Νόμοι — ΦΕΚ A' 74/2022

Type Νόμος
Publication 2022-04-15
Τελευταία ενημέρωση 2022-04-14
State In force
Source ΦΕΚ
articles 452
Reform history JSON API
1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας που αναφέρονται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 μόνο εφόσον, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 91 και 92, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, αλλά δεν έχει απαλλαγεί από την απαίτηση ρευστότητας κατά την παρ. 1 του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

  • α) Είναι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ρευστότητας ή σε στοιχεία κινδύνου ρευστότητας που είναι σημαντικά και δεν

καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

  • β) δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα

άρθρα 80 και 82 του παρόντος και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές.

2.

Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1, ο κίνδυνος ρευστότητας ή τα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά και τα είδη της ρευστότητας που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 80 είναι υψηλότερα από την απαίτηση ρευστότητας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο της συγκεκριμένης ρευστότητας που απαιτείται βάσει της περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 ως τη διαφορά μεταξύ της ρευστότητας που θεωρείται κατάλληλη βάσει της παρ. 2 του παρόντος και της απαίτησης ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πληρούν την ειδική απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 με ρευστά στοιχεία ενεργητικού. όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει συγκεκριμένη απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94, περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως και 3 του παρόντος.

Άρθρο 98

Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης (άρθρο 43 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στις σχετικές αρχές εξυγίανσης οποιαδήποτε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται βάσει της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 για Α.Ε.Π.Ε.Υ. που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 96, σε σχέση με την εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 99

Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 44 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία:

  • α) Να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις

προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού συχνότερα από μία φορά ετησίως και να θέτουν προθεσμίες για τη δημοσίευση αυτή,

  • β) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις

προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες, ιδίως τους δικτυακούς τόπους των Α.Ε.Π.Ε.Υ., για δημοσιεύσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων,

  • γ) να απαιτεί από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με

1 του άρθρου 82 του παρόντος και το άρθρο 10 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14).

Άρθρο 100

Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ (άρθρο 45 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με:

  • α) Τη διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης του άρθρου 91,
  • β) τη μεθοδολογία που ακολουθεί για τη λήψη των

αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 94, 95 και 96,

  • γ) το επίπεδο των διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα

με το άρθρο 74. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), εφόσον της ζητηθούν, πρόσθετες πληροφορίες, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45 της Οδηγίας 2019/2034.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΟΜΙΛΟΥ

Άρθρο 101

Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου (άρθρο 46 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική Α.Ε.Π.Ε.Υ., η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όταν μία Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι μέλος ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων του οποίου επικεφαλής είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

2.

Όταν η μητρική επιχείρηση μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3.

Στην περίπτωση κατά την οποία μία ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη έχουν την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εάν η μητρική επενδυτική εταιρείας συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ομίλου με θυγατρική μία ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

4.

Όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο του ισολογισμού είναι Α.Ε.Π.Ε.Υ., αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5.

Όταν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο του ισολογισμού είναι Α.Ε.Π.Ε.Υ., αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κοινή συναινέσει με τις λοιπές αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων, δύναται να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παρ. 3, 4 και 5, σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσει σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ή εποπτείας της συμμόρφωσης εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την ΕΕ ή στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών κάθε τέτοια απόφαση.

Άρθρο 102

Απαιτούμενες πληροφορίες σ ε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 47 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης που περιγράφεται στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 ή αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου Α.Ε.Π.Ε.Υ. έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφόσον είναι αρχή εποπτείας του ομίλου, βάσει του άρθρου 101, ειδοποιεί, σύμφωνα με τα άρθρα 71 έως και 73, το συντομότερο δυνατό, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Άρθρο 103

(άρθρο 48 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρχή εποπτείας του ομίλου που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 101, εφόσον ενδείκνυται, συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής της περ. γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 23 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.

Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την αρχή εποπτείας του ομίλου, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

  • α) Των εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 102,
  • β) του συντονισμού των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτός απαιτείται για τη διευκόλυνση της

εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033,

  • γ) του συντονισμού των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν διάφορες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων

επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων,

  • δ) της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ όλων των

αρμόδιων αρχών και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 1095/2010,

  • ε) της επίτευξης συμφωνίας σχετικά με την εκούσια

ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση,

  • στ) της αύξησης της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης

των εποπτικών απαιτήσεων.

3.

Κατά περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή εποπτείας ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 101, μπορεί να συστήνει σώματα εποπτών επίσης όταν οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής Α.Ε.Π.Ε.Υ., μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

4.

Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:

  • α) Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών

εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ,

  • β) εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης

χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 71, 72 και 73.

5.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 101, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις. Η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Επίσης, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται. Κατά τη λήψη αποφάσεων, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις γραπτές ρυθμίσεις.

6.

Σε περίπτωση διαφωνίας, με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010.

Άρθρο 104

Απαιτήσεις συνεργασίας (άρθρο 49 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) 1.Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 103, ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων για τα εξής:

  • α) Τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής

διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων,

  • β) τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις

επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών,

  • γ) οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις

επενδύσεων ή άλλες οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων,

  • δ) οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα

μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις των χωρών τους για τη μεταφορά της Οδηγίας 2019/2034,

  • ε) την επιβολή ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει του άρθρου 94 του παρόντος νόμου και του άρθρου

39 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είτε ως αρμόδια αρχή είτε ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, μπορεί να απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, όταν δεν έχουν διαβιβαστεί οι σχετικές πληροφορίες βάσει της παρ. 1 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή όταν ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει απαντηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προτού λάβει απόφαση, η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύεται μαζί τους όσον αφορά στα ακόλουθα:

  • α) Μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός

ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών,

  • β) σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες

αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές και

  • γ) ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 94.
4.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρόκειται να επιβάλει σημαντικές κυρώσεις ή να λάβει άλλα έκτακτα μέτρα, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 3, ζητά τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.

5.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 3, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.

Άρθρο 105

Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες στην Ελλάδα (άρθρο 50 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με Α.Ε.Π.Ε.Υ., επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την παρ. 2.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν λαμβάνει αίτημα σύμφωνα με την παρ. 1, προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα εξής:

  • α) Διενεργεί η ίδια την εξακρίβωση στο πλαίσιο των

αρμοδιοτήτων της,

  • β) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα να διενεργήσει εκείνη την εξακρίβωση,
  • γ) ζητά από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει

την εξακρίβωση αμερόληπτα και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα ταχέως. Για τους σκοπούς των περ. α) και γ), η αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.

3.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, υποβάλλει αίτημα προς τούτο στη σχετική αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους. ΜΙΚΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΤΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ

Άρθρο 106

Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου (άρθρο 51 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

Άρθρο 107

Επάρκεια διευθυντικών στελεχών (άρθρο 52 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών οφείλουν να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Άρθρο 108

Μικτές εταιρείες συμμετοχών (άρθρο 53 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν μητρική επιχείρηση μιας ΑΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται:

  • α) Να απαιτεί από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την

ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • β) να ασκεί εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και της

μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της τελευταίας και να απαιτεί από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής στοιχείων και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να προβαίνει η ίδια ή να αναθέτει σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.

Άρθρο 109

(άρθρο 54 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τα άρθρα 74 έως και 79 του παρόντος, που στοχεύουν στην παύση ή στον περιορισμό παραβάσεων του παρόντος κεφαλαίου, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους.

Άρθρο 110

Εκτίμηση της εποπτείας τρίτης χώρας και άλλες εποπτικές τεχνικές (άρθρο 55 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν δύο ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής επιχείρησης, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα, δεν υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά κατά πόσον οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε εποπτεία από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στον παρόντα νόμο και στο πρώτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.

Όταν από την εκτίμηση της παρ. 1 του παρόντος προκύπτει ότι δεν υφίσταται ισοδύναμη εποπτεία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εφαρμόσει τις κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που επιτυγχάνουν τους εποπτικούς στόχους σύμφωνα με το άρθρο 7 ή το άρθρο 8 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033. Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην ΕΕ, έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.

Η αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην ΕΕ, μπορεί, ιδίως, να απαιτεί τη σύσταση επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην ΕΕ και να εφαρμόζει το άρθρο 7 ή το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. ΤΙΤΛΟΣ V ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 111

Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 57 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) Τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών πράξεων και εγκυκλίων που εκδίδονται βάσει του παρόντος

και της Οδηγίας 2019/2034,

  • β) τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των διακριτικών ευχερειών που παρέχει ο παρόν και ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033,
  • γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση που

αναφέρονται στο άρθρο 91 του παρόντος, μέτρων που λήφθηκαν, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 του παρόντος, και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 74 του παρόντος.

2.

Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. 1 πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερείς και ακριβείς για την αξιόπιστη σύγκριση της εφαρμογής των περ. β),

  • γ) και δ) της παρ. 1 από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων

κρατών μελών.

3.

Η δημοσίευση πληροφοριών πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κοινό μορφότυπο της παρ. 4 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2034/2019/ΕΕ, μέσω μιας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας, προσβάσιμης στο κοινό, η οποία ενημερώνεται τακτικά. ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2019/2034/ΕΕ

Άρθρο 112

Ορισμός τομεακών κανόνων - Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (άρθρο 59 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α΄84) αντικαθίσταται ως εξής: «7) «Τομεακοί κανόνες»: οι νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των ρυθμιζόμενων οντοτήτων, ιδίως οι Κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EΕ) 575/2013 και (ΕΕ) 2019/2033 και οι ν. 4364/2016 (Α΄13), 4261/2014 (Α΄107) και 4514/2018 (Α΄14), με τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις μέσω των οποίων έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο οι Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2009/138/EΚ, 2013/36/EΕ, 2014/65/EΕ και (ΕΕ) 2019/2034.

Άρθρο 113

Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Α.Κ. - Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 4099/2012 (άρθρο 60 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), ως προς τα ελάχιστα ίδια κεφάλαια της Ανώνυμης Εταιρείας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), αντικαθίσταται ως εξής: «3. Σε κάθε περίπτωση, τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΑΚ δεν πρέπει να υπολείπονται του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 13 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.».

Άρθρο 114

Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. - Τροποποίηση του άρθρου 9 του ν. 4209/2013 (άρθρο 61 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 4209/2013 (Α΄253), ως προς τα ελάχιστα ίδια κεφάλαια της Ανώνυμης Εταιρείας Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ), αντικαθίσταται ως εξής: «6. Ανεξαρτήτως της παρ. 4, τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΟΕΕ δεν πρέπει να υπολείπονται του ποσού που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.».

Άρθρο 115

Αντικατάσταση τίτλου του ν. 4261/2014 (παρ. 1 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Ο τίτλος του ν. 4261/2014 (Α΄107) αντικαθίσταται ως εξής: «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.».

Άρθρο 116

Αντικατάσταση τίτλου του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 4261/2014 Ο τίτλος του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 4261/2014 (Α΄107) αντικαθίσταται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ».

Άρθρο 117

Αντικείμενο - Σκοπός - Αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν. 4261/2014 (παρ. 2 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) H παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί αντικειμένου του νόμου, αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 1 Αντικείμενο - Σκοπός (άρθρο 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ ΕΚ» (ΕΕ L 176).

2.

Ειδικότερα, θεσπίζονται κανόνες σχετικά με:

  • α) την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών

ιδρυμάτων,

  • β) τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις

αρμόδιες αρχές,

  • γ) την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς

τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013,

  • δ) τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές

όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.». του ν. 4261/2014 (παρ. 3 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στο άρθρο 2 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), α) καταργούνται οι παρ. 2, 3 και η περ. α) της παρ. 5, β) η παρ. 6 τροποποιείται, προκειμένου να προσαρμοσθεί στην κατάργηση της περ. α) της παρ. 5, και το άρθρο 2 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Οι διατάξεις των άρθρων 1-166 εφαρμόζονται σε ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 3.

2.

[Καταργείται]

3.

[Καταργείται]

4.

Τα άρθρα 41,42 και 104 έως 120 εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στις μικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

5.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή ως προς:

  • α) [Καταργείται]
  • β) την Τράπεζα της Ελλάδος,
  • γ) τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,
  • δ) το «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων», πλην του

άρθρου 150.

6.

Οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. γ) και δ) της παρ. 5 αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή των άρθρων 41, 42 και 104 έως 120.

7.

Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 38 περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της.».

Άρθρο 119

Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων - Προσθήκη άρθρου 8α στον ν. 4261/2014 (παρ. 6 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στον ν. 4261/2014 (Α΄107), μετά το άρθρο 8, προστίθεται άρθρο 8α, ως εξής: «Άρθρο 8α Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στην περ. β σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013

1.

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περ. β σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως και 43 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), οφείλουν να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, το αργότερο την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γεγονότα:

  • α) Ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων

ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών, είναι ίσος με ή υπερβαίνει το ποσό των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ ή

  • β) ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων

ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από τριάντα δισεκατομμύρια (30.000.000.000) ευρώ και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας χαμηλότερης των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3 και 6 του Τμήματος Α του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, είναι ίση με ή υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια (30.000.000.000) ευρώ, αμφότερα υπολογιζόμενα κατά μέσο όρο σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών.

2.

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. β) σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας της παρ. 1.

3.

Σε περίπτωση που η Τράπεζα Ελλάδος, αφού λάβει τις πληροφορίες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το άρθρο 95β του ν. 4514/2018, κρίνει ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος, ενημερώνει την επιχείρηση και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και εκκινεί τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ενημέρωσης.

4.

Σε περιπτώσεις χορήγησης νέας άδειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Τράπεζα Ελλάδος διασφαλίζει ότι η διαδικασία είναι εξορθολογισμένη και ότι λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από τις υφιστάμενες άδειες που έχει χορηγήσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά την παραλαβή της ενημέρωσης της παρ. 4, διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που ήδη έχει στην διάθεσή της και σχετίζονται με τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας του άρθρου 8.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει, με απόφασή της, την απαιτούμενη πληροφόρηση και τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 120

Ανάκληση άδειας λειτουργίας - Τροποποίηση άρθρου 19 του ν. 4261/2014 (παρ. 7 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στο άρθρο 19 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας, προστίθεται υποπερ. αα) και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 19 Ανάκληση άδειας λειτουργίας (άρθρο 18 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα:

  • αα) χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην περ. β) σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου

4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και έχει, για περίοδο πέντε (5) συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο,

  • β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον μη σύννομο τρόπο,
  • γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του

χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

  • δ) δεν πληροί πλέον το σύνολο των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92

έως 403 και 411 έως 428 ν.β εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92α και 92β, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (L 176) ή επιβάλλονται δυνάμει της περ.

  • α) της παρ. 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 του παρόντος ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι μπορεί να

εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του,

  • ε) υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,
  • στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 59,
  • ζ) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του,
  • η) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που

ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • θ) παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών

ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας, ή

  • ι) δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο

δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.».

Άρθρο 121

Ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ -Τροποποίηση του άρθρου 22Β του ν. 4261/2014 (παρ. 9 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η παρ. 5 του άρθρου 22Β του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντικαθίσταται και το άρθρο 22Β διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 22Β Ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ (άρθρο 21β της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Δύο (2) ή περισσότερα ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και εκ των οποίων τουλάχιστον ένα (1) είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα, τα οποία αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας, έχουν μία μόνο ενδιάμεση μητρική επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά λόγο αρμοδιότητας δύναται να επιτρέπει στα ιδρύματα που αναφέρονται στην παρ. 1 να έχουν δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ εάν διαπιστώσουν ότι η εγκατάσταση μιας (1) μόνο ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ:

  • α) θα ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων που επιβάλλει

η νομοθεσία ή οι εποπτικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία έχει την έδρα της η τελική μητρική επιχείρηση του ομίλου τρίτης χώρας, ή

  • β) θα καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματική τη δυνατότητα εξυγίανσης από ό,τι στην περίπτωση που υπήρχαν δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ, σύμφωνα με αξιολόγηση που διενεργεί

η αρμόδια αρχή εξυγίανσης της ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ.

3.

Η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ είναι είτε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος ή το άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (L 176) είτε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22Α του παρόντος ή το άρθρο 21α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εάν κανένα από τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή εάν η δεύτερη ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ πρέπει να συσταθεί σε σχέση με επενδυτικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμμορφωθεί με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της παρ. 2, η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ ή η δεύτερη ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ, δύναται να είναι επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του v. 4514/2018 (Α΄ 14) ή την παρ. 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2014/65/ ΕΕ (L 173) και η οποία υπόκειται στον v. 4335/2015 (Α΄ 87) ή στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ (L 173).

4.

Οι παρ. 1,2 και 3 δεν εφαρμόζονται όταν η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ είναι χαμηλότερη από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ.

5.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

  • α) Η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του

ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ είναι το άθροισμα των ακολούθων:

  • αα) της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού

κάθε ιδρύματος του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ, όπως αυτό προκύπτει από τον ενοποιημένο ισολογισμό του ή τον ατομικό ισολογισμό τους, όταν ο ισολογισμός του ιδρύματος δεν είναι ενοποιημένος, και

  • αβ) της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού

κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην EE, σύμφωνα με τον (L 173).

  • β) Ο όρος «ίδρυμα» περιλαμβάνει επίσης τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), κατά λόγο αρμοδιότητας, τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε όμιλο τρίτης χώρας που λειτουργεί στην Ελλάδα:

  • α) τις επωνυμίες και τη συνολική αξία των στοιχείων

ενεργητικού των εποπτευόμενων ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα και ανήκουν σε όμιλο τρίτης χώρας,

  • β) τις επωνυμίες και τη συνολική αξία των στοιχείων

ενεργητικού που αντιστοιχούν στα υποκαταστήματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τον v. 4514/2018 ή τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 και τα είδη των δραστηριοτήτων για τα οποία έχουν λάβει την εν λόγω άδεια λειτουργίας,

  • γ) την επωνυμία και το είδος, όπως αναφέρεται στην

παρ. 3, οποιασδήποτε ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ που έχει συσταθεί στην Ελλάδα και την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι κάθε ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα που ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) έχει ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη

στην ΕΕ,

  • β) είναι ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη

στην ΕΕ,

  • γ) είναι το μόνο ίδρυμα του ομίλου τρίτης χώρας στην

ΕΕ, ή

  • δ) ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας με συνολική αξία

στοιχείων ενεργητικού στην ΕΕ κάτω από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ.

8.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, οι όμιλοι τρίτης χώρας που λειτουργούσαν μέσω περισσότερων του ενός ιδρυμάτων στην ΕΕ, με τουλάχιστον ένα ίδρυμα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα και με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού ίση ή μεγαλύτερη από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ στις 27 Ιουνίου 2019, πρέπει να έχουν έως τις 30 Δεκεμβρίου 2023 ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ ή, εφόσον ισχύει η παρ. 2, δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ.

9.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να καθορίζει με απόφασή της την απαιτούμενη πληροφόρηση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 122

Σημαντικά υποκαταστήματα - Τροποποίηση του άρθρου 52 του ν. 4261/2014 (παρ. 11 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στο άρθρο 52 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί σημαντικών υποκαταστημάτων, διαγράφονται οι αναφορές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή, καταργείται το δεύτερο εδάφιο της περ. α) της παρ. 1 και το άρθρο 52 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 52 Σημαντικά υποκαταστήματα (άρθρο 51 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να υποβάλει αίτημα προς την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 105 ή προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ώστε να θεωρηθεί σημαντικό το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος.

  • β) Στο παραπάνω αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους

οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:

  • αα) αν το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος

ως προς τις καταθέσεις στην Ελλάδα υπερβαίνει ποσοστό 2%,

  • ββ) τις πιθανές επιπτώσεις από την αναστολή ή την

παύση των εργασιών του ιδρύματος στη συστημική ρευστότητα και στα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στην Ελλάδα,

  • γγ) το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος

στο ελληνικό τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό σύστημα με βάση τον αριθμό των πελατών του.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής καταβάλλει

κάθε δυνατή προσπάθεια σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, καθώς και με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 105, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.

  • δ) Αν εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος της περίπτωσης α΄ δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, λαμβάνει

μονομερώς τη σχετική απόφαση εντός νέου χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνης προθεσμίας. Κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης λαμβάνονται υπόψη η άποψη και οι τυχόν επιφυλάξεις της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης.

  • ε) Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις

γ΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζονται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών.

  • στ) Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών όπως καθορίζονται από τον

παρόντα νόμο και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ.

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 και εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 105 σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

  • β) Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του

κράτους μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 107, ειδοποιεί αμελλητί το ΕΣΣΚ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπερ. αα΄ και δδ΄ της περ. α΄ και στην υποπερ. αα΄ της περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκομένων κρατών μελών.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές

του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αξιολόγηση των κινδύνων των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 89 και, κατά περίπτωση, στην παρ. 2 του άρθρου 106. Επίσης, διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τις αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση τα άρθρα 96 και 98 στο βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσεις αφορούν τα συγκεκριμένα υποκαταστήματα.

  • δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβουλεύεται με τις αρμόδιες

αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, αναφορικά με τις κατά τις παρ. 14 και 15 του άρθρου 78 απαιτούμενες ενέργειες, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο εν σχέσει με τους κινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους μέλους υποδοχής.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής έχει τα αντίστοιχα δικαιώματα και καθήκοντα που προβλέπονται στην παρ. 3.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δεν διαβουλεύθηκαν με αυτή ή εάν μετά τη διαβούλευση εκείνη έχει σχηματίσει τη θέση ότι οι απαιτούμενες ενέργειες βάσει της παρ. 14 του άρθρου 78 δεν είναι οι προσήκουσες.

6.

α) Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασία που προβλέπεται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 51. Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών.

  • β) Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασία

την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η επιδιωκόμενη εποπτική δράση και ιδίως τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 7, καθώς και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει εκ των προτέρων

με πληρότητα όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα. Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριάσεων.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μετέχει στις εργασίες των σωμάτων προηγούμενης παραγράφου.».

Άρθρο 123

Υπηρεσιακό - Επαγγελματικό απόρρητο Τροποποίηση του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (παρ. 12 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί υπηρεσιακού -επαγγελματικού απορρήτου συμπληρώνεται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 54 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 54 Υπηρεσιακό - Επαγγελματικό απόρρητο (άρθρα 53 έως 62 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και οι εντεταλμένοι από την Τράπεζα της Ελλάδος ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, καθώς και των διατάξεων του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σε σχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, δεν αποκλείεται για τα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών Ιδιωτικού Δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που δεν αφορούν και σε εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων βάσει του Προγράμματος Οικονομικής Στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτρέπεται να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 92 του παρόντος νόμου ή το άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή να κοινοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση από την ΕΑΤ.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών ή να διαβιβάζει προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331), πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της κατά τον παρόντα νόμο, κατά τον Κανονισμό αριθμ. 575/2013 και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού αριθμ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά τα άρθρα 31, 35 και 36 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 και κατά τα άρθρα 31 και 36 του Κανονισμού αριθμ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο της παρ. 1 που σύμφωνα με τις σχετικές ενωσιακές διατάξεις εφαρμόζεται και για τις αρμόδιες αρχές και δεν κοινοποιούνται περαιτέρω χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί τις κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τους ακόλουθους σκοπούς:

  • α) την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των

ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

  • β) τον έλεγχο συνδρομής των όρων ανάληψης και

άσκησης δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος,

  • γ) τη διευκόλυνση της εποπτείας, σε ατομική και σε

ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, της συγκέντρωσης πιστωτικών κινδύνων και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, όπως επίσης και για την επιβολή κυρώσεων ή και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαφορών που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, καθώς και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής εντός του Ευρωσυστήματος και την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και

  • δ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν

κινηθεί εναντίον αποφάσεων αυτής ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 6, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παρ. 1. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών. 6.α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:

  • αα) του Υπουργού Οικονομικών κατά την ενάσκηση

των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 437/2019 Σεπτεμβρίου 1985 (Α΄ 157) και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων της,

  • ββ) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής,

κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,

  • γγ) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ιδρυμάτων,
  • δδ) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους

έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση της αποστολής τους,

  • εε) του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την

εκπλήρωση της αποστολής του, καθώς και στστ) τoυ Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του,

  • ζζ) των αρμόδιων αρχών για την εποπτεία των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στα σημεία 2) και

3) του άρθρου 3 του v. 4557/2018 (Α΄ 139) αναφορικά με τη συμμόρφωση με τον προαναφερόμενο νόμο, καθώς και Μονάδων Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών,

  • ηη) των αρμόδιων αρχών ή φορέων που είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των κανόνων περί διαρθρωτικού

διαχωρισμού στο εσωτερικό τραπεζικού ομίλου.

  • β) Τηρουμένων των παρ. 1 έως 5, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της

Ελλάδος και αφετέρου:

  • βα) των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των υποπερ. γγ) και
  • δδ) της περ. α) και
  • ββ) προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του

Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των εν λόγω αρχών. Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύ λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά. Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γνωστοποιεί σε

αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα προς αυτά που αναφέρονται στις περ. α) και β), συμπεριλαμβανομένων αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας της παρ. 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού αριθμ. 575/2013, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

  • δ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:
  • αα) των κεντρικών τραπεζών του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με

παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, εφόσον αυτές οι πληροφορίες είναι σχετικές με την εκπλήρωση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής με αυτήν παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,

  • ββ) τυχόν άλλων αρχών επιφορτισμένων με την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και
  • γγ) του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (εφεξής ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό

(ΕΕ) αριθμ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331) ή της ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει των Κανονισμών (ΕΕ) αριθμ. 1092/2010, αριθμ. 1094/2010 και αριθμ. 1095/2010 αντιστοίχως.

  • ε) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε οίκο

διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλον παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους μέλους, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικής, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.

  • στ) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούς και τα πρόσωπα

πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παρ. 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμει της παρούσας.

7.

Η διαβίβαση από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, επιτρέπεται μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση των αρχών αυτών και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Πληροφορίες που αποκτώνται από τις αρχές άλλων κρατών μελών κατόπιν πραγματοποίησης επιτόπιων ελέγχων ή επιθεωρήσεων, δεν αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος ή η επιθεώρηση.

8.

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

9.

Στο επαγγελματικό απόρρητο που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο υπόκεινται και:

  • α) οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των

αρμόδιων αρχών με βάση το άρθρο 49 του παρόντος νόμου και

  • β) τα μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος με

βάση την παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου.

10.

Η συλλογή, επεξεργασία, διασύνδεση και δημιουργία αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων δεδομένων από την Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4624/2019 (Α΄ 137) και τις οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ). Οι ανωτέρω δραστηριότητες απαλλάσσονται της συναφούς υποχρέωσης κοινοποίησης και αδειοδότησης, εφόσον πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των εργασιών της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως προβλέπονται από το Καταστατικό της.».

Άρθρο 124

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 58 του ν. 4261/2014 (παρ. 13 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στην παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων προστίθεται περ. (αα) και το άρθρο 58 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 58 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 66 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα της παρ. 2 στις εξής περιπτώσεις:

  • αα) άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες

που αναφέρονται στην περ. β΄ του σημείου 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 με κάλυψη του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,

  • β) έναρξη ή άσκηση δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,
  • γ) απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε

πιστωτικό ίδρυμα ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 23 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 23,

  • δ) παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι

μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 26 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • ε) μη τήρηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην

Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 23 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 15,

  • στ) μη υποβολή αίτησης για έγκριση κατά παράβαση

του άρθρου 22Α ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων του εν λόγω άρθρου.

2.

Στις περιπτώσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν περιλαμβάνουν, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τα εξής:

  • α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το

υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,

  • β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο

για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,

  • γ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του

ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες, σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

  • δ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά

χρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,

  • ε) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την

παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,

  • στ) αναστολή του δικαιώματος ψήφου των μετόχων

που ευθύνονται για τις παραβάσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη στην περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου επιχείρηση είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

3.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 27 στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά:

  • α) να επιβάλει με απόφασή της την απομάκρυνση των

ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα,

  • β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που

επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν,

  • γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή του

πιστωτικού ιδρύματος με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά. Σε περίπτωση παράβασης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος περί αναστολής των δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με την περ. β΄ της παρούσας παραγράφου, η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ψήφου δεν έχει αποτελέσματα και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της στους παραβάτες σωρευτικά ή διαζευκτικά:

  • αα) πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 10% της αξίας

των μετοχών τους που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα και

  • ββ) την κύρωση της περ. α΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.

Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης της περ. γ΄ της παρούσας παραγράφου, η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των κυρώσεων που μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της στο πιστωτικό ίδρυμα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της και στα κατά παράβαση των αποφάσεων της, συναλλασσόμενα με το πιστωτικό ίδρυμα πρόσωπα, πρόστιμο, ύψους μέχρι της αξίας της συναλλαγής ή εφόσον αυτή δεν είναι ευχερώς υπολογίσιμη, ποσού μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει την κύρωση της περ. α΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος.».

Άρθρο 125

Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας -Τροποποίηση του άρθρου 104 του ν. 4261/2014 (παρ. 17 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στο άρθρο 104 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί δικαιοδοσίας της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, τροποποιούνται η παρ. 2 και το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 3, προκειμένου να αναφερθούν διακριτά τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων, και το άρθρο 104 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 104 Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας (άρθρο 111 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

α) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος που εποπτεύει το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ σε ατομική βάση.

  • β) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική

επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και καμία από τις θυγατρικές της δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που εποπτεύει την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ σε ατομική βάση.

  • γ) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική

επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και τουλάχιστον μία εκ των θυγατρικών της είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Εφόσον το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Εφόσον πρόκειται για περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Όταν η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, τα οποία εποπτεύονται, κατά περίπτωση, σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα.

3.

Όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται κατά περίπτωση από:

  • α) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος, όταν

ο όμιλος περιλαμβάνει μόνο ένα πιστωτικό ίδρυμα. Αν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • β) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με

το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή

  • γ) την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με

το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα. Αν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

4.

Όταν απαιτείται ενοποίηση, σύμφωνα με τις παρ. 3 ή 6 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα, από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή η επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5.

α) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 1, της περ. β της παρ. 3 και της παρ. 4, όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου, όταν το άθροισμα των συνόλων ισολογισμού των εν λόγω εποπτευόμενων πιστωτικών οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

  • β) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 3, όταν μια

αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερες από μία επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του ομίλου με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού συγκεντρωτικά. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κοινή συναινέσει με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, να μην εφαρμόσει τα κριτήρια που αναφέρονται στις παρ. 1, 3 και 4, και να αναθέσει σε άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, αν η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σχετική σημασία των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη ή την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση από την ίδια αρμόδια αρχή. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβει τέτοια απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, στην μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, στην μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή στο πιστωτικό ίδρυμα ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την απόφαση αυτή.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κοινοποιεί αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην ΕΑΤ τις συμφωνίες που υπάγονται στην παρ. 6.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεσπίζει τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των υποκείμενων σε αυτήν επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα.».

Άρθρο 126

Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης - Τροποποίηση του άρθρου 107 του ν. 4261/2014 (παρ. 18 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 107 του ν. 4261/ 2014 (Α΄107), περί αιτούμενων πληροφοριών σε καταστάσεις έκτακτες ανάγκης, τροποποιείται ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό των αναφερόμενων αρνητικών εξελίξεων και την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται με ένα νέο εδάφιο και το άρθρο 107 διαμορφώνεται «Άρθρο 107 Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 114 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις στις αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα κατά το άρθρο 52 του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα και με το άρθρο 54 του παρόντος νόμου και με τα άρθρα 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπερ. αα΄, ββ΄ και δδ΄ της περ. α΄ και στην υποπερ. αα΄ της περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκόμενων κρατών μελών και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Οι υποχρεώσεις του πρώτου εδαφίου ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, όταν χρειάζεται πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη αρμόδια αρχή, επικοινωνεί με αυτήν, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή υποβολή πληροφοριών στις διάφορες αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία.».

Άρθρο 127

Σώματα εποπτών - Τροποποίηση του άρθρου 109 του (παρ. 19 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στο άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) περί σωμάτων εποπτών, α) στην παρ. 3, τροποποιούνται το πρώτο εδάφιο ως προς τον χαρακτηρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως αρχής ενισχυμένης εποπτείας και το δεύτερο εδάφιο ως προς την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων, β) στην παρ. 5, το πρώτο εδάφιο βελτιώνεται νομοτεχνικά και επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και καταργείται το δεύτερο εδάφιο, γ) η παρ. 8 τροποποιείται ως προς τον χαρακτηρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως αρχής ενισχυμένης εποπτείας και ως προς την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων και το άρθρο 109 διαμορφώνεται ως εξής: (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συστήνει σώματα εποπτών για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στα άρθρα 105 και 106 και στην παρ. 1 του άρθρου 107 και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων απορρήτου της παρ. 3 και του ενωσιακού δικαίου, εξασφαλίζει, κατά περίπτωση, κατάλληλο συντονισμό και συνεργασία με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

2.

Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, της ΕΑΤ και των άλλων ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

  • α) ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους και με την

ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010,

  • β) συμφωνία σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και την εκούσια ανάθεση αρμοδιοτήτων, σε περιπτώσεις που αυτή ενδείκνυται,
  • γ) καθορισμό προγραμμάτων εποπτικής αξιολόγησης

του άρθρου 91 που βασίζονται σε εκτίμηση των κινδύνων του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 89,

  • δ) βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας

με αποφυγή των περιττών επικαλύψεων των εποπτικών απαιτήσεων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 107 και στην παρ. 7 του άρθρου 110,

  • ε) συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής

εποπτείας βάσει του παρόντος και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε όλες τις οντότητες ενός ομίλου ιδρυμάτων, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων στο ενωσιακό δίκαιο εναλλακτικών επιλογών και διακριτικών ευχερειών,

  • στ) εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 105,

λαμβάνοντας υπόψη το έργο άλλων φορέων που έχουν ενδεχομένως δημιουργηθεί στον τομέα αυτόν. 2Α. Για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 105, στην παρ. 1 του άρθρου 107 και στην παρ. 1 του άρθρου 108, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συγκροτεί επίσης σώματα εποπτών στις περιπτώσεις όπου όλες οι διασυνοριακές θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εποπτικές αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας ισοδύναμες με τις απαιτήσεις του άρθρου 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 74 και 79 του v. 4514/2018 (Α΄ 14).

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συνεργάζεται στενά με την ΕΑΤ και τις λοιπές αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν σε σώμα εποπτών. Οι απαιτήσεις απορρήτου βάσει του άρθρου 54 του παρόντος και των άρθρων 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΑΤ και των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο λειτουργίας των σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

4.

Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών βασίζεται σε συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 108, οι οποίες καθορίζονται εγγράφως έπειτα από διαβούλευση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

5.

Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 52, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά το άρθρο 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, τα άρθρα 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας:

  • α) προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν

σε μια συνεδρίαση ή σε μία δραστηριότητα του σώματος,

  • β) ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα

μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις κυριότερες δραστηριότητες προς εξέταση,

  • γ) ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του

σώματος σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται ή με τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις.

7.

Στην απόφαση που λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον αυτή ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συνεκτιμάται η σημασία που η εποπτική δραστηριότητα που θα προγραμματιστεί ή θα συντονιστεί επέχει για τις λοιπές αρμόδιες αρχές, ιδίως δε οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 7, και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 52.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει του άρθρου 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης. να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12).».

Άρθρο 128

Συνεργασία - Τροποποίηση του άρθρου 118 του ν. 4261/2014 (παρ. 20 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί συνεργασίας, επικαιροποιούνται οι παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 118 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 118 Συνεργασία (άρθρο 125 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Όταν ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις του άρθρου 31 ή άλλου είδους επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται στενά. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ανταλλάσσουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους. 1Α. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 104, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητά της ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και δεν είναι συντονιστής, όπως αυτός καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του v. 3455/2006 (Α΄ 84), συνεργάζεται με τον συντονιστή με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος νόμου, της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση. Η αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν ενεργεί ως συντονιστής και δεν αποτελεί αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η συνεργασία, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είτε ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως συντονιστής, συνάπτει γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας με τον συντονιστή ή την αντίστοιχη αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.

Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στον παρόντα νόμο, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 54 του παρόντος για τα πιστωτικά ιδρύματα ή το άρθρο 15 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, καταρτίζει καταλόγους των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Οι κατάλογοι αυτοί κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.».

Άρθρο 129

Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση του άρθρου 134 του ν. 4261/2014 (παρ. 24 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 134 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί γενικών απαιτήσεων δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές, επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 134 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 134 Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές (άρθρο 143 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) τους νόμους, τις, γενικής ισχύος, αποφάσεις και τις

εγκυκλίους που εκδίδονται για την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

  • β) τον τρόπο άσκησης εκ μέρους τους των παρεχόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δυνατοτήτων και διακριτικών ευχερειών,
  • γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν για την εποπτική διαδικασία εξέτασης και

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)