Νόμοι — ΦΕΚ A' 66/2003

Type Νόμος
Publication 2003-03-28
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 66 19 Μαρτίου 2003

Ποινική ευθύνη των Υπουργών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής του νόμου

1.

Πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυ?τού από το κατ' άρθρο 86 του Συντάγματος Ειδικό Δι?καστήριο, ακόμη και αν ο Υπουργός έχει παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή.

2.

Τυχόν συμμέτοχοι συμπαραπέμπονται και δικάζο?νται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

3.

Οι αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1, οι οποί?ες δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού, δικάζονται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, των ει?δικών ποινικών νόμων και του Κώδικα Ποινικής Δικονο?μίας.

Άρθρο 2

Έννοια όρων του νόμου

1.

Όπου στον παρόντα νόμο χρησιμοποιείται ο όρος «Υπουργός», νοείται μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυ?πουργός.

2.

Όπου στον παρόντα νόμο χρησιμοποιείται ο όρος «συμμέτοχος», νοείται: (α) ο συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, άμεσος ή απλός συνεργός στην πράξη που αποδίδεται στον Υπουργό και (β) ο φυσικός ή ηθι?κός αυτουργός ή ο άμεσος ή απλός συνεργός στην πράξη, για την οποία αποδίδεται στον Υπουργό η κα?τηγορία του ηθικού αυτουργού, άμεσου ή απλού συ?νεργού.

3.

Οι Υπουργοί θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έν?νοια του άρθρου 13 περ. α΄ του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 3

Παραγραφή - Προθεσμία

1.

Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρ?θρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού παραγράφονται με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημέρα που τελέ?στηκαν. Η προθεσμία της παραγραφής του προηγού?μενου εδαφίου αναστέλλεται μόνο στις εξής περιπτώ?σεις: α) όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη, εκτός αν στο μεταξύ εκδόθηκε η απόφαση του άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου αυτού, β) όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και γ) όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, για την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύ?ριας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρ?θρο 6 παρ. 5 του νόμου αυτού. Σε κάθε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών από την τέλεση της πράξης.

2.

Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.1, εξαλείφεται με το πέ?ρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ

Άρθρο 4

Η αρμοδιότητα της Βουλής

1.

Δεν επιτρέπεται προκαταρκτική εξέταση, ποινική δίωξη, προανάκριση ή ανάκριση κατά Υπουργού, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 1173 προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή ανάκρι?σης προκύψουν στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.1, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την εξέταση, προανάκριση ή ανά?κριση.

3.

Η διαβίβαση των στοιχείων, σύμφωνα με την προη?γούμενη παράγραφο, δεν εμποδίζει την πρόοδο της έρευνας ή εξέτασης ως προς άλλα πρόσωπα.

4.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται σε αυτόν που διενεργεί την έρευνα ή την εξέταση αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν σχέση με ενδεχόμενη ποινική ευ?θύνη Υπουργών.

Άρθρο 5

Κίνηση διαδικασίας - Προκαταρκτική εξέταση

1.

Η διαδικασία της ποινικής δίωξης κινείται εφόσον το ζητήσουν εγγράφως, με συγκεκριμένη αναφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης και μνεία των δια?τάξεων που παραβιάστηκαν, τριάντα (30) τουλάχιστον βουλευτές, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

2.

Η Βουλή, αφού υποβληθεί το ανωτέρω αίτημα στο Προεδρείο, με απόφαση που λαμβάνεται με την από?λυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ειδική κοι?νοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρ?κτικής εξέτασης, άλλως η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Με την απόφαση που διατάσσει προκαταρκτική εξέταση τάσσεται και προθεσμία για την ολοκλήρωσή της και την υποβολή εγγράφου πορί?σματος προς την Ολομέλεια μαζί με το αποδεικτικό υλικό.

3.

Η επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες του Εισαγ?γελέα Πρωτοδικών όταν αυτός ενεργεί προκαταρκτι?κή εξέταση και μπορεί να αναθέτει σε Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών την ενέργεια ειδικότερων πράξεων σχετικών με το αντικείμενο της προκαταρκτι?κής εξέτασης. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η πρόταση δίωξης καλείται από την επιτροπή να δώσει εξηγήσεις αν το επιθυμεί.

4.

Το πόρισμα της παραγράφου 2 πρέπει να είναι αι?τιολογημένο και να περιέχει ιδίως τα πραγματικά περι?στατικά και τα αποδεικτικά μέσα που οδηγούν σε αυτά, όπως προέκυψαν κατά την προκαταρκτική εξέταση, την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοζόμενες ποινικές διατάξεις και σαφή πρόταση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Αιτιολογημένη πρέπει να είναι και η πρόταση της τυχόν μειοψηφίας, η οποία καταχωρίζεται σε χωριστό κεφάλαιο του ίδιου πορίσματος.

5.

Εάν η Ολομέλεια της Βουλής απορρίψει, κατά την πα?ράγραφο 2 εδ. α΄ περίπτωση δεύτερη, ως προδήλως αβά?σιμη την πρόταση για την άσκηση ποινικής δίωξης, νέα πρόταση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατι?κά είναι απαράδεκτη.

Άρθρο 6

Συζήτηση του πορίσματος - Άσκηση ποινικής δίωξης

1.

Το πόρισμα εισάγεται προς συζήτηση στην Ολο?μέλεια της Βουλής σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

2.

Η απόφαση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

3.

Η απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης πρέ?πει να καθορίζει και να εξειδικεύει την αξιόποινη πρά?ξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει και λει?τουργεί ως άρση της ασυλίας, εάν ο Υπουργός έχει και τη βουλευτική ιδιότητα.

4.

Μετά την, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του πα?ρόντος άρθρου, απόρριψη από την Ολομέλεια της Βουλής της πρότασης για την άσκηση ποινικής δίω?ξης, νέα πρόταση που αφορά τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες πράξεις, έστω και με διαφορετικό νομικό χαρα?κτηρισμό, είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη.

5.

Η Ολομέλεια της Βουλής, αν το προτείνουν εγ?γράφως τριάντα (30) τουλάχιστον βουλευτές, μπο?ρεί, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, να αποφασίζει οποτεδήποτε την ανάκληση της απόφασής της για την άσκηση ποινι?κής δίωξης ή την αναστολή της δίωξης, της προδικα?σίας ή της κύριας διαδικασίας. Η αναστολή μπορεί να αρθεί με τις ίδιες διατυπώσεις.

Άρθρο 7

Συμμέτοχοι

1.

Η άσκηση ποινικής δίωξης κατά Υπουργού κατα?λαμβάνει υποχρεωτικά και τους τυχόν συμμετόχους, οι οποίοι εφεξής κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον Υπουργό.

2.

Η αναστολή κατά το προηγούμενο άρθρο καλύ?πτει και τους συμμετόχους. Το ίδιο ισχύει και για την ανάκληση της δίωξης, εφόσον η Βουλή το αποφασίσει ρητώς.

3.

Αν η Βουλή απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρο 5 παρ. 2) ή αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη (άρθρο 6 παρ. 2), δεν θίγεται ως προς τους συμμετόχους η δι?καιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων, ως προς τους οποίους στην περίπτωση αυτή παύουν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΑΝΑΚΡΙΣΗ - ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 8

Δικαστικό Συμβούλιο - Αρμοδιότητες

1.

Μετά την άσκηση της δίωξης, ο Πρόεδρος της Βουλής κληρώνει σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέ?1174 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) και σε αυτό προεδρεύει το ανώτερο σε βαθμό μέλος του Αρείου Πάγου ή, μεταξύ ομοιοβάθμων, ο αρχαιό?τερος αρεοπαγίτης. Δύο αναπληρωματικά μέλη προ?έρχονται από τον Άρειο Πάγο και ένα από το Συμβού?λιο της Επικρατείας. Στην ίδια συνεδρίαση κληρώνο?νται και ο ασκών καθήκοντα εισαγγελέα του Συμβουλίου και ο αναπληρωτής του, από τα μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

2.

Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Συμβου?λίου και ο εισαγγελέας αυτού, με τον αναπληρωτή του, κληρώνονται μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων δι?καστηρίων και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίω?ξης. Προς τούτο ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ύστερα από σχετική πρόσκληση του Προέδρου της Βουλής, αποστέλλει κατάλογο των μελών του Αρείου Πάγου, της Εισαγγελίας του και του Συμβουλίου της Επικρα?τείας, που έχουν τα νόμιμα προσόντα.

3.

Αμέσως μετά τη διενέργεια της κλήρωσης, ο Πρό?εδρος της Βουλής αποστέλλει στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την απόφαση της Βουλής για την άσκη?ση ποινικής δίωξης κατά του κατηγορούμενου Υπουρ?γού, τα ονόματα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Συμβουλίου, που κληρώθηκαν, καθώς και όλη τη δικογραφία. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου διαβιβάζει όλα τα ανωτέρω στοιχεία στον Πρόεδρο του Δικαστικού Συμβουλίου.

4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος, το Δικαστικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες των άρ?θρων 307 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

5.

Η κλήρωση, εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση του Συμβουλίου ούτε δια των αναπληρωματικών με?λών, μπορεί να επαναληφθεί για τα ελλείποντα μέλη. Το κύρος των ανακριτικών πράξεων και αποφάσεων του Συμβουλίου, που διενεργήθηκαν μέχρι τότε, δεν θίγεται.

6.

Η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης έχει το χαρακτήρα γρα?πτής παραγγελίας, κατά το άρθρο 246 του Κώδικα Ποι?νικής Δικονομίας, για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης.

Άρθρο 9

Αίτηση εξαίρεσης μελών του Δικαστικού Συμβουλίου και του Εισαγγελέα

1.

Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης, ταυτοχρόνως ή διαδοχικά, για περισσότερα από τρία συνολικά μέλη του Συμβουλίου ή για περισσότερα από δύο συνολικά μέλη που προέρχονται από τον Άρειο Πάγο και για πε?ρισσότερα από ένα μέλη που προέρχονται από το Συμ?βούλιο της Επικρατείας.

2.

Για την εκδίκαση της αίτησης εξαίρεσης, οι δικα?στές, των οποίων ζητείται η εξαίρεση, αναπληρώνο?νται από ίσο αριθμό αναπληρωματικών δικαστών, που προέρχονται από το ίδιο ανώτατο δικαστήριο.

3.

Αν ζητηθεί εξαίρεση του προέδρου του Συμβουλί?ου, τη θέση του κατά την εκδίκαση της αίτησης κατα?λαμβάνει ο επόμενος σε βαθμό ή, μεταξύ ομοιοβάθ?μων, ο αρχαιότερος. Αν ζητηθεί και αυτού η εξαίρεση, τη θέση του προέδρου καταλαμβάνει ο επόμενος κατά σειρά αρχαιότητας αρεοπαγίτης.

4.

Αν ζητηθεί εξαίρεση του εισαγγελέα, τη θέση του για την εκδίκαση της αίτησης καταλαμβάνει ο αναπλη?ρωτής του. Δεν επιτρέπεται να ζητηθεί η εξαίρεση συγχρόνως και του τακτικού και του αναπληρωτή εισαγγε?λέα.

Άρθρο 10

Ανάκριση

1.

Με απόφαση του Συμβουλίου του προηγούμενου άρθρου, η οποία λαμβάνεται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τον ορισμό των μελών του και τη διαβίβαση του σχετικού πρακτικού από τον Πρόεδρο της Βουλής, ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Στον ανακριτή διαβιβάζεται αμελ?λητί η δικογραφία, καθώς και όσες δικογραφίες έχουν σχηματιστεί κατά τυχόν συμμετόχων στις πράξεις του άρθρου 1 παρ.1 του νόμου αυτού.

2.

Ο ανακριτής, όταν πρόκειται να κριθούν ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή η περάτωση της ανάκρισης (άρθρα 307 και 308 του Κώ?δικα Ποινικής Δικονομίας), δεν μετέχει στις συνεδριά?σεις του Συμβουλίου, στις οποίες αντί αυτού μετέχει αναπληρωματικό μέλος.

3.

Σε Υπουργό εν ενεργεία ή μη, δεν επιτρέπεται βί?αιη προσαγωγή, σύλληψη, προσωρινή κράτηση ή επι?βολή περιοριστικών όρων.

4.

Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επε?κτείνει τη δίωξη και κατά των συμμετόχων που δεν ανα?φέρονται στην απόφαση της Βουλής για τη δίωξη. Κα?τά τα λοιπά ως προς τις αρμοδιότητες του ανακριτή και τη διενέργεια της ανάκρισης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 11

Περάτωση προδικασίας

1.

Μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης, η δικογρα?φία διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα του Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Εισαγγελέας δύναται να επιστρέψει τη δικογραφία στον ανακριτή για συμπλήρωση της ανά?κρισης ή να υποβάλει τη δικογραφία με πρότασή του στο Συμβούλιο.

2.

Οι κατηγορούμενοι έχουν τα δικαιώματα του άρ?θρου 308 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

3.

Το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου δεν υπό?κειται σε κανένα ένδικο μέσο και επιδίδεται με επιμέ?λεια του Προέδρου του στον κατηγορούμενο και στον Πρόεδρο της Βουλής μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1175 12 παρ. 1, συγκρότηση του Ειδικού Δικαστηρίου.

4.

Εάν συντρέχει περίπτωση παραπομπής μόνο του συμμετόχου, το Συμβούλιο τον παραπέμπει στο ακροα?τήριο του αρμόδιου κατά τις κοινές διατάξεις δικαστη?ρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Άρθρο 12

Συγκρότηση Ειδικού Δικαστηρίου

1.

Σε περίπτωση έκδοσης βουλεύματος που παρα?πέμπει Υπουργό στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστη?ρίου, ο Πρόεδρος της Βουλής κληρώνει σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής δεκατρία τα?κτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη για τη συγκρότηση του κατά το άρθρο 86 παρ. 4 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου, μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας που διορίστηκαν ή προήχθησαν στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Δεν τίθενται στην κληρωτίδα τα ονόματα των μελών του Δικαστικού Συμβουλίου.

2.

Το Ειδικό Δικαστήριο απαρτίζεται από επτά μέλη του Αρείου Πάγου και έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Καθήκοντα προέδρου ασκεί ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώ?θηκαν και, μεταξύ ομοιοβάθμων, ο αρχαιότερος. Κα?θήκοντα εισαγγελέα ασκεί μέλος της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται με τον αναπληρωτή του στην ίδια συνεδρίαση. Δεν τίθενται στην κληρωτίδα τα ονόματα του εισαγγελέα και του αναπληρωτή του που άσκησαν καθήκοντα στο Δικαστικό Συμβούλιο. Αμέ?σως μετά τη διενέργεια της κλήρωσης ο Πρόεδρος της Βουλής αποστέλλει στον πρόεδρο του Ειδικού Δι?καστηρίου το πρακτικό με τα ονόματα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Ειδικού Δικαστηρίου.

3.

Από τα έξι αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δι?καστηρίου, τρία προέρχονται από τον Άρειο Πάγο και τρία από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε περίπτωση κωλύματος για οποιαδήποτε αιτία κάποιου μέλους του Ειδικού Δικαστηρίου, η αντικατάστασή του γίνεται από αναπληρωματικό μέλος προερχόμενο από το ίδιο ανώ?τατο δικαστήριο.

4.

Αν δεν γίνει ή αν διακοπεί η κλήρωση των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου ή του Δικαστικού Συμβουλί?ου, επειδή έληξε η σύνοδος, διαλύθηκε η Βουλή, ή έλη?ξε η βουλευτική περίοδος, ενεργείται κατά περίπτωση με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής.

5.

Η λήξη της βουλευτικής περιόδου ή η διάλυση της Βουλής αναστέλλουν την έναρξη ή την πρόοδο της δί?κης μέχρι τη συγκρότηση της νέας Βουλής σε σώμα.

Άρθρο 13

Ορισμός δικασίμου

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.