Νόμοι — ΦΕΚ A' 84/2006

Type Νόμος
Publication 2006-04-25
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 84 18 Απριλίου 2006 849

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοοικονομικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Σκοπός Σκοπός του νόμου αυτού είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (L 35/11.2.2003) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 «σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοοικονομικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των Οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ.» Με τον παρόντα νόμο καθορίζονται οι κανόνες συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), το άρθρο 6 της Οδηγίας 73/239/ ΕΟΚ (L 228/16.8.1973), το άρθρο 4 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ (L 345/19.12.2000), την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 A ΄), την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2004/39/ΕΟΚ (L145/ 30.4.2004), το άρθρο 5 του ν. 2076/1992(ΦΕΚ 130 Α΄) ή το άρθρο 4 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L126/ 26.5.2000) και οι οποίες ανήκουν σε Όμιλο Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Ο.Ε.Χ.Δ.). Με το νόμο αυτόν τροποποιούνται, επίσης, οι σχετικοί τομεακοί κανόνες για τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις.

Άρθρο 2

Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

1.

«Πιστωτικό ίδρυμα»: η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1α του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 ή, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L 126/26.5.2000).

2.

«Ασφαλιστική επιχείρηση»: η επιχείρηση κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ και β΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 6 της Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ.

3.

«Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών»: η επιχείρηση κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 17 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 ή, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση επενδύσεων με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ.

4.

«Ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: το πιστωτικό ίδρυμα, η ασφαλιστική επιχείρηση ή η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

5.

«Εταιρεία διαχείρισης»: η εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία διαχείρισης με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 1α της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L375/31.12.1985), συμπεριλαμβανομένης της Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία έχει την καταστατική της έδρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία θα ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, εάν είχε την καταστατική της έδρα εντός της Κοινότητας. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για αντασφαλιστική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα, η επιχείρηση κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (L 330/5.12.1998).

7.

«Τομεακοί κανόνες»: οι κανόνες προληπτικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, που περιλαμβάνονται στο ν.δ. 400/1970, στο ν. 2396/1996 και στο ν. 2076/1992, στο π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄), και στις Πράξεις Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) υπ’ αριθμ. 2053/1992 (ΦΕΚ 139 Α΄), 2246/1993 (ΦΕΚ 198 Α΄) και 2524/2003 (ΦΕΚ 194 Α΄). 8.«Χρηματοοικονομικός τομέας»: ο τομέας που αποτελείται από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιχειρήσεις:

έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν.2076/1992 ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 ή, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι επιχειρήσεις κατά την έννοια των σημείων 5 και 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (τραπεζικός τομέας).

την έννοια της περίπτωσης κ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της περίπτωσης θ΄ του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (ασφαλιστικός τομέας).

χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια της παραγράφου 22 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 ή, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτικό ίδρυμα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του σημείου 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (τομέας επενδυτικών υπηρεσιών).

(εφεξής Μ.Χ.Ε.Σ): η κατά την έννοια της παραγράφου 15 επιχείρηση.

9.

«Μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α΄ ) ή, εφόσον πρόκειται για μητρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της έβδομης Οδηγίας 83/349/ ΕΟΚ (L 193/18.7.1983), ή οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία κατά την κρίση των Αρμόδιων Αρχών ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση.

10.

«Θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή, εφόσον πρόκειται για θυγατρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή οποιαδήποτε επιχείρηση επί της οποίας, κατά την κρίση των Αρμόδιων Αρχών, μία μητρική επιχείρηση ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή. Όλες οι θυγατρικές επιχειρήσεις θυγατρικών επιχειρήσεων θεωρούνται θυγατρικές επιχειρήσεις της μητρικής επιχείρησης.

11.

«Συμμετοχή»: η συμμετοχή κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή, εφόσον πρόκειται για συμμετοχή σε επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συμμετοχή κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 17 της Οδηγίας 78/660/ ΕΟΚ (L 222/14.8.1978) ή η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20% και άνω των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης.

12.

«Όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων, ο οποίος αποτελείται από μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις επιχειρήσεις στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, καθώς και οι επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920 ή εφόσον πρόκειται για επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

13.

«Στενοί δεσμοί»: η κατάσταση, κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, της περίπτωσης ιδ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή της παραγράφου 40 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους είτε με:

μέσω ελέγχου κατοχή ποσοστού ίσου ή ανώτερου του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης ή

μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης που περιγράφεται σε όλες τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή σε παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. «Στενοί δεσμοί» μεταξύ δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων υφίστανται και στην περίπτωση, κατά την οποία τα εν λόγω πρόσωπα συνδέονται μονίμως με το ίδιο πρόσωπο με σχέση ελέγχου.

14.

«Όμιλος Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων» (εφεξής Ο.Ε.Χ.Δ.): ο όμιλος επιχειρήσεων που, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 3, πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

μία από τις θυγατρικές του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4,

μητρική επιχείρηση επιχειρήσεως του χρηματοοικονομικού τομέα, για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοοικονομικού τομέα ή για επιχείρηση συνδεόμενη με επιχείρηση του χρηματοοικονομικού τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, οι δραστηριότητες του ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοοικονομικό τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 3,

υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα αφ’ ενός και οι ενοποιημένες ή και οι αθροιστικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών αφ’ ετέρου, είναι ουσιώδεις κατά την έννοια των παραγράφων 2 ή 3 του άρθρου 3. Ως Ο.Ε.Χ.Δ. θεωρείται και οποιοσδήποτε υποόμιλος ομίλου επιχειρήσεων κατά την έννοια της παραγράφου 12, που πληροί τα κριτήρια της παρούσας παραγράφου.

15.

«Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών» (Μ.Χ.Ε.Σ.): η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση και η οποία μαζί με τις θυγατρικές της, εκ των οποίων μια τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες επιχειρήσεις, συνιστά Ο.Ε.Χ.Δ..

16.

«Αρμόδιες Αρχές»: οι Αρμόδιες Αρχές των κρατών − μελών που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης να εποπτεύουν τα πιστωτικά ιδρύματα ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είτε σε ατομική βάση είτε σε επίπεδο ομίλου επιχειρήσεων.

17.

«Σχετικές Αρμόδιες Αρχές»:

τομεακή εποπτεία σε επίπεδο ομίλου οποιασδήποτε από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ..

άρθρο 11 αν δεν ταυτίζεται με τις Αρμόδιες Αρχές.

κατά την κρίση των Αρχών, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ ανωτέρω. Προκειμένου οι τελευταίες αυτές Αρχές να διαμορφώσουν κρίση, λαμβάνουν ιδίως υπόψη: το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του Ομίλου σε άλλα κράτη − μέλη (ιδίως δε εάν αυτό υπερβαίνει το 5%) και τη βαρύτητα που έχει στο πλαίσιο του Ομίλου η ρυθμιζόμενη επιχείρηση, που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος − μέλος.

18.

«Συντονιστής»: Η Αρμόδια Αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. μεταξύ των Αρμόδιων Αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών − μελών, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του κράτους − μέλους, όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ..

19.

«Εντός ομίλου συναλλαγές»: Όλες οι συναλλαγές προς εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, με καταβολή τιμήματος ή άνευ τιμήματος, για τη διεκπεραίωση των οποίων ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ανήκουν σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ., βασίζονται, άμεσα ή έμμεσα, σε άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου ή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο συνδεόμενο με τις επιχειρήσεις αυτού του ομίλου με στενούς δεσμούς.

20.

«Συγκέντρωση κινδύνων»: Κάθε έκθεση σε κίνδυνο με πιθανότητα πρόκλησης ζημίας που επιβαρύνει επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ., εφόσον η έκθεση αυτή είναι αρκετά σημαντική ώστε να θέτει σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα ή τη γενική χρηματοοικονομική κατάσταση των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του Ο.Ε.Χ.Δ.. Η έκθεση αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα κινδύνου αντισυμβαλλομένου ή πιστωτικού κινδύνου, επενδυτικού κινδύνου, ασφαλιστικού κινδύνου, κινδύνου της αγοράς ή άλλων κινδύνων, ή συνδυασμού ή αλληλεπίδρασης αυτών των κινδύνων.

Άρθρο 3

Κατώτατα όρια για τον προσδιορισμό ενός Ο.Ε.Χ.Δ.

1.

Προκειμένου να προσδιοριστεί εάν οι δραστηριότητες ενός ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοοικονομικό τομέα, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, ο λόγος του συνόλου του ισολογισμού των ρυθμιζόμενων και μη ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου προς το σύνολο του ισολογισμού ολόκληρου του ομίλου πρέπει να υπερβαίνει το 40%.

2.

Προκειμένου να προσδιοριστεί εάν οι δραστηριότητες ενός ομίλου στους επί μέρους χρηματοοικονομι− κούς τομείς είναι ουσιώδεις κατά την έννοια της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, λαμβάνεται υπόψη εάν για κάθε επί μέρους χρηματοοικονομικό τομέα ο μέσος όρος μεταξύ των δύο παρακάτω λόγων: α. του λόγου του συνόλου του ισολογισμού του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού τομέα προς το σύνολο του ισολογισμού όλων των επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου και β. του λόγου των απαιτήσεων φερεγγυότητας του ίδιου χρηματοοικονομικού τομέα προς το σύνολο των απαιτήσεων φερεγγυότητας όλων των επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου, υπερβαίνει το 10%. Για τους σκοπούς τους νόμου αυτού, ως λιγότερο σημαντικός χρηματοοικονομικός τομέας σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ. νοείται ο τομέας με το μικρότερο μέσο όρο, όπως αυτός υπολογίζεται στην παρούσα παράγραφο, και ως σημαντικότερος χρηματοοικονομικός τομέας εκείνος με τον υψηλότερο μέσο όρο. Για τον υπολογισμό του μέσου όρου και τη μέτρηση του λιγότερο σημαντικού και του σημαντικότερου χρηματοοικονομικού τομέα, ο τραπεζικός τομέας και ο τομέας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη από κοινού.

3.

Οι διατομεακές δραστηριότητες θεωρούνται ουσιώδεις, κατά την έννοια της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, εάν το σύνολο του ισολογισμού του λιγότερο σημαντικού χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου υπερβαίνει το ποσό των έξι δισεκατομμυρίων (6.000.000.000) ευρώ. Εάν ο όμιλος δεν καλύπτει το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, αλλά πληροί το όριο που τίθεται στο παραπάνω εδάφιο, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπο− ρούν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να μην θεωρήσουν τον όμιλο ως Ο.Ε.Χ.Δ. ή να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 10, εφόσον εκτιμούν ότι η υπαγωγή του ομίλου στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού ή η εφαρμογή αυτών των διατάξεων δεν είναι αναγκαία ή ότι θα ήταν απρόσφορη ή παραπλανητική σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας, λαμβάνοντας ενδεικτικά υπόψη: το 5%, ποσοστό που υπολογίζεται είτε βάσει του μέσου όρου που περιγράφεται στην παράγραφο 2 είτε βάσει του συνόλου του ισολογισμού ή των απαιτήσεων φερεγγυότητας που ισχύουν για το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό τομέα ή β. ότι το μερίδιο αγοράς του ομίλου δεν υπερβαίνει σε κανένα κράτος − μέλος το 5%, ποσοστό που υπολογίζεται ως προς τον τραπεζικό τομέα ή τον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βάσει του συνόλου του ισολογισμού και ως προς τον ασφαλιστικό τομέα βάσει των ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο κοινοποιούνται στις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές.

4.

Για την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπορούν κατόπιν κοινής συμφωνίας: α. Να εξαιρούν συγκεκριμένη επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των δεικτών στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6. β. Να λαμβάνουν υπόψη τους τη συμμόρφωση του ομίλου με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 επί τρία (3) συνεχή έτη, ώστε να απο−φεύγονται απότομες αλλαγές σχετικά με την υπαγωγή η μη ενός ομίλου στο καθεστώς των Ο.Ε.Χ.Δ. και να μην την λαμβάνουν υπόψη εάν υπάρχουν σημαντικές μεταβολές στη δομή του ομίλου. Όταν ένας όμιλος έχει ήδη χαρακτηριστεί ως Ο.Ε.Χ.Δ. εφόσον πληροί τα κριτήρια των παραγράφων 1, 2 και 3, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές λαμβάνουν τις παραπάνω αποφάσεις κατόπιν πρότασης του Συντονιστή αυτού του Ο.Ε.Χ.Δ..

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.