Νόμοι — ΦΕΚ A' 66/2011
Το Σ.Φ.Δ. υπάγεται στα Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε από άποψη νομιμότητας, εκτός από εκείνες που αφορούν το προσωπικό του.
Μέλη του Σ.Φ.Δ. είναι ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, οι Πρόεδροι Φορολογικών Διαιτητών και οι Φορολογικοί Διαιτητές, οι οποίοι ασκούν δημόσιο λειτούργημα, έχουν αποκλειστική απασχόληση και διορίζονται με πενταετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται. Τα μέλη αυτά συγκροτούν την Ολομέλεια του Σώματος.
Φορολογικοί Διαιτητές διορίζονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και επιστημονικής κατάρτισης ή επαγγελματικής επάρκειας, και ιδίως πρόσωπα που έχουν διατελέσει δικαστικοί λειτουργοί ή έχουν διατελέσει ή είναι ανώτεροι ή ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί ή δημόσιοι υπάλληλοι με βαθμό Α΄ ή καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές Α.Ε.Ι. ή ανώτατα στελέχη δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, εφόσον όλοι έχουν δεκαετή εμπειρία στην επίλυση φορολογικών διαφορών ή σε ελεγκτικό φορολογικό έργο ή στην άσκηση καθηκόντων επί φορολογικών θεμάτων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών.
Οι Πρόεδροι Φορολογικών Διαιτητών επιλέγονται από τους Φορολογικούς Διαιτητές με απόφαση Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από: α) έναν επίτιμο αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή έναν επίτιμο Σύμβουλο της Επικρατείας, ως πρόεδρο, β) έναν νομικό σύμβουλο του Κράτους, γ) έναν επίτιμο πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων, δ) τον Πρόεδρο του Σ.Φ.Δ. και ε) τον Αντιπρόεδρό του, με εμπειρία στα φορολογικά θέματα. Το Συμβούλιο συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
To Σώμα Φορολογικών Διαιτητών διοικείται από τον Πρόεδρό του. Πρόεδρος διορίζεται συνταξιούχος ανώτατος δικαστικός λειτουργός του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή Πρόεδρος Φορολογικών Διαιτητών. Ο Πρόεδρος επιλέγεται από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, με πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) των μελών της, διορίζεται δε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς της απόφασης της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής. Μέχρι να επέλθει η αναγκαία τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής, ο Πρόεδρος επιλέγεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Ο Πρόεδρος διορίζεται με θητεία πέντε ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται μία φορά. Με την αυτή διαδικασία και με την αυτή θητεία επιλέγεται και διορίζεται και ένας Αντιπρόεδρος, ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται. Ο Πρόεδρος μπορεί με πράξη του να αναθέσει την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του στον Αντιπρόεδρο.
Άρθρο 32
Ασφάλιση και φορολογία μελών του Σ.Φ.Δ.
Τα μέλη του Σ.Φ.Δ. υπάγονται στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων−Τομέα Ασφάλισης Νομικών στην κατηγορία των εμμίσθων Α΄ τάξης. Οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στο σύνολο των αμοιβών τους κατά τις διατάξεις που διέπουν τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία. Κατά την πρώτη θητεία τους μπορούν να διατηρήσουν την ασφάλισή τους στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, στους οποίους υπάγονταν πριν από το διορισμό τους.
Οι αμοιβές των μελών του Σ.Φ.Δ. φορολογούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.
Άρθρο 33
Διαδικασίες της διαιτητικής επίλυσης διαφορών
Το Σ.Φ.Δ. επιλαμβάνεται του έργου του ύστερα από αίτηση του φορολογουμένου, η οποία υποβάλλεται στο Σ.Φ.Δ. μέσα στην προθεσμία άσκησης της προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο και πρέπει να περιέχει όλα τα κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στοιχεία του δικογράφου της προσφυγής. Αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται, με τη φροντίδα του αιτούντος, στη φορολογική ή τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Η φορολογική ή τελωνειακή αρχή πρέπει, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση, να διαβιβάσει την αίτηση, μαζί με αντίγραφο της προσβαλλόμενης πράξης και της οικείας έκθεσης ελέγχου, στον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος πρέπει να δηλώσει στο Σ.Φ.Δ. αν το Δημόσιο συμφωνεί για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επίδοση της αιτήσεως στην αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή. Αν υποβληθεί θετική δήλωση, καλείται ο αιτών, με έγγραφο του Σ.Φ.Δ. που επιδίδεται σε αυτόν, να καταβάλει την προβλεπόμενη αμοιβή μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την επίδοση, διαφορετικά η υπόθεση τίθεται στο αρχείο του Σ.Φ.Δ..
Η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς μπορεί να υποβληθεί μετά την υποβολή αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, κατά τις κείμενες διατάξεις ή την άσκηση προσφυγής στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή αντίγραφα της αίτησης, της θετικής δήλωσης του Δημοσίου για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς και του αποδεικτικού εγγράφου καταβολής της αμοιβής των διαιτητών επιδίδονται, με τη φροντίδα του αιτούντος, στην αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή και στον πρόεδρο του διοικητικού δικαστηρίου, κατά περίπτωση, οπότε η υπόθεση που εκκρεμεί στη φορολογική ή τελωνειακή αρχή ή στο δικαστήριο τίθεται στο αρχείο.
Αν η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς υποβληθεί πριν από την αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση της προσφυγής, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης διοικητικής επίλυσης της τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς.
Αν κατατεθούν την ίδια ημέρα η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς και η προσφυγή, θεωρείται ότι έχει κατατεθεί πρώτη η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς.
Η διαφορά επιλύεται από τρεις διαιτητές. Τον πρόεδρο των διαιτητών και τους διαιτητές ορίζει ο Πρόεδρος του Σ.Φ.Δ. ανά δικάσιμο με αλφαβητική σειρά του επωνύμου τους.
Η δικάσιμος για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από δύο μήνες από την περιέλευση της θετικής δήλωσης του Δημοσίου για τη διαιτητική επίλυση της υπόθεσης. Οι απόψεις της διοικητικής αρχής υποβάλλονται στο Σ.Φ.Δ. μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της θετικής δήλωσης. Η διαιτητική απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, παύει αυτοδικαίως η εξουσία των διαιτητών για επίλυση της διαφοράς και αναβιώνει η προθεσμία για τη υποβολή αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και την άσκηση προσφυγής, εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν εγγράφως για την παράταση της προθεσμίας για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Για τη διαιτητική επίλυση των φορολογικών διαφορών εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, αναλόγως, οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Αν η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή, η υπόθεση διαβιβάζεται από το Σ.Φ.Δ. στο διοικητικό δικαστήριο για να προβεί στην ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με τα κριθέντα με τη διαιτητική απόφαση και μέσα στα όρια της αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς. Αρμόδιο δικαστήριο είναι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, ο οποίος δικάζει κατά τη διαδικασία της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ 213 Α΄).
Κατά της διαιτητικής απόφασης χωρεί αίτηση ακυρώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 897 και 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Η εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας της προηγούμενης παραγράφου.
Άρθρο 34
Οργάνωση και λειτουργία του Σ.Φ.Δ.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη συγκρότηση, τη σύνθεση, τη διοίκηση και λειτουργία του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών, τα όργανα του Σ.Φ.Δ., τις αρμοδιότητες των οργάνων αυτών, του Προέδρου και των μελών του Σ.Φ.Δ., τα απαιτούμενα ειδικότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τον αριθμό των Φορολογικών Διαιτητών και των Προέδρων Φορολογικών Διαιτητών, τη διαδικασία διορισμού και απόλυσης αυτών, τις ευθύνες που υπέχουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τις επιβαλλόμενες κυρώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους, τον τρόπο ορισμού της αμοιβής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εύρυθμη λειτουργία του Σώματος.
Με όμοιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι καταβαλλόμενες αμοιβές από τους αιτούντες τη διαιτητική επίλυση φορολογικών διαφορών. Οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται από τους υπόχρεους σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον τίτλο «Λογαριασμός Φορολογικών Διαιτητών».
Για την αντιμετώπιση των κατά την εφαρμογή του παρόντος δαπανών είναι δυνατόν κατά τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών να επιχορηγείται από το Δημόσιο ο ανωτέρω λογαριασμός με ποσό που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εγγράφεται δε προς τούτο σε ιδιαίτερο κεφάλαιο και άρθρο σχετική πίστωση στο προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορίζεται η έναρξη λειτουργίας του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών.
Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Συμβούλιο Διοίκησης του Σ.Φ.Δ. αποτελούμενο από: α) έναν επίτιμο αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή έναν επίτιμο Σύμβουλο της Επικρατείας, ως πρόεδρο, β) ένα νομικό σύμβουλο του Κράτους, γ) έναν επίτιμο πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων, δ) έναν προϊστάμενο γενικής διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και ε) έναν προϊστάμενο γενικής διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Συμβούλιο αυτό προβαίνει στο διορισμό των Φορολογικών Διαιτητών και στην επιλογή των Προέδρων Φορολογικών Διαιτητών για την αρχική πλήρωση των θέσεων.
Άρθρο 35
Ίδρυση και οργάνωση Γραμματείας. Προσωπικό του Σ.Φ.Δ.
Στο Σ.Φ.Δ. συνιστάται Γραμματεία, η οποία λειτουργεί σε επίπεδο διεύθυνσης. Ο προϊστάμενος της Γραμματείας επιλέγεται από την ολομέλεια του Σώματος και διορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πλήρωση της θέσης του προϊσταμένου διεύθυνσης μπορεί, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, να γίνει και με μετάταξη προϊσταμένου διεύθυνσης διοικητικής υπηρεσίας του Δημοσίου ή δικαστηρίου ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. που επιλέγεται από το Συμβούλιο Διοίκησης, ύστερα από ανακοίνωση για υποβολή υποψηφιοτήτων που δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών. Για τη μετάταξη απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας από την οποία ο υπάλληλος μετατάσσεται. Η μετάταξη γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του οιΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1827
Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων τμημάτων γίνεται με μετάταξη υπαλλήλων βαθμού Α΄ του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και υπαλλήλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών, ή με διορισμό, ύστερα από ανακοίνωση για υποβολή υποψηφιοτήτων που δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών. Διορισμός γίνεται μόνο στις θέσεις που δεν θα καλυφθούν με μετάταξη. Η επιλογή των διοριζόμενων ή μετατασσόμενων γίνεται από το Συμβούλιο Διοίκησης. Για τη μετάταξη απαιτείται και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας από την οποία ο υπάλληλος μετατάσσεται. Ο διορισμός των επιλεγομένων γίνεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η μετάταξη με απόφαση των ίδιων και του οικείου Υπουργού. Αποκλείονται υποψήφιοι που έχουν υπερβεί, κατ’ αντιστοιχία των θέσεων του πρώτου εδαφίου, το 55ο και 50ό έτος της ηλικίας τους κατά την ημερομηνία της ανακοίνωσης.
Οι λοιπές θέσεις, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, καλύπτονται με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2, εφόσον οι διοριζόμενοι ή μετατασσόμενοι δεν έχουν υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας τους.
Το υπηρεσιακό και πειθαρχικό συμβούλιο των υπαλλήλων του Σ.Φ.Δ. συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου από έναν Πρόεδρο Φορολογικών Διαιτητών, δύο Φορολογικούς Διαιτητές και δύο αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων.
Οι υπάλληλοι που αποσπώνται στη Γραμματεία του Σ.Φ.Δ. λαμβάνουν από την υπηρεσία τους το μισθό και όλες τις τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές, καθώς και τα κάθε είδους τακτικά επιδόματα, όπως και τις ειδικές αποζημιώσεις και απολαβές της οργανικής τους θέσης, που καταβάλλονται παγίως και εξακολουθούν να καταβάλλονται από την υπηρεσία από την οποία αποσπώνται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, τα κριτήρια επιλογής, η διαδικασία διορισμού και η εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του Σ.Φ.Δ., οι αποσπάσεις υπαλλήλων σε αυτό, η οργάνωση της Γραμματείας, οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της, ο αριθμός των θέσεων προσωπικού, η κατανομή τους σε κλάδους και ειδικότητες, τα ζητήματα σχετικά με την υπηρεσιακή τους κατάσταση και το πειθαρχικό δίκαιο που διέπει το προσωπικό της Γραμματείας και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση, τη λειτουργία της Γραμματείας και το προσωπικό της.
Άρθρο 36
Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών Μετά το άρθρο 70 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται άρθρο 70Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 70Α Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών
Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών πενταμελής Επιτροπή αποτελούμενη από έναν πρώην ανώτατο δικαστικό λειτουργό ή πρώην λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, προϊσταμένους οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης, έναν υπάλληλο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος με βαθμό Α΄ και έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.). Αν ο φορολογούμενος είναι μέλος ομοσπονδίας επαγγελματιών, βιοτεχνών ή εμπόρων αντί του εκπροσώπου του Σ.Ε.Β. στην επιτροπή που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο μετέχει ένας εκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος. Η Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές του Προέδρου και των μελών της.
Έργο της Επιτροπής αυτής είναι η διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο, εφόσον η διαφορά υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
Δεν θίγονται τα υφιστάμενα όργανα και οι ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.
Ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε πράξη καταλογισμού φόρου ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας, μπορεί, αν αμφισβητεί την ορθότητά της, να ζητήσει, με αίτησή του απευθυνόμενη στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.
Η υποβολή της αίτησης αυτής αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεση και άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπές ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.
Η αίτηση κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό φάκελο, από αυτή στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτήν, εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση.
Για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.
Γραμματειακή υποστήριξη στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. παρέχεται από τη Γενική Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται η ημερομηνία από την οποία μπορεί να υποβάλλονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αιτήσεις για διοικητική επίλυση φορολογικής διαφοράς. Γραμματέα της Επιτροπής και μπορεί να ιδρύονται τμήματα της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., να καθορίζεται η αρμοδιότητά τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής και της υπηρεσίας για τη γραμματειακή της υποστήριξη.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2008/55/ΕΚ, 2009/162/ΕΚ ΚΑΙ 2009/69/ΕΚ
Άρθρο 37
Σκοπός και πεδία εφαρμογής
Με τις διατάξεις του άρθρου 38 του παρόντος Κεφαλαίου σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Μαΐου 2008 (ΕΕ L 150/28/10.6.2008). Η Οδηγία αυτή κωδικοποιεί την Οδηγία 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976 (L 73/19.3.1976), όπως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες: 79/1071/ΕΟΚ (EE L331/27.12.1979), 92/12/ΕΟΚ (EE L76/23.3.1992) και 2001/44/ΕΚ (EE L175/28.6.2001) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις των άρθρων 86 έως και 98 του Κεφαλαίου ΙΑ΄ του ν.1402/1983 «περί προσαρμογής της τελωνειακής και δασμολογικής νομοθεσίας στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (ΦΕΚ 167 Α΄), όπως οι διατάξεις αυτές έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Κεφαλαίου Δ΄ του ν. 3052/2002 (ΦΕΚ 221 Α΄).
Με τις διατάξεις του άρθρου 39 του παρόντος Κεφαλαίου σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών 2009/162/ΕΕ (ΕΕ L 10/15.1.2010 και 2009/69/ΕΚ (ΕΕ L175/4.7.2009) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Οδηγίες αυτές τροποποιούν την Οδηγία 2006/112/ΕΚ (ΕΕ L 347/11.12.2006), σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με τις διατάξεις του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄).
Άρθρο 38
(άρθρα 1−27 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ που αποτελεί κωδικοποιημένη έκδοση) Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν.1402/1983 Το κεφάλαιο ΙΑ΄ του ν. 1402/1983 όπως έχει τροποποιηθεί από το Κεφάλαιο Δ΄ του ν. 3052/2002 (ΦΕΚ 221 Α΄), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
Άρθρο 86
(άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού αφορούν την είσπραξη απαιτήσεων από την Ελλάδα οι οποίες γεννήθηκαν σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν σε οφειλέτη που διαμένει στην Ελλάδα, καθώς και την είσπραξη των απαιτήσεων από τα άλλα κράτη − μέλη της Ε.Ε. οι οποίες γεννήθηκαν στην Ελλάδα και αφορούν σε οφειλέτη που διαμένει σε άλλο κράτος − μέλος.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για κάθε απαίτηση που αφορά:
- α) τις επιστροφές, παρεμβάσεις και άλλα μέτρα που
αποτελούν μέρος του συστήματος ολικής ή μερικής χρηματοδότησης του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης, καθώς και στα εισπρακτέα ποσά στα πλαίσια αυτών των ενεργειών,
- β) τις εισφορές και άλλα τέλη που προβλέπονται στα
πλαίσια της κοινής οργάνωσης των αγορών για τον τομέα της ζάχαρης,
- γ) τους εισαγωγικούς δασμούς που οφείλονται, κατά
τα οριζόμενα στο στοιχείο α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 87,
- δ) τους εξαγωγικούς δασμούς που οφείλονται, κατά
τα οριζόμενα στο στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 87,
- ε) το φόρο προστιθέμενης αξίας,
- στ) τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί:
- αα) των βιομηχανοποιημένων καπνών,
- ββ) της αλκοόλης και των αλκοολούχων ποτών,
- γγ) των πετρελαιοειδών,
- ζ) τους φόρους επί του εισοδήματος και επί της περιουσίας, κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο γ΄της παραγράφου 1 του άρθρου 87,
- η) τους φόρους επί των ασφαλίστρων, κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 87,
- θ) τους τόκους, διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα
και τα έξοδα από απαιτήσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως η΄, αποκλειομένης κάθε είδους ποινικής κυρώσεως που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους − μέλους, όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή.
Άρθρο 87
(άρθρα 3 και 4 παρ.1, 2 και 5 και 7 παρ.1, 3, 4 και 11 και 17 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού νοούνται ως:
- α) «εισαγωγικοί δασμοί», οι δασμοί και οι φόροι ισοδύναμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών και οι επιβαρύνσεις επί των εισαγωγών, που έχουν θεσπισθεί στα
πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στα πλαίσια ειδικών καθεστώτων για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων,
- β) «εξαγωγικοί δασμοί», οι δασμοί και οι φόροι ισοδύναμου αποτελέσματος επί των εξαγωγών και οι επιβαρύνσεις επί των εξαγωγών, που έχουν θεσπισθεί στα
πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στα πλαίσια ειδικών καθεστώτων για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων,
- γ) «φόροι εισοδήματος και περιουσίας», αυτοί που ορίζονται από τις σχετικές διατάξεις των νόμων 2238/1994
(ΦΕΚ 151 Α΄), 1587/1950 (ΦΕΚ 294 Α΄) και 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α΄).
- δ) «φόροι επί των ασφαλίστρων», ο φόρος κύκλου
εργασιών (Φ.Κ.Ε.) και τα τέλη χαρτοσήμου, καθώς και παρόμοιοι ή ανάλογου χαρακτήρα φόροι, που ενδεχομένως προστίθενται ή αντικαθιστούν τους φόρους αυτούς,
- ε) «αιτούσα αρχή», η αρμόδια αρχή της Ελλάδας ή
άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε., η οποία απευθύνει μενου άρθρου,
- στ) «αρμόδια αρχή», η αρμόδια αρχή της Ελλάδας ή
άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε., η οποία δέχεται αίτηση συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων,
- ζ) «αίτηση συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων»
μπορεί να είναι: (i) «Αίτηση παροχής πληροφοριών», με την οποία ζητούνται πληροφορίες χρήσιμες για την είσπραξη των απαιτήσεων. Η «αίτηση παροχής πληροφοριών» περιέχει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του οφειλέτη και κάθε άλλο στοιχείο χρήσιμο για τον ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητάς του, στο οποίο έχει πρόσβαση η αιτούσα αρχή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και τη φύση και το ποσό της απαίτησης για την οποία υποβάλλεται η αίτηση. (ii) «Αίτηση κοινοποίησης», που υποβάλλεται από την αιτούσα αρχή και με την οποία ζητείται η κοινοποίηση στον παραλήπτη όλων των πράξεων ή αποφάσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δικαστικές που αναφέρονται σε μια απαίτηση ή την είσπραξή της, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της αρμόδιας αρχής. Η αίτηση κοινοποίησης περιέχει: (α) το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του παραλήπτη και κάθε άλλο στοιχείο χρήσιμο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, στο οποίο έχει πρόσβαση η αιτούσα αρχή, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, (β) τη φύση και το αντικείμενο της πράξεως ή της αποφάσεως προς κοινοποίηση, (γ) αν συντρέχει περίπτωση, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του οφειλέτη και κάθε άλλο στοιχείο χρήσιμο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, στο οποίο έχει πρόσβαση η αιτούσα αρχή, καθώς και (δ) την απαίτηση που αναφέρεται στην πράξη ή την απόφαση, καθώς και κάθε σχετική χρήσιμη πληροφορία. Η αρμόδια αρχή πληροφορεί χωρίς καθυστέρηση την αιτούσα αρχή για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση κοινοποίησης και ειδικότερα για την ημερομηνία στην οποία η απόφαση ή η πράξη διαβιβάσθηκε στον παραλήπτη. (iii) «Αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων», η αίτηση την οποία απευθύνει η αιτούσα αρχή προς την αρμόδια αρχή για την είσπραξη απαιτήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, που εφαρμόζεται για την είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων, που γεννήθηκαν στο κράτος − μέλος, όπου έχει η αρμόδια αρχή την έδρα της και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο τίτλου, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση. Η αίτηση είσπραξης μιας απαίτησης την οποία η αιτούσα αρχή απευθύνει στην αρμόδια αρχή πρέπει να συνοδεύεται: (α) από ένα επίσημο αντίτυπο ή ακριβές κυρωμένο αντίγραφο του τίτλου, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεσή της, που εκδόθηκε στο κράτος − μέλος όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της και (β) αν συντρέχει περίπτωση, από το πρωτότυπο ή από ακριβές κυρωμένο αντίγραφο άλλων εγγράφων που είναι αναγκαία για την είσπραξη. Η αίτηση είσπραξης περιέχει:
- αα) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και κάθε άλλο
στοιχείο χρήσιμο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του προσώπου που αφορά ή/και του τρίτου κατόχου των περιουσιακών στοιχείων του,
- ββ) το όνομα, τη διεύθυνση και κάθε άλλο στοιχείο
χρήσιμο για τον προσδιορισμό της αιτούσας αρχής,
- γγ) τον εκτελεστό τίτλο που έχει εκδοθεί στο κράτος
− μέλος όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή,
- δδ) τη φύση και το ποσό της απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου και των τόκων, καθώς και
κάθε άλλων οφειλόμενων κυρώσεων, προστίμων και εξόδων, εκφρασμένο στο νόμισμα των κρατών − μελών όπου έχουν την έδρα τους οι δύο αρχές,
- εε) την ημερομηνία κοινοποίησης του τίτλου στον
αποδέκτη της από την αιτούσα αρχή ή/και από την αρμόδια αρχή, στστ) την ημερομηνία από την οποία και την περίοδο κατά την οποία είναι δυνατή η εκτέλεση βάσει της νομοθεσίας που ισχύει στο κράτος − μέλος, όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή,
- ζζ) κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.
Η αίτηση είσπραξης περιέχει επίσης δήλωση της αιτούσας αρχής που βεβαιώνει ότι πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του επόμενου άρθρου. Η αρμόδια αρχή πληροφορεί χωρίς καθυστέρηση την αιτούσα αρχή για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση είσπραξης. Η αιτούσα αρχή γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή, μόλις περιέλθει σε γνώση της, κάθε χρήσιμη πληροφορία για την υπόθεση που ήταν η βάση της αίτησης είσπραξης.
Οι αιτήσεις των υποπεριπτώσεων (i), (ii) και (iii) της περίπτωσης ζ΄ της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να αφορούν οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1179/2008 της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2008 (L 319/29.11.2008) και είναι: (α) ο οφειλέτης, (β) οποιοδήποτε πρόσωπο υπόχρεο για την πληρωμή της απαίτησης σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις στο κράτος − μέλος της αιτούσας αρχής, (γ) οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο που κατέχει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων.
Οι αιτήσεις συνδρομής, ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη και τα λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους της αρμόδιας αρχής.
Άρθρο 88
(άρθρα 4 παρ. 3, 4 και 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Η αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να διαβιβάζει πληροφορίες στην αιτούσα αρχή για τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 86, αν:
- α) δεν είναι σε θέση να έχει για την είσπραξη παρόμοιας φύσεως εθνικών της απαιτήσεων, ή
- β) θα αποκάλυπταν εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, ή
- γ) η γνωστοποίησή τους θα προκαλούσε κίνδυνο για
τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια.
Η αρμόδια αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή για τους λόγους για τους οποίους απορρίπτει την αίτηση παροχής πληροφοριών.
- α) η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή
της δεν αμφισβητείται στο κράτος − μέλος όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή, εκτός από την περίπτωση που εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του παρόντος,
- β) έχουν ενεργοποιηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες
είσπραξης στο κράτος − μέλος όπου έχει την έδρα της, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν με βάση τον τίτλο που αναφέρεται στο στοιχείο ζ΄ της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί δεν θα καταλήξουν στην ολική πληρωμή της απαίτησης.
Άρθρο 89
(άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης αναγνωρίζεται αμέσως και λογίζεται αυτομάτως ως τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση απαίτησης του κράτους − μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή. Κατά παρέκκλιση του προηγούμενου εδαφίου, ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης μπορεί, αν είναι αναγκαίο και προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους − μέλους της αρμόδιας αρχής, να γίνει δεκτός ως εκτελεστός τίτλος, να αναγνωρισθεί ως εκτελεστός τίτλος, να συμπληρωθεί με εκτελεστό τίτλο ή να αντικατασταθεί με εκτελεστό τίτλο.
Μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης είσπραξης, η αρμόδια αρχή προσπαθεί να ολοκληρώσει την αποδοχή, αναγνώριση, τη συμπλήρωση ή αντικατάσταση αυτού, εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους που δικαιολογούν την ενδεχόμενη υπέρβαση του τριμήνου. Η αναγνώριση, αποδοχή, συμπλήρωση ή αντικατάσταση του τίτλου είναι υποχρεωτική για την αρμόδια αρχή, εφόσον ο τίτλος είναι νομότυπος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος − μέλος της αιτούσας αρχής.
Η είσπραξη της απαίτησης ενεργείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων του κράτους της αρμόδιας αρχής.
Αν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού ανακύψουν θέματα αμφισβήτησης, η οποία αφορά την απαίτηση ή τον τίτλο που εκδόθηκε από την αιτούσα αρχή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 91.
Άρθρο 90
(άρθρο 9 και άρθρο 10 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Η είσπραξη της απαίτησης ενεργείται στο εθνικό νόμισμα του κράτους − μέλους της αρμόδιας αρχής. Η αρμόδια αρχή μεταβιβάζει στην αιτούσα αρχή ολόκληρο το ποσό της εισπραχθείσας απαίτησης.
Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αιτούσα αρχή, να παρέχει στον οφειλέτη προθεσμία πληρωμής ή να επιτρέπει τμηματική καταβολή της οφειλόμενης απαίτησης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους − μέλους, όπου αυτή εδρεύει.
Οι τόκοι που εισπράττονται από την αρμόδια αρχή, λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής ή της παροχής προθεσμίας καταβολής ή της τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους όπου εδρεύει η αρμόδια αρχή, αποδίδονται στην αιτούσα αρχή.
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3 του άρθρου 89, οι απαιτήσεις που πρόκειται να εισπραχθούν δεν απολαμβάνουν απαραίτητα των προνομίων, των οποίων τυγχάνουν ανάλογες απαιτήσεις, οι οποίες γεννώνται στο κράτος − μέλος όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή.
Άρθρο 91
(άρθρο 12 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είσπραξης, η απαίτηση ή ο τίτλος που εκδόθηκε στο κράτος της αιτούσας αρχής αμφισβητούνται από τον ενδιαφερόμενο, η πράξη με την οποία διατυπώνεται η αμφισβήτηση αυτή (προσφυγή) φέρεται από αυτόν ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του κράτους − μέλους της αιτούσας αρχής, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος αυτό. Η πράξη του προηγούμενου εδαφίου κοινοποιείται από την αιτούσα αρχή στην αρμόδια αρχή. Μπορεί ακόμη να κοινοποιείται σε αυτήν από τον ενδιαφερόμενο.
Μόλις η αρμόδια αρχή παραλάβει την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, είτε από την αιτούσα αρχή είτε από τον ενδιαφερόμενο, αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το αρμόδιο καθ’ ύλην όργανο του κράτους της αιτούσας αρχής, εκτός αν η αιτούσα αρχή ζητήσει διαφορετικά σύμφωνα με το επόμενο εδάφιο. Η αρμόδια αρχή μπορεί, εάν το κρίνει αναγκαίο και με την επιφύλαξη του άρθρου 92, να λάβει συντηρητικά μέτρα, για να εγγυηθεί την είσπραξη, εφόσον προβλέπονται στην εσωτερική της νομοθεσία για παρόμοιες απαιτήσεις. Η αιτούσα αρχή μπορεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία της, να ζητεί από την αρμόδια αρχή να εισπράξει αμφισβητούμενη απαίτηση, εφόσον η νομοθεσία της χώρας όπου εδρεύει η αρμόδια αρχή, το επιτρέπει. Εάν το αποτέλεσμα της αμφισβήτησης είναι ευνοϊκό για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή υποχρεούται να επιστρέψει κάθε εισπραχθέν ποσό, προσαυξημένο κατά την τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή.
Αν η αμφισβήτηση στρέφεται κατά των μέτρων εκτέλεσης που λαμβάνονται στο κράτος − μέλος της έδρας της αρμόδιας αρχής, η πράξη της παραγράφου 1 φέρεται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου αυτού του κράτους − μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος αυτό.
Όταν το αρμόδιο όργανο, ενώπιον του οποίου φέρεται η πράξη της παραγράφου 1, είναι πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, η απόφαση του δικαστηρίου αυτού, εφόσον είναι ευνοϊκή για την αιτούσα αρχή και επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης, αποτελεί τον «τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση», όπως αναφέρεται στα προηγούμενα άρθρα και η είσπραξη της απαίτησης διενεργείται με βάση την απόφαση αυτή.
Άρθρο 92
(άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Με αιτιολογημένη αίτηση της αιτούσας αρχής, η αρμόδια αρχή λαμβάνει συντηρητικά μέτρα για να εγγυηθεί την είσπραξη της απαίτησης εφόσον η ισχύουσα
Για την εφαρμογή της πρώτης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 87, 89, 90, 91 και 93.
Άρθρο 93
(άρθρο 14 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Η αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται:
- α) Να παρέχει τη συνδρομή που προβλέπεται στα
προηγούμενα άρθρα του κεφαλαίου αυτού, εάν η είσπραξη της απαίτησης, λόγω της κατάστασης του οφειλέτη, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στο κράτος όπου αυτή εδρεύει, εφόσον η νομοθεσία της επιτρέπει ένα τέτοιο μέτρο για παρόμοιες εθνικές απαιτήσεις.
- β) Να παρέχει τη συνδρομή που προβλέπεται στα προηγούμενα άρθρα του κεφαλαίου αυτού, εάν η υποβαλλόμενη αρχική αίτηση αφορά απαιτήσεις παλαιότερες
των πέντε ετών, από τη στιγμή της έκδοσης του εκτελεστού τίτλου που επιτρέπει την είσπραξη, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή, μέχρι την ημερομηνία της αίτησης. Ωστόσο, όταν αμφισβητείται η απαίτηση ή ο τίτλος, η προθεσμία αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία το αιτούν κράτος αποφαίνεται ότι η παραπάνω απαίτηση ή ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί.
Η αρμόδια αρχή ανακοινώνει στην αιτούσα αρχή τους λόγους για τους οποίους απορρίπτει την αίτηση συνδρομής. Η αιτιολογημένη αυτή απόρριψη ανακοινώνεται και στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 94
(άρθρο 15 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Τα θέματα που αφορούν την παραγραφή της απαίτησης ρυθμίζονται από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή.
Για την αναστολή ή διακοπή της παραγραφής, οι διαδικαστικές ενέργειες είσπραξης της απαίτησης που έγιναν από την αρμόδια αρχή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν από την αιτούσα αρχή, εφόσον κατά τη νομοθεσία του κράτους της αρχής αυτής θα είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή ή διακοπή της παραγραφής.
Άρθρο 95
(άρθρο 16 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ) Τα έγγραφα και οι πληροφορίες, που κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού, μπορούν να γνωστοποιηθούν από αυτήν μόνο:
- α) στο πρόσωπο που αναφέρεται στην αίτηση συνδρομής,
- β) στα πρόσωπα και στις αρμόδιες αρχές για την
είσπραξη των απαιτήσεων και
- γ) στις δικαστικές αρχές, οι οποίες έχουν επιληφθεί
των υποθέσεων που αφορούν στην είσπραξη των απαιτήσεων.
Άρθρο 96
(άρθρο 18 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Η αρμόδια αρχή εισπράττει επίσης από τον οφειλέτη και παρακρατεί όλα τα έξοδα που συνδέονται με την είσπραξη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους που έχει την έδρα της οι οποίες εφαρμόζονται σε παρόμοιες απαιτήσεις.
Η Ελλάδα παραιτείται με τον όρο της αμοιβαιότητας απέναντι στα λοιπά κράτη − μέλη από οποιαδήποτε απαίτηση για την απόδοση των εξόδων που προκύπτουν από την αμοιβαία συνδρομή, την οποία παρέχει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού.
Όταν η είσπραξη παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία, που χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο ποσό εξόδων ή συνδέεται με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, οι αιτούσες και οι αρμόδιες αρχές μπορούν να συμφωνούν ειδικούς διακανονισμούς απόδοσης εξόδων.
Η Ελλάδα είναι υπεύθυνη έναντι του κράτους − μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή για όλα τα έξοδα και τις ζημίες που ενδεχομένως υπέστη κατόπιν προσφυγών ή αγωγών που κρίθηκαν αβάσιμες, είτε ως προς την ύπαρξη της απαίτησης είτε ως προς το κύρος του τίτλου που εκδόθηκε από την ελληνική αιτούσα αρχή.
Άρθρο 97
(άρθρα 19 και 23 της Οδηγίας 2008/55/ΕΚ)
Η Ελλάδα υποχρεούται να κοινοποιεί κατάλογο των αρχών της όπως προβλέπονται στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 87.
Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζουν την παροχή ευρύτερης αμοιβαίας συνδρομής, την οποία η Ελλάδα και άλλα κράτη − μέλη θα συμφωνούσαν μεταξύ τους, στην οποία περιλαμβάνεται και η συνδρομή για την κοινοποίηση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων.
Άρθρο 98
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
- α) η τελωνειακή ή φορολογική ή άλλη αρμόδια αρχή ή
υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ανάλογα με το είδος της απαίτησης, που ενεργεί «ως αιτούσα αρχή» και «ως αρμόδια αρχή» για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού,
- β) οι αρμόδιες αρχές για την είσπραξη, διαχείριση και
απόδοση των απαιτήσεων αυτών,
- γ) ο τρόπος είσπραξης, διαχείρισης και απόδοσης
στους δικαιούχους των απαιτήσεων που προβλέπονται από το κεφάλαιο αυτό, και κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού.»
Άρθρο 39
(άρθρο 1 της Οδηγίας 2009/162/ΕΚ και άρθρο 1 παράγραφος 3 περίπτωση β΄ της Οδηγίας 2009/69/ΕΚ) Τροποποίηση και συμπλήρωση του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικα Φ.Π.Α.), που κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Παράδοση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη με την οποία μεταβιβάζεται το δικαίωμα να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, καθώς και τα ακίνητα του άρθρου 6. Eξομοιώνονται με ενσώματα αγαθά η
Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «στ) παράδοση αερίου μέσω συστήματος φυσικού αερίου ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή μέσω οποιουδήποτε δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα, την παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας ή ψύχους μέσω των δικτύων θέρμανσης ή ψύξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄ ή β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 13.»
Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3763/2009 (ΦΕΚ 80 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «α) νοούνται ως «προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης» τα ενεργειακά προϊόντα, η αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά, όπως ορίζονται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, εκτός από το αέριο που παραδίδεται μέσω συστήματος φυσικού αερίου ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή μέσω οποιουδήποτε δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα,».
Το εισαγωγικό εδάφιο και η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως η παράγραφος 3 προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 3312/2005, αντικαθίστανται ως εξής: «3. Στην περίπτωση παράδοσης αερίου μέσω συστήματος φυσικού αερίου, ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή οποιουδήποτε άλλου δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα, ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας ή ψύχους μέσω δικτύων θέρμανσης ή ψύξης:
- α) σε μεταπωλητή υποκείμενο στο φόρο, ως τόπος
παράδοσης θεωρείται ο τόπος όπου ο υποκείμενος στο φόρο μεταπωλητής έχει την έδρα της οικονομικής δραστηριότητάς του ή τη μόνιμη εγκατάστασή του για την οποία παραδίδονται τα αγαθά ή, σε περίπτωση έλλειψης έδρας ή μόνιμης εγκατάστασης, ο τόπος όπου έχει τη μόνιμη κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, ως «μεταπωλητής υποκείμενος στο φόρο» νοείται ο υποκείμενος στο φόρο του οποίου η κύρια δραστηριότητα όσον αφορά τις αγορές αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας ή ψύχους, είναι η μεταπώληση των ανωτέρω προϊόντων και του οποίου η ίδια κατανάλωση των προϊόντων αυτών είναι αμελητέα.»
Η περίπτωση η΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 14 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3763/2009, αντικαθίσταται ως εξής: «η) παροχή πρόσβασης σε σύστημα φυσικού αερίου ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή σε δίκτυο συνδεδεμένο με αυτό το σύστημα, στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας ή στα δίκτυα θέρμανσης ή ψύξης, καθώς και μεταφοράς ή διανομής μέσω των συστημάτων ή των δικτύων αυτών και παροχή άλλων υπηρεσιών που συνδέονται άμεσα με αυτές.»
Στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Η απαλλαγή κατά την εισαγωγή στην περίπτωση αυτή ισχύει μόνον εάν, κατά τη στιγμή της εισαγωγής, ο εισαγωγέας έχει παράσχει στις αρμόδιες αρχές τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες: i) τον αριθμό φορολογικού μητρώου Φ.Π.Α. που έχει χορηγηθεί στον εισαγωγέα στo εσωτερικό της χώρας, ή μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου του, ως υπόχρεου, για την καταβολή του Φ.Π.Α., ii) τον αριθμό φορολογικού μητρώου Φ.Π.Α. του αποκτώντος, στον οποίο παραδίδονται τα αγαθά, που έχει χορηγηθεί σε άλλο κράτος − μέλος ή τον δικό του αριθμό φορολογικού μητρώου Φ.Π.Α. ο οποίος έχει χορηγηθεί στο κράτος − μέλος άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς των αγαθών όταν τα αγαθά αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 28, iii) την απόδειξη ότι τα εισαγόμενα αγαθά προορίζονται να μεταφερθούν ή να αποσταλούν από τη χώρα μας σε άλλο κράτος − μέλος.»
Η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, η οποία έχει προστεθεί με την παρ.6 του άρθρου 18 του ν. 3312/2005, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) η εισαγωγή αερίου μέσω συστήματος φυσικού αερίου ή οποιουδήποτε άλλου δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα ή που εισάγεται από πλοίο μεταφοράς αερίου σε σύστημα φυσικού αερίου ή σε ανάντη δίκτυο αγωγών, ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας ή ψύχους μέσω των δικτύων θέρμανσης ή ψύξης.»
Στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας προστίθεται νέα υποπερίπτωση δδ΄ και η υποπερίπτωση ββ΄ αντικαθίσταται ως εξής: «ββ) για τις ανάγκες αναγνωρισμένων από την Ελλάδα διεθνών οργανισμών άλλων από αυτούς που αναφέρονται στην υποπερίπτωση δδ΄ της περίπτωσης αυτής, ή των μελών τους, με τις προϋποθέσεις και μέσα στα όρια που καθορίζονται από τις ιδρυτικές τους συμβάσεις ή τις συμφωνίες για την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα,». «δδ) για τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ή των οργανισμών που έχουν συσταθεί από τις Κοινότητες, για τους οποίους ισχύει το πρωτόκολλο της 8ης Απριλίου 1965 περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι συμφωνίες για την εφαρμογή του ή οι συμφωνίες για την έδρα τους, ιδίως στο μέτρο που αυτό δεν προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού,».
H παράγραφος 1 του άρθρου 30 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν. ματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο. Ειδικά, για τα αγαθά επένδυσης, το δικαίωμα έκπτωσης κρίνεται οριστικά κατά το χρόνο έναρξης χρησιμοποίησης των αγαθών αυτών. Στην περίπτωση που αγαθά επένδυσης χρησιμοποιούνται, τόσο για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων του υποκειμένου στο φόρο, όσο και για ιδιωτική χρήση του ίδιου ή του προσωπικού του, ή, γενικότερα για σκοπούς άλλους από της επιχείρησης, ο Φ.Π.Α. που βαρύνει τις δαπάνες που συνδέονται με τα επενδυτικά αυτά αγαθά εκπίπτει μόνο κατ’ αναλογία του ποσοστού της χρησιμοποίησής τους για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Οι μεταβολές στην αναλογία χρήσης των αγαθών επένδυσης που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 33.»
Άρθρο 40
Τελικές και μεταβατικές διατάξεις του Κεφαλαίου Ε΄
Οι διατάξεις του άρθρου 38 του νόμου αυτού εφαρμόζονται για τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής, που υποβάλλονται από 1ης Ιανουαρίου 2009.
Οι διατάξεις του άρθρου 39 ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2011.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ KAI ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 41
Θέματα Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Τροποποίηση διατάξεων των νόμων 3461/2006 και 3340/2005
Η περίπτωση β΄του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (ΦΕΚ 106 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «(β) Οι κινητές αξίες της εταιρείας έχουν αποκτηθεί με προαιρετική δημόσια πρόταση που υποβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού προς όλους τους κατόχους των κινητών αξιών και για το σύνολο των κινητών αξίων τους, εφόσον το αντάλλαγμα της προαιρετικής δημόσιας πρότασης ήταν εύλογο και δίκαιο κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 9, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή η καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά κατ’ επιλογήν των αποδεκτών.»
α) Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3461/2006 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου δεν λαμβάνονται υπόψη αποκτήσεις από πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΠΕΥ οι οποίες γίνονται σε ικανοποίηση υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το πιστωτικό ίδρυμα ή η ΕΠΕΥ: (α) ως ειδικός διαπραγματευτής σε οργανωμένη αγορά, (β) ως συστηματικός εσωτερικοποιητής ή (γ) ως μέλος σε συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού το οποίο ευθύνεται για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης συναλλαγών.» β. Η περίπτωση β΄της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3461/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «(β) από την υψηλότερη τιμή στην οποία το υπόχρεο πρόσωπο ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό απέκτησε, κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης. Για τον υπολογισμό της τιμής δεν λαμβάνονται υπόψη αποκτήσεις από πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ, οι οποίες γίνονται σε ικανοποίηση υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ: (αα) ως ειδικός διαπραγματευτής σε οργανωμένη αγορά, (ββ) ως συστηματικός εσωτερικοποιητής ή (γγ) ως μέλος σε συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού το οποίο ευθύνεται για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης συναλλαγών.»
Πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για παραβάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς μειώνονται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για την είσπραξη του προστίμου Δ.Ο.Υ. σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) αυτού, εφόσον ο υπόχρεος εντός δύο μηνών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της σχετικής ταμειακής βεβαίωσης, αποδεχθεί την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αποτελεί το νόμιμο τίτλο αυτής και παραιτηθεί από την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου και υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλει εφάπαξ το μειούμενο πρόστιμο, εντός της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας.
Άρθρο 42
Σύσταση ανώνυμης εταιρείας για την αξιοποίηση της έκτασης του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού
Συνιστάται ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ − ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ » και με διακριτικό τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.» (στο εξής «Εταιρεία»). Στις διεθνείς συναλλαγές, ο διακριτικός τίτλος αποδίδεται στα αγγλικά ως «ΗELLINIKΟΝ S.A.» ή σε ακριβή μετάφρασή της σε άλλη γλώσσα.
α) Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
- β) Η Εταιρεία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις
του νόμου αυτού, και για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ρητά από το νόμο αυτόν από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, ενώ εξαιρείται από τις διατάξεις του δημόσιου τομέα.
α) Σκοπός της Εταιρείας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της έκτασης και των εγκαταστάσεων του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού.
- β) Με την παρέλευση ενός μηνός από την πρώτη
συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ακινήτου και των επ’ αυτού κτιρίων και εγκαταστάσεων του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με τα παραρτήματα και τα συστατικά του, περιέρχονται αυτοδικαίως στην Εταιρεία, η οποία δικαιούται να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της. Από την ίδια ως άνω ημερομηνία η εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις τυχόν συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των ως άνω ακινήτων.
- γ) Ο κινητός εξοπλισμός όλων των ανωτέρω κτιρίων
και εγκαταστάσεων περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότη
- δ) Το ακριβές εμβαδόν και τα όρια του ανωτέρου
ακινήτου ορίζονται βάσει σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος που συντάσσεται, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, από τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
- ε) Η Εταιρεία μπορεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού
της να αποκτά εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε άλλα ακίνητα, που βρίσκονται πλησίον της εκτάσεως του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με σκοπό τη διοίκηση, αξιοποίηση και εν γένει συνολική εκμετάλλευση αυτών.
Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, διαιρούμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας της καθεμιάς εκατό (100) ευρώ, αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο και καταβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Με απόφαση της γενικής συνέλευσης του μετόχου της Εταιρείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 2 του κ.ν. 2190/1920 προβλεπόμενο καταστατικό της Εταιρείας, με το οποίο ρυθμίζονται όλα τα θέματα που προβλέπονται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία και καταχωρίζεται στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών, που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Το καταστατικό της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεών του, οι οποίες ρυθμίζονται κατά περιεχόμενο και από τις διατάξεις του νόμου αυτού, μπορεί να τροποποιείται και να κωδικοποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης του μετόχου της Εταιρείας.
Για τη μετάθεση της κυριότητας ολόκληρου ή μέρους του ακινήτου της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3, στην Εταιρεία απαιτείται τυπικός νόμος, ο οποίος αποτελεί το μεταγραπτέο τίτλο. Η μεταγραφή τίτλων κτήσης ακινήτων, και κάθε πράξη ή συμφωνία για τη μεταβίβαση στην Εταιρεία, της κυριότητας των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, καθώς και κάθε πράξη ή συμφωνία, που αφορά στη μεταβίβαση κάθε εμπράγματου δικαιώματος στην Εταιρεία, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή αμοιβή, συμπεριλαμβανομένου του φόρου εισοδήματος για το κάθε μορφής εισόδημα που προκύπτει από τη δραστηριότητά της, φόρου μεταβίβασης για οποιαδήποτε αιτία, φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, φόρου έναρξης δραστηριότητας, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών οργανισμών ή τρίτων, των δικαιωμάτων και αμοιβών συμβολαιογράφων, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδοτικών τελών. Τα περιουσιακά στοιχεία, που μεταβιβάζονται, αποτιμώνται από πιστοποιημένο εκτιμητή ακινήτων σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του οικείου νόμου και εισφέρονται στην Εταιρεία, με αντίστοιχη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, με απόφαση της γενικής συνέλευσης του μετόχου της. Η απόφαση για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου λαμβάνεται μέσα σε δύο μήνες από την κατά τα παραπάνω αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7α, 7β, 11, 29, 31 και 34 του κ.ν. 2190/1920.
Το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας απαρτίζεται από εννέα μέλη, που ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Επικρατείας.
α) Η Εταιρεία προσλαμβάνει προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου, με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και με συμβάσεις έργου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Επικρατείας, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της Εταιρείας, με τον οποίο καθορίζονται η διάρθρωση της Εταιρείας, οι θέσεις προσωπικού, τα αναγκαία προσόντα για την πρόσληψη στη θέση, οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.
- β) Η κάλυψη των αναγκών της Εταιρείας σε προσωπικό
μπορεί να γίνει και με μεταφορά και ένταξη ή απόσπαση προσωπικού που ήδη υπηρετεί σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α΄), το οποίο κατέχει τα τυπικά προσόντα της θέσης για την οποία προορίζεται, χωρίς να απαιτείται η κατάληψη αντίστοιχης θέσης με αυτή του φορέα προέλευσης. Η μεταφορά και ένταξη πραγματοποιείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού, Επικρατείας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μεταφερόμενου προσωπικού που έχει διανυθεί στους φορείς προέλευσης λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην Εταιρεία. Η απόσπαση προσωπικού διενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού, Επικρατείας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, χωρίς να απαιτείται γνώμη του φορέα από τον οποίο αποσπάται. Η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι δύο χρόνια και μπορεί να παραταθεί με απόφαση των ίδιων Υπουργών μία ή περισσότερες φορές για ίσο χρονικό διάστημα. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασθέντων στην Εταιρεία υπαλλήλων θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για οποιαδήποτε συνέπεια. Η δαπάνη μισθοδοσίας των αποσπασθέντων υπαλλήλων βαρύνει τους φορείς από τους οποίους προέρχονται, οι οποίοι εξακολουθούν να καταβάλλουν τις πάσης φύσεως αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές αυτών.
Με κανονισμό που καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Επικρατείας, καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες ανάθεσης μελετών, υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών κινητών πραγμάτων, εξοπλισμού και συναφών εργασιών, αγορών ακινήτων, μισθώσεων, εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων χρήσης και κάθε άλλου ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων. ΦΕΚ 66 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1835 τίθενται οι λέξεις «Θαλάσσιων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας».
Άρθρο 43
Ρυθμίσεις θεμάτων Μετοχικών Ταμείων Ενόπλων Δυνάμεων και Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μετοχικού Ταμείου Στρατού
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1105/1980 (ΦΕΚ 299 Α΄) προστίθενται τρία εδάφια ως εξής: «Το μέρισμα της χηρεύουσας οικογένειας του κυρίως ασφαλισμένου (μερισματούχου ή μετόχου) συνίσταται σε ποσοστό του μερίσματος, το οποίο ελάμβανε ο κυρίως ασφαλισμένος μερισματούχος ή θα δικαιούνταν ο μέτοχος αν κατά το χρόνο του θανάτου του καθίστατο μερισματούχος, ίσο με το ποσοστό της κύριας σύνταξης που της κανονίζεται και καταβάλλεται από το συνταξιοδοτικό φορέα του κυρίως ασφαλισμένου. Οι εισφορές και το ύψος του προβλεπόμενου στην κοινή απόφαση 2412/Φ.951/360/431347/17.1.1984 των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών (ΦΕΚ 74 Β΄) βοηθήματος για τη δημιουργία οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας, στις περιπτώσεις των ορφανικών οικογενειών, εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το πλήρες μέρισμα του αποβιώσαντος κυρίως ασφαλισμένου του Ταμείου. Χηρεύουσες οικογένειες που έχουν δικαιωθεί, με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, ακέραιο το μέρισμα του κυρίως ασφαλισμένου, διατηρούν, ως προσωπική διαφορά, τη διαφορά μεταξύ του μερίσματος που τους κανονίστηκε και αυτού που δικαιούνται με βάση τη ρύθμιση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι πλήρους συμψηφισμού της διαφοράς αυτής με μελλοντικές αυξήσεις του μερίσματος.»
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 του α.ν. 559/1937 (ΦΕΚ 107 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Σε οικογένειες θανόντων μερισματούχων που δικαιούνται να συνεχίσουν το μέρισμα του θανόντος σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους και μέσα σε τριάντα ημέρες από το θάνατο του μερισματούχου, εφάπαξ βοήθημα ίσο με δέκα μηνιαία μερίσματα.»
α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 26 του π.δ. 21/31 Οκτωβρίου 1932 (ΦΕΚ 387 Α΄) όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3967/1959 (ΦΕΚ 176 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα μέλη της οικογένειας των μετόχων επί των οποίων εκτείνεται η προστασία του Ταμείου είναι εκείνα που δικαιούνται σύνταξη κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τις συντάξεις του Δημοσίου. Στα μέλη αυτά, καταβάλλεται ποσοστό του μερίσματος που ελάμβανε ο κυρίως ασφαλισμένος μερισματούχος ή θα δικαιούταν ο ενεργός μέτοχος αν κατά το χρόνο του θανάτου του καθίστατο μερισματούχος, ίσο με το ποσοστό της κύριας σύνταξης που τους κανονίζεται και καταβάλλεται από το Δημόσιο.» β. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 68 του π.δ. 21/31 Οκτωβρίου 1932 (ΦΕΚ 387 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Στις χηρεύουσες οικογένειες καταβάλλεται ποσοστό του μερίσματος, το οποίο θα δικαιούνταν ο προστάτης τους, αν ζούσε και γινόταν μερισματούχος, κατά την προβλεπόμενη στο νόμο σειρά, ίσο με το ποσοστό της κύριας σύνταξης που τους κανονίζεται και καταβάλλεται από το Δημόσιο, παύει δε μόνο, όταν κανένα μέλος αυτής δεν έχει δικαίωμα μεταβιβαζόμενο από τη μία κατηγορία στην άλλη. Χηρεύουσες οικογένειες που έχουν δικαιωθεί, με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, ακέραιο το μέρισμα του κυρίως ασφαλισμένου, διατηρούν ως προσωπική διαφορά, τη διαφορά μεταξύ του μερίσματος που τους έχει απονεμηθεί και του μερίσματος που δικαιούνται με βάση την προηγούμενη παράγραφο, μέχρι πλήρους συμψηφισμού της διαφοράς αυτής με μελλοντικές αυξήσεις του μερίσματος. Οι κρατήσεις και το ύψος του προβλεπόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις Βοηθήματος Οικογενειακής και Επαγγελματικής Αυτοτέλειας (ΒΟΕΑ), στις περιπτώσεις των χηρευουσών οικογενειών υπολογίζονται με βάση το πλήρες μέρισμα του αποβιώσαντος κυρίως ασφαλισμένου του Ταμείου.»
Η παρ. 11 του άρθρου 9 του α.ν. 1988/1939 (ΦΕΚ 414 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.δ. 3981/1959 (ΦΕΚ 193 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «11. Το μέρισμα της χηρεύουσας οικογένειας του κυρίως ασφαλισμένου (μερισματούχου ή μετόχου) συνίσταται σε ποσοστό του μερίσματος, που ελάμβανε ο κυρίως ασφαλισμένος μερισματούχος ή θα δικαιούνταν ο μέτοχος αν κατά το χρόνο του θανάτου του καθίστατο μερισματούχος, ίσο με το ποσοστό της κύριας σύνταξης που της κανονίζεται και καταβάλλεται από το συνταξιοδοτικό φορέα του κυρίως ασφαλισμένου. Οι εισφορές και το ύψος του προβλεπόμενου στην κοινή απόφαση 453090/25.11.1983 των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών (ΦΕΚ 706 Β΄) βοηθήματος, για τη δημιουργία οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας, στις περιπτώσεις των ορφανικών οικογενειών, εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το πλήρες μέρισμα του αποβιώσαντος κυρίως ασφαλισμένου του Ταμείου. Χηρεύουσες οικογένειες που έχουν δικαιωθεί με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις ακέραιο το μέρισμα του κυρίως ασφαλισμένου διατηρούν, ως προσωπική διαφορά, τη διαφορά μεταξύ του μερίσματος που τους κανονίσθηκε και αυτού που δικαιούνται με βάση τη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου, μέχρι πλήρους συμψηφισμού της διαφοράς αυτής με μελλοντικές αυξήσεις του μερίσματος.»
α. Η πολιτική και στρατιωτική υπηρεσία των ασφαλισμένων μετόχων και μερισματούχων του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας (ΜΤΑ), η οποία δεν υπάγεται υποχρεωτικώς στην ασφάλισή του, αλλά αναγνωρίζεται ως συντάξιμη από τη συνταξιοδοτική νομοθεσία, μπορεί να αναγνωρισθεί ως χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση από τους ενδιαφερόμενους και καταβληθούν οι κρατήσεις που προβλέπονται κατωτέρω: αα. Οι μέτοχοι υπόκεινται, για όσο χρόνο αναγνωρίζουν, σε κράτηση μερίσματος ΜΤΑ, υπολογιζόμενη στις αποδοχές του βαθμού με τον οποίο μισθοδοτούνται. ββ. Οι εξερχόμενοι από την ενεργό υπηρεσία μέτοχοι, καθώς και οι μερισματούχοι καταβάλλουν για το χρόνο που αναγνωρίζουν την προβλεπόμενη υπέρ μερίσματος κράτηση, υπολογιζόμενη στις αποδοχές του βαθμού με είτε εφάπαξ είτε νομιμοτόκως με υπογραφή σχετικού χρεωστικού ομολόγου με χρόνο αποπληρωμής όχι μεγαλύτερο του αναγνωριζόμενου χρόνου. β. Οι εξερχόμενοι, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, από Στρατιωτικές Σχολές, αναγνωρίζουν υποχρεωτικά τα έτη σπουδών τους ως χρόνο μετοχικής σχέσης στο ΜΤΑ, αμέσως μετά την έξοδό τους από τις Σχολές, καταβάλλοντας την κράτηση του εδαφίου (1) της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου. γ. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται: (1) Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1988/1939 (ΦΕΚ 414 Α΄) όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2913/2001 (ΦΕΚ 102 Α΄). (2) Οι περιπτώσεις δ΄ και ε΄ του άρθρου 1 της κοινής απόφασης 451890/27.10/16.11.1983 των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών (ΦΕΚ 654 Β΄).
Το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 του α.ν. 1988/ 1939 (ΦΕΚ 414 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 343/1943 (ΦΕΚ 212 Α΄) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν.δ. 3981/1959 (ΦΕΚ 193 Α΄), εφάπαξ βοήθημα πένθους δεκαπέντε αρτίων μηνιαίων μερισμάτων μειώνεται σε δέκα άρτια μηνιαία μερίσματα, των λοιπών προβλέψεων του υπόψη άρθρου παραμενόντων ως έχουν.
Η παρ. 8 του άρθρου 9 του α.ν. 1988/1939 (ΦΕΚ 414 Α΄) όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.δ. 3981/1959 (ΦΕΚ 193 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «8. Σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας για τις παροχές του Ταμείου και ειδικότερα για την αναγνώριση μερίσματος νοείται ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που προκύπτει από τη συνταξιοδοτική πράξη. Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που σύμφωνα με συνταξιοδοτικές διατάξεις, λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ή τριπλάσιο για τον κανονισμό σύνταξης, δεν λογίζεται αυξημένος για την αναγνώριση μερίσματος και γενικά για τις παροχές του Ταμείου. Ο περιορισμός της ανωτέρω διάταξης δεν ισχύει για όσους έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι 31.12.2010 και υπάγονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ν. 3865/2010 (ΦΕΚ 120 Α΄), για τους οποίους εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι προϋσχύουσες διατάξεις.»
Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 και η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.δ. 1171/1972 (ΦΕΚ 82 Α΄) καταργούνται. Οι εναπομείνασες περιπτώσεις α΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 1171/1972 αναριθμούνται αναλόγως σε α΄, β΄, γ΄ και δ΄.
α. Η μισθοδοσία του τακτικού (μόνιμου) πολιτικού προσωπικού του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ) βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. β. Η μισθοδοσία και η δαπάνη εφημεριών των ιατρών κλάδου ΕΣΥ που διορίζονται στο ΝΙΜΤΣ και των ειδικευόμενων ιατρών ΕΣΥ που απασχολούνται σε αυτό, καθώς και η δαπάνη που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση του τακτικού (μόνιμου) πολιτικού προσωπικού του ΝΙΜΤΣ που διορίσθηκε πριν την 1.1.1994, βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. γ. Από της ισχύος του παρόντος νόμου η ετήσια επιχορήγηση του ΝΙΜΤΣ από τον τακτικό Κρατικό Προϋπολογισμό (αρ.κωδ.0100) παύει να καταβάλλεται. δ. Κάθε διάταξη αντίθετη προς τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου καταργείται. ε. Το ισχύον θεσμικό και νομικό καθεστώς του ΝΙΜΤΣ ουδόλως θίγεται από τις οικονομικής φύσης ρυθμίσεις που επέρχονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 του ν. 3818/1958 (ΦΕΚ 36 Α΄) εισφορά του εν ενεργεία στρατιωτικού προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας υπέρ ΝΙΜΤΣ, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τη Φ.870/220838/10.6.1975 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας ΥΕΘΑ (ΦΕΚ 907 Β΄), επεκτείνεται σε όλους τους μετόχους του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας (ΜΤΑ) παύει να αποδίδεται στο ΝΙΜΤΣ και αποδίδεται στο ΜΤΑ για την εκπλήρωση του σκοπού του, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
Άρθρο 44
Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Ο.Κ.Ε.)
Οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5, και 11 του άρθρου 3 του ν.2232/1994 (ΦΕΚ 140 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής: «1. H Ο.Κ.Ε. αποτελείται από τον Πρόεδρο και άλλα εξήντα μέλη τα οποία συνθέτουν τρεις ομάδες με ίσο αριθμό μελών.» «3. Τα μέλη της πρώτης ομάδας ορίζονται: α) ανά τέσσερα από το Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), την Ένωση Εμπορικών Συλλόγων Ελλάδος (Ε.Ε.Σ.Ε.), το Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Τ.Ε.) και β) ανά ένα από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, το Σύνδεσμο Ανωνύμων Τεχνικών Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης (Σ.Α.Τ.Ε.), την Ομοσπονδία Κατασκευαστών−Οικοδομικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΟΜ.Κ.Ο.Ε.Ε.). » «4. Στη δεύτερη ομάδα δεκατέσσερα μέλη ορίζονται από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) και έξι από την Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.) επιλεγόμενα κατά το δυνατόν από διαφορετικούς κλάδους.
Στην τρίτη ομάδα τα μέλη ορίζονται: α) τέσσερα από την Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑ.ΣΕ.ΓΕ.Σ.) και δύο από τη Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδος (ΓΕ. ΣΑ.ΣΕ.), β) ένα μέλος που ασκεί ελευθέριο επάγγελμα από τη Συντονιστική Επιτροπή Δικηγόρων, τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, γ) ανά έναν (1) εκπρόσωπο από τους καταναλωτές, τις οργανώσεις προστασίας περιβάλλοντος, την Εθνική Συνομοσπονδία ατόμων με αναπηρία, τις οργανώσεις για θέματα ισότητας των δύο φύλων,
- δ) δύο (2) μέλη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας
και ε) δύο (2) μέλη της Κεντρικής Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας.» «11. Η θητεία των μελών της Ο.Κ.Ε. είναι τετραετής, αρχίζει την επόμενη από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και νέας Επιτροπής.»
Οι παράγραφοι 1, 3, 4, 6 και 10 του άρθρου 4 του ν. 2232/1994 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Όργανα της Ο.Κ.Ε. είναι: η Ολομέλεια, η Εκτελεστική Επιτροπή, το Συμβούλιο Προέδρων, ο Πρόεδρος και οι τρεις Αντιπρόεδροι.» «3. Η Ολομέλεια είναι αρμόδια για την έγκριση των αποφάσεων του Συμβουλίου Προέδρων, για τη διατύπωση της γνώμης, την έκδοση κανονισμών που αφορούν την οργάνωση ή τη λειτουργία της Ο.Κ.Ε., καθώς και για οποιοδήποτε άλλο θέμα που δεν έχει ανατεθεί σε άλλο όργανο.»
Η Ολομέλεια μπορεί με πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των μελών της να αναθέτει την έκφραση γνώμης για ορισμένο θέμα στην Εκτελεστική Επιτροπή. Μπορεί επίσης με την ίδια πλειοψηφία να διαχωρίζει την Ο.Κ.Ε. σε τμήματα προσωρινά ή οριστικά μετά από πρόταση του Συμβουλίου των Προέδρων και της Εκτελεστικής Επιτροπής, με ανάλογη εκπροσώπηση των τριών ομάδων. Η Ολομέλεια εγκρίνει τη σύνθεση και τον αριθμό των μελών κάθε τμήματος. Ο Πρόεδρος και τα μέλη κάθε τμήματος έχουν διετή και ανανεώσιμη θητεία. Ο Πρόεδρος εκλέγεται από την Ολομέλεια, μετά από πρόταση της ομάδας που έχει κάθε φορά την προεδρία του αντίστοιχου τμήματος. Τα μέλη ορίζονται από τις ομάδες. Την επιστημονική στήριξη του τμήματος αναλαμβάνει ο επιστημονικός συνεργάτης της Ο.Κ.Ε. που διαθέτει την ανάλογη εξειδίκευση.» «6. Η Ολομέλεια συνέρχεται υποχρεωτικά σε δύο συνεδριάσεις το χρόνο, μία φορά ανά εξάμηνο και οποτεδήποτε μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Η πρόσκληση κοινοποιείται πέντε ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης. Σε περίπτωση αδυναμίας να παρευρεθεί το τακτικό μέλος ενημερώνεται η Ο.Κ.Ε. και ειδοποιείται ο αναπληρωτής του, ώστε να παραστεί αυτός στη θέση του. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας ενός τακτικού μέλους σε τρεις διαδοχικές συνεδριάσεις της Ολομέλειας ζητείται από τον αρμόδιο φορέα η άμεση αντικατάστασή του.» «10. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους τρεις αντιπροέδρους και από πέντε εκπροσώπους από κάθε ομάδα που ορίζονται από τις αντίστοιχες ομάδες. Η θητεία των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής είναι διετής, εκτός αν άλλως αποφασίσει η Ολομέλεια, και είναι ανανεώσιμη.»
Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2232/1994, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 3220/2004 (ΦΕΚ 15 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο Πρόεδρος της Ο.Κ.Ε. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών για μία τετραετία, μετά από πρόταση της ολομέλειας της Ο.Κ.Ε.. Η επιλογή του Προέδρου γίνεται από προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους, επαρκούς επιστημονικής κατάρτισης και ευρείας κοινωνικής αποδοχής που υποδεικνύονται ανά τετραετία από καθεμία από τις τρεις ομάδες, οι οποίες κατά το άρθρο 3 συγκροτούν την Ο.Κ.Ε. και κατά τη σειρά που αναφέρονται σε αυτό. Το προτεινόμενο πρόσωπο για τη θέση του Προέδρου πρέπει να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των μελών της Ο.Κ.Ε.. Μετά από δύο άκαρπες ψηφοφορίες μπορεί να προταθεί από την Ολομέλεια και νέος ή νέοι υποψήφιοι και τη θέση του Προέδρου καταλαμβάνει εκείνος που θα συγκεντρώσει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της Ολομέλειας. Ο Πρόεδρος της Ο.Κ.Ε. μπορεί να επανεκλεγεί για άλλη μία θητεία, εφόσον υποδειχθεί ως υποψήφιος από την ομάδα της οποίας είναι η σειρά και επανεκλεγεί με την ίδια παραπάνω διαδικασία και πλειοψηφία από την Ολομέλεια.»
Οι παράγραφοι 3, 4 και 6 του άρθρου 5 του ν. 2232/ 1994 αντικαθίστανται ως εξής: «3. Ο Πρόεδρος εκπροσωπεί την Ο.Κ.Ε., έχει την ευθύνη της δράσης της Ο.Κ.Ε., διευθύνει τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Προέδρων, της Ολομέλειας και της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθορίζει την ημερήσια διάταξη λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις που διατυπώνουν τα μέλη και προβαίνει στη θεώρηση των πρακτικών. Η εγγραφή θεμάτων στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας που τη ζήτησαν είκοσι τουλάχιστον μέλη είναι υποχρεωτική.» «4. Η Ο.Κ.Ε. έχει τρεις αντιπροέδρους οι οποίοι εκλέγονται από τα μέλη της Ομάδας από την οποία προέρχονται για μία τετραετία. Η εκλογή απαιτεί πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των μελών της ομάδας. Η θητεία των αντιπροέδρων δεν είναι ανανεώσιμη. Η σύγκλιση των ομάδων προς εκλογή αντιπροέδρων γίνεται με ευθύνη του προέδρου της Ο.Κ.Ε..» «6. Η εκλογή των λοιπών μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής γίνεται από την Ολομέλεια με μυστική ψηφοφορία.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ν. 2232/1994 αντικαθίσταται ως εξής: « 3. Ο Γενικός Γραμματέας επικουρεί τον Πρόεδρο και τα λοιπά όργανα στη διοίκηση της Ο.Κ.Ε. και είναι υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση των αποφάσεων που έχουν ληφθεί. Η θητεία του είναι τετραετής και μπορεί να ανανεωθεί με πλειοψηφία των 2/3 των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής μία μόνο φορά. Η θέση του είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.»
Στο άρθρο 6 του ν. 2232/1994 προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής: «5. Ο Γενικός Γραμματέας εφόσον προέρχεται από φορέα του δημόσιου τομέα επανέρχεται αυτοδικαίως μετά τη λήξη της θητείας του στη θέση που κατείχε πριν από το διορισμό του. Αν είναι μέλος Δ.Ε.Π. ή Ε.Π. Α.Ε.Ι. Πανεπιστημιακού ή Τεχνολογικού Τομέα, του χορηγείται άδεια κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Ο.Κ.Ε.. Οι αποδοχές του βαρύνουν τις πιστώσεις της Ο.Κ.Ε. και καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από γνώμη της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η θητεία του λογίζεται ως πραγματική υπηρεσία για όλες τις συνέπειες και κατά τη διάρκειά της δεν διακόπτεται η βαθμολογική και η μισθολογική του εξέλιξη. Αν η θέση που κατείχε ή στην οποία έχει εξελιχθεί δεν είναι κενή ή έχει καταργηθεί, επανέρχεται σε ομοιόβαθμη προσωρινή θέση του κλάδου του, που συνιστάται αυτοδικαίως και καταργείται με την αποχώρησή του από το φορέα.»
Το άρθρο 7 του ν. 2232/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 7 Πόροι Πόροι της Ο.Κ.Ε. είναι η επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών στον οποίο αποδεκτές ομόφωνα από την Εκτελεστική Επιτροπή της Ο.Κ.Ε.. Αν δεν υπάρξει ομόφωνη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής τότε η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών στην Ολομέλεια. Η διαχείριση της Ο.Κ.Ε. δεν υπάγεται στις διατάξεις του δημόσιου λογιστικού και του δημόσιου τομέα. Η Ολομέλεια καταρτίζει κάθε χρόνο τον προϋπολογισμό και εγκρίνει τον απολογισμό.»
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 2232/1994 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Το επιστημονικό προσωπικό, όπως και το διοικητικό προσωπικό της Ο.Κ.Ε. προσλαμβάνονται μέσω Α.Σ.Ε.Π.. Το προσωπικό που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο στηρίζει επιστημονικά το έργο της Ο.Κ.Ε.. Του επιστημονικού προσωπικού προΐσταται ο Γενικός Γραμματέας ο οποίος συντονίζει και έχει την επιστημονική ευθύνη του γνωμοδοτικού έργου της Ο.Κ.Ε.. Στις διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες της Ο.Κ.Ε. προΐσταται ο Διευθυντής Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων. Η θητεία του είναι τετραετής και ανανεώσιμη, ύστερα από αξιολόγηση από την Εκτελεστική Επιτροπή, με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης, όπως αυτά καθορίζονται από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας. Ο Διευθυντής Οικονομικών και Διοικητικών Υποθέσεων προέρχεται από το διοικητικό προσωπικό της Ο.Κ.Ε..»
Το άρθρο 12 του ν. 2232/1994 αναριθμείται σε 13 και προστίθεται νέο άρθρο 12 ως εξής: «Άρθρο 12
Συνιστάται στην Ο.Κ.Ε. Συμβούλιο Προέδρων. Το Συμβούλιο Προέδρων αποτελείται από τους προέδρους των τριτοβάθμιων οργανώσεων που είναι μέλη της Ο.Κ.Ε., σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 5 του άρθρου 3.
Τα μέλη του Συμβουλίου Προέδρων δεν έχουν θητεία, αλλά κάθε μέλος μετέχει στο Συμβούλιο για όσο χρόνο προεδρεύει του οικείου φορέα. Οι αρμόδιοι φορείς κοινοποιούν αμέσως στην Ο.Κ.Ε. την εκλογή ή τον ορισμό του προέδρου τους. Τα μέλη του Συμβουλίου εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την κοινοποίηση αυτή.
Το Συμβούλιο Προέδρων χαράσσει τις κατευθυντήριες γραμμές δράσης της Ο.Κ.Ε., καθώς και τα ειδικευμένα τμήματα οριστικά ή προσωρινά στα οποία διαχωρίζεται το έργο της Ο.Κ.Ε., ανάλογα με τους κρίσιμους τομείς κοινωνικού διαλόγου. Οι προτάσεις του επικυρώνονται από την Εκτελεστική Επιτροπή και την Ολομέλεια. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του. Σε περίπτωση αδυναμίας προσέλευσης ενός μέλους αυτό αντικαθίσταται από τον αντιπρόεδρο του αντίστοιχου φορέα.
Το Συμβούλιο Προέδρων συνεδριάζει δύο φορές ετησίως ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της Ο.Κ.Ε.. Η πρόσκληση κοινοποιείται πέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης. Ο Πρόεδρος της Ο.Κ.Ε. προεδρεύει των συνεδριάσεων του Συμβουλίου.»
Η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας του Γενικού Γραμματέα της Ο.Κ.Ε. λύεται τέσσερις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για τη λύση της υφιστάμενης εργασιακής σχέσης εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Άρθρο 45
Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
α) Η παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3781/ 2010 (ΦΕΚ 141 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Ασκεί εποπτεία και έλεγχο στη διαχείριση των δημοσίων χρημάτων και της δημόσιας περιουσίας, καθώς και στη διαχείριση των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με τις διατάξεις που τα διέπουν.»
- β) Στο άρθρο 3 του ν. 2362/1995 προστίθενται περιπτώσεις ως εξής:
«18. Επιμελείται της εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού και ασκεί έλεγχο στη δημόσια διαχείριση.
Εξετάζει και αξιολογεί το συνολικό κόστος λειτουργίας μονάδων ή/και φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε σχέση με τη δραστηριότητά τους και το προσφερόμενο έργο. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται ανεξάρτητα από τυχόν συντρέχουσα σχετική αρμοδιότητα των οικείων φορέων.»
- γ) Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου
60 του ν. 2362/1995 προστίθενται μετά την παρένθεση, οι λέξεις «που συνιστώνται με πράξη του Υπουργού Οικονομικών».
- δ) Στο τέλος του άρθρου 76Β του ν. 2362/1995 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.), συνιστώνται ή καταργούνται λογαριασμοί της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης του άρθρου 1 ή παραλείπονται γνωστοποιήσεις από το Προσάρτημα.»
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 4 του π.δ. 79/1990 (ΦΕΚ 37 Α΄), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 22 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α΄), Διεύθυνση Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, μετονομάζεται σε Διεύθυνση Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
α) Στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της κατηγορίας I της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α΄) προστίθενται οι λέξεις «και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών.»
- β) Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της κατηγορίας II της
παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2685/1999 προστίθενται οι λέξεις «τα μέλη και οι επιστημονικοί συνεργάτες του Σ.Ο.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών.»
Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 16 του άρθρου 28 του ν. 2083/1992 (ΦΕΚ 159 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο υπολογισμός των πρόσθετων αποδοχών, αποζημιώσεων ή απολαβών για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου γίνεται σε ετήσια βάση και ως έτος βάσης ζημιώσεις ή απολαβές.»
Στο τέλος της παραγράφου 18 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εξαιρούνται οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ΚΕ.Θ.Ε.Α. και Ο.ΚΑ.ΝΑ..»
Στο άρθρο 28 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α΄) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στα Ν.Π.Ι.Δ. και στις δημόσιες επιχειρήσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως έχουν συμπληρωθεί με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄), στις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, καθώς και στα Πανεπιστήμια και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.).»
α) Οι διατάξεις του τέταρτου και έκτου εδαφίου της περίπτωσης Β΄της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3614/ 2007 (ΦΕΚ 267 Α΄) καταργούνται.
- β) Η περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν.
3614/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «(α) Οι αποσπώμενοι ή μετακινούμενοι στις ειδικές υπηρεσίες υπάλληλοι του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα λαμβάνουν όλες τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε ονομασία οριζόμενων ειδικών επιδομάτων, με τις προϋποθέσεις καταβολής τους.»
- γ) Στην περίπτωση α΄ της παρ. 6 του άρθρου 18 του ν.
3614/2007, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι υπάλληλοι της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5, εφόσον λαμβάνουν τα ειδικά ή με οποιαδήποτε ονομασία οριζόμενα επιδόματα της οργανικής τους θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή, οφείλουν να προβούν σε δήλωση επιλογής είτε των επιδομάτων αυτών είτε του ειδικού επιδόματος του πρώτου εδαφίου. Στην περίπτωση που οι αποδοχές των εν λόγω υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένου και του ειδικού επιδόματος του πρώτου εδαφίου, υπολείπονται του συνόλου των αποδοχών που δικαιούνται στην οργανική τους θέση, το ειδικό επίδομα του πρώτου εδαφίου αυξάνεται μέχρι το ύψος των αποδοχών αυτών.»
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 7 του ν. 3833/2010, καθώς και οι διατάξεις του ν. 2685/ 1999 (ΦΕΚ 35 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται και στα Ν.Π.Ι.Δ. και στις δημόσιες επιχειρήσεις, που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 2 του ν.3899/2010 (ΦΕΚ 212 Α΄).
Στο τέλος της παραγράφου 1.Γ του άρθρου 17 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), όπως ισχύει, προστίθενται εδάφια ως εξής: «Τα ποσά των πρόσθετων κρατήσεων των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, τα οποία παρακρατούνται σε μηνιαία βάση από την καταβαλλόμενη σε κάθε δικαιούχο παροχή ΔΙΒΕΕΤ, για τη χορήγηση πρόσθετου μερίσματος, κατατίθενται στο λογαριασμό που λειτουργεί στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Τ.Ε.Α.Δ.Υ. Ειδικός Λογαριασμός Οικονομικών Υπαλλήλων» και αφορά αποκλειστικά τους δικαιούχος ΔΙΒΕΕΤ. Στο λογαριασμό αυτόν συγκεντρώνονται:
- α) το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού «Τ.Ε.Α.Δ.Υ.
Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε», που τηρούσε το Τ.Ε.Α.Δ.Υ. στην Τράπεζα της Ελλάδος,
- β) το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ε.Δ. Υπουργείο
Οικονομικών − Εισφορές από ΔΙΒΕΕΤ 1.7.2001 – 31.7.2004 Πρόσθετο Μέρισμα»,
- γ) Το χρηματικό υπόλοιπο της πρόσθετης κράτησης
για το χρονικό διάστημα διαχείρισης του λογαριασμού από το Γ.Λ.Κ. δυνάμει της Οικ.2/42423/Α0024/10.6.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1162 Β΄). Η διαχείριση και η λειτουργία του παραπάνω λογαριασμού ασκείται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους/ Διεύθυνση 24η Λογαριασμών του Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και τη λειτουργία του λογαριασμού αυτού, τους δικαιούχους και το ύψος του πρόσθετου μερίσματος.»
Για την οριστική επίλυση της δικαστικής διαφοράς που εκκρεμεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης μεταξύ της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (Ι.Κ.Θ.), του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Ελληνικού Δημοσίου, ύστερα από την υπό ημερομηνία 21.9.1961 και αύξοντα αριθμό καταθέσεως 2046/1961 αγωγή της πιο πάνω Κοινότητας, το Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής στην Ι.Κ.Θ. συνολικά ποσού εννέα εκατομμυρίων εννιακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα επτά (9.943.697) ευρώ σε δύο έντοκες δόσεις, που λήγουν το πέμπτο και το δέκατο έτος από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και υπό τον όρο ότι πριν από την εξόφληση της οφειλής, όπως ορίζεται κατωτέρω, η Ι.Κ.Θ. θα παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα αγωγής. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις εκδόσεως των δύο ομολόγων, το επιτόκιό τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εξόφληση της οφειλής.
α) Για την εξυπηρέτηση του δανείου το οποίο έχει χορηγηθεί στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ.) με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2/1485/0025/11.4.2003 (ΦΕΚ 459 Β΄) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει απευθείας και εμπροθέσμως στη δανείστρια Τράπεζα το ποσό της εκάστοτε οφειλής, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, χωρίς δικαίωμα αναγωγής ή και συμψηφισμού κατά της Κ.Ε.Δ., και χωρίς εν γένει να διατηρεί αξίωση έναντι της Κ.Ε.Δ. για την αναζήτηση οποιουδήποτε ποσού καταβάλλεται από το Ελληνικό Δημόσιο εξ αυτής της αιτίας.
- β) Αντίστοιχη υποχρέωση με την προηγούμενη υποπαράγραφο α΄και με τους ίδιους όρους αναλαμβάνει το
Ελληνικό Δημόσιο, για την εξυπηρέτηση του δανείου που έχει χορηγηθεί στον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Ο.Μ.Μ.Α.) με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2/48243/0025/8.8.2007 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Συμβάσεως Ιδρύσεως Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Προσυμφώνου Δωρεάς», που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1198/1981 (ΦΕΚ 238 Α΄). Με την τροποποιητική σύμβαση θα τροποποιείται το άρθρο 3 της υπ’ αριθμ. 7431/1981 Συμβάσεως, κατά τρόπον ώστε η πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού να διορίζεται απευθείας από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού. Η ως άνω τροποποίηση δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 1 της υπ’ αριθμ. 7431/1981 «Συμβάσεως Ιδρύσεως Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Προσυμφώνου Δωρεάς», οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν για κάθε συνέπεια.
Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να εξοφλεί παντός είδους υποχρεώσεις του, σε εθνικό ή αλλοδαπό νόμισμα, προς όλους τους φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, με τη σύμφωνη γνώμη τους, με έκδοση κρατικών χρεογράφων εντόκων γραμματίων ή ομολόγων ή άλλων τίτλων δανεισμού, στο πλαίσιο του εκάστοτε εκτελούμενου Κρατικού Προϋπολογισμού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται το ύψος των εκδιδόμενων τίτλων, ο σκοπός, οι όροι, οι διαδικασίες και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια που αφορά την έκδοσή τους. Η παρούσα διάταξη ισχύει από 12 Δεκεμβρίου 2010.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)