Νόμοι — ΦΕΚ A' 78/2023

Type Νόμος
Publication 2023-03-29
Τελευταία ενημέρωση 2023-03-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 536
Reform history JSON API
2.

Αποκλειστικώς για τους σκοπούς του παρόντος, φορέας καταβολής ορίζεται η Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.), σύμφωνα και με τις παρ. 2 και 8 του άρθρου 52 του ν. 4602/2019.

3.

Ποσά που έχουν καταβληθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε., την Ε.Α.Γ.Μ.Ε. ή το Δημόσιο προς το ανωτέρω προσωπικό, ως εκ της ανωτέρω αιτίας, συμψηφίζονται με απαιτήσεις τους από την αιτία αυτή.

4.

Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε. για ποσά που αντιστοιχούν ή συναρτώνται με περικοπές αποδοχών για το χρονικό διάστημα της παρ. 1 αποσβέννυνται.

5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών, καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Δ’

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Άρθρο 173

Ορισμοί Για το παρόν κεφάλαιο ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) οικοσύστημα: δυναμικό σύμπλεγμα κοινοτήτων φυτών, ζώων και μικροοργανισμών, καθώς και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους, που αλληλοεπηρεάζονται ως μια λειτουργική μονάδα, το οποίο περιλαμβάνει τύπους οικοτόπων, οικοτόπους ειδών και πληθυσμούς ειδών, 2) οικότοπος (ενδιαίτημα) ενός είδους: όπως ορίζεται στην περ. στ) του άρθρου 2 της υπ. αρ. 33318/3028/ 11.12.1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτισμού (Β’ 1289), 3) αποκατάσταση: η διαδικασία ενεργητικής ή παθητικής υποβοήθησης της ανάκαμψης ενός οικοσυστήματος προς την επίτευξη καλής κατάστασης, ενός τύπου οικοτόπου, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο κατάστασης που μπορεί να επιτευχθεί και για την ικανοποιητική έκταση αναφοράς του οικοτόπου του είδους, με επαρκή ποιότητα, ποσότητα και πληθυσμούς ειδών, σε ικανοποιητικά επίπεδα, ως μέσο διατήρησης ή ενίσχυσης της βιοποικιλότητας και της ανθεκτικότητας του οικοσυστήματος, 4) καλή κατάσταση: κατάσταση κατά την οποία τα βασικά χαρακτηριστικά ενός οικοσυστήματος, ήτοι η φυσική, χημική, δομική και λειτουργική του κατάσταση και η σύνθεσή του, καθώς και τα χαρακτηριστικά του χερσαίου και του θαλάσσιου τοπίου του, αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο οικολογικής ακεραιότητας, σταθερότητας και ανθεκτικότητας που απαιτείται για τη διασφάλιση της μακροχρόνιας συντήρησής του, συμβάλλοντας στην επίτευξη και διαφύλαξη της ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης, σύμφωνα με την περ. ε) του άρθρου 2 της υπ. αρ. 33318/3028/1998 κοινής υπουργικής απόφασης, για τους τύπους οικοτόπων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της ως άνω κοινής απόφασης, 5) ικανοποιητική έκταση αναφοράς τύπου οικοτόπου: η συνολική έκταση ενός τύπου οικοτόπου σε μια δεδομένη βιογεωγραφική ή θαλάσσια περιοχή, σε εθνικό επίπεδο, που θεωρείται ως ελάχιστη απαραίτητη, για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς αυτού και των ειδών του, καθώς και όλων των σημαντικών οικολογικών του παραλλαγών στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, η οποία αποτελείται από την έκταση του τύπου οικοτόπου και, αν αυτή η έκταση δεν είναι επαρκής, από την έκταση που απαιτείται για την αποκατάστασή του, συμβάλλοντας στην επίτευξη και διαφύλαξη της ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης, σύμφωνα με την περ. ε) του άρθρου 2 της υπ. αρ. 33318/3028/1998 κοινής υπουργικής απόφασης, για τους τύπους οικοτόπων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της ως άνω κοινής απόφασης, 6) επαρκής ποιότητα οικοτόπου είδους: η ποιότητα οικοτόπου ενός είδους που επιτρέπει την κάλυψη των οικολογικών απαιτήσεών του, σε οποιοδήποτε στάδιο του βιολογικού του κύκλου, ώστε να διατηρείται μακροπρόθεσμα, ως βιώσιμο συστατικό του οικοτόπου του, στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, συμβάλλοντας στην επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης του είδους, σύμφωνα με την περ. θ) του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 33318/3028/1998 κοινής υπουργικής απόφασης, αν τα είδη περιλαμβάνονται στα Παραρτήματα ΙΙ, IV ή V της ως άνω κοινής απόφασης, καθώς και τη διασφάλιση των πληθυσμών των άγριων πτηνών που περιλαμβάνονται στην υπό στοιχεία 37338/1807/Ε.103/1.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β’ 1495), 7) «επαρκής έκταση οικοτόπου είδους»: η έκταση οικοτόπου ενός είδους που επιτρέπει την κάλυψη των οικολογικών απαιτήσεων του είδους, σε οποιοδήποτε στάδιο του βιολογικού του κύκλου, ώστε να διατηρείται μακροπρόθεσμα, ως βιώσιμο συστατικό του οικοτόπου του, στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, συμβάλλοντας στην επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης του είδους σύμφωνα με την περ. θ) του άρθρου 2 κοινή υπουργική απόφαση, 8) αρχέγονα δάση: υφιστάμενα παλαιά δάση τα οποία παραμένουν άθικτα από την επίδραση των ανθρώπων. Η λειτουργία και η σύνθεσή τους καθορίζονται απλώς από τα αποτελέσματα των φυσικών διεργασιών, με συνέπεια την παρουσία παλαιών δέντρων, την ουσιαστική ποικιλότητα στις ηλικίες, τη μόνιμη ύπαρξη νεκρών δένδρων, καθώς και έναν παχύ δασοτάπητα με πεσμένα δέντρα στα διάφορα στάδια της αποσύνθεσης, 9) παλαιά δάση: τα δάση που έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία με ελάχιστες διαταραχές λόγω ανθρώπινων παρεμβάσεων και ως εκ τούτου παρουσιάζουν μοναδικά οικολογικά χαρακτηριστικά, 10) πόλεις: δήμοι όπου τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του πληθυσμού ζει σε ένα (1) ή περισσότερα αστικά κέντρα, όπως υπολογίζεται με χρήση του βαθμού αστικοποίησης που καθορίζεται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 4β του Κανονισμού (ΕΕ) 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 2003, περί κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων («NUTS», L 154), 11) κωμοπόλεις και προάστια: δήμοι όπου λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) του πληθυσμού ζει σε αστικό κέντρο και τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) σε αστικό σύμπλεγμα, όπως υπολογίζεται με χρήση του βαθμού αστικοποίησης που καθορίζεται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 4β του Κανονισμού (ΕΕ) 1059/2003, 12) αστικός χώρος πρασίνου: όλες οι αστικές περιοχές πρασίνου, δάση πλατύφυλλων και κωνοφόρων, μεικτά δάση, φυσικοί λειμώνες, βάλτοι και χερσότοποι, εκτάσεις μετάβασης μεταξύ δασικών και θαμνωδών εκτάσεων και περιοχές με αραιά βλάστηση, εντός πόλεων ή κωμοπόλεων και προαστίων που υπολογίζονται με βάση τα δεδομένα τα οποία παρέχονται από την υπηρεσία παρακολούθησης ξηράς του «Copernicus», που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2021/696 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Απριλίου 2021 για τη θέσπιση του ενωσιακού διαστημικού προγράμματος και του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα (L 170), 13) αστική συγκόμωση: η συνολική έκταση δενδροκάλυψης εντός πόλεων, κωμοπόλεων και προαστίων, που υπολογίζεται με βάση τα δεδομένα πυκνότητας δενδροκάλυψης τα οποία παρέχονται από την υπηρεσία παρακολούθησης ξηράς του «Copernicus».

Άρθρο 174

Στόχοι προστασίας της φύσης

1.

Έως το 2030, τουλάχιστον το τριάντα τοις εκατό (30%) της χερσαίας έκτασης, συμπεριλαμβανομένων των αρχέγονων και παλαιών δασών, και το τριάντα τοις εκατό (30%) των χωρικών υδάτων της χώρας ορίζονται ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160). Στις προστατευόμενες περιοχές εντάσσεται το σύνολο των Καίριων Περιοχών Βιοποικιλότητας.

2.

Το σύνολο των αρχέγονων και παλαιών δασών, των μικρών νησιωτικών υγροτόπων που περιλαμβάνονται στο από 12.6.2012 π.δ. (ΑΑΠ 229), καθώς και των περιοχών «RAMSAR», τίθεται σε καθεστώς υψηλής προστασίας, ως ζώνες απολύτου προστασίας ή προστασίας της φύσης, σύμφωνα με τις περ. α) και β), αντίστοιχα, της παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 1650/1986.

3.

Έως το 2030, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και κατόπιν επιστημονικής τεκμηρίωσης, μεριμνά για τη στοχευμένη λήψη μέτρων περιορισμού, της αλιείας στο δέκα τοις εκατό (10%) των χωρικών υδάτων με σκοπό την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων θαλάσσιων οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των πλούσιων σε άνθρακα οικοσυστημάτων και των σημαντικών περιοχών ωοτοκίας και αναπαραγωγής ιχθύων, σύμφωνα με τους οικείους στόχους διατήρησης και τη διαφύλαξη των ιχθυαποθεμάτων σε βιώσιμα επίπεδα.

4.

Έως το 2030, τουλάχιστον για το τριάντα τοις εκατό (30%) των εκτάσεων κάθε ομάδας τύπων οικοτόπων που παρατίθεται στα Παραρτήματα Ι και II και η οποία δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, λαμβάνονται μέτρα αποκατάστασης για τη βελτίωση και επαναφορά τους σε καλή κατάσταση. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε εξήντα τοις εκατό (60%) έως το 2040 και εκατό τοις εκατό (100%) έως το 2050.

Άρθρο 175

Αποκατάσταση χερσαίων και παράκτιων οικοσυστημάτων, οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε περιοχές του δικτύου «Natura 2000»

1.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), θεσπίζει τα μέτρα αποκατάστασης, τα οποία είναι απαραίτητα για τη βελτίωση και επαναφορά σε καλή κατάσταση των τύπων οικοτόπων που παρατίθενται στα Παραρτήματα Ι και II, αν δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται τουλάχιστον στο τριάντα τοις εκατό (30%) των εκτάσεων κάθε ομάδας τύπων οικοτόπων που παρατίθεται στα παραρτήματα Ι και II, η οποία δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, έως το 2030, τουλάχιστον στο εξήντα τοις εκατό (60%), έως το 2040 και στο εκατό τοις εκατό (100%), έως το 2050.

2.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θεσπίζει, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, τα μέτρα αποκατάστασης:

  • α) για τους χερσαίους και παράκτιους οικοτόπους

και τους οικοτόπους γλυκών υδάτων, καθώς και τους θαλάσσιους οικοτόπους που παρατίθενται στα Παραρτήματα II, IV και V της υπ’ αρ. 33318/3028/11.12.1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας

  • β) για τους θαλάσσιους οικοτόπους των ειδών που

παρατίθενται στο παράρτημα III, και

  • γ) για τους χερσαίους και παράκτιους οικοτόπους και

τους οικοτόπους γλυκών υδάτων, καθώς και για τους θαλάσσιους οικοτόπους άγριων πτηνών που καλύπτονται από την υπό στοιχεία 37338/1807/Ε.103/1.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β’ 1495), που είναι απαραίτητα για τη βελτίωση της ποιότητας και της ποσότητας των εν λόγω οικοτόπων, ιδίως για την αναμόρφωσή τους, καθώς και για την ενίσχυση της συνδεσιμότητας, έως ότου επιτευχθεί επαρκής ποιότητα και ποσότητα των εν λόγω οικοτόπων.

3.

Ο καθορισμός των περιοχών για τα μέτρα αποκατάστασης, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες γνώσεις και στα πλέον πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία για την κατάσταση των τύπων οικοτόπων, οι οποίοι παρατίθενται στα παραρτήματα Ι και II, με βάση τη δομή και τις λειτουργίες που είναι απαραίτητες για τη μακροχρόνια συντήρησή τους, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών ειδών τους που αναφέρονται στην περ. ε) του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 33318/3028/11.12.1998 κοινής υπουργικής απόφασης, καθώς και για την ποιότητα και ποσότητα των οικοτόπων των ειδών της παρ. 2.

4.

Τα μέτρα αποκατάστασης που αναφέρονται στην παρ. 1:

  • α) εξετάζουν την ανάγκη για βελτιωμένη συνδεσιμότητα μεταξύ των τύπων οικοτόπων που παρατίθενται στα

παραρτήματα Ι και II και λαμβάνουν υπόψη τις οικολογικές απαιτήσεις των ειδών που αναφέρονται στην παρ. 2 και συναντώνται σε αυτούς τους τύπους οικοτόπων,

  • β) έχουν ως στόχο τη βελτιστοποίηση των οικολογικών, οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών των οικοσυστημάτων, καθώς και τη συμβολή τους στη βιώσιμη

ανάπτυξη των σχετικών περιφερειών και κοινοτήτων.

5.

Κατά προτεραιότητα λαμβάνονται μέτρα αποκατάστασης στους τύπους χερσαίων οικοτόπων που διαθέτουν το μεγαλύτερο δυναμικό δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, για την πρόληψη και μείωση των επιπτώσεων από φυσικές καταστροφές.

6.

Τα σχέδια διαχείρισης της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 δύναται να περιλαμβάνουν μέτρα περιορισμού ή απαγόρευσης της αλιείας.

7.

Τα μέτρα αποκατάστασης των παρ. 1 και 2 διασφαλίζουν ότι οι περιοχές στις οποίες εφαρμόζονται παρουσιάζουν συνεχή βελτίωση της κατάστασης των τύπων οικοτόπων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και II, έως ότου επιτευχθεί καλή κατάσταση, καθώς και συνεχή βελτίωση της ποιότητας των οικοτόπων των ειδών της παρ. 2, μέχρι να επιτευχθεί επαρκής ποιότητα των εν λόγω οικοτόπων.

8.

Απαγορεύεται η υποβάθμιση των περιοχών όπου συναντώνται οι τύποι οικοτόπων των παραρτημάτων Ι και II.

9.

Για τους τόπους «Natura 2000», η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης των παρ. 5 και 6 δικαιολογείται εάν προκαλείται από:

  • α) ανωτέρα βία,
  • β) αναπόφευκτους μετασχηματισμούς οικοτόπων που

προκαλούνται άμεσα από την κλιματική αλλαγή, ή

  • γ) σχέδιο ή έργο που έχει εγκριθεί σύμφωνα με την

παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011 (Α’ 209).

10.

Τα μέτρα αποκατάστασης και διαχείρισης της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 εξασφαλίζουν ότι σημειώνεται:

  • α) αύξηση της έκτασης οικοτόπων σε καλή κατάσταση,

για τους τύπους οικοτόπων των παραρτημάτων Ι και II, έως ότου το σύνολό τους να βρίσκεται σε καλή κατάσταση, σύμφωνα με την παρ. 1 και μέχρι να επιτευχθεί η ικανοποιητική έκταση αναφοράς για κάθε τύπο οικοτόπου, σε κάθε βιογεωγραφική περιοχή της επικράτειάς τους,

  • β) θετική τάση προς την κατεύθυνση της επαρκούς

ποιότητας και ποσότητας των χερσαίων και παράκτιων οικοτόπων και των οικοτόπων γλυκών υδάτων, των ειδών των παραρτημάτων II, IV και V της υπ’ αρ. 33318/3028/11.12.1998 κοινής υπουργικής απόφασης, των θαλάσσιων οικοτόπων των ειδών των παραρτημάτων II, IIΙ, IV και V της ίδιας κοινής απόφασης, καθώς και των ειδών που καλύπτονται από την υπό στοιχεία 37338/1807/Ε.103/1.9.2010 κοινή υπουργική απόφαση.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύνανται να τροποποιούνται τα Παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος.

Άρθρο 176

Αποκατάσταση των πληθυσμών των επικονιαστών Έως το 2025, με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καταρτίζεται Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αναστροφή της μείωσης των πληθυσμών των επικονιαστών, έως το 2030, και τη σταδιακή αύξηση των πληθυσμών τους μέχρι να επιτευχθούν ικανοποιητικά επίπεδα. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης περιλαμβάνει κατάλληλους δείκτες για την παρακολούθηση των πληθυσμών των επικονιαστών και θεσπίζει ικανοποιητικά επίπεδα για καθέναν από τους δείκτες, με βάση τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία. Από το 2030 και μετά, ο πληθυσμός των επικονιαστών μετράται ανά τριετία.

Άρθρο 177

Αποκατάσταση αστικών οικοσυστημάτων

1.

Έως το 2030, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας λαμβάνει κατάλληλα μέτρα μέσω του πολεοδομικού σχεδιασμού και της εφαρμογής του ν. 2508/1997 (Α’ 124), προκειμένου να μην υπάρξει καθαρή απώλεια αστικού χώρου πρασίνου και αστικής συγκόμωσης έως το 2030, σε σύγκριση με το 2021, σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και τα προάστια.

2.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διασφαλίζει ότι θα υπάρξει αύξηση της συνολικής εθνικής έκτασης αστικού χώρου πρασίνου σε πόλεις, κωμοπόλεις και προάστια, κατά τουλάχιστον μηδέν κόμμα πέντε το 2030, κατά τουλάχιστον τρία τοις εκατό (3%), έως το 2040, και κατά τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%), έως το 2050. Επιπλέον, μέσω του πολεοδομικού σχεδιασμού διασφαλίζεται:

  • α) τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) αστική συγκόμωση σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και προάστια, έως

το 2050,

  • β) καθαρό κέρδος αστικού χώρου πρασίνου που ενσωματώνεται σε υφιστάμενα και νέα κτίρια και υποδομές,

ιδίως μέσω ανακαινίσεων και αναπλάσεων, σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και προάστια.

3.

Έως το 2025, η Γενική Γραμματεία Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζει, με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, τις πόλεις, κωμοπόλεις και προάστια, για τα οποία εφαρμόζονται οι στόχοι της παρ. 2 και υπολογίζει τον αστικό χώρο πρασίνου για το έτος βάσης 2021.

Άρθρο 178

Ειδικότερα περιβαλλοντικά ζητήματα - Τροποποίηση άρθρου 21 ν. 1650/1986

1.

Στην εξουσιοδότηση της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί εγκρίσεως των σχεδίων διαχείρισης, προστίθενται οι στόχοι διατήρησης, και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής: «β. Τα σχέδια διαχείρισης και οι στόχοι διατήρησης εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τα σχέδια διαχείρισης των περιοχών στις οποίες περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που αφορούν στη γεωργική, αλιευτική και υδατοκαλλιεργητική δραστηριότητα, εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.»

2.

Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 επεκτείνεται χρονικά η δυνατότητα παράτασης σύμφωνα με την υπουργική απόφαση της ίδιας παραγράφου, η παρ. 7 αντικαθίσταται και οι παρ. 6 και 7 διαμορφώνονται ως εξής: «6. Για περιοχές, στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του τοπίου, για τα οποία αρχίζει η διαδικασία χαρακτηρισμού με προεδρικό διάταγμα και έως ότου εκδοθεί η πράξη χαρακτηρισμού, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζει όρους και περιορισμούς για επεμβάσεις και δραστηριότητες που είναι δυνατόν να έχουν βλαπτική επίδραση στις παραπάνω περιοχές, στοιχεία ή σύνολα και να υλοποιεί διαχειριστικές δράσεις της υποπαρ. α’ της παρ. 3 και συγκεκριμένες διαχειριστικές δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση και διατήρηση της κατάστασης των προστατευτέων αντικειμένων. Η ισχύς της υπουργικής αυτής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, με όμοια υπουργική απόφαση, για τέσσερα (4) ακόμη έτη.

7.

Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διενεργούνται οι χαρακτηρισμοί των καταφυγίων άγριας ζωής και των προστατευόμενων τοπίων και φυσικών σχηματισμών, αν αυτές δεν εμπίπτουν σε περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και εθνικά πάρκα. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας προβλέπονται όροι και περιορισμοί στις δραστηριότητες που ασκούνται εντός των ανωτέρω καταφυγίων άγριας ζωής και προστατευόμενων τοπίων και φυσικών σχηματισμών. Στα καταφύγια άγριας ζωής απαγορεύονται η θήρα και η επαγγελματική αλιεία.»

Άρθρο 179

Καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος:

1.

Η παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί οργάνωσης μέτρων προστασίας της βιοποικιλότητας, ανά ζώνες.

2.

Τα άρθρα 1 έως και 9, το άρθρο 10 πλην της παρ. 4 αυτού, οι παρ. 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 11 και 21 του ν. 4519/2018 (Α’ 25), περί διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών.

3.

Οι παρ. 7 και 10 του άρθρου 15 του ν. 2742/1999 (Α’ 207), περί φορέων διαχείρισης.

4.

Η παρ. 2 του άρθρου 6 της υπ’ αρ. 33318/3028/1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Πολιτισμού, περί χωροθέτησης έργων και έγκρισης σχεδίων επί ειδικών ζωνών προστασίας (Β’ 1289).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕΤΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 180

Διοικητικές κυρώσεις για περιβαλλοντικές παραβάσεις - Τροποποίηση παρ. 1 και 1α και προσθήκη παρ. 1β, 1γ, 1δ και 1ε στο άρθρο 21 του ν. 4014/2011 Στο άρθρο 21 του ν. 4014/2011 (Α’ 209), περί διοικητικών κυρώσεων για περιβαλλοντικές παραβάσεις:

  • αα) στην περ. α) της παρ. 1 προστίθεται η υποχρέωση

αποκατάστασης της περιβαλλοντικής βλάβης, εφόσον αυτή είναι αναστρέψιμη, αβ) το μέγιστο ύψος προστίμου της περ. β) της παρ. 1 αυξάνεται, αγ) στην ίδια παράγραφο προστίθεται περ. ε), αδ) στο υφιστάμενο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, αφαιρείται η αναφορά σε ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες και προστίθεται ως νέο τρίτο εδάφιο, β) η παρ. 1α, πλην των δύο εισαγωγικών της εδαφίων, αντικαθίσταται, γ) προστίθενται παρ. 1β, 1γ, 1δ και 1ε και οι παρ. 1 έως 1ε διαμορφώνονται ως εξής: «1. Σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προκαλούν οποιαδήποτε ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος ή των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων ή αποφάσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή της Περιφέρειας, ανεξάρτητα της περ. β’ της παρ. 15γ του άρθρου 6 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), που επέχει τη θέση του μέτρου της γραπτής σύστασης της περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 151 του ν.  4512/2018 (Α’  5), υποχρέωση αποκατάστασης του περιβάλλοντος, εντός προθεσμίας, αν η βλάβη είναι αναστρέψιμη, πιθανός επανέλεγχος εντός προθεσμίας, προειδοποίηση επιβολής κυρώσεων.

  • β) Πρόστιμο από πεντακόσια (500) έως και σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) ευρώ, σύμφωνα με την

παρ. 1α ή και Πλάνο Διορθωτικών Ενεργειών.

  • γ) Προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας, όπως

προβλέπεται στην παρ. 6, μετά από εισήγηση της αρμόδιας για την περιβαλλοντική επιθεώρηση αρχής.

  • δ) Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις που προβλέπονται

από την περιβαλλοντική νομοθεσία.

  • ε) Υποχρέωση αποζημίωσης των δαπανών που συνδέονται με τη βλάβη στο περιβάλλον, όταν η βλάβη είναι

μη αναστρέψιμη και η παράβαση κατατάσσεται στις κατηγορίες «ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» και «ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» σοβαρότητας της παρ. 1α, με την επιφύλαξη εφαρμογής του π.δ. 148/2009 (Α’ 190). Τα εν λόγω μέτρα και οι κυρώσεις είναι αναλογικά και εύλογα, στηρίζονται δε στην αξιολόγηση του κινδύνου που η παράβαση επιφέρει στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος σύμφωνα με την παρ. 1α και επιβάλλονται, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 21 του άρθρου 20, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, τη συχνότητα ή την χρονική διάρκεια, την υποτροπή και το ιστορικό συμμόρφωσης, τη συμπεριφορά και τον βαθμό συνεργασίας του ελεγχόμενου οικονομικού φορέα, το ύψος υπέρβασης των θεσμοθετημένων ορίων εκπομπών και την παραβίαση των περιβαλλοντικών όρων και προτύπων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων, λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθώς και του άμεσου ή έμμεσου κέρδους που η παράβαση απέφερε στον φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. Επιπρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη συντρέχοντες ελαφρυντικοί ή επιβαρυντικοί παράγοντες και περιστάσεις, σύμφωνα με τις παρ. 1γ και 1δ. Τα πρόστιμα της περ. β’ επιβάλλονται μετά από ενιαία αξιολόγηση της σοβαρότητας του συνόλου των παραβάσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 1α. Εφόσον από τη νομοθεσία προβλέπεται ποινική κύρωση για τη συγκεκριμένη παράβαση, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4042/2012 (Α’ 24), η πράξη βεβαίωσης παράβασης διαβιβάζεται στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. 1α. Οι παραβάσεις κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες ΧΑΜΗΛΗΣ, ΜΕΤΡΙΑΣ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ και ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ σοβαρότητας, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση της παρ. 21 του άρθρου 20. Τα επιβαλλόμενα πρόστιμα της περ. β) της παρ. 1 κατανέμονται, ανάλογα με την κατηγορία της παράβασης, ως ακολούθως:

  • α) για τις παραβάσεις «ΧΑΜΗΛΗΣ» σοβαρότητας, το

πρόστιμο δεν υπερβαίνει το μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, βάσει του κύκλου εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και κυμαίνεται από πεντακόσια (500) έως και εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ,

  • β) για τις παραβάσεις «ΜΕΤΡΙΑΣ» σοβαρότητας, το

πρόστιμο δεν υπερβαίνει το δύο τοις εκατό (2%), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, βάσει του κύκλου εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και κυμαίνεται από χίλια (1.000) έως και πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ,

  • γ) για τις παραβάσεις «ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» σοβαρότητας, το

πρόστιμο δεν υπερβαίνει το έξι τοις εκατό (6%), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, βάσει του κύκλου εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και κυμαίνεται από δέκα χιλιάδες (10.000) έως και δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ,

  • δ) για τις παραβάσεις «ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» σοβαρότητας, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό

(10%), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, βάσει του κύκλου εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και κυμαίνεται από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως και σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) ευρώ. Αν το ποσό του προστίμου που αντιστοιχεί στο ανώτατο ποσοστό, επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, βάσει του κύκλου εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, είναι μικρότερο του ελάχιστου προβλεπόμενου προστίμου της κατηγορίας παράβασης, τότε το ποσό ισούται με το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο της εκάστοτε κατηγορίας παράβασης. Εάν συντρέχουν μία ή περισσότερες επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 1δ, τα ελάχιστα πρόστιμα και τα ποσοστά των περ. α) έως και δ), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, διπλασιάζονται, ενώ αν συντρέχουν μία ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις της παρ. 1γ, τα ελάχιστα πρόστιμα και τα ποσοστά των περ. α) έως και δ), μειώνονται στο ήμισυ. Σε περίπτωση υποτροπής, τα ελάχιστα πρόστιμα και τα ποσοστά των περ. α) έως και δ), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, διπλασιάζονται. Για τον υπολογισμό του προστίμου λαμβάνονται υπόψη σωρευτικά και τα δύο προηγούμενα εδάφια. Το κριτήριο του ποσοστού, επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, δεν εφαρμόζεται σε έργα και δραστηριότητες που δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα. Για έργα και δραστηριότητες που υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις διεξαγωγής παράνομης οικονομικής δραστηριότητας, η οποία οδηγεί σε απόκρυψη μέρους ή του συνόλου του κύκλου εργασιών, για τον υπολογισμό του προστίμου δεν λαμβάνεται υπόψη ο εκτιμώμενος κύκλος εργασιών και δεν ισχύει ο περιορισμός του ανώτατου ποσοστού του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας 1β. Αν η διοικητική παράβαση συνίσταται στην έλλειψη Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ), θεωρείται «ΜΕΤΡΙΑΣ» σοβαρότητας και επιβάλλεται πρόστιμο δύο τοις εκατό (2%), επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, με βάση τον κύκλο εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, το οποίο δεν είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ. Το κριτήριο του ποσοστού, επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, δεν εφαρμόζεται σε έργα και δραστηριότητες που δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα. Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο διπλασιάζεται. Σε περίπτωση τρίτης συνεχόμενης παράβασης έλλειψης ΠΠΔ επιβάλλεται αναστολή λειτουργίας, σύμφωνα με την παρ. 6. 1γ. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες ή περιστάσεις θεωρούνται:

  • α) όταν ο παραβάτης επαναφέρει, οικεοθελώς και

αμελλητί, τη φύση στην προηγούμενη κατάστασή της,

  • β) όταν ο παραβάτης παρέχει στις διοικητικές ή δικαστικές αρχές χρήσιμες πληροφορίες, τις οποίες δεν θα

μπορούσαν να αποκτήσουν διαφορετικά και οι οποίες βοηθούν τις εν λόγω αρχές, να αναγνωρισθούν ή να αχθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης οι υπόλοιποι παραβάτες. 1δ. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται:

  • α) αν η παράβαση περιελάμβανε τη χρήση πλαστών ή

παραποιημένων εγγράφων από τον παραβάτη,

  • β) αν το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, κατά την έννοια της απόφασης πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2008 «για την καταπολέμηση του οργανωμένου

εγκλήματος» (L 300), σχετικά με παραβάσεις που κατατάσσονται στις κατηγορίες «ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» και «ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ» σοβαρότητας της παρ. 1α. 1ε. Εκκρεμείς υποθέσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων για περιβαλλοντικές παραβάσεις καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 181

Διοικητική κύρωση σε παραγωγούς απαγορευμένων πλαστικών προϊόντων μιας χρήσεως - Τροποποίηση περ. α) παρ. 2 άρθρου 18 ν. 4736/2020 Στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4736/2020 (Α’ 200), περί διοικητικών κυρώσεων λόγω παραγωγής απαγορευμένων πλαστικών προϊόντων μιας χρήσεως:

  • α) προβλέπεται ότι η διάταξη αφορά γενικότερα τους

παραγωγούς, β) αυξάνεται το ποσοστό του προστίμου και τίθεται ελάχιστο ύψος αυτού, γ) προβλέπεται δεύτερο εδάφιο, περί κυρώσεων σε περίπτωση υποτροπής, και η περ. α) διαμορφώνεται ως εξής: «α) Στους παραγωγούς που δεν συμμορφώνονται με την παρ. 1 του άρθρου 5, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δέκα τοις εκατό (10%) επί του συνολικού κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσης της επιχείρησης, με βάση τον κύκλο εργασιών της τελευταίας υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής για τις ως άνω παραβάσεις εντός τριετίας:

  • αα) το ελάχιστο πρόστιμο διπλασιάζεται σε διακόσιες

χιλιάδες (200.000) ευρώ, και

  • αβ) εφόσον ο παραγωγός κατασκευάζει τα πλαστικά

προϊόντα μιας χρήσης της παρ. 1 του άρθρου 5, ανακαλείται οριστικά η άδεια λειτουργίας του.»

Άρθρο 182

Ανάθεση καθηκόντων περιβαλλοντικών ελέγχων στα στελέχη των Μονάδων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Τροποποίηση άρθρου 34 ν. 4685/2020 Στο άρθρο 34 του ν. 4685/2020 (Α’ 92), περί σύστασης και αρμοδιότητας των Μονάδων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, τροποποιείται η περ. ζ) της παρ. 2, συνεπεία της προσθήκης της περ. ιστ) στην ίδια παράγραφο, περί ελέγχου περιβαλλοντικών παραβάσεων, προστίθενται παρ. 3 και 4, και το άρθρο 34 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 34 Σύσταση και Αρμοδιότητες των ΜΔΠΠ

1.

Συστήνονται είκοσι τέσσερις (24) Μονάδες Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (ΜΔΠΠ) σε επίπεδο Τμήματος, σύμφωνα με τον Παράρτημα Ι που επισυνάπτεται στον παρόντα νόμο. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από εισήγηση του ΟΦΥΠΕΚΑ, μπορεί να τροποποιούνται ο αριθμός και η χωρική αρμοδιότητα των ΜΔΠΠ, με την προϋπόθεση ότι καλύπτουν το σύνολο των προστατευόμενων περιοχών του άρθρου 45.

2.

Οι αρμοδιότητες των ΜΔΠΠ είναι οι ακόλουθες:

  • α) Συμμετοχή στην κατάρτιση, εφαρμογή, παρακολούθηση, αξιολόγηση και επικαιροποίηση των σχεδίων

διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους, καθώς και παρακολούθηση της κατάστασης των ειδών και των τύπων οικοτόπων διεθνούς, ενωσιακού και εθνικού ενδιαφέροντος στις περιοχές της χωρικής αρμοδιότητάς τους.

  • β) Κατάρτιση ετήσιας έκθεσης για τις προστατευόμενες περιοχές της χωρικής αρμοδιότητάς τους.
  • γ) Κατάρτιση μελετών και διεξαγωγή ερευνών, καθώς

και συμμετοχή στην εκτέλεση τεχνικών ή άλλων έργων που περιλαμβάνονται στα οικεία σχέδια διαχείρισης και είναι απαραίτητα για την προστασία, διατήρηση, αποκατάσταση και ανάδειξη των προστατευόμενων περιοχών.

  • δ) Διαβούλευση με την τοπική κοινωνία, τους παραγωγικούς φορείς και κάθε άλλον εμπλεκόμενο κατά περίπτωση φορέα, εντός των περιοχών ευθύνης τους σε

οποιαδήποτε περίπτωση απαιτείται, με στόχο την ολοκληρωμένη διαχείριση, την αποτελεσματική προστασία και την ανάδειξη των αξιών των προστατευόμενων περιοχών, καθώς και την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής παραμέτρου στα τοπικά αναπτυξιακά πρότυπα και προγράμματα. στο έργο και τους σκοπούς του ΟΦΥΠΕΚΑ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΜΔΠΠ μπορούν να ιδρύουν και να λειτουργούν κέντρα πληροφόρησης και να αναλαμβάνουν σχετική εκδοτική δραστηριότητα έντυπης ή και ηλεκτρονικής μορφής.

  • στ) Διοργάνωση και συμμετοχή σε προγράμματα

κατάρτισης και επιμόρφωσης, καθώς και σε συνέδρια, ημερίδες, σεμινάρια και σε άλλες ενημερωτικές εκδηλώσεις, για την προώθηση και ανάδειξη των στόχων της διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών.

  • ζ) Συμμετοχή στον έλεγχο της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
  • η) Συμμετοχή στον τοπικό αντιπυρικό σχεδιασμό στις

περιοχές ευθύνης τους σε συνεργασία με το Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και με το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.

  • θ) Κατάρτιση Τοπικών Σχεδίων Δράσεων Προτεραιοτήτων (ΤΣΔΠ), στα οποία καθορίζονται οι ανάγκες και

οι προτεραιότητες χρηματοδότησης αναφορικά με τη διαχείριση των προστατευτέων αντικειμένων και με την προτεραιότητα της διατήρησης της καλής κατάστασης των οικοτόπων.

  • ι) Συγκέντρωση επιστημονικών πληροφοριών και αξιόπιστων στατιστικών δεδομένων που προέρχονται από

ερευνητικά και άλλα προγράμματα στις περιοχές ευθύνης τους και οργάνωση σε κατάλληλη υποδομή θεματικών και χωρικών βάσεων των δεδομένων που αφορούν τα προστατευτέα αντικείμενα της χωρικής ευθύνης τους.

  • ια) Εισήγηση για αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων και εσόδων από οικοτουριστικές και λοιπές δραστηριότητές τους για την ανάδειξη τοπικών προϊόντων

του πρωτογενούς τομέα και την υλοποίηση έργων και δράσεων προώθησης της περιφερειακής και της τοπικής ανάπτυξης.

  • ιβ) Συμμετοχή στην εκτέλεση εθνικών, ευρωπαϊκών ή

διεθνών προγραμμάτων και δράσεων σχετικών με την περιοχή ευθύνης τους, τα οποία προάγουν ή προβάλλουν τους σκοπούς των ΜΔΠΠ.

  • ιγ) Σύνταξη σχεδίων φύλαξης των περιοχών αρμοδιότητάς τους, η συνεπικουρία με τους αρμόδιους φορείς

μέσω των Μνημονίων Συνεργασίας του άρθρου 37 και η παρακολούθηση της εφαρμογής τους.

  • ιδ) Συμμετοχή σε Προγραμματικές Συμβάσεις και

Μνημόνια Συνεργασίας με άλλες δημόσιες υπηρεσίες και φορείς κατά τις διατάξεις των άρθρων 37 και 38.

  • ιε) Προώθηση, υποστήριξη, οργάνωση και υλοποίηση

οικοτουριστικών δράσεων και έγκριση δραστηριοτήτων ξενάγησης, καθώς και η παροχή υπηρεσιών και η διοργάνωση δραστηριοτήτων θεματικού τουριστικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα η υποστήριξη και η υλοποίηση με ιδία μέσα και προσωπικό, οικοτουριστικών προγραμμάτων και δράσεων υποδοχής, ενημέρωσης και συνοδείας επισκεπτών στις Προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000.

  • ιστ) Ελέγχος για τη διαπίστωση περιβαλλοντικών παραβάσεων που απορρέουν από τις κανονιστικές πράξεις

που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 1650/1986 (Α’ 160) και έκδοση συστάσεων συμμόρφωσης ή εισήγηση διοικητικού προστίμου.

3.

Οι αρμοδιότητες των περ. ζ), ιγ) και ιστ) της παρ. 2, ασκούνται από το σύνολο του επιστημονικού προσωπικού και του προσωπικού φύλαξης των ΜΔΠΠ, συμπεριλαμβανομένου του μεταφερόμενου στον ΟΦΥΠΕΚΑ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρο 43, προσωπικού των καταργηθέντων Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών.

4.

Εφόσον, κατά τη διενέργεια ελέγχου της περ. ιστ) της παρ. 2, διαπιστωθεί παράβαση σύμφωνα με την οικεία απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, η ΜΔΠΠ, κατόπιν σύνταξης έκθεσης αυτοψίας και κλήσης σε απολογία, εκδίδει πράξη βεβαίωσης παράβασης, η οποία περιλαμβάνει συστάσεις ή εισήγηση επιβολής προστίμου προς την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 1650/1986. Η πράξη βεβαίωσης παράβασης κοινοποιείται στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, αν προβλέπεται ποινική κύρωση.»

Άρθρο 183

Υλοποίηση τεχνικών έργων από τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής - Τροποποίηση παρ. 5 και 6 άρθρου 27 και παρ. 2 άρθρου 29 ν. 4685/2020

1.

Στην παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 4685/2020 (A’ 92), περί διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών από τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.), προστίθεται περ. κβ’ ως εξής: «κβ) Επιλαμβάνεται των σχεδιασμού, ωριμάσεως, προγραμματισμού, υλοποιήσεως, συντονισμού και παρακολουθήσεως των τεχνικών έργων που αναλαμβάνει ο Οργανισμός, καθώς και της αναθέσεως συμβάσεων στο πλαίσιο αυτό. Η Τεχνική Υπηρεσία του Ο.Φ.Υ.ΠΕ.Κ.Α. δύναται να αναλαμβάνει την εκτέλεση δασοτεχνικών έργων στις δημόσιες δασικές εκτάσεις της χωρικής αρμοδιότητάς της, κατόπιν συνάψεως προγραμματικής σύμβασης, βάσει της παρ. 13 του άρθρου 57 του ν. 2218/1994 (Α’ 90).»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4685/2020, περί Αυτοτελών Τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης του Ο.ΦΥ. ΠΕ.Κ.Α., προστίθεται περ. γ) ως εξής: «γ) Τμήμα Εκτέλεσης Τεχνικών Έργων Προστασίας Φυσικού Περιβάλλοντος (Τεχνική Υπηρεσία).»

Άρθρο 184

Καίριες Περιοχές Βιοποικιλότητας - Τροποποίηση άρθρου 33 ν. 4685/2020

1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4685/2020 (Α’ 92), περί εργαλείων Συστήματος Διακυβέρνησης Προστατευόμενων Περιοχών, προστίθεται περ. θ’ ως εξής: «(θ) τα δεδομένα των Καίριων Περιοχών Βιοποικιλότητας για όλη τη χώρα, τα οποία διαχειρίζεται ο ΟΦΥΠΕΚΑ.»

2.

Στο άρθρο 33 του ν. 4685/2020 προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Αρμόδια για τη συγκέντρωση των δεδομένων της περ. θ) της παρ. 1 είναι η Επιτροπή Φύση του άρθρου 19 του ν. 3937/2011 (Α’ 60). Οι Καίριες Περιοχές Βιοποικιλότητας καθορίζονται βάσει των κριτηρίων της Διε παγκόσμια διατήρηση της βιοποικιλότητας στα χερσαία, υδάτινα και θαλάσσια οικοσυστήματα.»

Άρθρο 185

Παράταση χρονικής ισχύος αποσπάσεων υπαλλήλων στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής

1.

Η χρονική ισχύς των αποσπάσεων των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που ανήκουν οργανικά σε φορείς του δημόσιου τομέα, της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) και οι οποίοι υπηρετούν στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.), βάσει της παρ. 3 του άρθρου 43 του ν. 4685/2020 (Α’ 92), παρατείνεται αυτοδικαίως για δύο (2) επιπλέον έτη, από τη λήξη της αρχικής τους απόσπασης ή της ανανέωσής της.

2.

Οι υπάλληλοι της παρ. 1 εξακολουθούν να λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών τους από τον Ο.ΦΥ. ΠΕ.Κ.Α. και τα πάσης φύσεως, γενικά ή ειδικά, επιδόματα της οργανικής τους θέσης, με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Ο χρόνος απόσπασης των αποσπώμενων υπαλλήλων θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον φορέα που ανήκουν οργανικά.

Άρθρο 186

Λειτουργία βάσης δεδομένων Ειδικών Οικολογικών Αξιολογήσεων στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής - Προσθήκη παρ. 10α στο άρθρο 11 του ν. 4014/2011 Στο άρθρο 11 του ν. 4014/2011 (Α’ 224), περί του περιεχομένου των φακέλων περιβαλλοντικής αδειοδότησης, προστίθεται παρ. 10α ως εξής: «10α. α. Ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.) δημιουργεί βάση δεδομένων στην οποία καταχωρίζονται τα στοιχεία χωροθέτησης των έργων και δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (Ε.Ο.Α.), συνοδευόμενα από την Ε.Ο.Α.. Τα στοιχεία υποβάλλονται στην αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση υπηρεσία σε ψηφιακή μορφή και διαβιβάζονται στον Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.. β. Το σύνολο των πρωτογενών δεδομένων καταγραφών πεδίου που συγκεντρώνονται κατά τη διεξαγωγή της Ε.Ο.Α. των παρ. 8 και 9, κατατίθενται στον Ο.ΦΥ. ΠΕ.Κ.Α. σε επεξεργάσιμη μορφή, με γεωχωρικές πληροφορίες, ιδίως συντεταγμένες παρατήρησης και πολύγωνα πιθανών θέσεων φωλεοποίησης. Τα δεδομένα αυτά καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων του Ο.ΦΥ. ΠΕ.Κ.Α. και είναι διαθέσιμα στις αρμόδιες υπηρεσίες.»

Άρθρο 187

Αποκλειστικότητα ανταποδοτικού δικαιώματος επαγγελματικής αλιείας κατοίκων παραλιμνίων κοινοτήτων σε τεχνητές λίμνες

1.

Η επαγγελματική αλιεία εντός των τεχνητών λιμνών της Επικρατείας ενεργείται αποκλειστικά από κατοίκους των παραλιμνίων κοινοτήτων, εντός των ορίων των οποίων ευρίσκονται οι κατακλυσθείσες έγγειες ιδιοκτησίες.

2.

Με διαπιστωτική απόφαση του Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδιορίζονται ονομαστικά και ανά τεχνητή λίμνη οι παραλίμνιες κοινότητες και οικισμοί των οποίων οι κάτοικοι δικαιούνται κατ’ αποκλειστικότητα να αλιεύουν επαγγελματικά, σύμφωνα με την παρ. 1. Με απόφαση του Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδίδεται κατόπιν προτάσεως των οικείων Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων ή του Προέδρου Δημοτικών Κοινοτήτων και των Δημοτικών Συμβουλίων, δύναται να επεκτείνεται το δικαίωμα αυτό και σε κατοίκους οικισμών ή κοινοτήτων του ιδίου παραλιμνίου δήμου, εφόσον διαθέτουν εμφανή γεωγραφική εγγύτητα με την τεχνητή λίμνη και άμεσο κοινωνικό και οικονομικό συμφέρον από την ανάπτυξη και αξιοποίησή της. Για την τελευταία πράξη λαμβάνονται υπόψη και ειδικότερες ρυθμίσεις, καθώς και διαχειριστικές μελέτες για την αλιευτική ικανότητα κάθε τεχνητής λίμνης.

3.

Υφιστάμενες άδειες επαγγελματικής αλιείας, που εκδόθηκαν βάσει ειδικότερων ρυθμίσεων, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους.

4.

Μέχρις εκδόσεως και δημοσιεύσεως των διαπιστωτικών πράξεων της παρ. 2, δύνανται να εκδίδονται από την αρμόδια Αρχή, οι προβλεπόμενες, διά του παρόντος, επαγγελματικές άδειες αλιείας, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε δικαιούχου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Άρθρο 188

Ποινική προστασία των ειδών της άγριας πανίδας - Προσθήκη παρ. 29 στο άρθρο 2 και παρ. 8 στο άρθρο 34 του ν. 4830/2021

1.

Στο άρθρο 2 του ν. 4830/2021 (Α’ 169), περί ορισμών, προστίθεται περ. 29 ως εξής: «29. «Προστατευόμενα είδη της άγριας πανίδας»:

  • α) τα θηλαστικά, τα ερπετά και τα αμφίβια των ειδών του παραρτήματος IV του άρθρου 20 της υπ’ αρ.

33318/3028/11.12.1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτισμού (Β’ 1289),

  • β) τα είδη του παραρτήματος Ι που δεν περιλαμβάνονται στα Παραρτήματα ΙΙ/1 και ΙΙ/2 του άρθρου 14 της

υπό στοιχεία 37338/1807/Ε.103/1.9.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β’ 1495),

  • γ) τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της

Συμφωνίας για τη διατήρηση των κητωδών του Εύξεινου (Α’ 9).»

2.

Στο άρθρο 34 του ν. 4830/2021, περί ποινικών κυρώσεων, προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «8. Στην περίπτωση που οι αξιόποινες πράξεις των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 24 τελούνται σε προστατευόμενα είδη της άγριας πανίδας της παρ. 29 του άρθρου 2, επιβάλλονται οι ποινές της παρ. 2.»

Άρθρο 189

Ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις που αφορούν προστατευτικά μέτρα, την αντιμετώπιση πυρκαγιών και τη διάνοιξη οδών, επί δασικών εκτάσεων - Αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 68 και παρ. 8 άρθρου 71 ν. 998/1979

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 68 του ν. 998/1979 (Α-289), περί παραβάσεων προστατικών μέτρων, αντικαθίσταται ως εξής: «3 α. Οι παραβάτες της απόφασης της παρ. 7 του άρθρου 15 τιμωρούνται με φυλάκιση από δύο (2) έως έξι (6) μήνες. Επίσης, τους επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο, ύψους από εκατό (100) έως εξακοσίων (600) ευρώ. Η διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του δευτέρου εδαφίου αρχίζει με τη βεβαίωση της παράβασης από το όργανο που τη διαπιστώνει, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση. Η έκθεση κοινοποιείται μαζί με έγγραφη κλήτευση του δασάρχη προς τον παραβάτη, ώστε να υποβάλει τις απόψεις του ενώπιόν του, για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράνομη ενέργεια, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κοινοποίηση της κλήτευσης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, για πέντε (5) ημέρες. Το πρόστιμο βεβαιώνεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, εισπράττεται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190) και αποδίδεται στον Ειδικό Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου. β. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου ο παραβάτης μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο κατά τόπο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο, εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ, ν. 2717/1999, Α’ 97) εξηκονθήμερης προθεσμίας, που αρχίζει από την επόμενη της κοινοποίησης της απόφασης σ’ αυτόν. Η προθεσμία της ανωτέρω προσφυγής και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης επιβολής προστίμου, είναι ωστόσο δυνατόν να χορηγηθεί, αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, σύμφωνα με τα άρθρα 88 και 200 έως 209 του Κ.Δ.Δ.. γ. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, το επιβληθέν πρόστιμο διαγράφεται και το καταβληθέν ποσό επιστρέφεται από τον φορέα στον οποίο αποδόθηκε.»

2.

Η παρ. 8 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, περί παραβάσεων στη διάνοιξη οδών, αντικαθίσταται ως εξής: «8. Σε βάρος όσων εκτελούν έργα διανοίξεως οδών και δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις της παρ. 1 του άρθρου 48, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 68.»

Άρθρο 190

Αγροτικά αδικήματα κλοπής και υπεξαίρεσης - Αντικατάσταση άρθρου 37 ν. 3585/2007 Το άρθρο 37 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί των αγροτικών αδικημάτων της κλοπής και της υπεξαίρεσης, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 37 Κλοπή και υπεξαίρεση

1.

Σε βάρος του υπαίτιου κλοπής ή υπεξαίρεσης κοινόχρηστου αγροτικού κινητού κτήματος, η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη, αλλά επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό (100) έως τριακόσια (300) ευρώ.

2.

Η διαδικασία επιβολής του προστίμου της παρ. 1 αρχίζει με τη βεβαίωση της παράβασης από το αρμόδιο δασικό όργανο που τη διαπιστώνει, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση. Η έκθεση κοινοποιείται μαζί με έγγραφη κλήτευση του δασάρχη προς τον παραβάτη, ώστε να υποβάλει τις απόψεις του ενώπιόν του για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράνομη ενέργεια, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση της κλήτευσης. Το πρόστιμο βεβαιώνεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, εισπράττεται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190) και αποδίδεται στον Ειδικό Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου.

3.

Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή στο, κατά τόπο, αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο, εφαρμοζομένου του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97).»

Άρθρο 191

Αρμόδιο όργανο και διαδικασία επιβολής προστίμου για φθορές που προκαλούνται από ζώα - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 39 ν. 3585/2007 Το πρώτο εδάφιο της παρ.  5 του άρθρου 39 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί φθορών που προκαλούνται από ζώα, τροποποιείται ως προς το όργανο επιβολής προστίμου, τα τέσσερα τελευταία εδάφια, αντικαθίστανται από νέο εδάφιο, και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Στον ιδιοκτήτη των ζώων που προκάλεσαν αγροτικές φθορές, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4, επιβάλλεται από τo αρμόδιο δασικό όργανο που διαπιστώνει την παράβαση, διοικητικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου διαμορφώνεται ως εξής:

  • α) Στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης των

ζώων διαπράττει το προαναφερόμενο αδίκημα για πρώτη φορά, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο πενήντα (50)

  • β) Στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης των

ζώων διαπράττει το προαναφερόμενο αδίκημα για δεύτερη φορά, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200) ευρώ.

  • γ) Στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης των

ζώων διαπράττει το προαναφερόμενο αδίκημα για τρίτη

  • δ) Για κάθε επόμενη περίπτωση πλέον της τρίτης φοράς το διοικητικό πρόστιμο διπλασιάζεται.

Ως προς τη διαδικασία επιβολής του προστίμου εφαρμόζονται οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 37.»

Άρθρο 192

Ευθύνη εξουσιαστών ζώων, πτηνών και μελισσών - Αντικατάσταση άρθρου 40 ν. 3585/2007 Το άρθρο 40 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί ευθύνης εξουσιαστών ζώων, πτηνών και μελισσών, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 40 Ειδική ευθύνη εξουσιαστού Σε βάρος του εξουσιαστή ζώων, πτηνών ή μελισσών που αναθέτει την επιτήρηση ή φύλαξη αυτών σε άλλον, αν με αυτά τελέσθηκε φθορά σε κοινόχρηστο αγροτικό κτήμα, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό (100) έως τριακοσίων (300) ευρώ, εφαρμοζομένων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37.»

Άρθρο 193

Διατάραξη ροής αρδευτικών υδάτων - Αντικατάσταση άρθρου 41 ν. 3585/2007 Το άρθρο 41 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί διατάραξης της ροής αρδευτικών υδάτων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 41 Διατάραξη ροής αρδευτικών υδάτων Σε βάρος εκείνου που: α) διαταράσσει την κανονική ροή αρδευτικών υδάτων, αν από τη διατάραξη δεν προξενήθηκε ζημιά σε αγροτικό κτήμα, και β) κάνοντας χρήση αρδευτικού ύδατος, αφήνει αυτό να ρέει σε οδούς ή άλλους κατοικημένους ή μη χώρους, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό (100) έως εξακόσια (600) ευρώ, εφαρμοζομένων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37.»

Άρθρο 194

Κυρώσεις σε περίπτωση μετατόπισης οροσήμων - Αντικατάσταση άρθρου 42 ν. 3585/2007 Το άρθρο 42 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί μετατόπισης οροσήμων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 42 Μετατόπιση οροσήμων Σε βάρος εκείνου που: α) αφαιρεί, καθιστά αγνώριστα, μετατοπίζει ή ψευδώς τοποθετεί ορόσημα ή έτερα σημεία που χρησιμεύουν στον καθορισμό ορίων αγροτικών, περιλαμβανομένων και κοινοχρήστων, ακινήτων ή στον καθορισμό του ύψους και της διαίρεσης των αρδευτικών υδάτων, και β) σε αγροτική έκταση, εξαιρουμένων των περιφραγμένων χώρων ή χώρων στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος με εμφανή σημεία: βα) αφήνει ασκεπή, απερίφρακτα ή ανασφάλιστα φρέατα, υπόγεια, λάκκους, κρημνούς ή άλλες τεχνητές ή φυσικές εκβαθύνσεις, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να προκύψει κίνδυνος σε ανθρώπους ή ζώα, ββ) τοποθετεί, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, παγίδες ή ανάλογες εγκαταστάσεις, από τις οποίες μπορεί να προκύψει κίνδυνος σε ανθρώπους ή ζώα, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό (100) έως εξακόσια (600) ευρώ, εφαρμοζομένων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37.»

Άρθρο 195

Κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης αγρονομικών διατάξεων - Αντικατάσταση άρθρου 43 ν. 3585/2007 Το άρθρο 43 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί παραβίασης αγρονομικών διατάξεων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 43 Αγρονομικές παραβάσεις Σε βάρος εκείνου που παραβιάζει αγρονομικές διατάξεις επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από εκατό (100) έως τριακόσια (300) ευρώ, εφαρμοζομένων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37.»

Άρθρο 196

Αστική ευθύνη αγροτικών αδικημάτων - Τροποποίηση άρθρου 50 ν. 3585/2007 Το άρθρο 50 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί πολιτικής αγωγής αγροτικών αδικημάτων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 50 Αστική ευθύνη Όσοι καταδικάζονται ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι για την ίδια πράξη είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης.»

Άρθρο 197

Κατάσχεση υλοτομικών προϊόντων - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 93 ν.δ. 86/1969 Η παρ. 2 του άρθρου 93 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί κατάσχεσης, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το πλεόνασμα που υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια κατάσχεται και δημεύεται. Ο υλοτομήσας δύναται να αιτηθεί τη μη κατάσχεση του πλεονάσματος, έναντι καταβολής τετραπλού φόρου, επί τη βάσει της διατιμήσεως που ίσχυε κατά τον τελικό έλεγχο, ή τετραπλού μισθώματος, αν πρόκειται περί δασικών προϊόντων δημοσίων δασών, επιφυλασσομένης της επιβολής εις βάρος του παραβάτη διοικητικού προστίμου ή της ποινικής διωξής του, συμφώνα με το άρθρο 268.»

Άρθρο 198

Παράνομη υλοτομία και μεταφορά δασικών προϊόντων - Αντικατάσταση άρθρου 268 ν.δ. 86/1969 Το άρθρο 268 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί παράνομης υλοτομίας και μεταφοράς δασικών προϊόντων αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 268 Παράνομη υλοτομία και μεταφορά δασικών προϊόντων - Παράνομη κλαδονομή - Παράβαση αστυνομικών διατάξεων

1.

Σε βάρος εκείνου που: α) βλάπτει δάσος ή δασική έκταση ή προξενεί οποιαδήποτε φθορά, β) υλοτομεί, από τη δασική αρχή, χωρίς άδεια του ιδιοκτήτη ή του διακατόχου του δάσους, γ) υλοτομεί, κατασκευάζει ή συλλέγει δασικά προϊόντα δυνάμει άδειας ή έγκρισης ατελούς υλοτομίας της δασικής αρχής ή άδειας του ιδιοκτήτη, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στις περί του τρόπου υλοτομίας, κατασκευής ή συλλογής δασικών προϊόντων διατάξεις, δ) μεταφέρει δασικά προϊόντα πριν την εξέλεγξη ή μετά από αυτήν στον τόπο της πρώτης αποθήκευσης ή από αυτόν αλλού, χωρίς θεώρηση ή εξόφληση του πρωτοκόλλου εξελέγξεως του δελτίου μεταφοράς δασικών προϊόντων ή της αδείας υλοτομίας, στις περιπτώσεις που δεν συντάσσεται πρωτόκολλο εξέλεγξης, για το μεταφερόμενο ποσό, ε) μεταφέρει δασικά προϊόντα, πλέον των επιτρεπομένων να μεταφερθούν, σύμφωνα με τα ως άνω έγγραφα μεταφοράς ή κατέχει τα παρανόμως μεταφερόμενα δασικά προϊόντα, στ) μεταφέρει δασικά προϊόντα, τα οποία έχουν υλοτομηθεί ή συλλεχτεί χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, εάν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, και εφόσον ειδικές διατάξεις του παρόντος κώδικα δεν ορίζουν άλλως, επιβάλλεται: αα) διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις περ. α) και β) της παρ. 8 του άρθρου 271, ββ) το διοικητικό μέτρο της κατάσχεσης των αναφερόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 271 δασικών προϊόντων, καθώς και των αναφερομένων στην παρ. 3 του άρθρου 271 εργαλείων, με τα οποία τελούνται οι προαναφερόμενες παραβάσεις, μεταφορικών μέσων τα οποία χρησιμοποιούνται κατά την παράνομη υλοτομία ή μεταφορά και των πινακίδων τους, και γγ) το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας κυκλοφορίας τους και του διπλώματος οδήγησης του οδηγού, σύμφωνα με την αναφερόμενη στο ίδιο άρθρο διαδικασία. Ειδικότερα, στην περίπτωση αδυναμίας προσδιορισμού των παρανόμως υλοτομηθέντων ή μεταφερθέντων δασικών προϊόντων επιβάλλεται σε κάθε παραβάτη και εις ολόκληρον, με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη, διοικητικό πρόστιμο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ.

2.

Κατά των αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται το διοικητικό πρόστιμο και τα διοικητικά μέτρα της παρ. 1 ασκείται προσφυγή στο, κατά τόπο, αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο, εφαρμοζομένου του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). Το δίπλωμα οδήγησης, τα μεταφορικά μέσα, η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας επιστρέφονται στον κύριο ή νόμιμο κάτοχο, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών, από την εξόφληση του επιβληθέντος προστίμου.

3.

Εάν η ζημία που προξενήθηκε από τη διάπραξη των παραβάσεων της παρ. 1 υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, ο παραβάτης τιμωρείται σύμφωνα με άρθρο 378 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). Ως επιβαρυντική περίπτωση θεωρείται η περίπτωση που το δάσος είναι δημόσιο. Σε όσους αγοράζουν την παρανόμως υλοτομημένη ξυλεία για περαιτέρω εμπορία επιβάλλεται από την αρμόδια οικονομική αρχή διοικητικό πρόστιμο ίσο με την πενταπλάσια αξία μεταπώλησης του προϊόντος, το οποίο εισπράττεται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Σε περίπτωση υποτροπής αφαιρείται η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης για δύο (2) μήνες.

4.

Ο υπαίτιος των παραβάσεων των περ. β) έως και στ) της παρ. 1 του παρόντος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, αν η ζημία στο δάσος υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

5.

Στους παραβάτες των δασικών αστυνομικών διατάξεων αν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, επιβάλλεται με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη διοικητικό πρόστιμο, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Ως προς τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του πρώτου εδαφίου και της προσβολής της πράξης καταλογισμού, εφαρμόζονται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου 271. Εάν η ζημία που προκύπτει από την παράβαση των ως άνω διατάξεων είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων (300) ευρώ, οι παραβάτες τιμωρούνται με τις ποινές της παρ. 3 του παρόντος.

6.

Στους παραβάτες, περί κλαδονομής, του άρθρου 112, εάν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, επιβάλλεται με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη διοικητικό πρόστιμο, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Ως προς τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του πρώτου εδαφίου και της προσβολής της πράξης καταλογισμού εφαρμόζονται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου 271. Εάν η ζημία που προκύπτει από την παράβαση των ως άνω διατάξεων είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων (300) ευρώ, οι παραβάτες τιμωρούνται με τις ποινές της παρ. 2 του παρόντος.»

Άρθρο 199

Παράνομη υλοτομία και μεταφορά δασικών προϊόντων - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 270 ν.δ. 86/1969 Το πρώτο εδάφιο της παρ.  5 του άρθρου 270 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί υλοτόμησης, μεταφοράς και διακίνησης δασικών δενδρύλιων, αντικαθίσταται, το τελευταίο εδάφιο, περί κατάσχεσης και δήμευσης, καταργείται, και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Σε όσους υλοτομούν, μεταφέρουν ή διακινούν δενδρύλλια ή άλλα δασικά είδη των παρ. 2 και 3, χωρίς την κατά τα ανωτέρω άδεια ή σήμανση, επιβάλλονται, ανάλογα με το ύψος της προξενηθείσας ζημίας, το διοικητικό πρόστιμο και τα διοικητικά μέτρα ή οι ποινές που προβλέπονται από το άρθρο 268. Τα δενδρύλλια και οι κλάδοι κατάσχονται και καταστρέφονται από το αρμόδιο δασικό όργανο, που συντάσσει έκθεση κατάσχεσης και πρωτόκολλο καταστροφής τους.»

Άρθρο 200

Ποινική δίωξη και πράξεις καταλογισμού - Τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 271 ν.δ. 86/1969 Στο πρώτο εδάφιο της περ. α’ της παρ. 8 τoυ άρθρου 271 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί προϋποθέσεων έκδοσης πράξεως καταλογισμού, προστίθεται και η ποινική δίωξη, προσδιορίζεται ότι το πρόστιμο είναι διοικητικό, στην περ. δ’ προστίθεται ως προϋπόθεση η άσκηση ποινικής δίωξης και η παρ. 8 διαμορφώνεται ως εξής: υλοτομηθείσας ή μεταφερόμενης ξυλείας ή των καυσόξυλων, ίσο με το πενταπλάσιο της αγοραίας τιμής, της προβλεπομένης από τον πίνακα διατίμησης δασικών προϊόντων για την αντίστοιχη κατηγορία. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται το διπλάσιο του ανωτέρω προστίμου. β. Η διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει με τη βεβαίωση της παράβασης από το όργανο που τη διαπιστώνει, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση. Η έκθεση κοινοποιείται μαζί με έγγραφη κλήτευση του δασάρχη προς τον παραβάτη να υποβάλει τις απόψεις του ενώπιον του για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράνομη ενέργεια μέσα σε πέντε ημέρες από την κοινοποίηση της κλήτευσης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, για πέντε ημέρες. Το πρόστιμο βεβαιώνεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εισπράττεται κατά τα ισχύοντα για την είσπραξη δημοσίων εσόδων και αποδίδεται στον Ειδικό Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου. Το δίπλωμα οδήγησης επιστρέφεται στον κύριο ή νόμιμο κάτοχο του μετά την παρέλευση τριμήνου από την εξόφληση του επιβληθέντος προστίμου. γ. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου ο παραβάτης μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο κατά τόπο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο, εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εξηκονθήμερης προθεσμίας, που αρχίζει από την επόμενη της κοινοποίησης σε αυτόν της απόφασης. Η προσφυγή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η προθεσμία της ανωτέρω προσφυγής και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης επιβολής προστίμου. Είναι όμως δυνατόν να χορηγηθεί, κατά περίπτωση, αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 88 και 200 έως 209 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. δ. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, όταν για την αντίστοιχη παράβαση ασκείται ποινική δίωξη, επιστρέφεται το δίπλωμα οδήγησης, το επιβληθέν πρόστιμο διαγράφεται και το καταβληθέν ποσό αυτού επιστρέφεται από τον φορέα στον οποίο αποδόθηκε. Ιδιαίτερα σε περίπτωση εντοπισμού του δράστη αλλά μη ευρέσεως των παρανόμως υλοτομηθεντων ή μεταφερθέντων δασικών προϊόντων το ανωτέρω διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται, μετά την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, για την ποσότητα που αναφέρεται στη μήνυση και επικυρώθηκε με την ανωτέρω απόφαση.»

Άρθρο 201

Παρακράτηση φόρου ή μισθώματος του Δημοσίου - Τροποποίηση άρθρου 272 ν.δ. 86/1969 Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 272 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), εξειδικεύονται οι δικαστικές αποφάσεις, περί απόδοσης των κατασχεθέντων δασικών προϊόντων, προστίθεται η ακύρωση της κατάσχεσης, και το άρθρο 272 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 272 Παρακράτησις φόρου ή μισθώματος του Δημοσίου Όταν δικαστική απόφαση, ποινική ή διοικητική ή αθωωτικό βούλευμα, ακυρώνει την κατάσχεση ή διατάσσει την απόδοση των κατασχεθέντων δασικών προϊόντων, εκ του εκπλειστηριάσματος αυτών ή της κατατεθειμένης εγγυήσεως αφαιρείται υπέρ του Δημοσίου ο φόρος ή το μίσθωμα αυτού, εφ’ όσον δεν έχει καταβληθή υπολογιζόμενον επί τη βάσει της διατιμήσεως της ισχυούσης κατά τον χρόνον της καταβολής του οφειλομένου φόρου ή μισθώματος των δασικών προϊόντων. Τα αυτά ισχύουν και διά την περίπτωσιν καθ’ ην δεν έχουν εκποιηθή τα προϊόντα ταύτα.»

Άρθρο 202

Απαγόρευση βοσκής - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 276 ν.δ. 86/1969 Η παρ. 1 του άρθρου 276 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί παράνομης βοσκής, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στους παραβάτες των δασικών αστυνομικών διατάξεων, περί απαγορεύσεως βοσκής και σ’ όσους δρουν κατ’ εντολήν τους, αν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, επιβάλλεται με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη διοικητικό πρόστιμο, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Ως προς τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του πρώτου εδαφίου και της προσβολής της πράξης καταλογισμού εφαρμόζονται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου 271. Εάν η ζημία που προκύπτει από την παράβαση των ως άνω διατάξεων είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων (300) ευρώ, οι παραβάτες τιμωρούνται με τις ποινές της παρ. 2 του άρθρου 268.»

Άρθρο 203

Παραβάσεις των περί ρητινοσυλλογής διατάξεων - Αντικατάσταση άρθρου 279 ν.δ. 86/1969 Το άρθρο 279 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί παραβάσεων των διατάξεων για τη ρητινοσυλλογή, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 279 Παραβάσεις των περί ρητινοσυλλογής διατάξεων Στους παραβάτες των διατάξεων, περί κανονισμού ρητινοσυλλογής των δασών, αν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ, επιβάλλεται, με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη, διοικητικό πρόστιμο, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Ως προς τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του πρώτου εδαφίου και της προσβολής της πράξης καταλογισμού, εφαρμόζονται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου 271. Εάν η ζημία που προκύπτει από την παράβαση των ως άνω διατάξεων είναι Οι ως άνω παραβάσεις θεωρούνται ως επιβαρυντική περίπτωση. Οι ως άνω διοικητικές κυρώσεις ή ποινές επιβάλλονται και σε όσους βλάπτουν, καταστρέφουν ή αφαιρούν δοχεία ρητίνης, τοποθετημένα σε δημόσια ή μη πευκόδενδρα.»

Άρθρο 204

Κυρώσεις επί παραβάσεων των περί ρητινοσυλλογής διατάξεων - Αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 286 ν.δ. 86/1969 Η παρ. 3 του άρθρου 286 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί ποινών που επιβάλλονται για καταστροφές και αφαίρεση οροσήμων δασών, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Σε βάρος εκείνου που παραβιάζει το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 80, αν από την παράβαση δεν επήλθε καμία ζημία ή η προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ και εφόσον ειδικές διατάξεις νόμων δεν ορίζουν άλλως, επιβάλλεται με πράξη καταλογισμού του οικείου δασάρχη διοικητικό πρόστιμο, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Ως προς τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης του πρώτου εδαφίου και της προσβολής της πράξης καταλογισμού, εφαρμόζονται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου 271. Εάν η ζημία υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ, ο παραβάτης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών.»

Άρθρο 205

Ποινές κατά των παραβατών των διατάξεων περί θήρας - Αντικατάσταση άρθρου 287 ν.δ. 86/1969 Το άρθρο 287 του ν.δ. 86/1969 (Α’7), περί ποινών κατά όσων παραβιάζουν τις διατάξεις περί θήρας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 287 Ποινές κατά των παραβατών των διατάξεων περί θήρας

1.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 252 επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας θήρας για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.

2.

Σε βάρος εκείνου, που κατά παράβαση της παρ. 6 του άρθρου 252 χρησιμοποιεί για τη θήρα ελαστική σφενδόνη, κράχτες, ομοιώματα και μιμητικές φωνές των θηραμάτων, επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας θήρας για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.

3.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν τις περ. β) έως

  • στ) της παρ. 3 του άρθρου 258 επιβάλλονται διοικητικό

πρόστιμο ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας θήρας για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.

4.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν την περ. ζ) της παρ. 3 του άρθρου 258 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πενήντα (50) ευρώ στον καθένα.

5.

Σε βάρος του παραβάτη της παρ. 3 του άρθρου 259 επιβάλλονται το διοικητικό πρόστιμο και οι ποινές σύμφωνα με το άρθρο 268.

6.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν τις περ. α) έως

  • γ) της παρ. 1 του άρθρου 258 επιβάλλεται διοικητικό

πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ, καθώς και ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

7.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν τις παρ. 1 έως 3 και 5 του άρθρου 256 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ, καθώς και ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος.

8.

Σε βάρος εκείνων που παραβιάζουν τις παρ. 4 και 16 του άρθρου 254 επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη.

9.

Σε βάρος εκείνου που θηρεύει, κατά χρόνο που δεν εμπίπτει εντός της κυνηγετικής περιόδου, επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη.

10.

Σε βάρος εκείνου που θηρεύει, χωρίς άδεια θήρας, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος.

11.

Όσοι παραβιάζουν από πρόθεση ή από αμέλεια τις περ. α) έως δ) και στ) της παρ. 2 του άρθρου 258 τιμωρούνται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος. Σε βάρος των ανωτέρω επιβάλλεται επίσης διοικητικό πρόστιμο, ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ.

12.

Όσοι παραβιάζουν την παρ. 5 του άρθρου 261 τιμωρούνται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος. Σε βάρος των ανωτέρω επιβάλλεται επίσης διοικητικό πρόστιμο, ύψους διακοσίων (200) ευρώ.

13.

Εκείνος που θηρεύει, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 252, με πυροβόλο πολεμικό όπλο ή αεροβόλο ή με άλλου είδους όπλο, μη σύνηθες κυνηγετικό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) μηνών και μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Σε βάρος του παραβάτη επιβάλλεται επίσης διοικητικό πρόστιμο ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ.

14.

Σε βάρος εκείνου που καταδικάζεται για τη θανάτωση ή σύλληψη ελαφιού, δορκάδος, αγριόγιδου, παντός είδους αιγάγρου (αγριοκάτσικου), αγριοπετεινού και φασιανού, επιβάλλεται με την καταδικαστική απόφαση και χρηματική αποζημίωση υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου (Κεφάλαιο θήρας), η οποία καθορίζεται ως εξής: Για κάθε ελάφι ποσό τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για κάθε δορκάδα, αγριόγιδο και αίγαγρο Κρήτης ποσό δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Για δε τα λοιπά είδη αιγάγρων ποσό πεντακοσίων (500) ευρώ και για έκαστο αγριοπετεινό, φασιανό ή αφαίρεση των αυγών αυτών, ποσό πεντακοσίων (500) ευρώ. Τα, ως άνω, ποσά δύνανται να αυξάνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

15.

Οι παραβάτες της παρ. 5 του άρθρου 252 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι (2) έτη. Σε βάρος των παραβατών του πρώτου εδαφίου επιβάλλεται επίσης διοικητικό πρόστιμο, ύψους χιλίων (1.000) ευρώ.

16.

Σε βάρος όσων παραβιάζουν της περί θήρας αστυνομικές διατάξεις, οι οποίες δεν αναφέρονται ρητά στο μέτρο της αφαίρεσης της άδειας θήρας για χρονικό διάστημα από δέκα πέντε (15) ημερολογιακές ημέρες έως δύο (2) μήνες.

17.

Οι παραβάτες της παρ. 5 του άρθρου 80 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη. Στους ανωτέρω επιβάλλεται επίσης διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ.

18.

Για παραβάσεις, οι οποίες λαμβάνουν χώρα εντός των ελεγχόμενων κυνηγετικών περιοχών, ισχύουν τα κάτωθι:

  • α) Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης έως τρεις (3) μήνες,

καθώς και διοικητικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου ορίζεται, κατά περίπτωση, ως εξής:

  • αα) Στις περιπτώσεις διάβασης παντός, κυνηγού ή

μη, με όπλο, διά μέσου των ελεγχόμενων κυνηγετικών περιοχών άνευ αδείας της Δασικής Αρχής επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Η διάβαση επιτρέπεται μόνο εφόσον τα όπλα είναι λελυμένα και εντός θήκης.

  • ββ) Στην περίπτωση κυκλοφορίας οχημάτων, με ταχύτητα μεγαλύτερη από τις ενδείξεις των ειδικών πινακίδων, στην περίπτωση χρήσης σε αυτά ηχητικών οργάνων

και συσκευών, εκτυφλωτικών φώτων και προβολέων, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200)

  • γγ) Στην περίπτωση κατασκήνωσης παντός ατόμου

άνευ αδείας της αρμόδιας Δασικής Αρχής επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ.

  • δδ) Στις περιπτώσεις εισαγωγής ή διέλευσης ποιμνίων

ή ζώων άνευ αδείας των οικείων Δασικών Αρχών, όπως και στις πτηνοτροφικές και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν άνευ αδείας των Κτηνιατρικών ή Δασικών Αρχών και άνευ υγειονομικού ελέγχου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) έως δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

  • εε) Στις περιπτώσεις ολοκληρωτικής δέσμευσης της

ροής των υδάτων, κατά την κατασκευή αρδευτικού δικτύου ή τη διευθέτηση χειμάρρων ή έτερων έργων επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) έως πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

  • β) Επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατό (100)

έως διακοσίων (200) ευρώ σε περίπτωση παράβασης του κανονισμού λειτουργίας της ελεγχόμενης κυνηγετικής περιοχής.

  • γ) Επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων

(200) ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις: γα) για τη θήρευση σε απόσταση των σαράντα (40) μέτρων, πλην των ευγενών θηραμάτων, γβ) για τη θήρα μη ανεπτυγμένων θηραμάτων, για τη σύλληψη παντός είδους θηράματος, τη μόλυνση ποτιστρών και τη διατάραξη της πανίδας εν γένει, γγ) για παράβαση της παρ. 16 του άρθρου 254.

19.

Σε όποιον κατέχει, εισάγει, διακινεί, διαθέτει καθοιονδήποτε τρόπο είδη της περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 258 χωρίς άδεια ή με άδεια πλαστή ή που φέρει αλλοιώσεις, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων (500) έως χιλίων (1000) ευρώ. Ο υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων τιμωρείται και με φυλάκιση από δύο (2) μήνες έως ένα (1) έτος και σε περίπτωση υποτροπής με φυλάκιση δύο (2) ετών.

20.

Σε όποιον αρνείται ή παρακωλύει ή κωλυσιεργεί τη διενέργεια των ελέγχων από τα ελεγκτικά όργανα στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 289, καθώς και τη διενέργεια ελέγχων από τα ανωτέρω όργανα στα είδη της περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 258 ή αρνείται την παροχή πληροφοριών ή παρέχει ψευδείς πληροφορίες, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Ο υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος.

21.

Υπεύθυνοι κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη και επιβάλλονται οι ποινές των παρ. 19 και 20 είναι στις ομόρρυθμες εταιρείες οι ομόρρυθμοι εταίροι, στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης οι διαχειριστές και στους συνεταιρισμούς και τις ανώνυμες εταιρείες ο ορισθείς υπεύθυνος ή, σε περίπτωση που δεν έχει ορισθεί υπεύθυνος, τα μέλη του οργάνου διοίκησης.»

Άρθρο 206

Διαδικασία βεβαίωσης των παραβάσεων περί θήρας - Αντικατάσταση άρθρου 287Α ν.δ. 86/1969 Στο ν.δ. 86/1969 (Α’ 7) προστίθεται άρθρο 287Α ως εξής: «Άρθρο 287Α Διαδικασία βεβαίωσης των παραβάσεων

1.

Αρμόδια όργανα για τη βεβαίωση των παραβάσεων κατά την εφαρμογή του άρθρου 287 είναι οι δασικοί υπάλληλοι του άρθρου 39 του ν. 1845/1989 (Α’ 102) και οι φύλακες θήρας των κυνηγετικών οργανώσεων του άρθρου 267 του παρόντος.

2.

Κατά τη διαπίστωση της παράβασης βεβαιώνεται, έντυπα ή ηλεκτρονικά, επί τόπου η παράβαση από το ελεγκτικό όργανο και συντάσσεται Πράξη Επιβολής Προστίμου και των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και χρηματικών αποζημιώσεων. Στην πράξη βεβαίωσης της παράβασης και επιβολής διοικητικής κύρωσης, καταχωρίζονται:

  • α) Τα στοιχεία του παραβάτη και υποχρεωτικά ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ή ο αριθμός αστυνομικής

ταυτότητας/διαβατηρίου ή ο αριθμός της άδειας θήρας,

  • β) η αρμόδια Δασική Αρχή και η προθεσμία προσφυγής

σ’ αυτήν, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 5, η παράβαση και το άρθρο του νόμου στο οποίο αναφέρεται αυτή,

  • γ) το ύψος του προστίμου, και των λοιπών κυρώσεων.

Ένα (1) αντίτυπο της πράξης βεβαίωσης της παράβασης και επιβολής της διοικητικής κύρωσης, επιδίδεται στον παραβάτη επιτόπου και ένα αντίτυπο, με συνημμένη την άδεια θήρας, στην περίπτωση που προβλέπεται κατάσχεση ή ανάκλησή της για ορισμένο χρονικό διάστημα, διαβιβάζεται άμεσα στην αρμόδια, σύμφωνα με την παρ. 5, αρχή.

3.

Ο ελεγχόμενος έχει δικαίωμα να εμφανισθεί εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, που αρχίζει από την ημερομηνία επίδοσης της βεβαίωσης, στην οικεία δασική Αρχή, όπως αυτή προσδιορίζεται στη σχετική βεβαίωση παράβασης, προκειμένου να προβάλει τις του προστίμου. Η απόρριψη ή η αποδοχή των αντιρρήσεων γίνεται με πράξη του Προϊστάμενου της οικείας δασικής αρχής επί του σώματος αυτών, η οποία πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία.

4.

Αν δεν προβληθούν αντιρρήσεις ή αν οι προβαλλόμενες αντιρρήσεις απορριφθούν, οι παραβάτες καταβάλλουν το διοικητικό πρόστιμο μέσω ηλεκτρονικού παραβόλου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης, που εκδίδεται, είτε απευθείας από την ιστοσελίδα αυτής, είτε από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών ή τις Τράπεζες ή τις κατά τόπους αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), εντός χρονικού διαστήματος δέκα πέντε (15) ημερολογιακών ημερών από την ημέρα βεβαίωσης της παράβασης ή της απόρριψης των αντιρρήσεων. Το εισπραττόμενο ποσό του προστίμου αποτελεί πόρο του Ειδικού Φορέα Δασών του άρθρου 8 του ν. 3208/2003 (Α’ 303).

5.

Εφόσον περάσει άπρακτη και η ανωτέρω προθεσμία, αποστέλλεται, από τις Αρμόδιες Αρχές, εντός τριάντα (30) ημερών, ο νόμιμος τίτλος στη Δ.Ο.Υ. φορολογίας του παραβάτη, προκειμένου να βεβαιωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Τα εισπραττόμενα ποσά αποδίδονται στο σύνολό τους στον Ειδικό Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου.

6.

Τα έσοδα από τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 287 διατίθενται με βάση ετήσιο πρόγραμμα που συντάσσεται από την αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αποκλειστικά για σκοπούς θηροφύλαξης, περίθαλψης και προστασίας της άγριας πανίδας, καθώς και για την αντιμετώπιση των δαπανών ανάπτυξης της θηραματοπονίας και προμήθειας εξοπλισμού και μέσων.

7.

Στη περίπτωση που στο άρθρο 287 προβλέπεται ως κύρωση για παράβαση των διατάξεων, περί θήρας, η αφαίρεση της άδειας θήρας και εφόσον η άμεση αφαίρεση αυτής είναι αδύνατη κατά τη βεβαίωση της παράβασης, τότε καλείται ο παραβάτης εγγράφως από την οικεία Δασική Αρχή να παραδώσει την άδεια θήρας εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών. Άλλως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από τη βεβαίωση της παράβασης η άδεια ανακαλείται αυτοδίκαια και επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, το οποίο βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά τη διαδικασία του παρόντος.

8.

Οι κυρώσεις διπλασιάζονται σε περίπτωση που ο παραβάτης έχει την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ ή Β’ βαθμού ή ανήκει στις Ένοπλες Δυνάμεις ή τα σώματα ασφαλείας ή αποτελεί μέλος διοικητικού συμβουλίου κυνηγετικής οργάνωσης.

9.

Σε περίπτωση συρροής παραβάσεων επιβάλλεται συνολικό διοικητικό πρόστιμο, το οποίο ισούται με το πρόστιμο που προβλέπεται για τη βαρύτερη παράβαση, επαυξημένο κατά το ήμισυ των προστίμων, τα οποία προβλέπονται για τις άλλες συντρέχουσες παραβάσεις.

10.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δύναται να αναπροσαρμόζονται τα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπονται για τις παραβάσεις του παρόντος.»

Άρθρο 207

Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Κυνηγών - Στο ν.δ. 86/1969 (Α’ 7) προστίθεται άρθρο 287Β ως εξής: «Άρθρο 287Β Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Κυνηγών

1.

Καθιερώνεται Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Κυνηγών (Σ.Ε.Σ.Κ.), το οποίο αφορά στην καταχώριση σε ειδικό μητρώο των ατομικών στοιχείων των κυνηγών για τις παραβάσεις των διατάξεων του Δασικού Κώδικα που διαπράττονται από αυτούς στο πλαίσιο άσκησης της θήρας και την προστασία της άγριας πανίδας. Οι παραβάσεις αυτές βαθμολογούνται. Σε βάρος των παραβατών των περί θήρας διατάξεων, που αναφέρονται στο άρθρο 287, πέραν των κυρώσεων που προβλέπονται στο ανωτέρω άρθρο, επιβάλλεται και το διοικητικό μέτρο της επιβολής βαθμών ποινής στο Σ.Ε.Σ.Κ..

2.

Η συγκέντρωση πέντε (5) βαθμών ποινής θεωρείται ως υποτροπή. Στους υποτρόπους οι κυρώσεις διπλασιάζονται και επιβάλλεται ως διοικητική ποινή η επανεξέτασή τους, προκειμένου να κριθούν ικανοί για την άσκηση θηρευτικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με το ισχύον σύστημα εξετάσεων.

3.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται κατόπιν πρότασης των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Δικαιοσύνης, καθορίζονται ο φορέας καταχώρισης και τήρησης του σχετικού μητρώου καταγραφής, ο τρόπος συγκέντρωσης και καταχώρισης των πιο πάνω στοιχείων, η βαθμολόγηση των παραβάσεων, τα επιβαλλόμενα διοικητικά μέτρα - κυρώσεις στην περίπτωση συγκέντρωσης ορισμένης βαθμολογίας, καθώς και οι ειδικότεροι όροι επαναχορήγησης, μετά από εκπαίδευση του κυνηγού, της άδειας θήρας που αφαιρέθηκε, κατ’ εφαρμογή του Σ.Ε.Σ.Κ.. Με το προεδρικό διάταγμα του πρώτου εδαφίου καθορίζεται και το ειδικό περιεχόμενο της ως άνω εκπαίδευσης, καθώς και η διαδικασία επανεξέτασης του κυνηγού.»

Άρθρο 208

Κατάσχεση και δήμευση μέσων παρανόμου θήρας - Αντικατάσταση άρθρου 288 ν.δ. 86/1969 Το άρθρο 288 ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί κατάσχεσης και δήμευσης μέσων παρανόμου θήρας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 288 Κατάσχεση και δήμευση μέσων παρανόμου θήρας

1.

Τα κατά παράβαση του παρόντος κώδικα κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα και μέσα, τα οποία έχουν ως σκο φύλακες θήρας των κυνηγετικών οργανώσεων. Το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, εφόσον για τη συγκεκριμένη παράβαση προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, διατάσσει τη δήμευση των κατασχεθέντων και τα μεν απαγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται από επιτροπή, η οποία ορίζεται από τον Εισαγγελέα και αποτελείται από τον προϊστάμενο της δασικής αρχής, έναν (1) δημόσιο υπάλληλο και έναν (1) αντιπρόσωπο του κυνηγετικού συλλόγου, με δημοπρασία. Το εκπλειστηρίασμα κατατίθεται υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου. Εφόσον για τη συγκεκριμένη παράβαση δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά του προβλεπόμενου στην παρ. 1 διοικητικού μέτρου της κατάσχεσης ή μετά την έκδοση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης επί της ανωτέρω προσφυγής, ο αρμόδιος δασάρχης διατάσσει τη δήμευση των κατασχεθέντων και τα μεν απαγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται από επιτροπή, η οποία ορίζεται από τον Προϊστάμενο της οικείας Επιθεώρησης Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής και αποτελείται από τον προϊστάμενο της δασικής αρχής, έναν (1) δημόσιο υπάλληλο και έναν (1) αντιπρόσωπο του κυνηγετικού συλλόγου, με δημοπρασία. Το εκπλειστηρίασμα κατατίθεται υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου.

2.

Τα θηράματα που προέρχονται από παράνομη θήρα κατάσχονται και εκποιούνται αμέσως από τον κατάσχοντα αυτά υπάλληλο με την παρουσία έτερου δημοσίου ή δημοτικού υπαλλήλου και, σε περίπτωση απουσίας τους, με την παρουσία δύο (2) μαρτύρων. Το πρακτικό της εκποίησης δεν υπόκειται σε έγκριση άλλης αρχής. Το εκπλειστηρίασμα, εάν η δικαστική απόφαση, ποινική ή διοικητική, είναι αθωωτική, αποδίδεται στον αθωωθέντα, άλλως κατατίθεται υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου. Σε περίπτωση παράνομης θήρας προστατευόμενων ειδών της άγριας πανίδας, αυτά παραδίδονται στην οικεία Δασική Αρχή με μέριμνα της οποίας διατίθενται σε κρατικά μουσεία φυσικής ιστορίας, πανεπιστημιακά ιδρύματα και εκθέσεις, για τον εμπλουτισμό των συλλογών τους. Τα ζωντανά θηράματα - άγρια ζώα που διατηρούνται σε αιχμαλωσία, εφόσον κρίνεται κατάλληλο, απελευθερώνονται άμεσα στο φυσικό περιβάλλον συντασσόμενου πρακτικού απελευθέρωσης, άλλως παραδίδονται σε κατάλληλα Κέντρα Περίθαλψης για την απελευθέρωσή τους στο φυσικό περιβάλλον.

3.

Εάν για οποιονδήποτε λόγο τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παράνομης θήρας δεν έχουν κατασχεθεί και ο κάτοχος αυτών καταδικάζεται, διατάσσεται με την καταδικαστική απόφαση και η δήμευση αυτών, η περαιτέρω δε τύχη τους διέπεται από την παρ. 2. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη παραδόσεως των πειστηρίων του πρώτου εδαφίου, ο καταδικασθείς υποχρεούται με την καταδικαστική απόφαση στην πληρωμή της αξίας τους, η οποία καθορίζεται από το δικαστήριο υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών, που δεν είναι κατώτερη των διακοσίων (200) ευρώ, προκειμένου δε περί όπλων, κατώτερη των πεντακοσίων (500) ευρώ και προκειμένου περί μέσων μεταφοράς, κατώτερη των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τα δίκυκλα και τρίκυκλα και των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τα λοιπά μηχανοκίνητα μέσα.

4.

Εάν ο ένοχος της παράνομης θήρας έλαβε στην κατοχή του, τα σε δήμευση, κατά το παρόν αντικείμενα, τότε αποδίδονται μεν αυτά στο δικαιούχο, αντί δε της δήμευσης επιβάλλεται σε βάρος του ενόχου χρηματική ποινή ίση προς την αξία των αποδιδομένων στο δικαιούχο, πλέον πάσης άλλης, η οποία επιβάλλεται σύμφωνα με τον παρόντα κώδικα.»

Άρθρο 209

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται:

  • α) το άρθρο 44 του ν. 3585/2007 (Α’ 148), περί ειδικών

διατάξεων για τις κυρώσεις του εν λόγω νόμου,

  • β) το άρθρο 45 του ν. 3585/2007, περί άσκησης δίωξης

από τον δημόσιο κατήγορο,

  • β) το άρθρο 49 του ν. 3585/2007, περί αρμοδίου δικαστηρίου,
  • γ) το άρθρο 293 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), περί άσκησης

καθηκόντων δημοσίου κατηγόρου. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

Άρθρο 210

Δημιουργία κοινόχρηστου χώρου δασικής αναψυχής στην περιοχή «ΠΡΩΗΝ ΝΤΑΜΑΡΙΑ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ» του Δήμου Γαλατσίου Αττικής

1.

Η έκταση εμβαδού εκατόν είκοσι οχτώ χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων κόμμα τετρακοσίων ογδόντα εννέα τετραγωνικών μέτρων (128.114,489 τ.μ.) της περιοχής «ΠΡΩΗΝ ΝΤΑΜΑΡΙΑ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ» που βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Γαλατσίου, όπως αποτυπώνεται στο Παράρτημα IV, υπό τα στοιχεία 1 έως 48-44-45-57-58-64-65-66-77-78-79-80-92-93-106-107120-172-173-171-169-167-165-157-158 έως 164-143 έως 154-139-140-141-125-126-127-123-122-111-110-109112-113-114-156-115 έως 119-96 έως 105-94-136-81 έως 91-67 έως76-59 έως 63-49 έως 56) παραχωρείται κατά χρήση στον Δήμο Γαλατσίου. Αποκλειστικός σκοπός της παραχώρησης είναι η αποκατάσταση και αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η δημιουργία και λειτουργία εντός του ως άνω ακινήτου, κοινόχρηστου χώρου δασικής αναψυχής, το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2033. Ενόψει του σκοπού της παραχώρησης εφαρμόζεται το άρθρο 44 του ν. 998/1979 (Α’ 289).

2.

Ο παραχωρησιούχος υποχρεούται, με ευθύνη και δαπάνες του, να αποκαταστήσει, να συντηρεί και να βελτιώνει τη δασική βλάστηση του ακινήτου, να διαχειρίζεται και να φυλάσσει την έκταση αυτή, σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία. Η παραβίαση του σκοπού της παραχώρησης, καθώς και η μεταβολή του δασικού χα οικείας δασικής αρχής και την αυτοδίκαιη επαναφορά της στο προηγούμενο καθεστώς.

3.

Στον υπό οργάνωση χώρο υπαίθριας δασικής αναψυχής επιτρέπεται η εκτέλεση έργων και κατασκευών της παρ. Δ της υπ’ αρ. 66102/970/23.2.1995 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (Β’ 170) με εξαίρεση τις περ. 8, 15 και 16 αυτής και με βάση τις αρχές της αρχιτεκτονικής του τοπίου, τον βαθμό αντοχής του φυσικού περιβάλλοντος και την προστασία και βελτίωση των συνθηκών διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος. Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση για λόγους ασφαλείας η περίφραξη αυτού, καθώς και η εγκατάσταση φωτισμού.

4.

Για την ταχύτατη αποκατάσταση και αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος του ακινήτου και για την εντεύθεν απόδοσή του στο κοινό για τη χρήση για την οποία προορίζεται, ο παραχωρησιούχος έχει την ιδιότητα του αναδόχου αποκατάστασης της παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 998/1979, χωρίς να χρειάζεται η έκδοση της προβλεπόμενης πράξης ορισμού. Ο ανάδοχος παραχωρησιούχος, με δικές του δαπάνες: α) εκπονεί τη μελέτη αποκατάστασης και αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος της έκτασης, β) εκπονεί τη μελέτη οργάνωσης και λειτουργίας εντός του ακινήτου χώρου υπαίθριας δασικής αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 3 και τις αναφερόμενες σε αυτή περιπτώσεις της παρ. Δ της υπ’ αρ. 66102/970/1995 υπουργικής απόφασης, γ) υλοποιεί τα έργα που προβλέπονται στη σχετική μελέτη για την τεχνητή αποκατάσταση και αναβάθμιση του περιβάλλοντος και δ) υλοποιεί τα έργα και τις κατασκευές που προβλέπονται από τη σχετική μελέτη για την οργάνωση και λειτουργία του χώρου δασικής αναψυχής. Η θεώρηση και έγκριση των ανωτέρω μελετών, καθώς και η επίβλεψη εκτέλεσης των έργων της παρούσας από τον ανάδοχο και τον φορέα υλοποίησης του έργου διενεργούνται από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες.

5.

Η υλοποίηση των έργων αποκατάστασης και αναβάθμισης του περιβάλλοντος λαμβάνει χώρα με ευθύνη του αναδόχου παραχωρησιούχου αμέσως μετά από την έγκριση της σχετικής μελέτης ή μετά από την έγκριση αμφοτέρων των μελετών της παρ. 4, σε περίπτωση ταυτόχρονης υποβολής τους, ή αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, αν υπάρχει ήδη εγκεκριμένη η σχετική μελέτη ή οι μελέτες της παρ. 4. Το αργότερο μέσα σε επτά (7) εργάσιμες ημέρες από την έγκριση της μελέτης ή των μελετών, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, άλλως το αργότερο μέσα σε επτά (7) εργάσιμες ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε περίπτωση ήδη εγκεκριμένης μελέτης ή μελετών, η αρμόδια δασική αρχή εγκαθιστά στο ακίνητο τον παραχωρησιούχο - ανάδοχο αποκατάστασης και αναβάθμισης του περιβάλλοντος, με σχετικό πρωτόκολλο εγκαταστάσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την εκτέλεση των έργων και κατασκευών για τη δημιουργία του χώρου δασικής αναψυχής.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)