Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 78 7 Μαΐου 2008
Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία δικαστικούς λειτουργούς και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο 1
Θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος
Οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει δώδεκα χρόνια πραγματικής δικαστικής υπηρεσίας και αποχωρούν μετά από αίτησή τους από την ενεργό υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3630/2008 (ΦΕΚ 4 A΄), αποκτούν δικαίωμα σύνταξης έστω και αν δεν έχουν συμπληρώσει το χρόνο υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007 ΦΕΚ 210 Α΄).
Η πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών προσαυξάνεται, για όσους έχουν πραγματική δικαστική υπηρεσία από 12 έως 18 έτη κατά επτά (7) έτη, από 19 έως 25 κατά έξι (6) έτη και από 26 έως 32 κατά πέντε (5) έτη, τα οποία μειώνονται ανάλογα στην τελευταία περίπτωση, ώστε συνολικά να μην είναι περισσότερα από τριάντα τρία (33) έτη. Για τη χορήγηση της προσαύξησης, χρόνος δικαστικής υπηρεσίας μικρότερος των δώδεκα (12) μηνών λογίζεται ως πλήρες έτος, εάν είναι ίσος τουλάχιστον προς έξι (6) μήνες.
Σε όσους από τους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς απονεμηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3630/2008, ο αμέσως επόμενος βαθμός, για τον υπολογισμό της σύνταξής τους λαμβάνεται υπόψη ο μηνιαίος βασικός μισθός του βαθμού αυτού.
Άρθρο 2
Δικαίωμα σύνταξης από το Ταμείο Νομικών
Οι δικαστικοί λειτουργοί που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο έχουν δικαίωμα σύνταξης από το Ταμείο Νομικών ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισής τους σε αυτό, εκτός αν διορισθούν δικηγόροι, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, οπότε δικαιούνται να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στο Ταμείο στην Α΄ τάξη των αμίσθων.
Η σύνταξη που παρέχεται σε όσους δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους στο Ταμείο Νομικών είναι ανάλογη με το χρόνο της ασφάλισής τους στο Ταμείο αυτό, προσαυξημένη κατά 10 έτη επιπλέον των όσων δικαιούται ο καθένας να αναγνωρίσει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με τον περιορισμό ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισής τους, πραγματικής και αναγνωριζομένης, δεν θα υπερβαίνει τα σαράντα χρόνια.
Οι δικαστικοί λειτουργοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχουν δικαίωμα εφάπαξ βοηθήματος από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, καθώς και σύνταξης από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων, εφόσον υπάγονται στην ασφάλισή του, ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισής τους στα Ταμεία αυτά. Το εφάπαξ βοήθημα και η σύνταξη που δικαιούνται, είναι ανάλογα με το χρόνο ασφάλισής τους, πραγματικής και αναγνωριζομένης, στο αντίστοιχο Ταμείο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προσαυξημένο κατά 7 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης από 12 έως και 18 έτη, κατά 6 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης από 19 έως και 25 έτη και κατά 5 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης 26 ετών και άνω, τα οποία μειώνονται ανάλογα στην τελευταία περίπτωση, ώστε συνολικά να μην είναι περισσότερα από τριάντα τρία (33) έτη.
Η εξαγορά του πρόσθετου χρόνου ασφάλισης, που ορίζεται με τις προηγούμενες παραγράφους, γίνεται με την καταβολή σε κάθε Ταμείο του συνόλου των εισφορών, όπως αυτές προσδιορίζονται στις σχετικές περί αναγνωρίσεως διατάξεις που αναλογούν στον προστιθέμενο χρόνο και με τον όρο της λήξης της ασφάλισης στα Ταμεία αυτά.
Το ποσό των παραπάνω εισφορών που οφείλεται στο Ταμείο Νομικών και στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων, εξοφλείται με παρακράτηση από κάθε Ταμείο του 1/4 των τακτικών ή εκτάκτων παροχών που θα τους χορηγεί τούτο, ενώ στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων συμψηφίζεται με κράτηση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού από το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούται ο ασφαλισμένος στο Ταμείο αυτό. 1279
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του π.δ. 169/ 2007, προστίθεται περίπτωση ιη΄ ως εξής: «ιη) Η δικηγορική προϋπηρεσία μέχρι τριών (3) ετών των δικαστικών λειτουργών, παράλληλα με την ασφάλισή τους στο Ταμείο Νομικών, εφόσον έχουν υπερβεί το 55ο έτος της ηλικίας τους και έχουν συμπληρώσει εικοσαετή δικαστική υπηρεσία, ύστερα από καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου από τους ίδιους. Για τη συμπλήρωση της τριετίας αυτής συμπεριλαμβάνεται και αφαιρείται ο τυχόν χρόνος προσόντος διορισμού, ο οποίος λογίζεται ως συντάξιμος, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου αυτής. Δικηγορική προϋπηρεσία μικρότερη των έξι μηνών, καθώς και προϋπηρεσία τους ως ασκούμενων δικηγόρων, δεν αναγνωρίζονται. Η αναγνώριση του ως άνω χρόνου προϋπηρεσίας γίνεται κατόπιν αιτήσεως του υπηρετούντος κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού δικαστικού λειτουργού, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του είτε μετά την έξοδό του από αυτή, με πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 59 του Κώδικα αυτού, με βάση πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Με την πράξη αυτή, που υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 66 του Κώδικα αυτού, καθορίζεται και το ποσό των οφειλόμενων εισφορών, το οποίο μπορεί να εξοφληθεί με επιλογή του ενδιαφερομένου είτε εφάπαξ με έκπτωση 10% είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες που αναγνωρίζονται και παρακρατούνται από τις αποδοχές ή από τη σύνταξη. Εάν η αίτηση για αναγνώριση υποβληθεί κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού, οι εισφορές υπολογίζονται επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του χρόνου υποβολής της, εάν δε αυτή υποβληθεί μετά την αποχώρησή του από την Υπηρεσία επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του χρόνου εξόδου του από αυτή. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου ως χρόνου ασφάλισης από τα Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»
Για τους δικαστικούς λειτουργούς που θα αναγνωρίσουν δικηγορική προϋπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξής τους, εφόσον διοριστούν δικηγόροι και για όσο διάστημα ασκούν το δικηγορικό λειτούργημα.
Κατά την πρώτη τριετία εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τα έτη της δικηγορικής προϋπηρεσίας, που μπορούν να αναγνωριστούν, ανέρχονται σε ένα για το πρώτο έτος και σε δύο για το δεύτερο έτος.
Η δικηγορική προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Άρθρο 4
Συνταξιοδοτικά θέματα εργαζομένων στους Ο.Τ.Α.
Το μόνιμο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού, το οποίο απασχολείται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο στη συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων, σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών, καθώς και οι οδοκαθαριστές, οι εργάτες αφοδευτηρίων, οι χειριστές μηχανικών σαρώθρων, οι εργάτες ταφής − εκταφής νεκρών, οι καθαριστές οστών, οι εργάτες και τεχνίτες ασφαλτόστρωσης, οι τοποθετητές μαρμάρων και πλακών, οι κατεργαστές και κόπτες μαρμάρων, οι σφαγείς και εκδορείς ζώων και πτηνών και οι εναερίτες ηλεκτρολόγοι, που υπάγονται στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, εφόσον έχουν συμπληρώσει οι μεν άνδρες το 58ο έτος της ηλικίας τους οι δε γυναίκες το 53ο έτος και έχουν συμπληρώσει δεκαπέντε (15) συντάξιμα έτη από τα οποία δώδεκα (12) έτη αποκλειστικά στις θέσεις αυτές εκ των οποίων τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκατρία (13) έτη πριν τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας. Το ανωτέρω προσωπικό υπόκειται από το διορισμό ή τη μονιμοποίησή του στις ειδικότητες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, στην καταβολή πρόσθετης ειδικής εισφοράς 4,3% επί του βασικού μισθού και επί του ποσού του επιδόματος ειδικής απασχόλησης. 2.α. Το προσωπικό που έχει προσληφθεί ή διορισθεί ή μονιμοποιηθεί στις ειδικότητες της προηγούμενης παραγράφου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, υπάγεται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής αναδρομικά, ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται αποκλειστικά εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταβάλλοντας την πρόσθετη ειδική εισφορά, όπως αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 8.4.1999 έως και την ημερομηνία της αίτησης και εφεξής. Σε όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν υπηρεσία πριν τις 8.4.1999 και απασχολούνταν αποκλειστικά στις ειδικότητες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, χορηγείται, για κάθε επτά (7) χρόνια πραγματικής απασχόλησης σε αυτές, μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, ένας (1) χρόνος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας. β. Το προσωπικό που έχει επιλέξει με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 2 του ν. 2703/1999 να υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά δεν υποχρεούται στην υποβολή νέας αίτησης.
Το προσωπικό που υπάγεται στις ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, μετά τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών πραγματικής υπηρεσίας στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα λαμβάνει ένα (1) μισθολογικό κλιμάκιο, με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών ένα (1) ακόμη μισθολογικό κλιμάκιο και με τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ένα (1) ακόμη μισθολογικό κλιμάκιο.
Το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στο προσωπικό που υπηρετεί στις θέσεις της παραγράφου 1 υπολογίζεται και στις συντάξιμες αποδοχές.
Το ποσό της σύνταξης των προσώπων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού που θα παραμείνουν στην Υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση του 58ου ή του 53ου έτους της ηλικίας, κατά περίπτωση, επειδή δεν θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με συνταξιοδοτούνται δε με βάση τις γενικές διατάξεις του π.δ. 169/2007 ή του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), προσαυξάνεται κατά 0,35% για κάθε έτος ασφάλισης στο συγκεκριμένο καθεστώς.
Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου αυτού ισχύουν και για το προσωπικό που είχε επιλέξει με τις διατάξεις του ν. 2703/1999 να υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Από της ισχύος των διατάξεων του άρθρου αυτού, καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 56 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων και η ακολουθούσα παράγραφος αναριθμείται και λαμβάνει αριθμό 14.
Άρθρο 5
Αρχειοθέτηση εκκρεμών αγωγών ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Δικαστηρίων, δικαστικών λειτουργών και μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχων, με αντικείμενο τη βελτίωση των αποδοχών ή της σύνταξής τους, βάσει συνταγματικών ή άλλων διατάξεων της εσωτερικής ή κοινοτικής νομοθεσίας αρχειοθετούνται, εφόσον οι εν λόγω δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 (ΦΕΚ 276 Α΄) και της αριθμ. 2/1601/0022 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 149 Β΄/ 30.1.2008) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου και έχουν παραιτηθεί των σχετικών αξιώσεων με δηλώσεις τους, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης. Η αρχειοθέτηση γίνεται με πράξη του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου ή του οριζόμενου από αυτόν μέλους, ενιαίως για όλες τις αγωγές. Προς το σκοπό αυτόν, η αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και οι κατά τόπους εκκαθαριστές των Δικαστηρίων και των υπηρεσιών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υποχρεούνται εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου ή, εφόσον κατατεθούν αργότερα, από της παραλαβής τους, να αποστείλουν στον Πρόεδρο του Ειδικού Δικαστηρίου υπηρεσιακά αντίγραφα των γενόμενων παραιτήσεων τα οποία θα επισυναφθούν, ως σχετικά, στα αντίστοιχα δικόγραφα. Προκειμένου περί υποθέσεων που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Δικαστηρίων μετά από παραπομπή με αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου, η αρχειοθέτηση θα γίνει με πράξη του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου, προς τον οποίο αποστέλλονται οι σχετικές δηλώσεις με επιμέλεια της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή των δηλώσεων αυτών.
Άρθρο 6
Θέματα του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών
Με απόφαση του Δ.Σ. του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών (Ε.Τ.Α.Ε.Α.), που συστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 της από 29.8.2007 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3624/2007 (ΦΕΚ 289 Α΄), είναι δυνατόν να επιχορηγούνται από αυτό Υπουργεία, Περιφέρειες, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για την αποκατάσταση ζημιών και την ενίσχυση πληγόμενων από θεομηνίες, πυρκαγιές, σεισμούς, πλημμύρες και κάθε είδους φυσικές καταστροφές ή άλλα ακραία φαινόμενα, καθώς και να γίνονται δεκτές δωρεές, υπό όρους ή μη, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ταμείου. Επιπλέον, με όμοια απόφαση, το Δ.Σ. δύναται να παρέχει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν καταθέσει υπό όρους δωρεές στο λογαριασμό του Ταμείου, τη δυνατότητα της απευθείας διάθεσης των ποσών της δωρεάς στους δικαιούχους για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων αποκατάστασης.
Με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Τ.Α.Ε.Α. είναι δυνατόν να επιχορηγούνται έργα αποκατάστασης ή επισκευής κατοικιών για τις οποίες δεν είναι διαθέσιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλά η χρήση τους δύναται να αποδειχθεί από τους ενοίκους αυτών με προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης της οικείας δημοτικής αρχής και υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α΄), θεωρημένης από την τοπική αστυνομική αρχή.
Άρθρο 7
Απόσχιση εκμεταλλεύσεων υποκαταστημάτων Ξάνθης και Λάρισας της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης Α.Ε.
Μεταβιβάζεται με απόσχιση από την Εταιρεία «Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης Α.Ε.» (Ε.Β.Ζ. Α.Ε.) η εκμετάλλευση των υποκαταστημάτων Ξάνθης και Λάρισας, τα οποία έχουν ενταχθεί στο Πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 320/2006 του Συμβουλίου της 20ής Φεβρουαρίου 2006, σε νεοϊδρυόμενες θυγατρικές της Ανώνυμες Εταιρείες, με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή βιοαιθανόλης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ137 Α΄).
Η απόσπαση των υποκαταστημάτων τα οποία εισφέρονται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους που περιέχονται στα άρθρα 1 έως και 5 του ν. 2166/1993 με τους ακόλουθους όρους:
- α) Η φορολογική ζημία της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. που υφίσταται
κατά την ημερομηνία απόσχισης του κλάδου παραμένει σε αυτή και για την προαναφερόμενη ζημία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄).
- β) Επιχορηγήσεις και αφορολόγητα αποθεματικά ή
εκπτώσεις των παγίων επενδύσεων, οι οποίες απεικονίζονται στον ισολογισμό της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. είτε στο κεφάλαιο είτε στο λογαριασμό «Επιχορηγήσεις παγίων επιχορη εταιρεία και δεν φορολογούνται κατά το χρόνο της εισφοράς, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 2166/1993.
- γ) Οι διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων περί επιστροφής της ληφθείσας επιχορήγησης ή φορολόγησης
των αφορολόγητων αποθεματικών και αφορολόγητων εκπτώσεων δεν έχουν εφαρμογή για πάγιες επενδύσεις που καταστρέφονται ή μεταφέρονται σε άλλα υποκαταστήματα ή θυγατρικές της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. ή διατίθενται με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον αυτές γίνονται στα πλαίσια υλοποίησης των δεσμεύσεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 320/2006.
- δ) Δεν απαιτείται να υποβληθούν στην οικεία Δ.Ο.Υ.
οι μηδενικές δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων και αυτοκινήτων.
Άρθρο 8
Πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας
Οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια της Ε.Β.Ζ. Α.Ε., των οποίων η σύμβαση εργασίας θα καταγγελθεί από 1.4.2008 και οι οποίοι μέχρι 31.3.2013 συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης μπορούν να ενταχθούν σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας.
Στο πρόγραμμα της ειδικής επιδότησης ανεργίας μπορούν να ενταχθούν όσοι είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.−Ε.Τ.Α.Μ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε..
Η διάρκεια της ειδικής επιδότησης ανεργίας θα είναι μέχρι τη συμπλήρωση των ισχυουσών σήμερα προϋποθέσεων για λήψη πλήρους ή μειωμένης συντάξεως γήρατος και δεν θα υπερβαίνει τους εξήντα (60) μήνες. Αν συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις για τη λήψη μειωμένης συντάξεως γήρατος, όχι όμως και πλήρους, η ειδική επιδότηση συνεχίζεται μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου πλήρους συνταξιοδότησης, όχι όμως πέραν του ανώτατου χρονικού ορίου αυτής, ήτοι των εξήντα (60) μηνών. Το μηνιαίο επίδομα της ειδικής επιδότησης ανεργίας θα είναι ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του καταβαλλόμενου κατά τη λύση της σύμβασης μηνιαίου μισθού ή του εικοσιπενταπλάσιου του καταβαλλόμενου ημερομισθίου και δεν θα υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Η μηνιαία αυτή ειδική επιδότηση ανεργίας θα αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή της Ε.Σ.Υ.Ε., αρχής γενομένης από 1.1.2009.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.