εργασιών στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις έργων ή οι συμφωνίες−πλαίσια, τις οποίες οι αναθέτοντες φορείς προτίθενται να συνάψουν. Οι αναθέτοντες φορείς που δημοσιεύουν την περιοδική ενδεικτική προκήρυξη στο “προφίλ αγοραστή” τους, διαβιβάζουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με ηλεκτρονικό τρόπο, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο παράρτημα ΧΧ, σημείο 3, γνωστοποίηση με την οποία ανακοινώνουν τη δημοσίευση περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης στο “προφίλ αγοραστή”. Η δημοσίευση των προκηρύξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) είναι υποχρεωτική μόνον εφόσον οι αναθέτοντες φορείς έχουν επιλέξει τις συντετμημένες προθεσμίες παραλαβής των προσφορών σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 4.
Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν, ιδίως, να δημοσιεύουν ή να αναθέτουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δημοσίευση, περιοδικών ενδεικτικών προκηρύξεων με αντικείμενο σημαντικά έργα, χωρίς να επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες που έχουν ήδη περιληφθεί σε προηγούμενη περιοδική ενδεικτική προκήρυξη, εφόσον αναφέρεται ευκρινώς ότι οι προκηρύξεις αυτές είναι συμπληρωματικές.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς επιλέγουν να εφαρμόσουν σύστημα προεπιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 44, συντάσσεται προκήρυξη, σύμφωνα με το τυποποιημένο υπόδειγμα προκήρυξης, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΧΙV, η οποία αναφέρει το σκοπό, τον οποίο εξυπηρετεί το σύστημα προεπιλογής, και τις λεπτομέρειες της πρόσβασης στους κανόνες που το διέπουν. Όταν το σύστημα έχει διάρκεια άνω των τριών (3) ετών, η προκήρυξη πρέπει να δημοσιεύεται ετησίως. Όταν το σύστημα έχει μικρότερη διάρκεια, αρκεί η αρχική προκήρυξη.
Άρθρο 35
Γνωστοποιήσεις για συμβάσεις που έχουν συναφθεί (άρθρo 43 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) 1 Οι αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση ή συμφωνία−πλαίσιο, αποστέλλουν τη γνωστοποίηση που αφορά στις συναφθείσες συμβάσεις, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα XVΙ. Η γνωστοποίηση αυτή αποστέλλεται υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 68, παράγραφος 2 της υπ’αριθμ. 2004/17/ΕΚ οδηγίας, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ανάθεση της σύμβασης ή τη σύναψη της συμφωνίας−πλαισίου. Στην περίπτωση συμφωνιών− πλαισίων που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2, οι αναθέτοντες φορείς απαλλάσσονται από την αποστολή γνωστοποίησης των αποτελεσμάτων της ανάθεσης για κάθε σύμβαση που βασίζεται στη συμφωνία−πλαίσιο. Οι αναθέτοντες φορείς αποστέλλουν τη γνωστοποίηση με τα αποτελέσματα της σύναψης των συμβάσεων που βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, το αργότερο δύο (2) μήνες μετά τη σύναψη κάθε σύμβασης. Μπορούν ωστόσο να συγκεντρώνουν τις προκηρύξεις αυτές σε τριμηνιαία βάση. Σε αυτή την περίπτωση, αποστέλλουν τις συγκεντρωμένες γνωστοποιήσεις εντός δύο (2) μηνών το αργότερο μετά τη λήξη εκάστου τριμήνου.
Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVΙ και προορίζονται να δημοσιευθούν, δημοσιεύονται σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σέβεται τον ευαίσθητο εμπορικό χαρακτήρα που τυχόν επικαλούνται οι αναθέτοντες φορείς κατά τη διαβίβαση αυτών των πληροφοριών σχετικά με τον αριθμό των υποβληθεισών προσφορών, την ταυτότητα των οικονομικών φορέων και τις τιμές.
Όταν οι αναθέτοντες φορείς συνάπτουν σύμβαση υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης (“Σύμβαση Ερ. και Αν.”) με διαδικασία χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο β), μπορούν να περιορίζουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVΙ σχετικά με τη φύση και την ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στην ένδειξη “υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης”. Όταν οι αναθέτοντες φορείς συνάπτουν σύμβαση έρευνας και ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί να συναφθεί με διαδικασία χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο β), μπορούν να περιορίζουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVΙ σχετικά με τη φύση και την ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για λόγους εμπορικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που δημοσιεύονται σχετικά με αυτή την παράγραφο να είναι τουλάχιστον εξίσου λεπτομερείς με εκείνες που περιλαμβάνονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η οποία έχει δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1. Όταν εφαρμόζουν σύστημα προεπιλογής, οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν, στις περιπτώσεις αυτές, ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι τουλάχιστον εξίσου λεπτομερείς με την κατηγορία που ορίζεται στο μητρώο των προεπιλεγμένων παρόχων υπηρεσιών, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 7.
Στις περιπτώσεις των συμβάσεων που συνάπτονται για υπηρεσίες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVIΙ B, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν στην προκήρυξη εάν δέχονται τη δημοσίευσή τους.
Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVΙ και δηλώνονται ως μη δημοσιεύσιμες, δημοσιεύονται μόνο σε απλουστευμένη μορφή και σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ για στατιστικούς λόγους.
Άρθρο 36
Προθεσμίες παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής και παραλαβής των προσφορών (άρθρo 45 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, οι αναθέτοντες φορείς λαμβάνουν υπόψη ιδίως το πολύπλοκο της σύμβασης και τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των προσφορών, με την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
Στις ανοικτές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών είναι πενήντα δύο (52) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης.
Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση έπειτα από προκήρυξη διαγωνισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
- α) η προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων
συμμετοχής, έπειτα από προκήρυξη που δημοσιεύθηκε δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή πρόσκληση από αναθέτοντα φορέα δυνάμει του άρθρου 38 παράγραφος 3, ορίζεται, κατά γενικό κανόνα, σε τριάντα επτά (37) τουλάχιστον ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης ή της πρόσκλησης και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες, εάν η προκήρυξη αποστέλλεται για δημοσίευση με άλλα μέσα εκτός των ηλεκτρονικών ή της τηλεομοιοτυπίας, και σε δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον, εάν η προκήρυξη αποστέλλεται με αυτά τα μέσα· φορέα και των υποψηφίων που έχουν επιλεγεί, εφόσον παρέχεται σε όλους τους υποψηφίους ίσος χρόνος για την κατάρτιση και την υποβολή των προσφορών τους·
- γ) όταν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία
σχετικά με την προθεσμία παραλαβής των προσφορών, ο αναθέτων φορέας ορίζει προθεσμία η οποία, κατά γενικό κανόνα, ανέρχεται σε είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ημέρες, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες, από την ημερομηνία της πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς.
Εφόσον οι αναθέτοντες φορείς έχουν δημοσιεύσει περιοδική ενδεικτική προκήρυξη, όπως ορίζει το άρθρο 34 παράγραφος 1, που αναφέρεται στο παράρτημα ΧΧ, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες είναι, κατά γενικό κανόνα, τριάντα έξι (36) ημέρες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης. Οι συντετμημένες αυτές προθεσμίες είναι αποδεκτές, υπό την προϋπόθεση ότι η περιοδική ενδεικτική προκήρυξη περιλαμβάνει, εκτός από τις πληροφορίες που απαιτεί το παράρτημα XV A μέρος Ι, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται από το παράρτημα XV Α μέρος ΙΙ, εφόσον αυτές υπάρχουν κατά τη δημοσίευση της προκήρυξης, και ότι η προκήρυξη έχει αποσταλεί προς δημοσίευση μεταξύ ενός ελάχιστου διαστήματος πενήντα δύο (52) ημερών και ενός μέγιστου διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού, που προβλέπεται από το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ).
Όταν οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧ σημείο 3, οι προθεσμίες παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση και παραλαβής των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες, μπορούν να συντέμνονται κατά επτά (7) ημέρες.
Εκτός εάν έχει ορισθεί προθεσμία με κοινή συμφωνία, βάσει της παραγράφου 3 στοιχείο β), η προθεσμία είναι δυνατόν να συντέμνεται κατά πέντε (5) ακόμη ημέρες για την παραλαβή των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες, τις κλειστές διαδικασίες και τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, εφόσον ο αναθέτων φορέας παρέχει απρόσκοπτη και πλήρη απευθείας πρόσβαση με ηλεκτρονικά μέσα στα έγγραφα του διαγωνισμού ήδη από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης που χρησιμοποιείται ως μέσο έναρξης του διαγωνισμού, σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ. Η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση, στην οποία διατίθεται η εν λόγω τεκμηρίωση.
Στις ανοικτές διαδικασίες, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλήγει σε προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού. Ωστόσο, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν αποστέλλεται με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλήγει σε προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)