Νόμοι — ΦΕΚ A' 73/2014
Ο συντονισμός, η εποπτεία και ο έλεγχος των Τμημάτων Συνοριακής Φύλαξης, των Τμημάτων Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης, των Τμημάτων Αλλοδαπών, των Τμημάτων Διαβατηριακού Ελέγχου και των Υπηρεσιών Φύλαξης των Προαναχωρησιακών Κέντρων Κράτησης Αλλοδαπών που λειτουργούν στις περιοχές των Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, καθώς και των Υπηρεσιών των άλλων Κλάδων που λειτουργούν στις περιοχές αυτές και ασκούν αρμοδιότητες σε θέματα διαβατηριακού ελέγχου, αλλοδαπών και δίωξης παράνομης μετανάστευσης, ως προς τα ειδικά αυτά αντικεί επί θεμάτων αλλοδαπών τοποθετούνται Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές του Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων. Οι αξιωματικοί αυτοί φέρουν τον τίτλο του Περιφερειακού Συντονιστή Αλλοδαπών, στον οποίο προστίθεται η ονομασία της Περιφέρειας ή της γεωγραφικής περιοχής στην οποία δραστηριοποιούνται. Οι Περιφερειακοί Συντονιστές Αλλοδαπών εδρεύουν όπου και οι αντίστοιχες Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις και υποστηρίζονται στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους από το απολύτως αναγκαίο προς τούτο προσωπικό. Σε περιπτώσεις που στην περιοχή Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης είναι απαραίτητος ο ορισμός περισσότερων του ενός Περιφερειακών Συντονιστών Αλλοδαπών, από τον οικείο Κλάδο καθορίζονται και ο τομέας ευθύνης και η έδρα αυτών. Οι Περιφερειακοί Συντονιστές Αλλοδαπών και το προσωπικό από το οποίο υποστηρίζονται υπάγονται στον Κλάδο Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και εξυπηρετούνται διαχειριστικά από το Επιτελείο των οικείων Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων.
Για τυχόν συγχύσεις ή δυσλειτουργίες που ανακύπτουν μεταξύ Υπηρεσιών στο πλαίσιο της λειτουργικής και επιχειρησιακής τους δράσης αποφαίνονται για την επίλυσή τους: α. ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, προκειμένου για τους Κλάδους, το Επιτελείο και τις Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας σε αυτόν, β. ο Υπαρχηγός, προκειμένου για αυτοτελείς κεντρικές ή περιφερειακές Υπηρεσίες διαφορετικών Κλάδων, καθώς και για τις αυτοτελείς κεντρικές Υπηρεσίες που εποπτεύονται και ελέγχονται από τον ίδιο, γ. οι Γενικοί Επιθεωρητές, ως προς τις Διευθύνσεις του Κλάδου τους και τις Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας σε αυτούς, επιπέδου Διεύθυνσης και άνω, δ. ο Προϊστάμενος του Επιτελείου, προκειμένου για τις Διευθύνσεις του Επιτελείου και τις αυτοτελείς κεντρικές Υπηρεσίες, οι οποίες εποπτεύονται και ελέγχονται από τον ίδιο, ε. οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Διευθυντές και Περιφερειακοί Διευθυντές Ασφάλειας και οι Διοικητές, Διευθυντές ή Προϊστάμενοι Υπηρεσιών, για τις υφιστάμενες Yπηρεσίες τους.
Άρθρο 36
Διοίκηση
Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας ασκεί τη διοίκηση του Σώματος και είναι υπεύθυνος έναντι του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη για την άσκηση των καθηκόντων του. Ο Αρχηγός επιλέγεται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.) για θητεία δύο ετών, η οποία δύναται να παραταθεί μέχρι ένα ακόμη έτος. Η αποστρατεία του Αρχηγού πριν από τη λήξη της θητείας του επιτρέπεται είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε για σοβαρούς λόγους που ανάγονται στην άσκηση των καθηκόντων του ή το κύρος της θέσεώς του, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του ΚΥ.Σ.Ε.Α.. Με την ίδια απόφαση του ΚΥ.Σ.Ε.Α. μπορεί στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας που αποστρατεύεται να απονέμεται ο βαθμός του Στρατηγού εν αποστρατεία.
Ο Υπαρχηγός είναι ο αρχαιότερος Αντιστράτηγος μετά τον Αρχηγό και άμεσος βοηθός του Αρχηγού, τον οποίο και αναπληρώνει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος.
Ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός βοηθούνται στην εκτέλεση των καθηκόντων τους από τους Γενικούς Επιθεωρητές Τάξης, Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και τον Προϊστάμενο του Επιτελείου.
Οι Γενικοί Επιθεωρητές καθοδηγούν, συντονίζουν, εποπτεύουν και ελέγχουν το έργο όλων των Περιφερειακών Αστυνομικών Υπηρεσιών του οικείου Κλάδου, καθώς και των αυτοτελών κεντρικών Υπηρεσιών του Σώματος των οποίων η εποπτεία και ο έλεγχος του έχει ανατεθεί.
Ο Προϊστάμενος Επιτελείου καθοδηγεί, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο των Διευθύνσεων του Επιτελείου και της Διεύθυνσης Υγειονομικού.
Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μεταβιβάζει στον Υπαρχηγό, στους Γενικούς Επιθεωρητές, στον Προϊστάμενο του Επιτελείου, στους Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων και του Επιτελείου της Ελληνικής Αστυνομίας και στους Προϊσταμένους των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης, ορισμένες αρμοδιότητές του, εκτός από αυτές που του μεταβίβασε με απόφασή του ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Επίσης, μπορεί να μεταβιβάζει στα πιο πάνω όργανα το δικαίωμα να υπογράφουν «με εντολή του».
Ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Επιθεωρητές, ο Προϊστάμενος του Επιτελείου, οι Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων και του Επιτελείου και οι Προϊστάμενοι των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης μπορούν να μεταβιβάζουν, ύστερα από έγκριση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, σε υφισταμένους τους το δικαίωμα υπογραφής «με εντολή τους» για θέματα αρμοδιότητάς τους, εκτός από αυτά που τους μεταβίβασαν με αποφάσεις τους οι προϊστάμενοί τους.
Άρθρο 37
Βαθμοί Διοικούντων
Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας φέρει το βαθμό του Αντιστράτηγου Αστυνομίας. Τον ίδιο βαθμό φέρουν ο Υπαρχηγός και οι Γενικοί Επιθεωρητές των Κλάδων Τάξης και Ασφάλειας.
Ο Γενικός Επιθεωρητής του Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και ο Προϊστάμενος του Επιτελείου φέρουν το βαθμό του Αντιστράτηγου ή του Υποστράτηγου Αστυνομίας.
Σε καθέναν από τους Κλάδους Τάξης, Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, καθώς και στο Επιτελείο τοποθετούνται τουλάχιστον δύο ανώτατοι αξιωματικοί, με το βαθμό του Υποστράτηγου ή του Ταξίαρχου Αστυνομίας, ως βοηθοί των οικείων Γενικών Επιθεωρητών και του Προϊστάμενου Επιτελείου.
Οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων Προσώπων και Ευπαθών Στόχων, οι Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Διευθυντές και της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καθώς και ο υγειονομικός αξιωματικός που τοποθετείται Διευθυντής της Διεύθυνσης Υγειονομικού, φέρουν το βαθμό του Υποστράτηγου ή του Ταξίαρχου Αστυνομίας.
Οι Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων και οι Διευθυντές των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης φέρουν το βαθμό του Ταξίαρχου Αστυνομίας ή του Αστυνομικού Διευθυντή. Επίσης, το βαθμό του Ταξίαρχου Αστυνομίας ή του Αστυνομικού Διευθυντή φέρουν και οι αξιωματικοί που τοποθετούνται ως βοηθοί των Γενικών Αστυνομικών Διευθυντών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθυντών και των Διευθυντών και Περιφερειακών Διευθυντών Ασφάλειας.
Διευθυντές, Προϊστάμενοι ή Τμηματάρχες, κατά περίπτωση, των αυτοτελών ή μη Υπηρεσιών επιπέδου Υποδιεύθυνσης τοποθετούνται Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄.
Τμηματάρχες των Τμημάτων των Διευθύνσεων των Κλάδων και του Επιτελείου τοποθετούνται Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄.
Διοικητές ή Προϊστάμενοι των Κεντρικών και Περιφερειακών, αυτοτελών ή μη, Υπηρεσιών επιπέδου Τμήματος τοποθετούνται Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄ ή Αστυνόμοι Β΄ ή Υπαστυνόμοι Α΄ και Β΄.
Διοικητές των Υπηρεσιών επιπέδου Αστυνομικού Σταθμού τοποθετούνται Υπαστυνόμοι Α΄ και Β΄ ή Ανθυπαστυνόμοι − Αρχιφύλακες.
Διευθυντές των Διευθύνσεων Επικοινωνίας και Πολιτικού Προσωπικού τοποθετούνται πολιτικοί υπάλληλοι που έχουν τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες διατάξεις προϋποθέσεις. Στη Διεύθυνση Τεχνικών Εφαρμογών μπορεί να τοποθετείται Διευθυντής και πολιτικός υπάλληλος. Σε θέσεις προϊσταμένων Τμημάτων κεντρικών και περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας τοποθετούνται και πολιτικοί υπάλληλοι των κατηγοριών Π.Ε., Τ.Ε. και Δ.Ε., σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό.
Οι ανώτατοι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας τοποθετούνται με απόφαση του Αρχηγού του Σώματος. Η τοποθέτηση των ομοιόβαθμων Γενικών Επιθεωρητών των Κλάδων Τάξης, Ασφάλειας, Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, καθώς και του Προϊστάμενου του Επιτελείου πραγματοποιείται ανεξαρτήτως της σειράς αρχαιότητάς τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ − ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Άρθρο 38
Η Αστυνομική Ακαδημία αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και η εποπτεία σε αυτήν ασκείται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη μέσω του Επιτελείου της Ελληνικής Αστυνομίας και από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Η Αστυνομική Ακαδημία έχει ως αποστολή την εκπαίδευση, μετεκπαίδευση, επιμόρφωση και εξειδίκευση όλων των κατηγοριών και βαθμών του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας. Στο πλαίσιο εκπλήρωσης της αποστολής της η Αστυνομική Ακαδημία αναπτύσσει συνεργασίες με εκπαιδευτικά Ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα του εσωτερικού και του εξωτερικού και συμμετέχει σε προγράμματα, δράσεις και πρωτοβουλίες εκπαιδευτικού ή ερευνητικού χαρακτήρα που συμβάλλουν γενικά στην αναβάθμιση της παρεχόμενης από αυτήν επαγγελματικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Οι απόφοιτοι των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας έχουν πρόσβαση σε συναφή με την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και τα ειδικότερα καθήκοντα του προσωπικού της, μεταπτυχιακά προγράμματα των ανώτατων και ανώτερων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας ή και του εξωτερικού, ιδίως στους τομείς της νομικής, διοικητικής και οικονομικής επιστήμης, της πληροφορικής, της εγκληματολογίας, της ανάπτυξης και διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού και της κοινωνιολογίας.
Η Αστυνομική Ακαδημία συγκροτείται από το Επιτελείο της και τις ακόλουθες Σχολές: α. Σχολή Αστυφυλάκων Ελληνικής Αστυνομίας, β. Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας, γ. Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Ελληνικής Αστυνομίας, δ. Σχολή Εθνικής Ασφάλειας.
Η Σχολή Αστυφυλάκων Ελληνικής Αστυνομίας ανήκει στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως αυτή ορίζεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις και παρέχει ισότιμη εκπαίδευση και χορηγεί ισότιμα πτυχία, προς εκείνα που χορηγούνται από τα αντίστοιχου επιπέδου εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανήκει και το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας είναι ισότιμη με τα Ιδρύματα και τις Σχολές του Πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή ορίζεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις και τις αντίστοιχες παραγωγικές Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και παρέχει ισότιμη εκπαίδευση και χορηγεί ισότιμα πτυχία, προς εκείνα που χορηγούνται από τα Ιδρύματα και τις Σχολές αυτές.
Τα πτυχία και οι βεβαιώσεις φοίτησης ή παρακολούθησης μαθημάτων στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας υπογράφονται από τον διοικητή αυτής και απονέμονται σε ειδική τελετή.
Τα εκπαιδευτικά όργανα της Αστυνομικής Ακαδημίας είναι: α. Τo Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από το διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, ως πρόεδρο και τον υποδιοικητή αυτής, το διοικητή της οικείας Σχολής, το διευθυντή της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων του Επιτελείου Ελληνικής Αστυνομίας και τον Διευθυντή Σπουδών, καθώς και έναν εκπρόσωπο του διδακτικού προσωπικού της οικείας Σχολής, ως μέλη. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο προϊστάμενος του Τμήματος Εκπαιδευτικών Μελετών του Επιτελείου της Αστυνομικής Ακαδημίας, ο οποίος τηρεί τα πρακτικά και το βιβλίο αποφάσεων του εκπαιδευτικού συμβουλίου. Τo Εκπαιδευτικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. β. Ο Διευθυντής Σπουδών κάθε Σχολής, ο οποίος επιλέγεται από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της προ Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της χώρας που διδάσκει στην Αστυνομική Ακαδημία. Αν δεν υπάρχει τέτοιο προσωπικό, ως Διευθυντής Σπουδών ορίζεται διδάσκων καθηγητής, κάτοχος διδακτορικού τίτλου, της οικείας Σχολής. Η αποζημίωση για την πέραν των διδακτικών τους καθηκόντων απασχόληση των Διευθυντών Σπουδών καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
α. Το διδακτικό προσωπικό της Αστυνομικής Ακαδημίας ορίζεται με απόφαση του διοικητή της και επιλέγεται ως ακολούθως: (1) Για την επιλογή του διδακτικού προσωπικού των ακαδημαϊκού χαρακτήρα μαθημάτων αποφασίζει τριμελής Επιτροπή, η οποία συντίθεται από τον υποδιοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας ή τον αναπληρωτή του, ως πρόεδρο και μέχρι δύο (2) καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές Α.Ε.Ι. της χώρας, του ιδίου ή συναφούς με την υπό πλήρωση θέση γνωστικού αντικειμένου. (2) Για την επιλογή του διδακτικού προσωπικού των μη ακαδημαϊκών μαθημάτων αποφασίζει τριμελής Επιτροπή, η οποία συντίθεται από τον υποδιοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας ή τον αναπληρωτή του, τον διοικητή της οικείας Σχολής και τον διευθυντή της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης του Επιτελείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Χρέη προέδρου της Επιτροπής εκτελεί το κατά βαθμό ανώτερο ή αρχαιότερο μέλος αυτής. β. Οι Επιτροπές των υποπεριπτώσεων (1) και (2) της προηγούμενης περίπτωσης συγκροτούνται με απόφαση του διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας. γ. Με τις ίδιες ως άνω διαδικασίες επιλέγονται και ορίζονται ισάριθμοι προς τους τακτικούς αναπληρωτές καθηγητές. δ. Ως εκπρόσωπος του διδακτικού προσωπικού κάθε Σχολής ορίζεται διδάσκων καθηγητής της Σχολής αυτής, κάτοχος διδακτορικού τίτλου, ο οποίος επιλέγεται από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο.
Για την επιλογή του διδακτικού προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου προηγείται, απαραιτήτως, η δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, με την οποία καθορίζονται τα προσόντα που απαιτούνται, τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται προς πιστοποίηση των προσόντων των υποψηφίων, καθώς επίσης η διάρκεια και οι λοιποί όροι εργασίας. Για τη διδασκαλία, στην Αστυνομική Ακαδημία, μαθήματος του οποίου το γνωστικό αντικείμενο διδάσκεται σε Α.Ε.Ι., απαιτείται η κατοχή διδακτορικού τίτλου σπουδών στο ίδιο ή σε συναφές αντικείμενο και μόνον εφόσον δεν υπάρχει υποψήφιος καθηγητής για το μάθημα αυτό επιτρέπεται η διδασκαλία του από καθηγητή κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών σε συναφές αντικείμενο. Η προκήρυξη εκδίδεται από το διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, ύστερα από σχετική εισήγηση του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, η οποία υποβάλλεται πριν από τη λήξη του προηγούμενου ακαδημαϊκού έτους και δημοσιεύεται σε τουλάχιστον δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Με την προκήρυξη καθορίζεται και η αμοιβή των καθηγητών ή αναπληρωτών καθηγητών Α.Ε.Ι. που συμμετέχουν στις τριμελείς Επιτροπές επιλογής της προηγούμενης παραγράφου.
Ο Διευθυντής Σπουδών κάθε Σχολής, σε συνεργασία με τον διοικητή αυτής, εντός ενός (1) μηνός από τη λήξη του εκπαιδευτικού έτους, εισηγείται προς το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο αναφορικά με το πρόγραμμα σπουδών, τις θεματικές ενότητες της διδακτέας ύλης, τα εκπαιδευτικά βοηθήματα, συγγράμματα και λοιπό εκπαιδευτικό υλικό που θεωρείται αναγκαίο για την εκπαίδευση των φοιτητών της Σχολής, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που αφορά στην εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή λειτουργία της Σχολής για το επόμενο εκπαιδευτικό έτος. Επί της εισηγήσεως αποφασίζει το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της και σε κάθε περίπτωση είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη του νέου εκπαιδευτικού έτους.
Από τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί, στο πλαίσιο εκπλήρωσης της αποστολής της, να οργανώνονται και να υλοποιούνται, αυτοδυνάμως ή σε συνεργασία με Α.Ε.Ι. της χώρας ή ανάλογου επιπέδου εκπαιδευτικά ιδρύματα άλλων χωρών, προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και να απονέμονται αντίστοιχοι τίτλοι σπουδών. Τα προγράμματα αυτά καταρτίζονται από ειδική τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται για αυτόν το σκοπό με απόφαση του διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας και συντίθεται από τον διοικητή της Σχολής, ως πρόεδρο και μέλη το Διευθυντή Σπουδών της Σχολής αυτής και έναν καθηγητή Α.Ε.Ι. του ιδίου ή συναφούς προς το μεταπτυχιακό πρόγραμμα γνωστικού αντικειμένου, ο οποίος, σε περίπτωση συνεργασίας, προέρχεται από το συνεργαζόμενο Α.Ε.Ι.. Το περιεχόμενο του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών υποβάλλεται στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από αυτό. Μέρος των μεταπτυχιακών προγραμμάτων μπορεί να υλοποιείται σε Σχολές ή Τμήματα Α.Ε.Ι. της χώρας μας ή και στην αλλοδαπή. Διευθυντής του Προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών είναι ο Διευθυντής Σπουδών της Σχολής, ο οποίος μεριμνά για την ομαλή υλοποίησή του. Με τον οικείο κανονισμό ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα και λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών, τα οποία αφορούν, ιδίως: α. το αντικείμενο, το σκοπό και τη χρονική διάρκεια του προγράμματος, καθώς και το είδος των μεταπτυχιακών τίτλων που απονέμονται, β. τις κατηγορίες των πτυχιούχων που γίνονται δεκτές, τη διαδικασία εισαγωγής τους, τα διδασκόμενα μαθήματα, τις πρακτικές ασκήσεις, τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών και τη διδακτική και ερευνητική απασχόλησή τους, γ. τις ανάγκες σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη εφαρμογή του προγράμματος, το συνολικό κόστος υλοποίησής του, καθώς και τις πηγές και το ύψος χρηματοδότησής του, αναλυτικά, δ. την τυχόν αναθεώρηση επιμέρους παραμέτρων του σχετικού προγράμματος σπουδών και ε. κάθε άλλο θέμα που αφορά στην οργάνωση και υλοποίηση του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών.
Στο Επιτελείο της Αστυνομικής Ακαδημίας λειτουργεί Υπηρεσία Οικονομικής Διαχείρισης και Τεχνικής Υποστήριξης, η οποία είναι αρμόδια για τη διαχείριση των θεμάτων οικονομικής φύσεως και υλικοτεχνικού εξοπλισμού της Αστυνομικής Ακαδημίας και των υπαγομένων σε αυτήν Υπηρεσιών, όπως τα θέματα προϋπολογισμού, μισθοδοσίας, δαπανών, προμηθειών και γενικά, διαχείρισης των οικονομικών πόρων, καθώς και τα θέματα εφοδιασμού, συντήρησης και διανομής στο διότητες της Υπηρεσίας αυτής περιλαμβάνονται, ιδίως: α. η κατάρτιση, η έγκαιρη υποβολή για έγκριση, τροποποίηση ή αναμόρφωση και η παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Αστυνομικής Ακαδημίας και η συγκέντρωση, επεξεργασία και η αξιολόγηση των συναφών προς το ζήτημα αυτό στοιχείων, β. η έγκαιρη κατάρτιση και υποβολή για έγκριση του ετήσιου ή μεσοπρόθεσμου προγράμματος προμηθειών, η μέριμνα για την εκτέλεσή του και η διεκπεραίωση όλων των συναφών με το ζήτημα αυτό διαδικασιών, όπως η διενέργεια διαγωνισμών, η παραλαβή των προμηθειών και η εκποίηση ή καταστροφή του περιορισμένης οικονομικής εκμετάλλευσης ή άχρηστου υλικού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, γ. η διεκπεραίωση των διαδικασιών που αφορούν στην εκκαθάριση δαπανών της Αστυνομικής Ακαδημίας, η διαχείριση της πάγιας προκαταβολής και η σύνταξη του απολογισμού και ισολογισμού και η υποβολή τους για έγκριση, δ. η διεκπεραίωση των διαδικασιών που προβλέπονται για τη μισθοδοσία, την αμοιβή ή την αποζημίωση του πάσης φύσεως προσωπικού της Αστυνομικής Ακαδημίας, η παρακολούθηση και τακτοποίηση των μισθολογικών του μεταβολών και η μέριμνα για τη μηχανογραφική επεξεργασία, ανάλυση και τήρηση των σχετικών στοιχείων, ε. η παραλαβή και η μέριμνα για την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων και η διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, στ. η καταγραφή, παρακολούθηση, αξιοποίηση και διαχείριση της ακίνητης και κινητής περιουσίας και του κάθε είδους εξοπλισμού της Αστυνομικής Ακαδημίας και η διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών.
Πόροι της Αστυνομικής Ακαδημίας είναι, ιδίως: α. η ετήσια κρατική επιχορήγηση, που εγγράφεται στον προϋπολογισμό εξόδων του ΕΦ.43−110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ», β. οι πρόσοδοι από τη μίσθωση ή κατ’ άλλον τρόπο αξιοποίηση περιουσιακών της στοιχείων, γ. τα έσοδα από τη συμμετοχή της σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης, δ. οι κάθε είδους εισφορές, επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και πόροι συναφείς προς το σκοπό και την αποστολή της. Για το έτος 2014 η κρατική επιχορήγηση της περίπτωσης α΄ δίδεται με ισόποση μείωση των αντίστοιχων Κ.Α.Ε. λειτουργικών δαπανών του προϋπολογισμού εξόδων του ΕΦ.43−110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ». Από το έτος 2015 και μετά η ανωτέρω κρατική επιχορήγηση δίδεται εντός των ανωτάτων ορίων πιστώσεων που ισχύουν για τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως ισχύει.
Ως προϊστάμενος της Αστυνομικής Ακαδημίας τοποθετείται, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αξιωματικός με το βαθμό του Υποστράτηγου Αστυνομίας ή Ταξίαρχου Αστυνομίας, ο οποίος φέρει τον τίτλο του διοικητή. Ως υποδιοικητής ορίζεται αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας με το βαθμό του Ταξίαρχου ή του Αστυνομικού Διευθυντή. Ως διοικητές των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας ορίζονται αξιωματικοί με το βαθμό του Ταξίαρχου ή του Αστυνομικού Διευθυντή.
Η λειτουργία της Αστυνομικής Ακαδημίας και η εισαγωγή για εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 41 παράγραφοι 1, 3, 7 έως 10, 42 και 43 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) και του ν. 2226/1994 (Α΄ 122).
Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται, μέσα στο πλαίσιο του άρθρου αυτού, τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Αστυνομικής Ακαδημίας και των Σχολών που υπάγονται σε αυτήν, της διδακτέας ύλης, του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των δοκίμων, των εξετάσεων και των λοιπών τρόπων ελέγχου της επίδοσης των φοιτητών, η φοίτηση και η αποφοίτηση από τις Σχολές και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Τα προεδρικά διατάγματα του προηγούμενου εδαφίου κωδικοποιούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και απαρτίζουν τον κανονισμό εκπαίδευσης του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ − ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 39
Τελικές διατάξεις
Για τη ρύθμιση των θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και του προσωπικού της εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41).
Διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων που ρυθμίζουν θέματα προσωπικού και Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος.
Για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των προεδρικών διαταγμάτων 100/2003 και 211/2005, ως περιοχή μετάθεσης νοείται η περιφέρεια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης ή των πρώην Αστυνομικών Διευθύνσεων, η έδρα των οποίων λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των μορίων λόγω απόστασης. Προκειμένου για νησιωτικές περιοχές η απόσταση για τον υπολογισμό των μορίων προσμετράται από το κύριο λιμάνι του νησιού.
Το ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας που κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετεί σε Υπηρεσίες Αστυνομικών Διευθύνσεων δεν μετατίθεται χωρίς αίτησή του εκτός αυτών, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 12, 15, 16 και 17 του π.δ. 100/2003 και των άρθρων 11, 12 και 13 του π.δ. 211/2005.
Για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 30Α του ν.1264/1982, όπως ισχύει, ως «Αστυνομική Διεύθυνση νομού» νοείται η περιφέρεια των πρώην Αστυνομικών Διευθύνσεων.
Τα ειδικά επιδόματα τα οποία χορηγούνται στο προσωπικό των υπηρεσιών των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 26, σύμφωνα με ισχύουσες διατάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται σε αυτό και μετά την υπαγωγή των υπηρεσιών αυτών στη Διεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων. προστέθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 107/2012 (Α΄ 185), μετά τη λέξη «Ξάνθης», προστίθεται η λέξη «Δράμας».
Άρθρο 40
Μεταβατικές διατάξεις
Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων με τις οποίες θα καθοριστούν η οργάνωση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Μέχρι την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων του πρώτου εδαφίου της παρ. 16 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, η Αστυνομική Ακαδημία και οι Σχολές που υπάγονται σε αυτήν εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Για τα ήδη λειτουργούντα συνεργεία μεταφορικών μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας απαιτείται μόνο άδεια λειτουργίας η οποία εκδίδεται, εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 19. Μέχρι την έκδοση της ως άνω άδειας τα συνεργεία αυτά εξακολουθούν να λειτουργούν νόμιμα σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του β.δ. 24/1970 (Α΄ 7).
Άρθρο 41
Κατάργηση κενών οργανικών θέσεων – Σύσταση οργανικών θέσεων αστυνομικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων
Από το σύνολο των κενών, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οργανικών θέσεων αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων, καταργούνται έξι χιλιάδες επτακόσιες (6.700) οργανικές θέσεις.
Συνιστώνται τριακόσιες (300) νέες οργανικές θέσεις αστυνομικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων, οι οποίες προστίθενται στις προβλεπόμενες από την περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2800/2000 οργανικές θέσεις. Ο αριθμός των θέσεων αυτών, κατά κατηγορία και ειδικότητα, καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
Άρθρο 42
Τροποποίηση διατάξεων
Οι παράγραφοι 1 και 7 του άρθρου 13 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Στο Επιτελικό Γραφείο του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας συνιστάται και λειτουργεί Συμβούλιο Επιτελικού Σχεδιασμού και Διαχείρισης Κρίσεων, το οποίο συγκροτείται από τους: α. Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας ως πρόεδρο, β. Υπαρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, γ. Γενικούς Επιθεωρητές Τάξης, Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και δ. Προϊστάμενο Επιτελείου, ως μέλη.» «7. Το Συμβούλιο συνεδριάζει με την παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων (4) μελών. Όταν συγκαλείται για τη διαχείριση κρίσεων ή για σοβαρά θέματα ασφάλειας, μπορεί να καλούνται και να συμμετέχουν και οι οικείοι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές ή Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές και οι Διευθυντές ή Περιφερειακοί Διευθυντές Ασφάλειας.»
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 1711/1987 (Α΄ 109), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3181/2003 (Α΄ 218), αντικαθίσταται ως εξής: «Το προσωπικό αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριακόσια (300) άτομα».
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), το οποίο προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 3387/2005 (Α΄ 224), αντικαθίσταται ως εξής: «4. Στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη συνιστάται Κεντρικό Συμβούλιο Πρόληψης Παραβατικότητας (ΚΕ.Σ.Π.ΠΑ.), με αποστολή την παροχή επιστημονικών κατευθύνσεων και οδηγιών στις Επιτροπές Περιφερειακής Συνεργασίας και Ασφάλειας (Ε.Π.Σ.Α.), καθώς και το συντονισμό των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν στο πλαίσιο εκπλήρωσης της αποστολής τους.»
Το άρθρο 34 παρ. 23 του ν. 4115/2013 τροποποιείται ως εξής: «Κατά τα σχολικά έτη 2012−2013 και 2013−2014 οι εξετάσεις εισαγωγής ιδιωτών στη Σχολή Αστυφυλάκων και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας θα πραγματοποιηθούν κανονικά και οι επιτυχόντες θα εγγραφούν στις οικείες σχολές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2015−2016.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 43
Ρύθμιση θεμάτων της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας
Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το όνομα και άλλα στοιχεία του καταγγέλλοντος μπορεί με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας να μην ανακοινώνονται κατά το στάδιο της διερεύνησης της βασιμότητας των καταγγελλομένων, αν το ζητήσει ρητά ο καταγγέλλων, εφόσον δεν διενεργείται ακόμη προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση. Όταν η καταγγελία είναι ανώνυμη, διερευνάται εφόσον περιέχει στοιχεία που παρέχουν βάση για τη διερεύνησή της, άλλως η έρευνα αναστέλλεται, με πράξη του Διοικητή της Υπηρεσίας, έως ότου αναφανούν νέα στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν επανεξέταση της υπόθεσης.»
Η παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3103/2003, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Οι αρμοδιότητες των άλλων δικαστικών και διωκτικών αρχών δεν θίγονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Όταν άλλη αστυνομική Υπηρεσία ενεργεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 243 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., προανακριτικές πράξεις για τις αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, που διαπράττονται από αστυνομικούς, καθώς και από υπαλλήλους και λειτουργούς του δημοσίου τομέα, υπαλλήλους ή αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνών Οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια, υποχρεούται να ενημερώνει αμέσως με έγγραφό της, που δεν κοινοποιείται σε άλλες υπηρεσίες ή Εσωτερικών Υποθέσεων.»
Η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3686/2008 (Α΄ 158) και την παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 3938/2011 (Α΄ 61), αντικαθίσταται ως εξής: «6. Οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, μετά τη λήξη της αρχικής θητείας τους, μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, σε Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους (άρθρο 2 του π.δ. 100/2003, Α΄ 94), έστω κι αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση.»
Στο τέλος του άρθρου 3 του ν. 2713/1999, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2800/2000 και την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23), προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Όποιος προβαίνει στην άσκηση σωματικής βίας, απειλών ή εκφοβισμού ή οποιασδήποτε άλλης επέμβασης στην άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων του εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού ή αστυνομικού που υπηρετεί στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, επηρεάζει τον μάρτυρα ή αλλοιώνει ή αποκρύπτει αποδεικτικά μέσα, σε σχέση με τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 με σκοπό την παρακώλυση του ανακριτικού έργου ή την παρεμπόδιση απονομής της Δικαιοσύνης τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 225 του Π.Κ., αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη ποινική διάταξη.»
Άρθρο 44
Ρύθμιση ειδικών θεμάτων της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας
Το εδάφιο β΄ της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 περίπτωση θ΄ του ν. 3943/2011 (Α΄ 66), αντικαθίσταται ως εξής: «Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) ή της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (Α΄ 211) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής:».
Η παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) αντικαθίσταται ως εξής: «4. α. Στις περιπτώσεις που από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας διενεργείται έλεγχος για τη βεβαίωση παραβάσεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση για οικονομικά εγκλήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της δεν ισχύει το φορολογικό, τελωνειακό, τραπεζικό, χρηματιστηριακό ή επιχειρηματικό απόρρητο. β. Η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας με την ολοκλήρωση των ερευνών της διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Οικονομικών στοιχεία που συγκέντρωσε κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της από τα οποία προκύπτει η τέλεση φορολογικών και τελωνειακών παραβάσεων, προκειμένου να επιβληθούν οι κατά περίπτωση προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις. γ. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται ο τρόπος ενημέρωσης, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας μεταξύ της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας και των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.»
α. Η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας, πέραν των λοιπών αρμοδιοτήτων της, δύναται να προβαίνει σε ελέγχους για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας σε περιπτώσεις παραβάσεων ειδικής βαρύτητας και ενδιαφέροντος, όπως είναι οι λαθρεμπορικές πράξεις ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι παραβάσεις που λαμβάνουν χώρα με τη χρήση δυσχερώς ανιχνεύσιμων ή νέων μηχανισμών απάτης και ιδιαίτερων τεχνασμάτων κ.λπ.. Για την εκπλήρωση της αποστολής της η Δ.Ο.Α.:
- αα) Λαμβάνει γνώση και ελέγχει τις φορολογικές δηλώσεις, φορολογικά στοιχεία και κάθε άλλο υποχρεωτικό και προαιρετικό βιβλίο και στοιχείο που ορίζονται
από τη φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων γίνεται στα γραφεία της Υπηρεσίας ή στην επαγγελματική εγκατάσταση του ελεγχόμενου.
- ββ) Καλεί εγγράφως τον ελεγχόμενο ή άλλο πρόσωπο να δώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) εργάσιμων
ημερών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος πληροφορίες για τη διευκόλυνση του φορολογικού ή τελωνειακού ελέγχου, καθώς και να παρέχει αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων πελατολογίων και καταλόγων προμηθευτών και αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων, εφόσον αυτά εκδίδονται μηχανογραφικά, εκτός εάν ο ελεγχόμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και υποβολή των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας. Η Δ.Ο.Α. υποχρεούται να παραδίδει στον ελεγχόμενο αποδεικτικό παράδοσης, στο οποίο γίνεται μνεία όλων των παραδοθέντων εγγράφων ή αρχείων.
- γγ) Ενεργεί κατά τον έλεγχο κάθε αναγκαία εξέταση ή
έρευνα στην επαγγελματική εγκατάσταση του ελεγχόμενου, ιδίως στους χώρους παραγωγής, επεξεργασίας, αποθήκευσης ή παράδοσης των αγαθών, στον τόπο παροχής των υπηρεσιών, καθώς και στα μεταφορικά μέσα.
- δδ) Ενεργεί έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων
που δεν ευρίσκονται στο χώρο της επαγγελματικής απασχόλησης του ελεγχόμενου μετά από συναίνεση του ελεγχόμενου ή του επιτόπιου εισαγγελέα.
- εε) Λαμβάνει αντίγραφα των βιβλίων και στοιχείων,
καθώς και λοιπών εγγράφων, για τα οποία ο ελεγχόμενος δηλώνει ότι αντιπροσωπεύουν ακριβή αντίγραφα. Σε περίπτωση άρνησης, οι διενεργούντες τον έλεγχο αστυνομικοί προβαίνουν σε σχετική επισημείωση επί των εγγράφων. Οι διενεργούντες τον έλεγχο δύνανται να απαιτούν από τον ελεγχόμενο ή τον εκπρόσωπό του να παρίσταται στον τόπο, όπου διενεργείται ο έλεγχος Σε περίπτωση κατά την οποία τα βιβλία και στοιχεία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, η Δ.Ο.Α. έχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε φυλασσόμενα αρχεία, καθώς και στα λογιστικά προγράμματα και τις πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί σε αυτά ενώ δικαιούται να λαμβάνει τα ηλεκτρονικά αρχεία σε αναγνώσιμη ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή. στστ) Κατάσχει βιβλία και στοιχεία που τηρούνται ή διαφυλάσσονται σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, οποιαδήποτε άλλα ανεπίσημα βιβλία, έγγραφα, αρχεία, στοιχεία, ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, καθώς και αγαθά και μέσα μεταφοράς εφόσον το θεωρήσει αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποδεικτική αξία αυτών.
- ζζ) Συντάσσει μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού
ελέγχου την κατά περίπτωση προβλεπόμενη έκθεση ελέγχου την οποία διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων. β. Για την έρευνα και την κατάσχεση που διενεργείται από τη Δ.Ο.Α. συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που ενεργούν την κατάσχεση και τον ελεγχόμενο ή τον παρόντα κατά τη διενέργεια του ελέγχου εταίρο ή μέλος ή συγγενικό προς τους ανωτέρω πρόσωπο ή πρόσωπο που μετέχει στη διοίκηση ή διαχείριση ή υπάλληλο ή λογιστή της επιχείρησης. Αντίγραφο της έκθεσης παραδίδεται στον ελεγχόμενο ή στον παριστάμενο, κατά τις διακρίσεις του προηγούμενου εδαφίου, πρόσωπο. Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, εφαρμόζονται οι σχετικές με τις κοινοποιήσεις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο ελεγχόμενος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων, με δαπάνες του. γ. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του διευθυντή της Δ.Ο.Α., οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, καθώς και οι ανεξάρτητες αρχές και λοιπά τρίτα πρόσωπα όπως ιδίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, οι συμβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, οι οικονομικοί ή κοινωνικοί ή επαγγελματικοί φορείς ή οργανώσεις υποχρεούνται να παρέχουν στη Δ.Ο.Α. κάθε διαθέσιμη πληροφορία και να επιδεικνύουν, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους.
Άρθρο 45
Κριτήρια πρόσληψης ειδικών φρουρών και συνοριακών φυλάκων
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999 (Α΄ 161), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του δεύτερου άρθρου του ν. 3547/2007 (Α΄ 67) και το άρθρο 9 του ν. 3938/2011 (Α΄ 61), αντικαθίσταται ως εξής: «Κριτήρια πρόσληψης αποτελούν ο γενικός βαθμός απολυτηρίου Λυκείου, η γνώση ξένης γλώσσας, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, κατά προτίμηση ως εφέδρων αξιωματικών ή σε ειδικές δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή στην Προεδρική Φρουρά ή ως εθελοντών πενταετούς υποχρέωσης ή επαγγελματιών οπλιτών, η κατοχή άδειας ικανότητας οδηγού μοτοποδηλάτου ή μοτοσικλέτας ή αυτοκινήτου, η κατοχή πτυχίου δημοσίου Ι.Ε.Κ. ειδικότητας «Στέλεχος Υπηρεσιών Ασφαλείας» και η υπαγωγή στις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.»
Η περίπτωση στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του π.δ. 84/2008 (Α΄ 125) αντικαθίσταται ως εξής: «στ. Ο υποψήφιος να είναι γονέας ή τέκνο: αα) πολύτεκνης οικογένειας, ββ) οικογένειας με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα.»
Άρθρο 46
Σύσταση Αστυνομικού Φαρμακείου
Η παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Με όμοια απόφαση είναι δυνατό να λειτουργούν στις λέσχες της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και πρατήριο ειδών – τροφίμων, καθώς και Αστυνομικό Φαρμακείο κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων, που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των σχετικών αναγκών του εν ενεργεία και εν συντάξει προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και των μελών των οικογενειών τους. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα ζητήματα εξυπηρέτησης από το Αστυνομικό Φαρμακείο του προσωπικού του Π.Σ. (πυροσβεστικού προσωπικού, Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης, πολιτικού προσωπικού), εν ενεργεία και εν συντάξει και των μελών των οικογενειών τους.»
Τα Αστυνομικά Φαρμακεία εποπτεύονται από τη Διεύθυνση Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας και στελεχώνονται με το αναγκαίο αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθώς και με προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Ως προϊστάμενος του φαρμακείου τοποθετείται κάτοχος άδειας άσκησης του φαρμακευτικού επαγγέλματος. Κατά τα λοιπά, για τα θέματα οργάνωσης και εν γένει λειτουργίας των πρατηρίων και φαρμακείων του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) και οι κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, όπως κάθε φορά ισχύουν.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Υγείας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη δύνανται να ανακαθορίζονται οι κατηγορίες δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα αστυνομικά φαρμακεία. Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υγείας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται το ποσοστό μείωσης των τιμών των φαρμάκων και των συναφών φαρμακευτικών προϊόντων που διατίθενται στους παραπάνω δικαιούχους από τα Αστυνομικά Φαρμακεία. στο αστυνομικό προσωπικό την προτεραία του θανάτου τους και λοιπά ζητήματα συνοριακών φυλάκων
Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3387/2005 «Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) και άλλες διατάξεις» (Α΄ 224), προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι θανόντες Ειδικοί Φρουροί και Συνοριακοί φύλακες εντάσσονται στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων με το βαθμό του Αστυφύλακα από την προτεραία του θανάτου τους, ανεξαρτήτως των ετών υπηρεσίας, εφόσον κρίνονται ή έχουν ήδη κριθεί ικανοί για τη μόνιμη παραμονή τους στο Σώμα από το αρμόδιο Συμβούλιο. Η ένταξη γίνεται με διαπιστωτική πράξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.»
Στο τέλος του άρθρου 13 του ν. 3686/2008 (Α΄ 158) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Για τους πολύτεκνους και τους γονείς τριών τέκνων αστυφύλακες που προέρχονται από συνοριακούς φύλακες, ο ελάχιστος χρόνος για υποβολή αίτησης μετάθεσης ορίζεται σε τρία (3) έτη από την ημερομηνία ένταξής τους, κατ’ απόκλιση των ισχυόντων στις παραγράφους 3 και 5 του παρόντος. Ειδικά για το έτος 2014 οι αστυφύλακες του προηγούμενου εδαφίου έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης μετάθεσης εντός είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.»
Άρθρο 48
Άδεια χωρίς αποδοχές για εργασία σε διεθνή οργανισμό
Στον αστυνομικό που αποδέχεται θέση, υπό καθεστώς σύμβασης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται άδεια χωρίς αποδοχές, μέχρι πέντε έτη, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Κλάδου Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας. Η άδεια μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία μέχρι μία ακόμα πενταετία. Σε περίπτωση προηγούμενης απόσπασης του αιτούντος αστυνομικού στο εξωτερικό, η άδεια χορηγείται εφόσον έχει παρέλθει χρονικό διάστημα διπλάσιο της διάρκειας της τελευταίας απόσπασής του.
Με την έγκριση της άδειας της προηγούμενης παραγράφου ο αστυνομικός μετατίθεται στη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Κλάδου Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια της άδειας η ανωτέρω Υπηρεσία συγκεντρώνει τα απαιτούμενα για τη σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης του αστυνομικού στοιχεία, σχετικά με τα ουσιαστικά προσόντα και τις πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί στον αξιολογούμενο, από τον προϊστάμενό του στον φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο διεθνή οργανισμό.
Ο αστυνομικός υπέχει πειθαρχική ευθύνη για τα παραπτώματα που διαπράττει κατά τη διάρκεια της άδειας της παραγράφου 1, εφόσον αυτά επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση ή αργίας με απόλυση ή απόταξης και υποχρεούται να ενημερώνει τη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Κλάδου Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας για τυχόν πειθαρχικές ποινές που του επιβλήθηκαν από το διεθνή οργανισμό ή φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά τη διάρκεια της άδειας χωρίς αποδοχές ο αστυνομικός υποχρεούται να καταβάλλει τις νόμιμες κρατήσεις για κύρια και επικουρική ασφάλιση στα μετοχικά και επικουρικά ταμεία, καθώς και στα ταμεία πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, οι οποίες αντιστοιχούν στο βαθμό ή το μισθό της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά, ως καθορίζεται από τη Διεύθυνση Οικονομικών του Επιτελείου Ελληνικής Αστυνομίας. Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπόχρεος δεν αποδίδει τις ως άνω κρατήσεις, δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας και δεν υπολογίζεται για τις βαθμολογικές και μισθολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις.
Ο χρόνος της άδειας, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης, αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, λαμβάνεται υπόψη στις προαγωγές για τον υπολογισμό του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας σε κάθε βαθμό, καθώς και του συνολικού χρόνου υπηρεσίας και λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του αστυνομικού.
Η άδεια χωρίς αποδοχές διακόπτεται σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης με το διεθνή οργανισμό.
Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στους αστυνομικούς που έχουν λάβει άδεια άνευ αποδοχών προκειμένου να εργαστούν σε διεθνή οργανισμό ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 και της παραγράφου 4 του άρθρου 51 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26).
Άρθρο 49
Αναδρομική εφαρμογή ρυθμίσεων Οι διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 108/2012 (Α΄ 191), οι οποίες δεν παρέχουν δικαίωμα καταβολής αναδρομικών αποδοχών, ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2012.
Άρθρο 50
Αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας
Ο χρόνος που μεσολάβησε από την κλήση προς κατάταξη ή την κύρωση των πινάκων επιτυχίας μέχρι και την κατάταξη ή το διορισμό τους, αντίστοιχα, των επιτυχόντων στους διαγωνισμούς, που προκηρύχθηκαν με την υπ’ αριθμ. 6002/2/10στ/11.1.1989 προκήρυξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και την υπ’ αριθμ. 5896Φ300.2/22.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης για κατάταξη στην Ελληνική Αστυνομία και το Πυροσβεστικό Σώμα, λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό του συνολικού χρόνου υπηρεσίας από την κατάταξη προς θεμελίωση βαθμολογικής προαγωγής, εκτός των περιπτώσεων προαγωγών εκτός οργανικών θέσεων ενόψει αποστρατείας.
Ο χρόνος της προηγούμενης παραγράφου που λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση βαθμολογικής προαγωγής δεν δύναται να υπερβαίνει τα δύο έτη και δεν συνιστά χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για άλλες συνέπειες. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει μετά τις ετήσιες κρίσεις του 2014.
Άρθρο 51
Ζητήματα μετακινήσεων προσωπικού και εκκαθάρισης δαπανών
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, δύναται αστυνομικών επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας που διατάσσονται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας όταν η απόσταση μετακίνησης του προσωπικού από την έδρα της Υπηρεσίας του είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) χιλιόμετρα, εφόσον κινείται με ιδιόκτητο ή υπηρεσιακό αυτοκίνητο ή συγκοινωνιακό μέσο και μεγαλύτερη από δέκα (10) ναυτικά μίλια για μετακινήσεις προς τη νησιωτική Ελλάδα ή από πέντε (5) ναυτικά μίλια για μετακινήσεις από νήσο σε νήσο.
Για τις μετακινήσεις του ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας που πραγματοποιήθηκαν από 1.6.2012 έως 31.12.2013 κατά τη διάρκεια αστυνομικών επιχειρήσεων, δικαιολογείται διανυκτέρευση εφόσον η απόσταση από την έδρα της Υπηρεσίας του προσωπικού είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) χιλιόμετρα και κινήθηκε με ιδιόκτητο ή υπηρεσιακό αυτοκίνητο ή συγκοινωνιακό μέσο και μεγαλύτερη από δέκα (10) ναυτικά μίλια για μετακινήσεις προς τη νησιωτική Ελλάδα ή από πέντε (5) ναυτικά μίλια για μετακινήσεις από νήσο σε νήσο. Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου δύνανται να εκκαθαριστούν σε βάρος των εγγεγραμμένων πιστώσεων του προϋπολογισμού του Ε.Φ. 43−110 «Ελληνική Αστυνομία» του οικονομικού έτους 2014.
Οι κάθε είδους δαπάνες μετακινήσεων, μεταθέσεων, εκπαιδεύσεων και αποζημιώσεων υπερωριακής εργασίας και εργασίας νυχτερινών, Κυριακών και εξαιρέσιμων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίες λόγω επιτακτικών αναγκών δημόσιας ασφάλειας και πυροπροστασίας πραγματοποιήθηκαν έως 31.12.2012 χωρίς την πιστή τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 113/2010 (Α΄ 194), δύναται να εκκαθαρισθούν σε βάρος των οικείων πιστώσεων των προϋπολογισμών του οικονομικού έτους 2014 των δύο Σωμάτων, αντίστοιχα, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης.
Άρθρο 52
Σύσταση θέσεων ειδικών φρουρών για τη φύλαξη σταθμών και εγκαταστάσεων της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. Συνιστώνται τριάντα πέντε (35) θέσεις ειδικών φρουρών για τη φύλαξη και προστασία των σταθμών, των εγκαταστάσεων και των αμαξοστοιχιών της «ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.», η οποία αναλαμβάνει τις δαπάνες πρόσληψης, εκπαίδευσης, εξοπλισμού, μισθοδοσίας, ασφάλισης και αποζημίωσης, καθώς και κάθε άλλη σχετική δαπάνη που προκύπτει από την εκτέλεση του ως άνω έργου. Με σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της «ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.» καθορίζονται το ύψος και η διαδικασία απόδοσης στο Δημόσιο από την εταιρεία των σχετικών δαπανών. Άρθρο 52A Συνήγορος του Αστυνομικού 1.α. Στους αστυνομικούς, ειδικούς φρουρούς και συνοριακούς φύλακες, κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη για αδικήματα που τους αποδίδονται ότι τέλεσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα ταύτης, παρέχεται η δυνατότητα υπεράσπισης ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, από λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., μετά από προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, εφόσον: αα. μετά τη διενεργηθείσα διοικητική εξέταση δεν διαπιστώνεται από τον αρμόδιο να αποφασίσει επ’ αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 38 και 39 του π.δ.120/2008, η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος σχετικού με την πράξη για την οποία διώκεται και ββ. δεν θα εκπροσωπηθούν από δικηγόρο κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. β. Οι παραπάνω στερούνται της νομικής κάλυψης, στην περίπτωση που η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον τους αποτελεί συνέπεια καταγγελίας εκ μέρους της υπηρεσίας.
α. Στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 δύναται να χορηγείται από το Δημόσιο, προκαταβολή των εξόδων στα οποία υποβάλλονται προς υπεράσπισή τους στο στάδιο της προδικασίας και ενώπιον των Δικαστηρίων, εφόσον: αα. έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για ενέργειες ή παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή εξαιτίας αυτών και ββ. μετά τη διενεργηθείσα διοικητική εξέταση δεν διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος σχετικού με την πράξη για την οποία διώκονται. β. Τα έξοδα καλύπτουν την αμοιβή του συνηγόρου της επιλογής του κατηγορουμένου για την παράσταση αυτού σε όλα τα στάδια της προδικασίας και ενώπιον των Δικαστηρίων όλων των βαθμών, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του καθοριζόμενου κάθε φορά ελαχίστου ορίου. γ. Η προκαταβολή των εξόδων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247). δ. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του ως άνω προσωπικού, τα έξοδα που τυχόν έχουν κατά τα ανωτέρω προκαταβληθεί, αποδίδονται στο Δημόσιο είτε εφάπαξ είτε με τμηματική παρακράτηση από το μισθό του. ε. Με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται η διαδικασία, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. στ. Από τις διατάξεις του παρόντος δεν θίγονται οι ρυθμίσεις του π.δ. 15/2007 (Α΄ 11).
Άρθρο 53
Σύσταση θέσεων ειδικών φρουρών για τη φύλαξη σταθμών και εγκαταστάσεων της ΣΤΑΣΥ Α.Ε. Συνιστώνται τριάντα (30) θέσεις ειδικών φρουρών για τη φύλαξη των σταθμών και εγκαταστάσεων του δικτύου της «ΣΤΑΣΥ Α.Ε.», οι οποίες προστίθενται στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179) και ο συνολικός αριθμός αυτών ορίζεται σε εκατόν τριάντα (130). Η ανωτέρω εταιρία αναλαμβάνει τις δαπάνες πρόσληψης, εκπαίδευσης, εξοπλισμού, μισθοδοσίας, ασφάλισης και αποζημίωσης, καθώς και κάθε άλλη σχετική δαπάνη που προκύπτει από την εκτέλεση του ως άνω έργου. Με σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρίας «ΣΤΑΣΥ Α.Ε.»
Άρθρο 54
Αναπλήρωση εισαγγελικών λειτουργών του Συμβουλίου Συντονισμού και Ανάλυσης Ερευνών και της Ε.Υ.Π.
Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994 (Α΄ 209), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3424/2005 (Α΄ 305), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν ο εισαγγελικός λειτουργός απουσιάζει ή για οποιονδήποτε λόγο κωλύεται, αναπληρώνεται από τον εισαγγελικό λειτουργό που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3649/2008.»
Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3649/2008 (Α΄ 39) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν ο εισαγγελικός λειτουργός απουσιάζει ή για οποιονδήποτε λόγο κωλύεται, αναπληρώνεται από τον εισαγγελικό λειτουργό που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2265/1994.»
Άρθρο 55
Επισκευή και συντήρηση οχημάτων Ελληνικής Αστυνομίας και Πυροσβεστικού Σώματος σε συνεργεία των Περιφερειών Εργασίες συντήρησης και επισκευής οχημάτων που ανήκουν στη δύναμη των Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, δύνανται να εκτελούνται στα συνεργεία των οικείων Περιφερειών με μέσα και υλικά όπως ανταλλακτικά, ελαστικά, λιπαντικά που διατίθενται από αυτά, μετά από απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και σύμφωνη γνώμη του οικείου Περιφερειάρχη.
Άρθρο 56
Θέσπιση ποινικών κυρώσεων εις βάρος όσων συντελούν στη λειτουργία επιχειρήσεων στις οποίες επιβλήθηκε σφράγιση Όποιος το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ισχύει η σφράγιση επιχείρησης που επιβλήθηκε με απόφαση αρμόδιας αρχής λειτουργεί ή συντελεί στη λειτουργία της παρέχοντας υπηρεσία ή συνδρομή με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση εργασίας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η ποινή δεν μετατρέπεται, ούτε αναστέλλεται και η έφεση σε κάθε περίπτωση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Όποιος παραβιάζει με οποιονδήποτε τρόπο σφραγίδα που έχει θέσει η αρχή για παράβαση της εν γένει φορολογικής νομοθεσίας τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 178 ΠΚ.
Άρθρο 57
Προϋποθέσεις σφράγισης κέντρων διασκέδασης και καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος Μετά την παρ. 7 του άρθρου 80 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 114), προστίθεται παράγραφος 7Α ως εξής: «7Α. Η αστυνομική αρχή του τόπου της έδρας των κέντρων διασκεδάσεως και των καταστημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 180/1979 (Α΄ 46), καθώς και των λοιπών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, στα οποία σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές διατάξεις προσφέρονται οινοπνευματώδη ποτά για άμεση εντός αυτών κατανάλωση, σφραγίζει υποχρεωτικά το κατάστημα για χρονικό διάστημα δέκα ημερών, αν βεβαιώνονται από αστυνομικούς συνολικά, εντός έτους, τρεις παραβάσεις των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 περίπτωση α΄ του π.δ. 180/1979, ως ισχύει. Αντίγραφο της απόφασης σφράγισης του καταστήματος και της σχετικής έκθεσης κοινοποιούνται αυθημερόν στον κατά τόπο αρμόδιο δήμο, ο οποίος οφείλει στο χρονικό αυτό διάστημα να εκδώσει την απόφαση αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας του καταστήματος. Σε περίπτωση που αποφασισθεί από τον οικείο δήμο η αφαίρεση της άδειας λειτουργίας για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ημερών, η σφράγιση διατηρείται και για τον πέραν των δέκα ημερών χρόνο.»
Άρθρο 58
Προπαρασκευαστικές πράξεις εμπρησμού σε δάση Στο άρθρο 265 του π.δ. 283/1985 (Α΄ 106) προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Όποιος με σκοπό να διαπράξει το έγκλημα της παραγράφου 1 προβαίνει σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ενέργεια τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η ποινή αυτή δεν μετατρέπεται, ούτε αναστέλλεται και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της.»
Άρθρο 59
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 2168/1993
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147), όπως προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 10 του ν. 3944/2011 (Α΄ 67), αντικαθίσταται με εδάφια ως εξής: «Στην περίπτωση αυτή, ο κάτοχος υποχρεούται να καταβάλει, για την έκδοση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου, το δεκαπλάσιο των τελών που προβλέπονται κάθε φορά. Ο κάτοχος κυνηγετικού όπλου δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν εντός διετίας από τη λήξη της ισχύος της άδειας κατοχής υποβάλει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της άδειας και καταβάλει το πενταπλάσιο των προβλεπόμενων τελών για την ανανέωσή της. Μετά την πάροδο της ως άνω διετούς προθεσμίας, ο κάτοχος του κυνηγετικού όπλου δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου από την αρχή υποβάλει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της άδειας και καταβάλλει το πενταπλάσιο των προβλεπόμενων τελών.
Η περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 2168/1993, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Για την ατομική τους ασφάλεια μετά από γνώμη του αρμόδιου εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, εφόσον συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι και εξετασθούν επιτυχώς, ιδίως σε θέματα λύσης, αρμολόγησης, γέμισης, απογέμισης και ασφαλούς χρήσης, μεταφοράς και φύλαξης του αιτουμένου όπλου. Για την εξέτασή τους στα ως άνω θέματα οι αιτούντες καταβάλλουν παράβολο ύψους 150 ευρώ υπέρ Δημοσίου, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται ανά διετία με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Από την ως άνω εξέταση, εξαιρούνται οι υπηρετούντες ή υπηρετήσαντες ως μόνιμοι
Εντός τριμήνου, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι αρμόδιες υπηρεσίες καλούν υποχρεωτικά όσους κατέχουν άδεια οπλοφορίας για την ατομική τους ασφάλεια να υποβληθούν στην εξέταση της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147), όπως αυτή τροποποιείται δια του παρόντος. Όποιος για οποιονδήποτε λόγο δεν υποβληθεί στην παραπάνω εξέταση κατά το χρόνο που ορίζεται στην πρόσκληση ή εξετασθεί ανεπιτυχώς, δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί και ανακαλείται η άδεια οπλοφορίας του.
Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο άδειες δεν χορηγούνται:
- α) Σε όσους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για:
αα. πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και ββ. παραβάσεις των νόμων περί ναρκωτικών και προστασίας της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα, για τρομοκρατικές πράξεις, για παραβάσεις διατάξεων που αφορούν αλιεία με εκρηκτικές ύλες ή τοξικές ουσίες και για παραβάσεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου. Η απαγόρευση αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση αμετακλήτου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή θέσεως της υπόθεσης στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 3 του ΚΠΔ ή, σε περίπτωση επιβολής ποινής, για διάστημα πέντε ετών από την έκτισή της ή την άφεσή της με χάρη ή, σε περίπτωση επιβολής της ποινής με αναστολή, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.
- β) Σε όσους έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα για:
αα. οποιοδήποτε πλημμέλημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως και τελείται με πρόθεση, για το οποίο τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και ββ. οποιοδήποτε πλημμέλημα που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής. Η απαγόρευση αυτή ισχύει για διάστημα πέντε ετών, από την έκτιση ή την άφεση με χάρη και σε περίπτωση επιβολής της ποινής με αναστολή, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.»
Άρθρο 60
Μέτρα για την ασφάλεια των ταχυδρομικών μεταφορών Στο ν. 4053/2012 (Α΄ 44) μετά το άρθρο 13 προστίθεται άρθρο 13Α, ως εξής: «1. Σε περίπτωση αποστολής ταχυδρομικών αντικειμένων βάρους άνω των 100 γραμμαρίων, το προσωπικό της ταχυδρομικής επιχείρησης υποχρεούται: α. Όταν το προς αποστολή αντικείμενο παραδίδεται από τον αποστολέα ή εκπρόσωπό του: αα. Στην καταγραφή των πλήρων στοιχείων ταυτότητας του αποστολέα ή του εκπροσώπου του, όπως αυτά αναγράφονται είτε στο δελτίο ταυτότητάς τους είτε στα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45), όπως ισχύει. ββ. Στον έλεγχο και την καταγραφή με γενικό χαρακτηρισμό, ύστερα από δήλωση του αποστολέα ή του εκπροσώπου του, του περιεχομένου του αποστελλόμενου ταχυδρομικού αντικειμένου. β. Όταν το προς αποστολή αντικείμενο αποστέλλεται μέσω γραμματοκιβωτίων ή τα ως άνω πρόσωπα δεν φέρουν έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, τότε το περιεχόμενο του ταχυδρομικού αντικειμένου ελέγχεται μέσω ειδικών μηχανημάτων.
Ο υπαίτιος παράβασης των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, πέραν της τυχόν πειθαρχικής ή άλλης ευθύνης, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση σε περίπτωση πρόκλησης οποιασδήποτε ζημίας από την παράλειψη τήρησης των αναφερομένων σε αυτές υποχρεώσεων.
Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ύστερα από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, καθορίζεται ο τύπος των ειδικών μηχανημάτων με τα οποία θα διενεργείται ο έλεγχος του περιεχομένου των προς αποστολή αντικειμένων, η διαδικασία ελέγχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και τη διασφάλιση του απορρήτου της ταχυδρομικής επικοινωνίας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»
Άρθρο 61
Συντονιστική Υπηρεσία Διαχείρισης Κρίσεων Εσωτερικής Ασφάλειας
Συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη αυτοτελής υπηρεσία με την επωνυμία «Συντονιστική Υπηρεσία Διαχείρισης Κρίσεων Εσωτερικής Ασφάλειας» (εφεξής Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α.), η οποία λειτουργεί υπό την εν γένει εποπτεία του Πρωθυπουργού. Η Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. διοικείται από τον Διοικητή Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α., ο οποίος είναι ανώτατος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, με υποδιοικητή ανώτατο αξιωματικό του Λιμενικού Σώματος−Ελληνικής Ακτοφυλακής. Ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής αποσπώνται στη Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. με διετή θητεία, η οποία δύναται να ανανεώνεται έως δύο φορές.
Η Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. συνιστά την Εθνική Αρχή της Χώρας μας σε θέματα συντονισμού και αντιμετώπισης σοβαρών τρομοκρατικών ενεργειών ή απειλών και, γενικότερα, κάθε είδους κρίσιμων περιστατικών εσωτερικής ασφάλειας για τα οποία αποφασίζεται από τον Πρωθυπουργό ότι είναι αναγκαίο αυτή να επιληφθεί, διασφαλίζει δε τη συνεργασία, ως και την άμεση και αποτελεσματική κοινή και διαλειτουργική δράση όλων των εμπλεκόμενων, ανάλογα με τη φύση του περιστατικού, δυνάμεων, φορέων και υπηρεσιών, τόσο σε επιτελικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Κατά την επιχειρησιακή της δράση η Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. συντονίζεται, εποπτεύεται και ελέγχεται, κατά περίπτωση, από τους Υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, ανάλογα με το αν το προς διαχείριση περιστατικό εσωτερικής ασφάλειας υπάγεται στο χώρο αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οργάνωση της Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. σε και ιδίως της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας της Ελληνικής Αστυνομίας (Ε.Κ.Α.Μ.) που αναλαμβάνει δράση στο χώρο αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας, συνεπικουρούμενη από τη Μονάδα Υποβρυχίων Αποστολών (Μ.Υ.Α.), όταν αυτό διαταχθεί, και της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών (Μ.Υ.Α.) του Λιμενικού Σώματος−Ελληνικής Ακτοφυλακής που αναλαμβάνει δράση στο χώρο αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος−Ελληνικής Ακτοφυλακής, συνεπικουρούμενη από την Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), όταν αυτό διαταχθεί, και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα.
α) Οι περιπτώσεις β΄ και στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1940/1991 (Α΄ 40), όπως αυτό έχει αντικατασταθεί και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: «β) Σε περιπτώσεις που ο νόμος προβλέπει η Μ.Υ.Α./ Λ.Σ. υπάγεται σε ειδικό επιχειρησιακό στρατηγείο και συνεπικουρεί την ΕΚΑΜ/ΕΛΑΣ μετά από σχετική εντολή του Διοικητή του Επιχειρησιακού Στρατηγείου.» «στ) Εκτέλεση κάθε εξειδικευμένης καταδυτικής δραστηριότητας έως τα 120 μέτρα και διαχείρισης ναυαγίων.»
- β) Στο άρθρο 2 του ν. 1940/1991 (Α΄ 40), όπως αυτό έχει
αντικατασταθεί και ισχύει, προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής: «8. Το Επιχειρησιακό προσωπικό της Μ.Υ.Α./Λ.Σ. απαγορεύεται να διατίθεται ή να αποσπάται ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να απομακρύνεται από τη δύναμη της Μονάδας πριν παρέλθουν δέκα (10) έτη από την ένταξη του υποβρυχίου καταστροφέα σε αυτή. Εξαίρεση αποτελεί η απόσπαση με σκοπό την παροχή εκπαίδευσης σε άλλους φορείς και η διαδικασία αποπομπής που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.» Η επόμενη παράγραφος αναριθμείται σε 9.
Άρθρο 62
Ρυθμίσεις θεμάτων Κοινών Ομάδων Έρευνας Το άρθρο 13 του ν. 3663/2008 (Α΄ 99) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 13
Κοινή ομάδα έρευνας είναι η ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται για να διεξάγει έρευνα σε ένα ή περισσότερα κράτη−μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα εγκλήματα της παραγράφου 2, ιδίως όταν: α) η έρευνα απαιτεί δυσχερείς και περίπλοκες ενέργειες συνδεδεμένες με άλλα κράτη−μέλη, β) η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης απαιτεί συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση στα ενδιαφερόμενα κράτη−μέλη.
Κοινή ομάδα έρευνας, μπορεί να συσταθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για τη διακρίβωση των εγκλημάτων των τρομοκρατικών πράξεων (άρθρο 187Α ΠΚ), της παραχάραξης (άρθρο 207 ΠΚ), της κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων (άρθρο 208 ΠΚ), της πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ), του εμπρησμού (άρθρο 264 ΠΚ), του εμπρησμού σε δάση (άρθρο 265 ΠΚ), της έκρηξης (άρθρο 270 ΠΚ), των παραβάσεων σχετικών με τις εκρηκτικές ύλες (άρθρο 272 ΠΚ), της πρόκλησης ναυαγίου (άρθρο 277 ΠΚ), της δηλητηρίασης πηγών και τροφίμων (άρθρο 279 ΠΚ), της διατάραξης της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών (άρθρο 291 ΠΚ), της αρπαγής (άρθρο 322 ΠΚ), του εμπορίου δούλων (άρθρο 323 ΠΚ), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ), της αρπαγής ανηλίκων (άρθρο 324 ΠΚ), του βιασμού (άρθρο 336 ΠΚ), της αποπλάνησης παιδιών (άρθρο 339 ΠΚ), της πορνογραφίας ανηλίκων (άρθρο 348Α ΠΚ), της σωματεμπορίας (άρθρο 351 ΠΚ), των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής (άρθρο 374 ΠΚ), της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 ΠΚ), της ληστείας (άρθρο 380 ΠΚ), της εκβίασης (άρθρο 385 ΠΚ), της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ), της απάτης με υπολογιστή (άρθρο 386Α ΠΚ), της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου υπηκόου τρίτης χώρας εκ κερδοσκοπίας πραττόμενη από δύο ή περισσότερα πρόσωπα (παρ. 5 άρθρο 87 του ν. 3386/2005, Α΄ 212), της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ν. 3459/2006, Α΄ 103), καθώς και κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες, ως και στη νομοθεσία για την προστασία Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.»
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Άρθρο 63
Αποστολή Πυροσβεστικού Σώματος Το άρθρο 1 του ν. 3511/2006 (Α΄ 258) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Αποστολή
Το Πυροσβεστικό Σώμα (Π.Σ.) είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας, υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, έχει αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα άλλων Υπηρεσιών και έχει ως αποστολή: α. Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως, του δασικού πλούτου της Χώρας από τους κινδύνους των πυρκαγιών, θεομηνιών και λοιπών καταστροφών. β. Την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής των πυρκαγιών και την παροχή συνδρομής για τη διάσωση των ατόμων και υλικών αγαθών, που απειλούνται από αυτές. Ως «επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής» νοείται η οργάνωση, η διαχείριση και ο συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων πυρόσβεσης και διάσωσης, του εξοπλισμού και των άλλων μέσων. Ο «επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής» περιλαμβάνει ενέργειες, που εξασφαλίζουν τον έγκαιρο εντοπισμό, αναγγελία και επέμβαση, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών και των κινδύνων, που απορρέουν από αυτές. γ. Την ευθύνη για τη διεξαγωγή των πυροσβεστικώνδιασωστικών επιχειρήσεων της Πολιτικής Προστασίας της χώρας, της οποίας συνιστά τον επιχειρησιακό βραχίονα. κτης ανάγκης, που ανακύπτει σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου και σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, συμβάλλει στην εξασφάλιση της Πολιτικής Προστασίας και της πολιτικής άμυνας της Χώρας.»
Άρθρο 64
Αρμοδιότητες Πυροσβεστικού Σώματος Το άρθρο 2 του ν. 3511/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Αρμοδιότητες
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)